Υπερέβαινον ήδη τους λόφους του Βατικανού, πάντας ερυθρούς από τας

λάμψεις της πυρκαϊάς, και επλησίαζον εις τον ποταμόν διά να διαβώσιν.

Όπισθεν της Ναυμαχίας, εστράφησαν δεξιά, διότι ήθελαν, μετά τον αγρόν

του Βατικανού, να πλησιάσουν τον ποταμόν, να τον διαβώσι και να

διευθυνθώσι προς την Φλαμινιανήν Πύλην. Αίφνης ο Χίλων εσταμάτησε τον

ημίονόν του.

— Αυθέντα! Μου ήλθε μία ιδέα!

— Λέγε, είπεν ο Βινίκιος.

Δεν υπάρχει διάταγμα κατά των Χριστιανών, αλλ' οι Ιουδαίοι τους

κατηγορούσιν εις τον πραίφεκτον της Πόλεως ότι σφάζουσι τα παιδία,

ότι διαδίδουν θρήσκευμα μη ανεγνωρισμένον υπό της Συγκλήτου. Τους

φονεύουν και λιθοβολούν τας οικίας των τόσον εμμανώς, ώστε οι

χριστιανοί κρύπτονται προ αυτών.

— Λοιπόν, τι θέλεις να είπης;

— Λοιπόν, αι συναγωγαί υπάρχουν φανερά εις την Τρανστιβέρην, αλλ' οι

χριστιανοί είνε ηναγκασμένοι να προσεύχωνται μυστικώς· συνέρχονται

εις κατηρειπωμένα υπόστεγα εκτός της πόλεως ή εις κονίστρας. Λοιπόν,

ακριβώς οι της Τρανστιβέρης εξέλεξαν τας κρύπτας, των οποίων τα υλικά

εχρησίμευσαν διά την ανοικοδόμησιν του Κίρκου του Νέρωνος και των

κατά μήκος του ποταμού οικιών. Η πόλις φλέγεται και οι πιστοί του

Χριστού βεβαίως ασχολούνται εις προσευχάς. Θα εύρωμεν πολλούς εξ

αυτών εις τα υπόγεια. Σε συμβουλεύω λοιπόν να εισέλθης εις αυτά

τοσούτω μάλλον καθ' όσον ευρίσκονται εις τον δρόμον μας.

— Αλλά μου είχες είπη ότι ο Λίνος μετέβη εις το Οστριανόν! ανέκραξεν

ανυπομόνως ο Βινίκιος.

— Αλλά συ μου υπεσχέθης οικίαν με άμπελον εις την Αμηριόλην,

υπέλαβεν ο Χίλων. Θα αναζητήσω την κόρην παντού όπου υπάρχει

πιθανότης να την εύρω. Θα τους εύρωμεν εις το υπόγειον

προσευχομένους· και εις πάσαν μη ευνοϊκήν περίστασιν, θα μας δώσουν

πληροφορίας περί αυτών.

— Ωδήγησέ με, διέταξεν ο Τριβούνος.

Επί μίαν στιγμήν η κλιτύς του λόφου τους έκρυψε την πυρκαϊάν και

εβάδισαν εν τη σκιά, καίτοι τα περιβάλλοντα υψώματα εφωτίζοντο

απλέτως.

Όταν υπερέβησαν τον Κίρκον, ετράπησαν προς τα αριστερά και πάλιν και

εισήλθον εις στενήν πάροδον, όπου το σκότος ήτο ψηλαφητόν. Αλλ' εις

το σκότος εκείνο ο Βινίκιος διέκρινε σμήνος φαναριών

σπινθηροβολούντων.

— Ιδού αυτοί! είπεν ο Χίλων.

— Αλήθεια! Ακούω να ψάλλουν, είπεν ο Βινίκιος.

Τω όντι, ήχοι ψαλμωδίας ανεδίδοντο εκ σκοτεινής τίνος χαράδρας και τα

φανάρια εξηφανίζοντο το έν μετά το άλλο. Αλλ' εκ πλαγίων παρόδων

εξήρχοντο συνεχώς νέαι σκοτειναί μορφαί, ο Βινίκιος δε και ο Χίλων

περιεκυκλώθησαν μετ' ολίγον από ολόκληρον ομάδα. Ο Χίλων κατήλθεν εκ

του ημιόνου του και εκάλεσε διά νεύματος νεανίσκον τινά βαδίζοντα

πλησίον των.

— Είμαι ιερεύς του Χριστού, επίσκοπος μάλιστα. Επιμελήθητι των

ημιόνων μας, θα έχης την ευλογίαν μου, και αι αμαρτίαι σου θα σου

αφεθώσι.

Μετά μίαν στιγμήν ευρέθησαν εις το υπόγειον και επροχώρουν δι' ενός

διαδρόμου, υπό την αμυδράν λάμψιν των φαναρίων μέχρις ενός ευρυχώρου

ορύγματος. Εκεί ήτο περισσότερον φως από τον διάδρομον, διότι, εκτός

των φανών και των λυχνιών, έκαιον και δάδες. Ο Βινίκιος είδε πλήθος

ανθρώπων γονυπετούντων εις προσευχήν, αλλά δεν είδεν ούτε την

Λίγειαν, ούτε τον Απόστολον Πέτρον, ούτε τον Λίνον. Τα πρόσωπα των

αντικατώπτριζον την προσδοκίαν, την φρίκην και την ελπίδα. Το φως

αντενακλάτο εντός του λευκού των οφθαλμών, οίτινες είχον υψωθή προς

τον ουρανόν.

