Το πρακτορείον του άλλου κόμματος έκειτο επίσης ουχί μακράν

του σχολείου, αλλ' όπισθεν, εις ολιγώτερον κεντρικόν μέρος,

και η θύρα του δεν αντίκρυζε τον τόπον της εκλογής. Όθεν,

επειδή ήτο δύσκολον απ' αυτού του πρακτορείου, να επιτηρώσι

τους ψηφοφόρους, όσοι εξερχόμενοι μετέβαινον εις τον τόπον

της εκλογής ίνα ψηφοφορήσωσιν, ο Μανώλης ο Πολύχρονος ένευε

συνήθως εις δύο ή τρεις των στενωτέρων φίλων να τους

συνοδεύωσιν, ενίοτε δε και αυτός ο ίδιος τους προέπεμπεν εις

τας κάλπας. Ήτο δε λεπτόν και ακανθώδες το πράγμα. Ο

συνοδεύων ώφειλε να μη δεικνύη ότι συνοδεύει. Ώφειλε να τους

εμβιβάζη με τρόπον εις τον τόπον της εκλογής, χωρίς να κάμνη

ότι αυτός τάχα τους ωδήγησε και τους παρέπεμψεν όπως

ψηφοφορήσωσιν. Οι εντροπαλώτεροι των εκλογέων, σχεδόν όλοι,

με όλην την μέθην ην είχον τινες αυτών εστενοχωρούντο και

διεμαρτύροντο λέγοντες ότι «τι; πρόβατα είμαστε, να μας παν

έτσι;» Εν τοσούτω ενομίζετο επάναγκες να τους επιτηρώσιν. Οι

πονηρότεροι των ψηφοφόρων, μη απαξιούντες να λάβωσι

«βαμβακόσπορον» και από τα δύο κόμματα, έβαινον μετά της

υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το

οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε,

και αν δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ'

εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να

εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. Ολίγοι

μόνον εκλογείς εφόρουν φανερά το σημείον του κόμματος, άσπρην

κορδέλλαν ως Χαλασοχώρηδες ή κοκκίνην ως Ανδρογυνοχωρίστραις.

Πολλοί δε, αν και εβιάζοντο υπό των κομματαρχών των δύο

μερίδων να φορέσωσιν εις απόκεντρου μέρος το λευκόν ή ερυθρόν

σήμα, ευθύς ως επρόβαλλαν εις την αγοράν, το απέσπων από της

κομβιοδόχης των και το έκρυπταν εις το θυλάκιον.

Ο «βαμβακόσπορος», τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους

ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και

πέντε, ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις ή τέσσαρες. Είχαν φέρει

επί κραββάτου και τον γέρο-Κώσταν τον Γιούλαρην, δυστυχή

παραλυτικόν, ίνα ψηφοφορήση υπέρ των Χαλασοχώρηδων. Αλλοκότως

δε πένθιμον ήτο το θέαμα του ταλαιπώρου πρεσβύτου,

βασταζομένου επί φορείου υπό τριών ρωμαλέων ανδρών,

εισκομιζομένου εις τον τόπον της εκλογής, περιαγομένου

έμπροσθεν των καλπών, μετά κόπου κινούντος τον βραχίονα και

ρίπτοντος εις το «σκασμένον» στόμιον τα σφαιρίδια. Είχαν

φέρει από τα Καλύβια και τον μπαρμπα-Γιώργην τον Ξοπούλην,

αγροίκον, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε καταβή εικοσάκις

εις την πόλιν, και τούτο μόνον εν καιρώ εκλογών. Του είχαν

τάξει ζεύγος τσαρουχίων και μίαν τραγόκαπαν, και ούτως

επείσθη να έλθη. Κατήλθε περί μεσημβρίαν με όλον το αιπόλιόν

του, μη εμπιστευόμενος να το αφήση προς ώραν εις την φροντίδα

άλλου βοσκού. Έφερε τας αίγας του έως τα πρόθυρα του

σχολείου, εισήχθη εις το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων, είτα

ευθύς μετέβη εις τον τόπον της εκλογής, κρατών και την πήραν

του ανηρτημένην υπό την αριστεράν μασχάλην, μόλις πεισθείς ν'

αφήση την μαγκούραν του έξω της θύρας. Εισήλθεν, εχαιρέτησε

την επιτροπήν και τους παρεστώτας ειπών «γεια σας».

