Ανδρέας Μεταξάς, ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, και ο Γεράσιμος
Βίκτωρος Φωκάς επί του εντοπίου των ενόπλου πλοίου του
Ανάσταση Φωκά υπό τουρκικήν σημαίαν, φέροντος ικανά
πολεμεφόδια και 350 οπλοφόρους. Αφ' ού δε ελλιμένισε το
πλοίον, κατέβασαν οι εν αυτώ την τουρκικήν σημαίαν,
ύψωσαν την επαναστατικήν, εκανονοβόλησαν, παρετάχθησαν οι
οπλοφόροι επί του καταστρώματος, εψάλη επί του πλοίου
δοξολογία υπό δύο ιερέων ακολουθούντων το στράτευμα, και
απέβησαν οι ρηθέντες επί της ξηράς υποδεχθέντες υπό των
εντοπίων φιλοφρονέστατα. Την δε επιούσαν διατάξαντες το
πλοίον να παραπλέη τας ακτάς των Πατρών, και αφήσαντες
εν αυτώ 70 οπλοφόρους διά παν ενδεχόμενον, ανεχώρησαν
μετά των λοιπών 280, και έφθασαν το εσπέρας εις
Μανολάδαν, όπου ηύραν τον Σισίνην και τον Ευαγγέλην
Πανάν. Η υπεραυξήσασα δε τον αριθμόν αυτών φήμη διέδωκεν,
ότι ήλθαν οι επισημότεροι άνδρες της Κεφαλληνίας
φέροντες πολλά βοηθήματα χρηματικά και πολεμικά, και
έβαλεν εις νέαν κίνησιν τους κατοίκους των πέριξ
επαρχιών, ους κατεφόβισαν αι έως τότε αλλεπάλληλοι
ευτυχείς επιδρομαί των Λαλιωτών. Υπεστήριξε την φήμην
ταύτην καί τις πομπώδης προκήρυξις, ην υπέγραψαν οι
προϊστάμενοι επονομαζόμενοι α ρ χ η γ ο ί - κ α ι - σ τ
ρ α τ η γ ο ί - τ ω ν - η ν ω μ έ ν ω ν - δ υ ν ά μ ε ω
ν - τ η ς - Ε π τ α ν ν ή σ ο υ. Διεκρίνετο δε το σώμα
τούτο των άλλων δι' ην ετήρει εν ταις στρατοπεδείαις του
τάξιν, ήτις, καθ' ους καιρούς μία επωμίς, ή μία
περικεφαλαία εκίνει θαυμασμόν, δεν ήτο ματαία επίδειξις.
Ιδού δε η τάξις. Την γ' ώραν μετά την δύσιν του ηλίου
εψάλλετο η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ετάττοντο
φυλακαί κράζουσαι εκ διαλειμμάτων «γρηγορείτε», έπιπτε
μία κανονία, και οι στρατιώται απεχώρουν εις τας θέσεις
των· το πρωί εψάλλετο πάλιν η παράκλησις, εκρούοντο τα
τύμπανα, ήχουν αι σάλπιγγες και έπιπτεν άλλη κανονία.
Μεταβαίνον δε το σώμα τούτο από χωρίου εις χωρίον, έφθασε
την 26 εις Στρέφι και Κούκουρα και διέτριψεν εκεί μέχρι
της 30 ετοιμαζόμενον, ως πλησίον του εχθρού. Εκεί
ηύξησεν ο αριθμός αυτού, ενωθέντων και των Ζακυνθίων και
πολλών εντοπίων. Την δε 31 ώδευσαν όλοι προς την Καπέλην
και έφθασαν το εσπέρας εις Γούμερον· επειδή δε εσκόπευαν
να πατήσωσι την επιούσαν την μεγάλην πεδιάδα, έστειλαν
αυτονυκτί εις διαφόρους θέσεις σκοπιάς, και πρωίας
γενομένης εξεστράτευσαν έχοντες εν τω κέντρω 4 κανόνια,
τα πολεμεφόδια και τας αποσκευάς των.