Επί των ωχρών μετώπων των έρρεεν ο ιδρώς. Οι μεν έψαλλον ύμνους, οι

δε επανελάμβανον πυρετωδώς το όνομα του Ιησού, άλλοι δε έτυπτον τα

στήθη. Πάντες ανέμενον κάτι το άμεσον και υπερφυσικόν.

Αίφνης τα άσματα έπαυσαν και υπεράνω της ομηγύρεως εντός κόγχης

τινός, σχηματισθείσης διά της εξαγωγής υπερμεγέθους λίθου, εφάνη ο

Κρίσπος.

Το πρόσωπόν του ήτο πελιδνόν. Όλων οι οφθαλμοί εστράφησαν προς αυτόν,

επί τη προσδοκία λόγων παραμυθίας και ελπίδος.

Αλλ' εκείνος ποιών επί της ομηγύρεως το σημείον του σταυρού, ήρχισε

να ομιλή μετά παραφοράς, κραυγάζων:

— Μετανοήσατε από των αμαρτιών σας, διότι η ώρα ήγγικε, το τέλος

επήλθεν. Επί την πόλιν της κακίας και της ακολασίας, επί την νέαν

Βαβυλώνα, ο Κύριος απέλυσε την φλόγα την αδηφάγον. Εσήμανεν η ώρα της

κρίσεως, της οργής και της καταστροφής. Ο Κύριος υπεσχέθη ότι θα

έλθη, και άρτι όψεσθε αυτόν. Αλλά δεν θα είναι πλέον ο Αμνός ο

προσενεγκών το αίμα του προς εξαγοράν ημών εκ της κατάρας . . . Θα

είναι κριτής φοβερός, όστις εν τη δικαιοσύνη του θα ρίψη εις την

άβυσσον τους αμαρτωλούς και τους απίστους. Ουαί του κόσμω και ουαί

τοις αμαρτωλοίς, ότι ουκ έσται επ' αυτούς έλεος . . . Χριστέ! σε

βλέπω . . . Αστέρες πίπτουσιν, ο ήλιος σκοτίζεται, η γη ανοίγεται εις

κρημνούς και οι νεκροί εγείρονται . . . Και συ έρχεσαι εν φωνή

αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού μετά δυνάμεως και δόξης των αγγέλων

σου, εν λαίλαπι και αστραπή! Χριστέ! σε βλέπω, σε ακούω».

Αίφνης το άντρον αντήχησεν εξ υποκώφου βροντής, την οποίαν ηκολούθησε

μετ' ολίγον δευτέρα και τρίτη . . . Εις την φλεγομένην πόλιν σειραί

ολόκληροι οικιών αποτεφρωμέναι κατέρρεον.

Διά τους πλείστους χριστιανούς, αι βρονταί εκείναι εφαίνοντο το

οριστικόν σημείον της φοβεράς κρίσεως. Τότε ο θείος τρόμος εκυρίευσε

την ομήγυριν, πολυάριθμοι φωναί επανέλαβον: «Η ημέρα της κρίσεως!

αληθώς, ιδού ήλθεν!»

— Ευσπλαγχνίσθητι, Λυτρωτά! έκραζον.

Μερικοί εξωμολογούντο μεγαλοφώνως τας αμαρτίας των. Άλλοι ερρίπτοντο

εις τας αγκάλας των οικείων των, όπως αισθανθώσι κατά την τρομεράν

στιγμήν καρδίαν φίλων πάλλουσαν πλησίον της ιδικής των.

Έπειτα ηκούσθη και πάλιν η φωνή του Κρίσπου, όστις εκραύγαζε:

— Παραιτήσατε τα εγκόσμια αγαθά, διότι η γη θα εκλίπη υπό τους πόδας

σας! Παραιτήσατε τους έρωτας τους γηίνους! Ουαί εις τον προκρίνοντα

την κτίσιν υπέρ τον Κτίσαντα! Ουαί εις τους πλουσίους! Ουαί εις τους

ακολάστους!

Μία βροντή ακόμη ισχυροτέρα εκλόνισε τας κατακόμβας· όλοι έπεσαν

πρηνείς εις την γην με εσταυρωμένους βραχίονας, όπως αμυνθώσι διά του

σημείου τούτου κατά των κακοποιών πνευμάτων.

Εν τη σιγή δεν ηκούοντο, ειμή εκφράσεις ασθματικαί και τρομασμέναι:

«Ιησού γλυκύτατε! Ιησού μακρόθυμε!» Εδώ και εκεί μικρά παιδία

έκλαιον. Αίφνης γαλήνιος φωνή ηκούσθη λέγουσα:

— Ειρήνη υμίν!