Εψηφοφόρησεν, εξήλθεν αμέσως, και συρίξας συνήγαγε το

αιπόλιόν του, και απήλθεν εν βοή και κωδωνισμώ.

Οι Ανδρογυνοχωρίστραις έδωκαν αντί χαρτονομίσματος εξώφυλλα

σιγαροχάρτου επίχρυσα και κυανίζοντα εις τον Γιάννην

Ψειροκόνιδαν, βλάκα εκ γενετής, όν από εβδομάδος δεν έπαυσαν

εμπράκτως να διδάσκωσιν όπως μάθη να διακρίνη το λευκόν και

το μέλαν της κάλπης, αποστηθίση δε και των υποψηφίων τα

ονόματα.

Έδωκαν προσέτι τρία παλαιά σβάντζικα αυστριακά εις τον

μαστρο-Δημητρόν τον Λογαριασμόν, όστις δεν είχε μάθει ν'

αναγνωρίζη άλλο νόμισμα, όπως ψηφοφορήση υπέρ των ιδικών των.

Είχε προσαχθή το πρωί φορών την κοκκίνην σκούφιαν του

αποκαείς ακόμη από την εσπερινήν κραιπάλην, και δεν εχρειάσθη

περισσότερον από δύο μαστίχας διά να μεθύση εντελώς. Τον είχε

προσαγάγει, με μέγαν επιδεικνύων ζήλον, ως νεοφώτιστον υπέρ

του κόμματος, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος, και οδηγών αυτόν τον

επαρουσίασεν εις τον Μανώλην. Δεν ετύχομεν ευκαιρίας να

είπωμεν ότι οι δύο εμπιστευμένοι φίλοι, ο Κωνσταντής ο

Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους, τα είχον γυρίσει εν τω

μεταξύ αμφότεροι. Τώρα ο Γιάννης ήτο υπέρ των Χαλασοχώρηδων,

διότι είχεν εύρει εκεί, φαίνεται, το συμφέρον του, ο δε

Κωνσταντής είχε μεταστή προς τους Ανδρογυνοχωρίστραις απλώς

διότι τα είχε γυρύσει ο Γιάννης. Ούτω καθίστατο προβληματικόν

του λοιπού και το σπουδαίον στοίχημα, το οποίον τους ηνάγκασε

να στοιχηματίσωσιν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, καθ' ά ιστορήσαμεν

εν τη εισαγωγή της παρούσης πραγματείας.

Περί την μεσημβρίαν δε ήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μόσκοβος,

παλαιός ναυτικός, μικρόσωμος, παχέως και δυσκρινώς ομιλών,

ψημένος από την θαλασσίαν άλμην, μελαψοκοκκινισμένος από τας

τρικυμίας του πελάγους, φέρων δύο τολύπας πυρρόφαια μαλλία

περί τους κροτάφους και δύο στοίβας χονδρών και ακανθωδών

τριχών περί τας γνάθους. Εξελθόντα του πρακτορείου, ο Μανώλης

ο Πολύχρονος έκαμεν απόπειραν να τον συνοδεύση μέχρι του

τόπου της εκλογής, προσπαθών ν' αρχίση μετ' αυτού ομιλίαν επί

τετριμμένου θέματος.

— Έ! πως τα βλέπεις τα πράμματα, μπαρμπα-Στεφανή;

— Πώς θέλεις να τα βλέπω; εμορμύρισε δυσφορών ο παλαιός

θαλασσινός.

— Απ' το άλλο κόμμα σκύλιασαν . . . . Δεν είδες τι πηλάλα

την έχουν;

— Ας πα να σκυλιάσουν όλοι, έγρυξεν ο μπάρμπα-Στεφανής..

— Εγώ λέω θα τους ρίξουμε κάτω, επανέλαβε, κατά βήμα

παρακολουθών αυτόν βαδίζοντα ο Μανώλης.