Προς την θέσιν, Μποδίνι, κείται λόφος. Εν ώ έφθασαν εις
αυτόν ανύποπτοι, ως πεποιθότες επί τας σκοπιάς των,
ηκούσθησαν αίφνης πολλαί τουφεκίαι και κραυγαί λέγουσαι,
Λ α λ ι ώ τ α ι, Λ α λ ι ώ τ α ι· επί μόνη τη κραυγή
ταύτη χωρικοί τινες εκ των συνακολουθούντων Γαστουναίων
ετράπησαν εις φυγήν, οι δε λοιποί και οι Επταννήσιοι
έτρεξαν εις την κορυφήν του λόφου, και ιδόντες τους
Λαλιώτας ελθόντας εις τους πρόποδας, τους εκανονοβόλουν
προξενούντες φόβον μάλλον ή βλάβην. Ήρχισε δε μετ' ολίγον
και ο τουφεκισμός, και οι μεν Επταννήσιοι και οι
εντόπιοι, τουφεκίζοντες τους Λαλιώτας άνωθεν, τους
έβλαπταν· ούτοι δε αντείχαν γενναίως, αν και η θέσις των
ήτο κακίστη, έως ου είδαν τους εχθρούς των κινουμένους
προς τα κάτω, και τότε επέστρεψαν διά του Πυρναρίου εις
Λάλα φεύγοντες, οι δε Επταννήσιοι τους επεδίωξαν, έπεσαν
και εις την πεδιάδα έως ου εφάνη πλήθος οπλοφόρων
τουφεκιζόντων μακρόθεν, και τότε υποπτεύσαντες, ότι ήσαν
ενεδρεύοντες εχθροί, εστάθησαν και κατέλαβαν τα πλησίον
δένδρα προς συνασπισμόν· αλλ' οι τουφεκίζοντες οπλοφόροι
προχωρούντες εγνώσθησαν, ότι ήσαν Καλαβρυτινοί ερχόμενοι
κατά του κοινού εχθρού· ήσαν δε ως χίλιοι υπό τον
Ασημάκην Φωτίλαν, προεστώτα των Καλαβρύτων, τον
Λεχουρίτην, και άλλους. Το ευτυχές συμβάν κατά την ημέραν
εκείνην εγέμισε χαράς τας κάρδίας των Ελλήνων και
ετίμησε δικαίως τους Επταννησίους, διότι ήτον η πρώτη
φορά καθ' ην εξ αιτίας αυτών κατησχύνθησαν οι φόβον και
τρόμον παντού και πάντοτε ενσπείροντες Λαλιώται.
Αφ' ότου ήρχισεν η επανάστασις της Πελοποννήσου πολλοί
Καρυτινοί είχαν καταλάβει τα χωρία, Μπέτσι και Ρένεσι,
υπό τους εμπειροπολέμους αδελφούς Πλαπούτας. Σκοπός της
κατοχής ήτον η προφύλαξις της επαρχίας των από
ενδεχομένων επιδρομών των γειτόνων Λαλιωτών· αλλ' αφ' ού
διεσκορπίσθησαν οι πολιορκηταί του φρουρίου της
Καρυταίνης, διεσκορπίσθησαν και οι κατέχοντες τα δύο
ταύτα χωρία. Περί την 20 ομως απριλίου εσύστησεν ο
Γεώργης Πλαπούτας πάλιν στρατόπεδον κατά την Συκιάν, δύο
ώρας μακράν του Λάλα, εκ Καρυτινών, Φαναριτών και
Αρκαδίων υπό την αρχηγίαν του Δημητράκη Δηληγιάννη·
λήγοντος δε του μαΐου μετεστρατοπέδευσεν εκείθεν εις
Πούσι, ημιώριον μακράν του Λάλα, όπου αφίχθησαν,
Ιούνιος κατά πρόσκλησιν αυτού, την νύκτα της 1 Ιουνίου οι
Επταννήσιοι, οι Καλαβρυτινοί και οι Γαστουναίοι.
Συστρατοπεδεύσαντες δε όλοι ούτοι ήρχισαν την επαύριον να
οχυρόνωσι τας θέσεις των, και έστησαν εκ του προχείρου
τόσας καλύβας, ώστε το εσπέρας η ράχις εκείνη εφαίνετο
κώμη. Οι Λαλιώται ωχυρώθησαν και αυτοί εκτός αλλά πολλά
πλησίον του Λάλα. Την δε επιούσαν οι Έλληνες πλήρεις
θάρρους κατέβησαν εις την πεδιάδα εις χορτολογίαν και
σκόπευσιν. Οι Λαλιώται δεν εκινήθησαν την ημέραν
εκείνην· τινές μόνον ιπποκόμοι και ποιμένες εφάνησαν προς
το πέραν μέρος του Λάλα βόσκοντες θρέμματα.
Οι Έλληνες, ασυνήθιστοι έως τότε να νικώσιν, εξετίμησαν
την ανδραγαθίαν των υπέρ την αξίαν της, και επίστευσαν
τω όντι, ότι κατεπόνεσαν τα θηρία του Λάλα· επί δε τη
πίστει ταύτη συνέλαβαν ελπίδα, ότι οι Λαλιώται θα
επροσκύνουν, και απέστειλαν την 4 προς αυτούς τον
Παναγιώτην Μεσσάρην Κεφαλλήνα. Οι Λαλιώται βλέποντες τον
αποσταλέντα ερχόμενον υπό λευκήν σημαίαν τον υπεδέχθησαν
και τον ηρώτησαν είς τι ο ερχομός του. Ο Μεσσάρης τοις
ενεχείρισε γράμμα των αρχηγών των Κεφαλλήνων και των
Ζακυνθίων λέγον αυτολεξί τα εξής. «Διατεταγμένοι από το
ελληνικόν έθνος και από τον γενικόν επίτροπον, πρίγκηπα
Αλέξανδρον Υψηλάντην, ήλθαμεν ενταύθα να σας πολεμήσωμεν
ως εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος· αλλ' ως
ανέκαθεν καλοί φίλοι σας και γείτονες, σας προβάλλομεν,
ότι, αν θελήσητε να παραδοθήτε χωρίς πόλεμον εις ημάς,
σας υποσχόμεθα ασφάλειαν ζωής, τιμής και ιδιοκτησίας·
άλλως, αφ' ού εκάμαμεν το χρέος μας, το κρίμα ας ήναι
εις τον λαιμόν σας.»