Ήτο ο απόστολος Πέτρος, όστις εκείνην την στιγμήν ήλθεν εις το

Άντρον.

Εις τους λόγους τούτους ο τρόμος διελύθη, όπως διαλύεται ο τρόμος του

ποιμνίου, όταν εμφανίζεται ο ποιμήν. Ηγέρθησαν πάντες. Οι

πλησιέστεροι προς αυτόν κατεφίλουν τα γόνατά του, ως εάν εζήτουν

καταφύγιον υπό τας προστατευτικάς πτέρυγας.

Εκείνος έτεινε τας χείρας επί του αγωνιώντος πλήθους:

— Διατί ταράττεσθε εν ταις καρδίαις υμών; Τις εξ υμών θα μαντεύση τι

το συμβησόμενον επ' αυτώ πριν έλθη η ώρα; Ο Κύριος ετιμώρησεν εν πυρί

την Βαβυλώνα, ήτις εμέθυσε τον κόσμον με τον οίνον της εμμανούς

πορνείας της, αλλ' εφ' υμάς, τους καθαρισθέντας διά του βαπτίσματος,

ων αι αμαρτίαι εξηγοράσθησαν υπό του αμνού του αμώμου και ασπίλου, το

έλεός Του θα εξαπλωθή. Και θα αποθάνετε με το όνομά Του εις τα χείλη

σας. Ειρήνη υμίν!

Μετά τας απειλάς του Κρίσπου οι λόγοι του Πέτρου υπήρξαν βάλσαμον διά

το πλήθος. Ο θείος έρως ανεπλήρωσε τον θείον τρόμον και εκυρίευσε τας

ψυχάς. Πανταχόθεν εκραύγαζον: «Είμεθα τα πρόβατά σου». Πολλοί

εγονυπέτουν εις τους πόδας του λέγοντες: «Μη εγκαταλίπης ημάς κατά

την ημέραν της καταστροφής».

Ο Βινίκιος έψαυσε το κράσπεδον του ιματίου του Αποστόλου και

χαμηλώσας την κεφαλήν παρεκάλεσεν ως εξής:

— Σώσον με, αυθέντα. Εζήτησα την Λίγειαν εν τω μέσω της πυρκαϊάς και

του θορύβου. Ουδαμού την εύρον· αλλά πιστεύω ακραδάντως ότι συ

δύνασαι να μου αποδώσης αυτήν.

Ο Πέτρος έθεσε την χείρα επί της κεφαλής του Βινικίου και είπεν:

— Έχε πίστιν! και ακολούθει με.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Η πόλις εξηκολούθει να καίηται. Ο άνεμος είχε τραπή και έπνεε τώρα

από της θαλάσσης μετά δαιμονιώδους σφοδρότητος. Ο λαός είχε λάβει

απειλητικήν στάσιν.

— Άρτον και στέγην, εκραύγαζεν.

Εις μάτην οι πραιτωριανοί προσεπάθουν να συγκρατήσωσι την τάξιν. Εδώ

ανθίσταντο φανερά με τα όπλα εις τας χείρας· απωτέρω άνθρωποι άοπλοι

ανέκραζον:

— Τολμήσατε να μας σφάξετε έμπροσθεν της πυρκαϊάς ταύτης!

Κατηρώντο τον Καίσαρα, κατηρώντο τους ευνοουμένους πατρικίους.

Όταν την νύκτα ο πρώτος επισιτισμός έφθασεν, ο όχλος κατηδάφισε την

κυρίαν πύλην του Εμπορίου και διήρπασε τα τρόφιμα. Εις το φως της

πυρκαϊάς εμάχοντο διά τους άρτους, των οποίων μεγάλη ποσότης

κατεπατήθη υπό τους πόδας· το άλευρον των σχισθέντων σάκκων

κατελεύκανε το έδαφος. Το σκάνδαλον έπαυσεν, όταν οι στρατιώται

περικυκλώσαντες τας αποθήκας, ήρχισαν να κατατοξεύωσι το πλήθος.

Διηγούντο ότι, κατά προσταγήν του Καίσαρος, αι επαρχίαι της Ασίας και

Αφρικής θα εγυμνούντο από όλα τα πλούτη των, τα οποία θα διενέμοντο

μεταξύ των κατοίκων της Ρώμης, εις τρόπον ώστε να δύναται πάς τις να

ανακτίση την οικίαν του.

Αλλά συγχρόνως διέσπειρον την είδησιν ότι το ύδωρ των υδραγωγείων

είχε δηλητηριασθή και ότι ο Νέρων ήθελε να καταστρέψη την πόλιν και

να εξολοθρεύση τους κάτοικους μέχρι του τελευταίου, διά να μεταβή εις

την Ελλάδα και την Αίγυπτον, και εκείθεν να βασιλεύη της οικουμένης.

Ερεθισμός σφοδρός επεκράτει.

Η πυρκαϊά επλησίαζε το Παλατίνον. Ο Τιγγελίνος συγκεντρώσας όλας τας

δυνάμεις των Πραιτωριανών, έστελλε προς τον Καίσαρα ταχυδρόμους, τον

ένα μετά τον άλλον, ικετεύων αυτόν να επανέλθη, όπως μη χάση τίποτε

εκ του μεγαλείου του θεάματος, διότι η πυρκαϊά είχεν επεκταθή ακόμη.