Αίφνης στραφείς προς αυτόν ο μπαρμπα-Στεφανής·

— Για να σου πω, κυρ-Μανώλη, του είπε με την ραγδαίαν

και όχι πολύ καθαρεύουσαν προφοράν του· μη θαρρής πως είμαι

βολικό πράμμα για να με μπαρκάρης εσύ στο σκολειό μέσα; . . .

Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις . . . οι άνθρωποι δεν είνε

μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάττει από

δω, μπάττει από κει . . . μη σας χρειάζεται ακόμα και κανένας

κάβος, καμμιά γούμενα για να μας δέσετε, μη μπας και σας

σκαπουλάρουμε; . . . τίποτες αμπάσιαις μούδαις μη θέλετε για

να μας αρμενίζετε πρύμα; Καλούμα από δω, όρτσα από κει,

φούντα εκεί! Εμένα, για να σου πω, εύκολα-εύκολα δεν

μπορείς να με σκουντζάρης με το μυαλό το δικό σου. Ίσσα

τρίγκο, ίσσα παροκέττο, μάινα μπαμπαφίγκο! Για καμμιά

τσομπανοφλοέρα μ' επήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να

σου κατέβηκε να σου τραβήξω γιουντέκι ή ν' αρμενίσουμε

κουσέρβα; Αβάρα! Σία! Ανοιχτά!

Ο Μανώλης δεν ηδυνήθη να μη γελάση, κ' έσπευσε να απαλλάξη

τον μπαρμπα-Στεφανήν της φορτικής συνοδείας του.

Ι'

Ήτο δειλινόν ήδη, και το πολύ των επιδημούντιον εκλογέων είχε

ψηφοφορήσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ

-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το

μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους

μεγάλα δένδρα, βερυκοκιάν και συκήν και απιδέαν, είχε στρωθή

από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης, ο

Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευτέρης

ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουρακομμένος. Καίτοι διαφόρων

ηλικιών κ' επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες, και το

είχαν στρώσει εκεί, ουδ' είχαν σκοπόν να υπάγουν να

ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα

δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν

εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου,

περιφερομένη από αυλακειάς εις αυλακειάν, μύωψ ούσα, έκοπτε

κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο

κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλωρής, από τεσσαρακονταετίας

δεν είχε παύσει να καλλιεργή τον κήπον, αλλ' ενώ όλον τον

άλλον καιρόν τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ-

Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κ'

εγίνοντο από δύο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος

εχύνετο έως της μασχάλαις, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον

λαιμόν. Αλλ' από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είνε

οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε

παλαιόν δημώδες δίστιχον το εξής:

Σκόρδα πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι

ο Νιανιός θα θυσιάση για να βλάλη βουλευτή.

Εις τας παραμονάς δε εκάστης εκλογής, εάν ο ιδιοκτήτης ηρώτα

απλώς τον μπαρμπα-Νικόλαν, αν την φοράν ταύτην θα είνε με

το αυτό κόμμα, ο γέρων κηπουρός εφουρκίζετο τόσον, ώστε άφηνε

τον κήπον έρημον και έφευγεν, εωσού μετά τας εκλογάς επήρχετο

η συνδιαλλαγή και η επάνοδος εις τον κήπον. Δις ή τρις ο κυρ

-Χαράλαμπος είχεν αποπειραθή ν' αντικαταστήση τον κηπουρόν,

αλλά μόνον διά ν' αποδειχθή ότι ούτε αυτός ούτε ο κήπος του

ειμπορούσαν να κάμουν χωρίς τον μπαρμπα-Νικολόν, ούτε ούτος

χωρίς τον κυρ-Χαράλαμπον και τον κήπον του.

Την εξαιρετικήν ταύτην κατάστασιν επωφελούμενοι οι πέντε

εγκαρδιακοί φίλοι έκοπτον μόνοι των, χωρίς να κρατώσι

λογαριασμόν, όσα αγγούρια ήθελαν, είχαν δε αδειάσει ήδη

ολόκληρον δαμιτζάναν του αντικρινού καπηλειού, ως μόνον

πρόγευμα έχοντες χλωραίς πεπεριαίς και τομάταις με άλας.

Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι με

χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσαις και καρδιαίς,

μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Εκ της αφορμής ταύτης

απεδείχθη ότι καλώς είχε προβλέψει ο κάπηλος, φροντίσας να

γεμίση εκ νέου την κενωθείσαν δαμιτζάναν. Ο γέρο-Λευθέρης ο

Κουσερής ήτο εν ευθυμία, και μετά μικρόν ήρχισε να τραγουδή

τα οικεία αυτώ παλαιά μερακλίδικα τραγούδια:

Απ' τα πολλά μου βάσανα, κι' απ' τα πολλά μου πάθη,

'ς ένα δενδρί ακούμβησα, κ' εκείνο εμαράθη.

Και πάλιν:

Όλοι κακό μου θέλουνε, η πέτραις και τα ξύλα,

σαν ακουμβήσω σε δενδρί μαραίνονται τα φύλλα.

Οι άλλοι, συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως

συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη

συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικοί

λέξεις, υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε

ποικίλλουσαι, και πάντοτε αι αυταί:

— Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;

— Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε.

— Χωρίς σεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.

— Ας φέξη!

— Χρειάζεται, και λιγάκι βοτάνι.

— Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.

— Τι λες και συ, Άγγουρε;.....που να ρημάξη το κεφάλι σου!

— Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.

— Θέλουμε και προικιό.

— ......Το τράχωμα, που λένε

— Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ . . . .

Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν της μαύραις . . . .

— Μη μπας και θα με διορίση εμένα σε θέσι, ο Καψιμαΐδης, πώς

τον λένε, κι' ο Αλικιάδης τους;

— Ή ο Αβαρίδης κι' ο Γεροντιάδης;

Έως εδώ ήτο η συνομιλία των πέντε εγκαρδιακών φίλων, όταν

εισήλθε, διά τρίτην φοράν ήδη ο Μανώλης ο Πολύχρονος.

Εχαιρέτησε την παρέαν, εστάθη ολίγον παράμερα, υπό την σκιάν

δένδρου, και καλέσας διά νευμάτων τον μπάρμπα-Γιώργην τον

Απίκραντον και τον Γιαννιόν τον Κάβουραν, ήρχισε να ομιλή διά

μακρών, ζωηρώς και με πολλάς χειρονομίας, προς αυτούς.

Εκείνοι επανειλημμένως ανένευαν. Ο Μανώλης έσεισε την

κεφαλήν, και απεμακρύνθη βραδέως, υποσχόμενος ότι θα

επανέλθη.

Μόλις είχεν εξέλθει ούτος, κ' επαρουσιάσθη ο Λάμπρος ο

Βατούλας. Εκάλεσε και ούτος τον μπάρμπα-Γιώργην τον

Απίκραντον και τον Δημήτρην τον Ζάβαλον, και ήρχισε να τους

ομιλή. Αλλά μετά πολλάς προσπαθείας απήλθεν άπρακτος.

Ο μπαρμπα-Γιώργης επανελθών προς τους ιδικούς του,

ανεκοίνωσεν αυτοίς τας προτάσεις αμφοτέρων των ψηφοκαπήλων.

Εκείνοι επεδοκίμασαν την απάντησιν, ην είχε δώσει ο γέρο-

Απίκραντος.

— Ό,τ' κάμ' ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλά καμωμένα, είπε και ο

Κώστας ο Άγγουρος.

Όσον διά τον γερο-Λευθέρην τον Κουσερήν, ούτος δεν έπαυσε

να τραγουδή τα παλαιά μερακλήδικα τραγούδια του.

Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος

παρέα επείθετο να ψηφοφορήση μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος

ή υπέρ του άλλου, αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά,

ενός γιουβετσίου, δύο γαλονιών οίνου και ενός παγουρίου

ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχιών περιπλέον διά τον Κώσταν τον

Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να

τρέχη πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο

ίδιος.

Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής : θα

ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες, και θα έδιδαν τας

λοιπάς δέκα ως και τα τσαρούχια εις τον Κώσταν τον Άγγουρον.

«Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα-

Γιώργης.

Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-

Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της

μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβή εις

δραχμάς 170 μετρητός, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου, και

ζεύγος τσαρουχιών διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του

παγουρίου της ρακής.