Περιποιηθέντες οι Λαλιώται τον γραμματοφόρον, τον
εξεπροβόδησαν δώσαντές τω την ακόλουθον απάντησιν.
«Προς σας κυρ Μεταξά και λοιποί φίλοι μας καπεταναίοι
Κεφαλονήτες και Ζακύνθιοι. Ελάβαμεν το γράμμα σας και
είδαμεν όσα μας γράφετε· αλλ' επειδή και οι μπέηδες και
οι αγάδες είναι τριγύρω στου Λάλα με τα ασκέρια, δεν
ημπορούμεν να σας αποκριθούμεν σήμερον με τον εδικόν σας
κυρ - Παναγιώτην, αλλ' αύριον με εδικόν μας ξεμοτόχου
ελτσήν. Λάβετε ως τόσον ολίγα κεράσια του Λάλα και δύο
ρεβανιά διά αγάπην, και μένομεν.»
Το γράμμα τούτο είχε τα σφραγίσματα υποκάτω προς τιμήν
των προς ους εστέλλετο.
Την δε επαύριον εφάνη ιππεύς ερχόμενος από του Λάλα προς
το ελληνικόν στρατόπεδον, βαστών πρασίνην σημαίαν, και
ωδηγήθη όπου ήσαν οι Επταννήσιοι αρχηγοί, προς ους
επέδωκε την ακόλουθον επιστολήν.
«Προς τους φίλους μας καπεταναίους Κεφαλονίτας και
Ζακυνθίους. Καθώς χθες σας εγράψαμεν με τον εδικόν σας
Παναγιώτην, ιδού εξαποστέλλομεν τον εδικόν μας Μπέικον
Κεχαγιάν, άνθρωπον όστις χαίρει όλην την εμπιστοσύνην
μας διά να σας ομιλήση και στοματικώς όσα δεν έχομεν τον
καιρόν να γράψωμεν πλατύτερα. Είναι αλήθεια, καθώς
λέγετε, ότι εσταθήκαμεν φίλοι και καλοί γείτονες, αλλ'
ίσια ίσια διά τούτο δεν ελπίζαμεν ποτε, ότι πιστεύοντες
τα ψεύματα των Μωραϊτών και ξεχωριστά αυτού του ψευτο -
Γεώργη (ενόουν τον Γεώργην Σισίνην) να έλθετε να μας
φορτωθείτε μέσα εις τα σπήτια μας. Ό,τι έγεινεν,
έγεινεν· όσα μας λέγετε είναι χάλτια, τα οποία δεν
στοχαζόμεθα πως και εσείς πιστεύετε· διά τούτο λοιπόν σας
λέγομεν να έλθετε εις του Λάλα, όπου θέλει σας δεχθούμεν
ως καλούς φίλους, και θέλει σας συνοδεύσομεν έως το
Κατάκωλον ή την Γλαρέντσαν διά να πάτε στα σπήτια σας
και να μένωμεν πάντα φίλοι· αλλέως και δεν ακούσετε
αυταίς ταις φιλικαίς συμβουλαίς μας, το κρίμα ας ήναι
στον λαιμόν σας.
Λάλα, 5 Ιουνίου, 1821».
Η επιστολή αύτη, η μη ομοιάζουσα την προσταλείσαν κατά το
ύφος, δεν την ωμοίαζεν ούτε και κατά την θέσιν των
σφραγισμάτων ως φέρουσα αυτά επί κεφαλής εις ένδειξιν,
ότι εγράφετο παρ' ανωτέρων προς κατωτέρους. Αφ' ού δε
ανεγνώσθη, έλαβε τον λόγον ο απεσταλμένος και επανέλαβε
τα αυτά εντόνως, προσθέσας ότι, αν οι Επταννήσιοι
υπήγαιναν εις του Λάλα, οι μπέηδες και αγάδες ήσαν
πρόθυμοι να τους δεχθώσι και να τους φιλοδωρήσωσιν· είδε
και είχαν απόφασιν να μείνωσι και να πολεμήσωσιν, έπρεπε
να φέρωσι 40,000 κ α π έ λ λ α εις ευόδωσιν του σκοπού
των. Ταύτα ακούσαντες οι Επταννήσιοι απεκρίθησαν διά
στόματος του Ανδρέου Μεταξά τα εξής· «Ως φίλοι
εστοχάσθημεν να σας προβάλλωμεν να παραδοθήτε χωρίς
πόλεμον, διά να ημπορέσωμεν να σας προφυλάξωμεν από την
δικαίαν οργήν και αγανάκτησιν του ελληνικού λαού. Επειδή
όμως οι μπέηδες και οι αγάδες μάς εστοχάσθησαν ποταπούς
και ανοήτους, το κρίμα ας ήναι εις τον λαιμόν των. Αυτή
είναι η απάντησίς μας και αύριον έχομεν πόλεμον». Μετά
τους λόγους τούτους απέπεμψαν οι Επταννήσιοι τον κήρυκα,
δώσαντές τω εις αμοιβήν των προσταλέντων αυτοίς φαγωσίμων
γλυκίσματά τινα και ποτά της πατρίδος των.