Αλλ' ο Νέρων, όστις είχεν εκκινήσει, ήθελε να φθάση την νύκτα, οπότε

η πυρκαϊά θα έφθανεν εις τον κολοφώνα της καταστρεπτικής δυνάμεώς

της.

Τέλος περί το μεσονύκτιον έφθασαν αντικρύ των τειχών αυτός και η

πολυάριθμος ακολουθία του εκ συγκλητικών, ιπποτών απελευθέρων,

δούλων, γυναικών και παιδίων. Δεκαέξ χιλιάδες πραιτωριανοί,

κλιμακηδόν τεταγμένοι εις γραμμάς μάχης καθ' όλην την οδόν,

επηγρύπνουν διά την ασφάλειαν της εισόδου του. Και ο λαός ετόξευε

βλασφημίας, ωρύετο και εσύριζεν εις την θέαν της πομπής, αλλά καμμίαν

βιαιοπραγίαν δεν ετόλμα. Από θέσεως εις θέσιν εξερρήγνυντο αι

επευφημίαι εκείνων, οίτινες μη έχοντες περιουσίαν, ουδέν είχον

απολέσει, και οίτινες προέβλεπον μίαν διανομήν σίτου, ελαίου,

ενδυμάτων και χρημάτων πλέον γενναιόδωρον της συνήθους. Αλλ' αι

κατακραυγαί και οι συριγμοί, ως και αι επευφημίαι, εκαλύφθησαν αίφνης

υπό της θορυβώδους συναυλίας των κεράτων και των σαλπίγγων, την

οποίαν διωργάνωσεν ο Τιγγελίνος. Ο Νέρων, αφού υπερέβη την Ωστίαν

Πύλην, εστάθη προς στιγμήν και εφώναξε:

«Μονάρχης χωρίς κατοικίαν λαού αστέγων, πού λοιπόν θα κλίνω την νύκτα

την κεφαλήν μου την τάλαιναν;» Έπειτα υπερβάς την Δελφινίαν Πέτραν,

ανήλθε διά κλίμακος επίτηδες παρασκευασθείσης εις το Αππιανόν

υδραγωγείον, ανήλθον δε επίσης οι αυγουστιανοί και ο χορός των ψαλτών

μετά κιθαρών και βαρβίτων.

Εις τα στήθη πάντων η πνοή εκρατείτο επί τη προσδοκία των σεπτών

λόγων, τους οποίους θα επρόφερεν ο Νέρων. Αλλ' εκείνος ίστατο εκεί

επίσημος και άφωνος με πορφυράν χλαμύδα επί των ώμων, με το βλέμμα

προσηλωμένον εις την λύσσαν της πυρκαϊάς. Όταν ο Τέρπνος τω

παρουσίασε την βάρβιτον, ύψωσε τους οφθαλμούς εις τον καιόμενον

ουρανόν, αναμένων την έμπνευσίν του.

Μακρόθεν ο λαός εδείκνυε τον αυτοκράτορά του, τον οποίον περιέλουεν η

αιματόχυτος λάμψις. Εις το βάθος εσύριζον και εκρότουν αι οφιοειδείς

φλόγες και εκαίοντο τα προαιώνια και ιερά λείψανα. Διά μέσου των

φλογίνων χαιτών διεφαίνετο ενίοτε το Καπιτώλιον. Το παρελθόν της

Ρώμης εφλέγετο . . . .

Και εκείνος, ο Καίσαρ, έμενεν εκεί με βάρβιτον εις την χείρα, με το

προσωπείον τραγικού υποκριτού. Η σκέψις του δεν εφέρετο προς την

πατρίδα την καταρρέουσαν. Ανελογίζετο την στάσιν και τας απαγγελίας,

δι' ων θα παρίστατο το μέγεθος της καταστροφής. Εμίσει την πόλιν

ταύτην, εμίσει τον λαόν, δεν ηγάπα ειμή μόνον το άσμα το ιδικόν του,

και τους στίχους του! Και εν τη καρδία του ευφραίνετο, διότι έβλεπε

τέλος μίαν τραγωδίαν αυτούσιον. Τι να επιθυμήση περισσότερον; Η Ρώμη,

η Πόλις, η κυρίαρχος Ρώμη καίεται εν πυρί!

Και αυτός, ο Καίσαρ, υψούται επί των αψίδων του υδραγωγείου, με

χρυσήν βάρβιτον ανά χείρας, ορατός εξ όλων των περάτων του ορίζοντος,

λουόμενος εκ πορφύρας, περιπαθής. Κάτω εις την σκιάν, τόσω μακράν,

γογγύζει και συνταράσσεται ο λαός. Ας γογγύζη! Γενεαί θα παρέλθωσι,

χιλιάδες ετών θα διαρρεύσωσιν εις την άβυσσον του χρόνου και οι

αιώνες οι νέοι θα δοξάσωσιν ακόμη τον ποιητήν, όστις κατά την νύκτα

ταύτην την θεσπεσίαν έψαλλε την πτώσιν και την πυρπόλησιν της Τροίας.