Βραδύτερον περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150

και ζεύγος τσαρουχιών παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του

οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες, και δέκα

δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, πλέον του ζεύγους

των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα, οι τέσσαρες εταίροι

εφυλάττοντο καλώς ν' αναφέρωσι το ποσόν.

Ούτος, καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια, υπέθετεν

ότι εζήτουν απλώς δύο είκοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να

δώσωσι ψήφον.

Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανώλης ο

Πολύχρονος, εκατόν είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν

ενόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.

Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος

εχαμήλωνεν.

Από μιας ώρας δεν είχε παρουσιασθή εις την θύραν του

περιβόλου κανείς απεσταλμένος ούτε του ενός ούτε του άλλου

κόμματος. Οιονεί διά σιωπηλής συμφωνίας τους άφησαν να

παραδοθώσι διά της ολιγωρίας και δι' αναγκαστικής απραξίας.

Τέλος, περί την έκτην ώραν, όταν ο ήλιος έκλινε προς την

δύσιν, εφάνη εισελθών και βαίνων δρομαίως προς την στέρναν,

εγγύς της οποίας το είχαν στρωμένον οι πέντε φίλοι, εξ ων ο

γέρο-Λευτέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Άγγουρος είχαν

αποκοιμηθή επί της παχείας φυλλάδος, ήτις τους είχε

χρησιμεύσει ως τάπης και ως τράπεζα, ενώ οι λοιποί τρεις

ησχολούντο περιτρώγοντες τα τελευταία λείψανα του συμποσίου

και παρηγορούμενοι διά της φλάσκας, της επτάκις γεμισθείσης

ήδη από της δαμιτζάνας του γείτονος καπήλου, εφάνη, λέγω,

βαίνων προς την στέρναν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος,

αυτοπροσώπως.

Φαίνεται, ότι μετά πολλάς ανωφελείς αποπείρας, τας γενομένας

διά του Λάμπρου του Βατούλα, ηθέλησεν ο ίδιος να πραγματευθή

προς τους πέντε συνωμότας. Επλησίασεν. Ο μπάρμπα-Γιώργης και

ο Δημήτρης ο Ζάβαλος εσηκώθησαν και μετέβησαν όπισθεν του

μαγγανοπηγάδου, όπου τους ένευσε να τον ακολουθήσωσι.

Κατόπιν τούτων, απρόσκλητος, ηκολούθησε και ο Γιαννιός ο

Κάβουρας. Όσον διά τον γέρο-Κουσερήν και τον Άγγουρον,

ούτοι εξηκολούθησαν να κοιμώνται πλησίον αλλήλων, εναμίλλως

ρέγχοντες.

Την ιδίαν στιγμήν, εις εκατόν πεντήκοντα βημάτων απόστασιν,

έξω του κήπου, όπισθεν της λιθίνης αιμασιάς και του

επιστέφοντος αυτήν από αρικοκκιαίς φράκτου, εφάνη προκύψασα η

κεφαλή του Μανώλη του Πολυχρόνου.

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ωμίλει ταπεινή τη φωνή και

μετά χειρονομιών προς τους τρεις φίλους. Ο Μανώλης ο

Πολύχρονος, μετά συντόνου προσοχής κατασκοπεύων όπισθεν του

φράκτου, αδύνατον ήτο ν' ακούση λέξιν, αλλ' ενόει πολύ καλά

τι ελέγετο εκεί, παρά το μαγγανοπήγαδον.

Ο γέρο-Απίκραντος απήντα εκάστοτε εις τας προτάσεις του κυρ

-Μανουήλου, τείνων λίαν εκφραστικώς τας χείρας. Οι δύο άλλοι

έσειον τους ώμους.

Ο κυρ-Μανουήλος εφαίνετο ανυπόμονος, και ομιλών άμα έκαμνε

βραχείς περιπάτους περί το μαγγανοπήγαδον. Δύο ή τρεις φοράς

έβγαλεν από την τσέπην του γελέκου το ωρολόγιόν του, το

εκύτταξε, κ' εφαίνετο λέγων προς τους τρεις εταίρους ότι η

ώρα περνά και ότι πρέπει να σπεύσωσι.