Αποτυχούσης της διακηρυκείας, οι αρχηγοί των διαφόρων
ελληνικών σωμάτων, ιδόντες ότι συνηθροίσθησαν εκ
διαφόρων επαρχιών πεντακισχίλιοι σχεδόν οπλοφόροι πέριξ
του Λάλα, απεφάσισαν να προκαλέσωσι τον εχθρόν εις
μάχην, και την 6 κατέβησαν εις την πεδιάδα εκ διαφόρων
μερών έως 300, ηκροβολίσθησαν μετ' ολίγων ιππέων και
πεζών επελθόντων, και την εσπέραν επανήλθαν εις το
στρατόπεδον. Οι Έλληνες έδωκαν δευτέραν αφορμήν την
επιούσαν, αλλ' εις μάτην. Θαρρυνθέντες δε εκ της
απραξίας των εχθρών απεφάσισαν να προσβάλωσιν αυτήν την
κωμόπολιν του Λάλα· και ο μεν Γεώργης Πλαπούτας μετά των
Καρυτινών και Φαναριτών να πέση από του μέρους του
Μπασταρά, οι δε Καλαβρυτινοί καί τινες Γαστουναίοι και οι
Αρκάδιοι να προχωρήσωσι προς το μικρόν χωρίον Δούκα, οι
δε Επταννήσιοι μετά των Πυργίων και λοιπών Γαστουναίων
να ορμήσωσι προς το κέντρον. Ταύτα αποφασίσαντες
εκινήθησαν την 9 υπό τον ήχον των τυμπάνων και σαλπίγγων
επί τους έξω της κωμοπόλεως προμαχώνας του εχθρού· ο
εχθρός απεσύρθη εις την κωμόπολιν, και η οπισθοδρόμησις
αύτη, αν και στρατηγηματική, υπελήφθη αποτέλεσμα
δειλίας, και εθάρρυνε τους Έλληνας να προχωρήσωσιν. Αλλ'
αφ' ού επλησίασαν, ώρμησαν 200 ιππείς επί τους
Καρυτινούς και Φαναρίτας, και παρά πάσαν προσδοκίαν τους
έτρεψαν όλους εις φυγήν. Η τροπή αύτη εματαίωσε το
σχέδιον της εφόδου, έβαλεν εις σύγχυσιν όλα τα σώματα
και ηνάγκασε τους Επταννησίους να σημάνωσι την υποχώρησιν
του κέντρου και της προς το χωρίον Δούκα πτέρυγος, και
ούτως απεμακρύνθησαν όλοι οι Έλληνες αβλαβείς, αλλ'
άπρακτοι και κατησχυμένοι. Ο δε φιλότιμος Πλαπούτας,
απομείνας τελευταίος και κινδυνεύων να πέση εις χείρας
των εχθρών, τόσον έτρεξε και τόσον ελυπήθη διά την
απροσδόκητον ταύτην τροπήν, ώστε έφθασεν ημιθανής εις το
στρατόπεδον και μετ' ολίγον εξεψύχησεν.
Ο θάνατος αρχηγού ατάκτων γίνεται συνήθως πρόξενος τροπής
όλου του σώματος αυτών. Εν τη περιστάσει δε ταύτη συνέβη
συγχρόνως και η αποτυχία του κινήματος, αν και εξ
ουδεμιάς ευλογοφανούς αιτίας· διά τούτο την ακόλουθον
νύκτα τα δύο τρίτα του στρατοπέδου ελειποτάκτησαν.
Τον άξιον αρχηγόν Γεώργην Πλαπούταν διεδέχθη ο αξιώτερός
του αδελφός Δημήτρης φθάσας εις το στρατόπεδον την 12·
αλλ' ούτε η παρουσία του γενναίου τούτου ανδρός εθάρρυνε
τους δειλιάσαντας, τρέμοντας και εντός των οχυρωμάτων·
εκουράσθησαν και οι Λαλιώται πολεμούντες και νικώντες,
διά τούτο ησύχαζαν· βεβαιωθέντες δε ότι όχι μόνον όλη η
Πελοπόννησος, αλλά και η στερεά Ελλάς και αι ναυτικαί
νήσοι και άλλα μέρη εκινήθησαν, και πληροφορηθέντες ότι
ελληνικός στόλος εφάνη έμπροσθεν των Πατρών και
διέπλευσεν αβλαβής τον δυσείσβολον κορινθιακόν κόλπον,
απεφάσισαν να μη κινδυνεύωσιν ανωφελώς αυτοί μόνοι, εν ώ
όλοι οι συνάδελφοι των εκλείσθησαν εξ αυτής της αρχής
του αγώνος εν τοις φρουρίοις· διά τούτο ανεχώρησε την 12
ο Κουτσοραΐπαγας από του Λάλα μετά 4 μόνον ιππέων, και
φθάσας εις Πάτρας ανεπηρέαστος καθ' όλην την μακράν
πορείαν του, ανεκοίνωσε τω Ισούφη την βουλήν των
αποστειλάντων αυτόν του να μεταβώσιν εκεί και εζήτησε
βοήθειαν διά την ασφαλή μετακόμισιν των οικογενειών και
της περιουσίας των. Ο πασάς διέταξεν αμέσως να
συσκευασθώσι 700 ιππείς εις συνοδίαν των Λαλιωτών. Η
είδησις αύτη διεδόθη εις τους περί τας Πάτρας Έλληνας·
αλλ' αντί να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν, απεσύρθησαν,
και αναγγείλαντες τοις έξω του Λάλα συναγωνισταίς των
όσα έμαθαν τοις παρήγγειλαν να καταλάβωσιν επί της οδού
οχυράς θέσεις και κτυπήσωσι τον εχθρόν έμπροσθεν,
υποσχόμενοι να τον κτυπήσωσι και αυτοί όπισθεν.