Τι ήτο ο Όμηρος εν συγκρίσει προς τον Καίσαρα;

Ο Καίσαρ ύψωσε τας χείρας, και πλήξας τας χορδάς απήγγειλε τους

λόγους του Πριάμου:

_«Κοιτίς των πατέρων μου, λίκνον τόσον προσφιλές εις την ψυχήν μου. .

.»_

Εις το ύπαιθρον, εν μέσω των εκρήξεων της πυρκαϊάς, του γογγυσμού του

πλήθους, η φωνή του εφαίνετο παραδόξως ισχνή, και αι χορδαί των

βαρβίτων υπήχουν ως βόμβοι εντόμων. Αλλ' οι συγκλητικοί, οι δημόσιοι

υπάλληλοι και οι αυγουστιανοί είχον ταπεινώσει την κεφαλήν και ήκουον

εν αφώνω εκστάσει. Επί πολύ έψαλε και η φωνή του ολίγον κατ' ολίγον

επληρώθη πικρίας. Όταν εσταμάτα όπως αναπνεύση, οι ψάλται

επανελάμβανον εν χορώ τους τελευταίους στίχους· έπειτα ο Νέρων με

μίαν κίνησιν ανέρριψεν επί των ώμων του την τραγικήν ποδήρη εσθήτά

του, εχόρδισε μίαν συμφωνίαν και έψαλλεν. Όταν ετελείωσεν ο ύμνος,

ήρχισε να αυτοσχεδιάζη, αναζητών μεγάλας μεταφοράς εις την εικόνα την

ανελισσομένην ενώπιόν του. Και το πρόσωπόν του ολίγον κατ' ολίγον

ήλλαξαν έκφρασιν. Η καταστροφή της γενεθλίου του πόλεως δεν τον είχε

ποσώς συγκινήσει· αλλ' εμεθύσθη εις τοιούτον βαθμόν εκ του πάθους των

ιδίων λόγων του, ώστε οι οφθαλμοί του επληρώθησαν δακρύων. Τότε αφήκε

την βάρβιτον, ήτις εβόμβησεν εις τους πόδας του, και τυλιχθείς με την

ποδήρη εσθήτά του έμεινεν ως απολιθωμένος, όμοιος με μίαν των

Νιοβίδων, αι οποίαι εστόλιζον την αυλήν του Παλατινού.

Θύελλα επευφημιών διέκοψε την σιγήν. Αλλά μακρόθεν απήντησεν εις

αυτόν η αγρία ωρυγή του πλήθους. Εκεί κάτω ουδείς πλέον αμφέβαλλεν,

ότι ο Καίσαρ είχε διατάξει να καύσωσι την πόλιν, διά να απολαύση έν

θέαμα και να ψάλλη ύμνους.

Εις την κραυγήν εκείνην, την εξερχομένην από εκατοντάδας χιλιάδων

στηθών, ο Νέρων εστράφη προς τους αυγουστιανούς, με το μελαγχολικόν

και καρτερικόν μειδίαμα ανθρώπου, διά τον οποίον οι άλλοι είνε άδικοι

και κακοί.

— Ιδέτε, είπε, τον τρόπον κατά τον οποίον με εκτιμούν οι Κύρητες,

εμέ, και πώς απολαμβάνουσι την ποίησιν!

— Τα καθάρματα! απήντησεν ο Βατίνιος. Πρόσταξον, κύριε, την φρουράν

των πραιτωριανών να επιτεθή εναντίον των.

Ο Νέρων εστράφη προς τον Τιγγελίνον.

— Δύναμαι να βασίζωμαι εις την πίστιν των στρατιωτών:

— Ναι, θεσπέσιε, απήντησεν ο αρχηγός.

Αλλ' ο Πετρώνιος ύψωσε τους ώμους.

— Εις την πίστιν των, αλλ' όχι εις τον αριθμόν των. Μείνε εκεί όπου

είσαι, διότι αυτό είναι ασφαλέστερον· αλλά πρέπει εξ άπαντος να

πραϋνθή ο λαός ούτος.

Ο Σενέκας ετάχθη με την γνώμην ταύτην καθώς και ο ύπατος Λικίνιος.

Εν τούτοις ο αναβρασμός κάτω εγίνετο ορμητικώτερος. Ο λαός ωπλίζετο

με λίθους, με πασσάλους σκηνών, με σανίδας αποσπωμένας από τα αμάξια

και με παν σιδηρούν αντικείμενον. Αρχηγοί τινες λόχων ήλθον να

δηλώσουν ότι οι πραιτωριανοί, υπό την πίεσιν του πλήθους, ησθάνοντο

μεγίστην δυσκολίαν να παραμείνουν εις την γραμμήν της μάχης. Μη

έχοντες διαταγήν να επιτεθώσι δεν ήξευρον τι να πράξωσι.

— Θεοί αθάνατοι! είπεν ο Νέρων, οποία νυξ! Από το έν μέρος η

πυρκαϊά· από το άλλο τα απολελυμένα κύματα του όχλου!