Τέλος, αφού περιέφερε βλέμμα εις τους τεσσάρας φράκτας και

εις τας τέσσαρας γωνίας του κήπου, εστράφη προς το

μαγγανοπήγαδον, έβγαλεν από την εσωτερικήν τσέπην του

επενδύτου μικρόν φάκελλον και τον ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα

-Γιώργην τον Απίκραντον.

Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος έλαβε τον μικρόν φάκελλον

και στραφείς προς τους δύο συντρόφους του, ήρχισε να διερευνά

το περιεχόμενον.

Ο κυρ-Μανουήλος, αφού είπεν ολίγας τελευταίας λέξεις,

εστάθη ολίγον τι παράμερα και εφαίνετο περιμένων. Ο Ζάβαλος

και ο Κάβουρας, αφού εξήλεγξαν το περιεχόμενον του φακέλλου,

έτρεξαν προς την στέρναν, υπό τα μεγάλα δένδρα, όπου

εκοιμώντο οι δύο σύντροφοί των.

Έκυψαν, έσεισαν τους ώμους των και τους εξύπνησαν.

Ο Κώστας ο Άγγουρος, μόλις εξυπνήσας, έτριψε τους οφθαλμούς,

και δεν ανεσηκώθη, αλλ' εσήκωσε τον πόδα διά να ιδή αν εφόρει

τα τσαρούχια τα οποία ωνειρεύετο.

Ο γέρο-Λευθέρης ο Κουσερής εξύπνησε μετά ψιθυρισμού ατελώς

διασκεδασθείσης μέθης, και ήρχισε να τραγουδή το προσφιλές

ούτω άσμα :

Σ' ένα δενδρί ακούμβησα, κι' εκείνο εμαράθη . . .

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος εξηκολούθει να. περιμένη

ολίγα βήματα απωτέρω.

Οι υπνηλοί εσηκώθησαν ετινάχθησαν, και οι σύντροφοί των τους

έβρεξαν τα πρόσωπα με νερόν από την στέρναν.

Οι πέντε άνδρες ητοιμάσθησαν, ετίναξαν τα ενδύματά των,

εφόρεσαν έκαστος το έν μανίκι της τσάκας του ή της σουρτούκας

του.

Ο κυρ-Μανουήλος είπε: Πάμε! κ' εστράφη προς την θύραν. Οι

πέντε φίλοι τον ηκολούθησαν.

Συγχρόνως ο Μανώλης ο Πολύχρονος, όστις δεν έπαυσε να

κατασκοπεύη μετά συντόνου προσοχής τα συμβαίνοντα όπισθεν του

φράκτου, εστράφη τρέχων προς την πρώτην καμπήν της οδού κ'

έγεινεν άφαντος.

ΙΑ'

. . . Τώρα δεν τους βλέπεις, και τα δύο τα κόμματα, διά ποίων

μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο

πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις

κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού,

δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των,

δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν του

λογιστηρίου; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και

να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να

μετρούν δεκάραις;

Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν τον γέροντα χωρικόν,

όστις εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων είχε σταθή

ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον

ήρχισε κ' εμέτρα διά να ίδη αν ήσαν σωσταίς η δεκάραις.

Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί

του: «Τέσσαρες δραχμαίς βάσταξ' η ψυχή του; . . . τέσσαρες,

όχι παραπάνω.., έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες,

πέντε, έξ, εφτά, οχτώ . . . εφτά, οχτώ, εννιά . . . μία

δραχμή . . . Έχουμε και λέμε . . . » Κ' επειδή ευκόλως έχανε

τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.

— Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.

— Τους βλέπω, απήντησεν ο ομιλητής του.

— Λοιπόν, αύριον, να έχης όρεξιν ν' ακούης τα παράπονα των

ηττημένων. Όσοι θα είνε εν αποτυχία, θα χαλάσουν τον κόσμον

με της φωναίς, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών

μέσων, θα υποβάλλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το

κύρος της εκλογής λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά

δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτη η συνείδησις επί τω ότι και

ούτοι μετήλθον το αυτό μέσον. Ουδέ φοβούνται τον Θεόν ότι εν

τω αυτώ κρίματί εισι.

— Δι' αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσης; ηρώτησεν

ο άλλος.

Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος παρεπιδημών προς καιρόν εν τη

νήσω. Ο δ' εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης,

και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη,

νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν ασχολούμενος εις

έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ήτο υψηλός,

υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον μελαμψόν, με

αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων

αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του,

περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει, και

μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα

γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν.

— Όχι δι' αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης.

Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το

πρακτικόν, και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι

άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου, και δεν

θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν

πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα

τοιούτον τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα,

να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον

καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθής, αλλ' ουδέ να μ'

εννοήσης και μου αποδώσης εν μέρει δίκαιον, τουλάχιστον.

Απλώς σου λέγω, ότι παραιτούμαι δικαιώματος, το οποίον δεν με

ωφελεί, ούτε εμέ ούτε τους φίλους.

Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύης ότι την βδελύττομαι

τόσον, όσον φαίνομαι. Είνε άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί

διαφθοραί. Το κατ' εμέ φρονώ ότι η δωροδοκία είνε το

μικρότερον κακόν.

— Το μικρότερον; επανέλαβεν έκπληκτος ο ξένος.

Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είνε το μικρότερον κακόν.

Μη ακούης μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα

ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των

εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην

αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι' όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι

ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν

την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής, ως διεξαχθείσης τη βοηθεία

της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα

πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είνε παντός

ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα,

περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν

νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης

πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και

επιπολαιότης. Διά να είνε τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτη εις

βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.

Διατί δε καί τινες των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι'

ους φαίνεται ότι πληρούται, δευτέραν φοράν, εις βάρος μας η

κατάρα, την οποίαν ο θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου

τον Ισραήλ, λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών — διατί,

λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι και κακοπίστως, κραυγάζουσι

κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin

veut les moyens. Η ηθική δεν είνε επάγγελμα, και όστις ως

επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς και γίνεται

γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί, και αληθώς πονεί τον τόπον

του, και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις

την ακωκήν της γραφίδος, αλλ' εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής,

βλέπει πολύ καλά ότι είνε αδύνατον να πολιτευθή. — Κυάμων

απέχεσθε. Ο Χριστός είπε: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και

Μαμωνά».

Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν

είδωλον; Διατί δεν είπε Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ

και Βάαλ; Διότι ο Μαμωνάς είνε ισχυρός, ο κραταιότερος, όστις

υποτάσσει παν άλλο είδωλον, και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και

τον Βάαλ. Η Πλουτοκρατία ήτο, είνε και θα είνε ο μόνιμος

άρχων τον κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος. Αύτη γεννά την

αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και

ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει

κοινωνίας νεοπαγείς.

— Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είνε

μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος.

— Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα εφ' ω

κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησε

ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον

σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ' ιδού επανέρχομαι, εις

το προκείμενον. Ο λόγος δι' όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το

μικρότερον κακόν είνε ότι, ως είδος εκλογικής διαφθοράς, την

υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είνε η εν

πρυτανεία σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα

ρουσφέτια. Συναλλαγή είνε και η εις παρανόμους δίκας

προστασία. Συναλλαγή είνε και η προς παραγραφήν οφειλομένων

φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή

είνε και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος

πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είνε ιπποτικώτερος; Εκείνος

όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων,

ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού;

Εκείνος όστις πληρώνει εκ τον θυλακίου του ή εκείνος όστις

πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία

εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα

και σκοτεινά; ποίος είνε πλέον γαλαντόμος;

— Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του,

απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.

— Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να

ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς και όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η

δωροδοκία είνε καλόν τι, λέγω ότι είνε το ολιγώτερον κακόν.

Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της

δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράση

ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθή. Πριν κατέλθη εις τον αγώνα, θα

υποδυθή την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέση την

δημοτικότητα ως κόθορνον. Θα φροντίση ν' αποδώση μέρος των

όσα ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ δύο αντιπάλων,

μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχη εκείνος όστις

ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον

κόθορνον.

Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης,

πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είνε δεδομένον τι και

αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγενήθη, πώς γεννάται

φυσικώς η δωροδοκία.

Ο Πεντάρφανος · 第 11 / 13 段