Εν τοσούτω ο Ισούφης εξεστράτευσε μετά των 700 ιππέων την
20 και εισέβη εις του Λάλα δύοντος του ηλίου, μηδενός
Έλληνος καθ' οδόν μήτ' έμπροσθεν μήτ' όπισθεν φανέντος.
Προείδαν οι Έλληνες, ότι οι Λαλιώται ενισχυθέντες διά
της νέας βοηθείας θα τους εκτύπουν, και απέστειλαν διά
νυκτός τον Κωνσταντίνον Μεταξάν και τον Γεώργην Σολομόν
εις Τριπολιτσάν αιτούμενοι επικουρίαν.
Την δε 24 το πρωί ήρχισαν να εξέρχωνται από του Λάλα
ιππείς και πεζοί. Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι οι εξελθόντες
ήρχοντο κατεπάνω των, και ητοιμάσθησαν εις μάχην· αλλ'
είδαν μετ' ολίγον, ότι, αντί να έλθωσι προς το Πούσι,
υπήγαιναν προς, την Κάπελην διά των απέναντι λόφων, και
ως εκ τούτου υπέλαβαν, ότι ώδευαν προς τας Πάτρας συν
γυναιξί και τέκνοις φέροντες και τα ψιλά πράγματά των.
Επί τη υποθέσει ταύτη ο Ανδρέας Μεταξάς και ο Γεράσιμος
Φωκάς, παραλαβόντες έως 100 επιλέκτους Επταννησίους και
ικανούς Πελοποννησίους, έδραμαν εις την κορυφήν τινος
των πλησίον του ελληνικού στρατοπέδου λόφων προς
παρατήρησιν των κινημάτων των εχθρών· και ιδόντες
εστημένην όχι μακράν μεγάλην σημαίαν και ολίγους
Τούρκους πέριξ επλησίασαν και ήρχισαν να τουφεκίζωσιν. Οι
εχθροί δεν αντετουφέκισαν κατ' αρχάς, αλλά μετ' ολίγον
ηκούσθη πολύς αλαλαγμός, εκινήθη η μεγάλη σημαία, και
ανεφάνη πλήθος ιππέων και πεζών ορμώντων επί τους
τουφεκίζοντας. Οι Έλληνες ετράπησαν εις φυγήν, και άλλοι
μεν, εν οις και ο Μεταξάς και ο Φωκάς, έδραμαν εις το
οχύρωμά των, άλλοι δε διεσκορπίσθησαν τήδε κακείσε εις
την πεδιάδα, ένθα τινές αυτών έμειναν δύο ημέρας άσιτοι.
Οι Τούρκοι επεδίωξαν τους φεύγοντας μέχρι του στρατοπέδου
των ανεμπόδιστοι, και εκεί συνεκροτήθη γενική μάχη,
ελθόντων και των λοιπών Τούρκων διά της πεδιάδος του
Λάλα, και εντεύθεν εφάνη, ότι οι προς την Κάπελην
οδεύοντες Τούρκοι εμελέτων να επιπέσωσι δι' εκείνου του
μέρους, εν ώ οι άλλοι ήρχοντο διά του εμπροσθινού.
Αρξαμένης δε της μάχης εξώρμησε του οχυρώματός του ο
Λεχουρίτης, αλλ' απεκρούσθη, και μη δυνηθείς να επανέλθη
εισήλθεν εις το του Πλαπούτα· εγκατέλειψαν άμα
προσβληθέντες το oχύρωμά του και οι Φαναρίται· εν ώ δε
έφευγαν διά τινος κοιλάδος προς την Κάπελην, 40 εξ αυτών
συνελήφθησαν παρά των εχθρών και εσφάγηοαν όλοι εν τω
άμα. Κυριεύσαντες οι εχθροί τα δύο οχυρώματα, ώρμησαν
πολλάκις υπό την οδηγίαν αυτού του Ισούφη εις κυρίευσιν
και των υπό τον Πλαπούταν και τους Επταννησίους, αλλά
κατησχυμένοι ωπισθοδρόμησαν· επειδή δε έκλινεν η ημέρα,
αφήκαν εν τω πεδίω της μάχης ακροβολιστάς τινας, το δε
πλήθος κατέβη κατ' ολίγον εις την πεδιάδα, και περί την
5 ώραν μετά μεσημβρίαν εδόθη το σημείον της υποχωρήσεως,
και εισήλθαν όλοι εις την κωμόπολιν. 70 Έλληνες
εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και πενταπλάσιοι εχθροί, ως
ορμώντες ανώχυροι επί ωχυρομένους. Εφονεύθη προς τοις
άλλοις και ο Σιλιχτάρης του Ισούφη. Μεταξύ δε των
πληγωθέντων Ελλήνων ήσαν διάφοροι αξιωματικοί, εν οις
και ο Ανδρέας Μεταξάς πληγωθείς εις τας χείρας, και ο
Διονύσιος Σεμπρικός. Οι Τούρκοι ήσαν τόσον βέβαιοι ότι
θα ενίκων, ώστε έφεραν και σχοινία εις δέσμευσιν των
αιχμαλώτων.