Και εξηκολούθησε να ζητή λέξεις διά να εκφράση λαμπρώς όλον τον

κίνδυνον της παρούσης ώρας. Αλλά βλέπων πέριξ του ωχρά πρόσωπα και

ανησύχους οφθαλμούς εφοβήθη και αυτός επίσης.

— Δώσατέ μου τον αμαυρόν μανδύαν μου, με μίαν κουκούλαν! διέταξεν

ούτος. Άρα γε θα απολήξη το πράγμα εις μάχην;

— Κύριε, είπεν ο Τιγγελίνος με φωνήν διστακτικήν, έπραξα ό,τι

εξηρτάτο από εμέ, αλλ' ο κίνδυνος απειλεί . . . Ομίλησε εις αυτούς,

αυθέντα, ομίλησε προς τον λαόν σου, και δος αυτώ υποσχέσεις!

— Ο Καίσαρ να ομιλήση προς τον όχλον; ας ομιλήση άλλος εξ ονόματός

μου. Ποίος αναλαμβάνει;

— Εγώ, απήντησεν ο Πετρώνιος λίαν ατάραχος.

— Εμπρός, φίλε μου! είσαι ο πιστότερος εις όλας τας δυσχερείας . . .

Εμπρός και μη φείδου υποσχέσεων.

Ο Πετρώνιος έστρεψε προς την συνοδείαν πρόσωπον αμέριμνον και

ειρηνικόν.

— Οι παρόντες συγκλητικοί, είπε, θα με ακολουθήσουν . . . . καθώς και

ο Πίσων, ο Σενεκίων και ο Νέρβας.

— Κατήλθε βραδέως την κλίμακα του υδραγωγείου. Εκείνοι, τους οποίους

είχεν ονομάσει, εδίστασαν, κατόπιν τον ηκολούθησαν εμψυχωθέντες εκ

της αταραξίας του.

Σταθείς παρά τας αψίδας ο Πετρώνιος εζήτησε να του δώσουν ίππον

λευκόν, ανήλθεν επ' αυτού και ακολουθούμενος υπό των συντρόφων του

διηυθύνθη διά μέσου των βαθέων στοίχων των πραιτωριανών, προς το

μαύρον πλήθος, το ωρυόμενον· ήτο άοπλος, έχων μόνον εις χείρας το

λεπτόν ελεφάντινον ραβδίον του, το οποίον έφερε συνήθως, και όταν

έφθασεν, εισήλθε με τον ίππον του εντός του πλήθους.

Αι κραυγαί εγίνοντο ακόμη εντονώτεραι και συνεχωνεύθησαν εις ένα

απάνθρωπον βρυχηθμόν. Οι πάσσαλοι, αι ράβδοι, αι μάχαιραι

διεσταυρώθησαν υπέρ την κεφαλήν του Πετρωνίου. Βίαιαι χείρες

εξετάθησαν προς τους χαλινούς του ίππου του και προς αυτόν. Αλλ'

εκείνος εξηκολούθει να προχωρή πράος και αγέρωχος.

Ενίοτε έπληττε διά της ράβδου τους τολμηροτέρους, ως εάν επρόκειτο να

διανοίξη δίοδον διά μέσου ειρηνικού πλήθους· και η ψυχραιμία του

έκαμεν εντύπωσιν εις τον όχλον.

Τέλος τον ανεγνώρισαν και πλήθος φωνών ανέκραξαν:

— Ο Πετρώνιος! Ο Κριτής της φιλοκαλίας!

— Ο Πετρώνιος! επανέλαβον πανταχόθεν.

Και καθόσον το όνομά του διεδίδετο, τα πρόσωπά των εγίνοντο

ολιγώτερον αγριωπά, αι ωρυγαί των ολιγώτερον θηριώδεις.

Ο Πετρώνιος αφήρεσε την λευκήν τήβεννόν του την ερυθροϋφή, την

εσήκωσεν εις τον αέρα και την περιέστρεψε, σημαίνων ότι ήθελε να

ομιλήση.

— Σιωπή! Σιωπή! εφώναξαν εις το πλήθος.

Αμέσως έγινε σιγή. Τότε εγερθείς επί του ίππου του ωμίλησε με

βροντώδη φωνήν:

— Πολίται! Όσοι με ακούσωσιν, ας επαναλάβωσι τους λόγους μου προς

τους γείτονάς των και όλοι ας φερθώσιν ως άνθρωποι, όχι ως θηρία εις

την κονίστραν.

— Μάλιστα! Μάλιστα! απήντησαν αι φωναί.

— Ακούσατε! Η πόλις θα ανακτισθή. Οι κήποι του Λουκούλλου, του

Μαικήνα, του Καίσαρος και της Αγριππίνης θα σας ανοιχθώσιν. Αύριον θα

αρχίση η διανομή σίτου, οίνου και ελαίου, ώστε έκαστος να δυνηθή να

γεμίση την κοιλίαν του μέχρι του φάρυγγος. Κατόπιν ο Καίσαρ θα σας

δώση αγώνας, ομοίους των οποίων ουδέποτε θα έχετε ιδή· κατά τους

αγώνας θα σας παραθέση συμπόσια και θα σας κάμη γενναιοδωρίας. Θα

είσθε πλουσιώτεροι ή προ της πυρκαϊάς!