Τελειωθείσης της μάχης, οι Έλληνες είδαν, ότι δεν
εδύναντο πλέον να διατηρήσωσι την θέσιν των· είχαν δε
ανάγκην και ιατρικής επισκέψεως οι τραυματίαι· όθεν,
θάψαντες την νύκτα τους νεκρούς, ανεχώρησαν την α' ώραν
μετά το μεσονύκτιον εγκαταλείψαντες και τα κανόνια· και
οι μεν περί τον Πλαπούταν υπήγαν εις Μπέτσι, οι δε
λοιποί εις την μεγάλην Δίβρην, όπου έμειναν μέχρι της 27
και εκείθεν διεχωρίσθησαν. Την αυτήν δε νύκτα, καθ' ην
έφυγαν οι Έλληνες, έκαυσαν και οι Λαλιώται τα δυσκόμιστα
πράγματά των, και τα εξημερώματα σουβλίσαντες
αιχμαλώτους τινάς ανεχώρησαν όλοι συν γυναιξί και
τέκνοις εις Πάτρας υπό τον Ισούφην κατά το σχέδιόν των,
καίοντες τα καθ' οδόν χωρία· γνωσθείσης δε της φυγής των,
εισήλθαν οι πέριξ Έλληνες εις την κωμόπολιν, την
ελεηλάτησαν και την έκαυσαν. Ανεκτική εφάνη η
αγγλοϊονική πολιτική ως προείπαμεν αρξαμένου του αγώνος,
αλλά δυσμενής μετ' ολίγον. Εκτός της γενικής τω καιρώ
εκείνω αποστροφής όλων των αυλών προς παν επαναστατικόν
κίνημα, επηρέασαν ιδίως την αγγλοϊονικήν πολιτικήν κατά
του ελληνικού αγώνος όχι μόνον η παντοτεινή επιθυμία της
Αγγλίας να διατηρηθή η ακεραιότης της οθωμανικής
αυτοκρατορίας, αλλά και ο μέγας ενθουσιασμός και η θερμή
συμπάθεια των Ιόνων προς τους αποστατήσαντας, έτι δε και
η επικρατούσα σφοδρά υποψία ότι δάκτυλος ρωσσικός
υπεκίνησε την Ελλάδα, και επί τέλους το άσπονδον μίσος
του μεγάλου αρμοστού προς τον Καποδίστριαν, ον υποθέτων
κρυφίον αρχηγόν της επαναστάσεως ήθελε διά της αποτυχίας
αυτής να καταισχύνη. Εμίσει δε ο μέγας αρμοστής τον
Καποδίστριαν, διότι κατεμήνυεν ούτος εκείνον ενώπιον των
αυλών ως διοργανίσαντα επί το δεσποτικώτερον την
Επτάννησον παρά το γράμμα και το πνεύμα της συνθήκης,
δι' ης ετέθη υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ομοία η
αγγλοϊονική πολιτική πάσης άλλης, κρυπτούσης τους αληθείς
σκοπούς της υπό έν ή άλλο εύσχημον κάλυμμα, εκηρύχθη
ουδετέρα προς τους αλληλομαχούντας Έλληνας και Τούρκους,
εκραγείσης της επαναστάσεως· και η πρώτη περί
ουδετερότητος πράξις της εξεδόθη την 9 απριλίου. Η
πράξις αύτη, αποτεινομένη προς τους διατρίβοντας όπου
εξερράγη η επανάστασις Ίονας, έλεγεν, ότι όστις εξ αυτών
συνηγωνίζετο, εστερείτο της αγγλοϊονικής προστασίας και
πάσης υπέρ αυτού μεσολαβήσεως της κυβερνήσεώς του προς
τας τουρκικάς Αρχάς, αν ηχμαλωτίζετο. Την δε 18 Ιουλίου,
εξ αιτίας της μεταβάσεως εις Πελοπόννησον των Ζακυνθίων
και των Κεφαλλήνων, εξεδόθη άλλη πράξις λέγουσα, ότι
πολλοί Ίονες εξέδωκαν προκήρυξιν την 1 Ιουνίου, δι' ης
αυτονομάζονται οδηγοί των Κεφαλλήνων και των Ζακυνθίων
και εκτελεσταί διαταγών τινος ξένου· ότι υπό τον ψευδή
τούτον και εγκληματικόν χαρακτήρα ετόλμησαν μετά πολλών
ενόπλων Ιόνων να συμμεθέξωσι του πολέμου της
Πελοποννήσου, ενεργούντες τοιουτοτρόπως παρά το κοινόν
δίκαιον των εθνών, και παραβαίνοντες την αρχήν της
ουδετερότητος της ιονίου κυβερνήσεως· ότι, αν οι οδηγοί
ούτοι δεν επανήρχοντο εις τα ίδια εντός 15 ημερών ίνα
δικασθώσι, θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν, και τα κτήματά
των θα εδημεύοντο· αν δέ ποτε έπιπταν εις χείρας της
κυβερνήσεως, θα ετιμωρούντο όπως ώριζαν οι νόμοι· όσοι
δε ηκολούθησαν τους οδηγούς τούτους, και όσοι γενικώς
έγειναν συμμέτοχοι του ελληνικού αγώνος, παρηγγέλλοντο
να επιστρέψωσιν εις τα ίδια, διότι άλλως θα επαιδεύοντο
μετά ταύτα ως παραβάται της ουδετερότητος.
Η πρώτη των ανωτέρω δύο πράξεων είναι πράξις εντός των
όρων της ουδετερότητος. Σημειωτέον, ότι η αγγλοϊονική
κυβέρνησις δεν διέταττε δι' αυτής τους Ίονας να μη
μεθέξωσι του ελληνικού αγώνος, αλλά τους προειδοποίει,
ότι διά τοιαύτης διαγωγής εστερούντο της προστασίας της,
ώστε τους εθεώρει ελευθέρους να πολιτευθώσιν όπως ήθελαν
επί του προκειμένου αγώνος επί τη ιδία αυτών ευθύνη·
έθετε δε τας αυτάς υγιείς βάσεις, ας επί της τελευταίας
αποστασίας του Καναδά κατά της αγγλικής κυριαρχίας
ετήρησαν απαραλλάκτως και αι ομόσπονδοι επαρχίαι της
αρκτώας Αμερικής. Κατά την αποστασίαν ταύτην μέγας
αριθμός πολιτών των πλησίον του Καναδά αμερικανικών
επαρχιών έτρεχαν και ηγωνίζοντο μετά των λαβόντων κατά
της αγγλικής κυριαρχίας τα όπλα, εν ώ η κυβέρνησίς των
εκηρύχθη ουδετέρα. Παρεπονέθη η Αγγλία· αλλ' ούτε αύτη
απήτησεν, ούτε η ουδετέρα κυβέρνησις της Αμερικής
έπραξεν άλλο, ειμή να κηρύξη, ότι όστις των πολιτών της
ηγωνίζετο υπέρ του Καναδά εστερείτο της προστασίας της,
αν έπιπτεν εις χείρας των Άγγλων. Η δε δευτέρα πράξις
υπερέβαινε τους όρους της ουδετερότητος και εδείκνυε
φανεράν μεροληψίαν υπέρ των Τούρκων, διότι κατεδίωκε και
ετιμώρει βαρέως τους αγωνιζομένους μετά των Ελλήνων
Ίονας. Αναμφιβόλως τα καθήκοντα της ουδετερότητος
αναγκάζουν την κυβέρνησιν ή να μη δίδη παντάπασιν, ή να
δίδη τα αυτά βοηθήματα προς τους αλληλομαχούντας. Αλλ' ο
υπήκοος της ουδετέρας Δυνάμεως δεν κείται υπό τον αυτόν
κανονισμόν, και δύναται να βοηθήση επί τη ιδία αυτού
ευθύνη και διά ξίφους και διά παντός άλλου τρόπου τον
αγώνα του ενός ή του άλλου των διαμαχομένων αλλά, καθώς
ούτος δεν έχει δίκαιον ν' απαιτήση την προστασίαν της
κυβερνήσεώς του εν τοιαύτη περιστάσει, διότι πολιτεύεται
παρά την πολιτικήν αυτής, ούτω και η κυβέρνησίς του δεν
έχει άλλο τι κατ' αυτού να πράξη ειμή να τον εγκαταλείψη,
ή και να τον παύση της υπηρεσίας της, αν τύχη υπάλληλός
της. Διά τον λόγον τούτον είδαμεν επί του ελληνικού
αγώνος συστηθείσας αναφανδόν εν πολλαίς επικρατείαις
εταιρίας εξ ιδιωτών εις υποστήριξιν του αγώνος δι'
αποστολής εις Ελλάδα τροφών, χρημάτων, όπλων,
πολεμεφοδίων και πολεμιστών, εν ώ αι επικράτειαι εκείναι
επρέσβευαν και ετήρουν μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος
ουδετερότητα· είδαμεν και πολλούς ευρωπαίους υπό το
όνομα Φ ι λ ε λ λ ή ν ω ν ελθόντας εις Ελλάδα και
πολεμήσαντας, αλλά μηδαμώς κατατρεχθέντας παρά των
ουδετέρων κυβερνήσεών των. Η παραβαίνουσα δε τας αρχάς
και τους όρους της ουδετερότητας δευτέρα αύτη πράξις ήτο
και υπέρ το δέον σκληρά και ασύνετος, διότι μη
αμνηστεύουσα τους ενόχους μήτε και αν μετανοούντες
επανήρχοντο εις τα ίδια, αλλά βάλλουσα και τότε αυτούς
υπό δίκην δεν εθάρρυνε την επάνοδόν των, ήτις ήτον ο
κύριος σκοπός της. Ο λόρδος Βύρων και τόσοι άλλοι Άγγλοι
ησπάσθησαν τον ελληνικόν αγώνα παρά την ουδετερότητα της
κυβερνήσεως των, αλλ' ούτε εις αειφυγίαν κατεδικάσθησαν,
ούτε εις δίκην εισήχθησαν, ούτε των κτημάτων
εστερήθησαν. Η ουδετέρα αυλή της Ρωσσίας εκάθηρε τον