Είς ψίθυρος απήντησεν εις τον Πετρώνιον. Οι πλησιέστεροι μετέδιδον

τους λόγους του εις εκείνους οίτινες ευρίσκοντο απωτέρω. Και αι

κραυγαί της οργής ή της επιδοκιμασίας, αίτινες ηγείροντο εδώ και

εκεί, συνεχωνεύθησαν μετ' ολίγον εις την άπειρον ομόθυμον κραυγήν:

— Άρτον και ιπποδρομίας!

Και αφού επέβαλε σιγήν διά της χειρός, πάλιν με φωνήν ηχηράν

επανέλαβεν ο Πετρώνιος.

— Σας υπόσχομαι άρτον και αγώνας. Και τώρα ανευφημήσατε τον Καίσαρα,

όστις σας τρέφει και σας ενδύει . . . Κατόπιν, ύπαγε να κοιμηθής,

αγαπητέ λαέ, επειδή πλησιάζει να εξημερώση.

Ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον, και πλήττων ελαφρώς εις την κεφαλήν ή

το πρόσωπον εκείνους οίτινες τω απέκλειον την οδόν, επέστρεψε βραδέως

εις τας τάξεις των πραιτοριανών. Εκ του ύψους των υδραγωγείων δεν

είχον εννοήσει την κραυγήν: «Άρτον και ιπποδρομίας!» και ενόμιζον ότι

επρόκειτο περί νέας εκρήξεως μανίας. Δεν ανέμενον μάλιστα να ίδωσι

τον Πετρώνιον επανερχόμενον ποτέ πλέον.

Ο Νέρων, όταν τον είδεν επιστρέφοντα, έτρεξε μέχρι των βαθμίδων.

— Πώς; τι συμβαίνει εκεί κάτω; Μάχονται;

Ο Πετρώνιος ανέπνευσε βαθέως.

— Μα τον Πολυδεύκην! είπε, το ένα βρωμά και το άλλο μυρίζει: Ας μου

δώση κάποιος ολίγον αναψυκτικόν! θα λιποθυμήσω!

Έπειτα, στραφείς προς τον Καίσαρα:

— Τους υπεσχέθην σίτον, έλαιον, αγώνας και ελευθέραν είσοδον εις

τους κήπους. Σε λατρεύουν και πάλιν και αλαλάζουν προς τιμήν σου με

τα σκασμένα χείλη των. Αθάνατοι θεοί, πόσον δυσάρεστον οσμήν έχει ο

όχλος αυτός!

— Οι πραιτωριανοί ήσαν έτοιμοι, ανέκραξεν ο Τιγγελίνος και οι

φωνασκοί, εάν δεν τους κατεπράυνες, θα εσιώπων διά παντός. Τι κρίμα,

Καίσαρ, να μη επιτρέψης να γίνη χρήσις της βίας!

Ο Πετρώνιος τον παρετήρησε προς στιγμήν, ύψωσε τους ώμους και είπε:

— Τίποτε δεν εχάθη. Θα λάβης ίσως την ευκαιρίαν να μεταχειρισθής

βίαν αύριον.

— Όχι, όχι! ανέκραξεν ο Καίσαρ, θα τους ανοίξω τους κήπους, θα τους

διανείμω άρτον. Ευχαριστώ, Πετρώνιε. Θα δώσω αγώνας. Και τον ύμνον

αυτόν, τον οποίον σας έψαλα απόψε, θα τον ψάλω δημοσία.

Ειπών αυτά, έθηκε την χείρα επί του ώμου του Πετρωνίου και, μετά τινα

σιγήν, ηρώτησεν

— Έσο ειλικρινής· πώς σου εφάνη;

— Ήσο άξιος του θεάματος, όπως το θέαμα ήτο άξιον σου! απεκρίθη ο

Πετρώνιος. Έπειτα στραφείς προς την πυρκαϊάν:

— Ας την θεωρήσωμεν ακόμη μίαν φοράν και ας είπωμεν το χαίρε εις την

αρχαίαν Ρώμην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Οι λόγοι του Αποστόλου είχον επαναφέρει την εμπιστοσύνην εις τας

ψυχάς των χριστιανών. Κατέλιπον ο είς μετά τον άλλον τας κατακόμβας

και επανήλθον εις τας προσωρινάς κατοικίας των. Τινές μάλιστα

εβάδιζον προς την Τρανστιβέρην, διότι εκυκλοφόρει η είδησις ότι

επειδή ο άνεμος έπνεε προς το μέρος του ποταμού, το πυρ είχεν

εντοπισθή. Ο Πέτρος συνοδευόμενος υπό του Βινικίου και του Χίλωνος,

εξήλθε και αυτός του υπογείου. Άνθρωποι ήρχοντο να ασπασθούν τας

χείρας και το κράσπεδον του ιματίου του Αποστόλου· μητέρες έτεινον

προς αυτόν τα τέκνα των· άλλοι εγονάτιζον εις τον σκοτεινόν δρόμον

και, υψούντες προς αυτόν τους φανούς των, επεκαλούντο την ευλογίαν

του· άλλοι τον ηκολούθουν ψάλλοντες. Όταν έφθασαν εις ελεύθερον

χώρον, οπόθεν εφαίνετο ήδη η φλεγομένη πόλις, ο Απόστολος, αφού έκαμε

τρις το σημείον του σταυρού επί της Ρώμης, εστράφη προς τον Βινίκιον

και είπε:

— Μη φοβού. Η καλύβη του λατόμου είναι πλησίον εδώ. Θα εύρωμεν εκεί

την Λίγειαν μετά του Λίνου και του πιστού υπηρέτου της. Ο Χριστός,

όστις σου την προώρισε, την έσωσε προς χάριν σου.

Ο Βινίκιος κατελήφθη υπό τοιούτης αδυναμίας, ώστε έπεσεν εις τους

πόδας του Αποστόλου και, ασπαζόμενος τα γόνατά του, έμεινεν εις την

θέσιν εκείνην αδρανής, ανίκανος να προφέρη λεξιν.

Ο Απόστολος, προφυλασσόμενος από την ευγνωμοσύνην και τα εγκώμια

εκείνα έλεγεν:

— Όχι εις εμέ· εις τον Χριστόν!

— Οποία λαμπρά θεότης! ανέκραξεν όπισθεν των ο Χίλων.

Έγειρε και ακολούθει μοι, είπεν ο Πέτρος, λαμβάνων διά της χειρός τον

νέον τριβούνον, και εξηκολούθησαν τον δρόμον των.

Καθ' οδόν ο Βινίκιος ικέτευσε τον Πέτρον:

— Διδάσκαλε, πλύνον με εις το ύδωρ του βαπτίσματος, διά να δύναμαι

να λέγωμαι αληθής λάτρης του Χριστού, διότι τον αγαπώ με όλην την

δύναμιν της ψυχής μου. Βάπτισόν με τάχιστα, καθότι είμαι ήδη έτοιμος

εν τη καρδία μου. Πάν ό,τι με διατάξης θα το πράξω: συ δε ειπέ μοι,

τι δύναμαι να πράξω ακόμη.

— Να αγαπάς τους ανθρώπους ως αδελφούς, απήντησεν ο Απόστολος, διότι

διά της αγάπης δύνασαι να τον υπηρετήσης, εκείνος δε θα σε ευλογή, σε

και τον οίκον σου.

Η καλύβη του λατόμου ήτο είδος άντρου ωρυγμένου εις το κοίλωμα του

βράχου του κλεισμένου εκ του ενός μέρους διά τοίχου από χώματα και

σχοίνους. Η θύρα ήτο κλειστή, αλλά διά του ανοίγματος, όπερ

εχρησίμευεν ως παράθυρον, διέκρινέ τις το εσωτερικόν, φωτιζόμενον υπό

της εστίας. Γιγαντιαία μορφή ηγέρθη εις προϋπάντησιν των νεοερχομένων

και ηρώτησε:

— Τίνες είσθε;

— Δούλοι του Χριστού! απήντησεν ο Πέτρος. Ειρήνη σοι, Ουρβανέ!

Ο Ούρσος έκλινε μέχρι των ποδών του Αποστόλου, έπειτα αναγνωρίσας τον

Βινίκιον, έλαβε την χείρα του και την έφερεν εις τα χείλη του.

— Ήλθες, αυθέντα! Ευλογητόν το όνομα του Χριστού διά την χαράν, την

οποίαν θα λάβη η Γαλλίνα!

Ήνοιξε την θύραν και εισήλθον. Ο Λίνος ασθενών έκειτο επί αχυρίνης

στρωμνής με το πρόσωπον κάτισχνον και το μέτωπον κάτωχρον. Πλησίον

της εστίας εκάθητο η Λίγεια, κρατούσα εις τας χείρας βούρλον μικρών

ιχθύων προωρισμένων διά το δείπνον. Αφωσιωμένη εις το να εξαγάγη τους

ιχθύς εκ του βούρλου και με την βεβαιότητα ότι θα ήτο ο Ούρσος δεν

εκινήθη ποσώς. Ο Βινίκιος επλησίασε και καλέσας αυτήν έτεινε τους

βραχίονας. Εκείνη ηγέρθη ζωηρά, λάμψις εκπλήξεως και χαράς διήλθε διά

του μετώπου της και χωρίς να είπη λέξιν ερρίφθη εις τας αγκάλας του

Βινικίου. Εκείνος την έθλιψεν επί του στήθους του μετά ζέσεως, έπειτα

έλαβε τους κροτάφους της διά των δύο χειρών και την κατεφίλει εις το

μέτωπον και τους οφθαλμούς· τέλος της διηγήθη την αναχώρησίν του, την

άφιξη του, και πώς την είχε ζητήσει εντός των τειχών και εις την

οικίαν του Λίνου, και πόσον είχεν υποφέρει, έως ότου ο Απόστολος του

υπέδειξε το άσυλόν της.

Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής · 第 14 / 22 段