Υψηλάντην ως υπάλληλόν της και τον εγκατέλειψεν ως
υπήκοόν της, αλλ' ουδέν άλλο κατ' αυτού, αν και
αρχιαποστάτου, έπραξεν. Έπταισαν αναμφιβόλως οι
υπογράψαντες την προκήρυξιν Ίονες επονομασθέντες
«αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της
Επταννήσου», και εις φανέρωσιν της αληθείας και
ικανοποίησιν της Πύλης, καθήκον ουδετέρας Δυνάμεως
έπραξεν η κυβέρνησίς των στηλιτεύσασα τον ψευδή τούτον
τίτλον· αλλ' ο μέγας αρμοστής ηκολούθησεν εν ταύτη τη
περιπτώσει τας αρχάς της οργής του, και εφήρμοσε τον
κώδηκα των παθών του· και όμως ουδ' αύτη η πράξις, ουδ'
άλλαι μεταγενέστεραι της αυτής εννοίας ίσχυσαν να
μεταβάλωσι το υπέρ των Ελλήνων φρόνημα και πολίτευμα των
Ιόνων, ων ο φιλογενής ζήλος έμεινε διακαής μέχρι τέλους
του αγώνος εν μέσω απειλών, δημεύσεων, καταδιώξεων και
τιμωριών.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'
&Συνέλευσις εν Καλτετσιαίς και σύστασις πελοποννησιακής
γερουσίας. — Έλευσις του Δημητρίου Υψηλάντου εις Ελλάδα
και διενέξεις αυτού και της γερουσίας.&
ΚΟΙΝΗ επιθυμία συστάσεως γενικής Αρχής εις τακτοποίησιν
των κατεπειγουσών υποθέσεων επεκράτει εξ αρχής του
αγώνος· αλλ' ούτε δυνατή ούτε ωφέλιμος ήτο καθ' ην ώραν
έλαβαν οι Έλληνες τα όπλα τοιαύτη τακτοποίησις, ως
τείνουσα εις το να ελκύση προς τα πολιτικά την προσοχήν
των δυνατών της Ελλάδος, ην απήτει όλην ο πόλεμος.
Συνήθως επί των επαναστάσεων ανατρέπονται τα ενυπάρχοντα
πολιτικά συστήματα, αλλά διατηρούνται τα της δημοσίας
υπηρεσίας, τα συντηρούντα την κοινωνίαν. Αλλ' εν τη
Ελλάδι, καθ' ην ώραν κατεστράφη η εξουσία του σουλτάνου,
συγκατεστράφη και όλη η δημοσία υπηρεσία· ώστε διά μόνης
της επιρροής των προκρίτων των επαρχιών ανεπληρούντο τα
ελλείποντα. Είναι δε παρατηρήσεως άξιον, ότι η ευταξία
διετηρείτο εν ταις επαρχίαις, τα συμφέροντα των πολιτών
δεν έπασχαν και η υπηρεσία ενηργείτο. Επειδή δε εις
σύστασιν της περί ης ο λόγος Αρχής ούτε εθνικήν
συνέλευσιν ούτε τακτικήν εκλογήν πληρεξουσίων επέτρεπεν
η κατάστασις των πραγμάτων, απεφάσισαν οι προκριτότεροι
της Πελοποννήσου, εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και
πολεμικοί, να συστήσωσι προσωρινώς πελοποννησιακήν μόνον
Αρχήν, αλλά και ταύτην όχι διά συνδρομής του λαού, αλλ'
εν τη ιδία εξουσία. Είχε συστηθή εν Καλαμάτα την 25
μαρτίου «μεσσηνιακή γερουσία»· αλλ' ήτο μόνον τοπική του
μέρους εκείνου Αρχή, και εσυστήθη και αύτη διά του
προϊσταμένου της Μάνης. Εις ευόδωσιν δε του προκειμένου
ήδη σκοπού συνήλθαν διάφοροι πρόκριτοι των πλείστων της
Πελοποννήσου επαρχιών εις την επί των ορίων της
Λακεδαίμονος μονήν των Καλτετσιών, ως πλησίον των περί
την Τριπολιτσάν στρατοπέδων,
Μάιος και έχοντες την γνώμην και των εξ αιτίας του πολέμου
απόντων προκρίτων υπέγραψαν την 26 μαΐου πράξιν, ην
εκδίδομεν ολόκληρον, διότι όλα τα πρακτικά της
συνελεύσεως είναι αύτη και μόνη, δεικνύουσα προς τίνα
σκοπόν συνήλθαν οι συγκροτήσαντες αυτήν, εκ τίνων
εσύστησαν την Αρχήν, ην εκάλεσαν πελοποννησιακήν
γερουσίαν, ποίαν εξουσίαν τη έδωκαν και ποίαν διάρκειαν
αυτής ώρισαν.
«Πατρίς·