Ίδιον των αδυνάτων, των δειλών και των τυραννικών

κυβερνήσεων είναι, οσάκις δεν δύνανται να εκδικώνται

τους πταίστας, να παιδεύωσι τους αθώους. Οσάκις ενίκων

οι ένοπλοι Έλληνες, οι υπό τους Τούρκους άοπλοι και

αβλαβείς ομογενείς των έπασχαν. Τα αυτά ανομήματα,

αξιοκατάκριτα βεβαίως όπως και αν θεωρηθώσιν, έπραξαν

και οι Έλληνες· αλλ' ούτοι ήσαν εις πλήρη επανάστασιν και

εις αναρχίαν. Πότε καταδυναστευόμενον έθνος, λαβόν όπλα

κατά του καταδυναστεύοντος, δεν ηνόμησεν, ή δεν έχυσεν

αίματα πταιστών και αθώων ανεξετάστως; Σπανίως κατά

δυστυχίαν υπείκει εις τα εντάλματα της μετριότητος η

αιχμάλωτος του πάθους της εκδικήσεως ανθρώπινος ψυχή.

Αλλ' υπό το σκήπτρον του σουλτάνου, αύται αι Αρχαί ήσαν

αι χείρες της ανομίας και των αιμάτων. Οι Μιτυληναίοι

Χριστιανοί και οι κατά τα πλησιόχωρα παράλια της Ασίας

όχι διότι ήσαν συμμέτοχοι του εμπρησμού του δικρότου,

αλλά διότι έτυχε να κατοικώσι γην, παρ' ην το δίκροτον

εκάη, έγειναν οι τρισάθλιοι θύματα της μανίας των

τουρκικών Αρχών, σφαζόμενοι ανηλεώς, γυμνούμενοι και

πωλούμενοι ως ανδράποδα. Αλλ' η γειτονία εκείνη έμελλε να

γένη συγχρόνως θέατρον άλλων δεινοτέρων συμφορών. Πόλις,

περιέχουσα ψυχάς 30 χιλιάδας, έμελλε ν' αφανισθή όλη,

όχι διότι έλαβεν όπλα κατά της υπόπτου εξουσίας, ούτε

διότι εφάνη άλλως πως αξία καταστροφής, αλλά διότι ήτον

όλη χριστιανική και ικανή και την αιμοχαρή δίψαν της

εξουσίας να σβέση, και την εξ αδίκων πλουτείν επιθυμίαν

της να πληρώση. Η πόλις αύτη είναι αι Κυδωνιαί, γνωσταί

διά την αυτονομίαν και ευνομίαν, διά τα φιλάνθρωπα

καταστήματα, διά το φιλοσοφικόν σχολείον και την

φιλοκαλίαν και ευζωίαν των κατοίκων.

Οι Κυδωνιείς εξ αιτίας της επί της Ασίας θέσεώς των

ενώπιον τόσων μυριάδων Τούρκων, όχι μόνον δεν

επεχείρησαν ν' απελευθερωθώσιν, αλλ' εφρόντισαν και να

καθησυχάσωσι τας υποψίας των Τούρκων διά της διαγωγής

των. Αφ' ης ημέρας απεστάτησαν τα Ψαρά, η τουρκική Αρχή

της Περγάμου, εις ην υπέκειντο αι Κυδωνιαί, υποπτεύουσα

πόλιν τόσον πολυάνθρωπον, και όλην χριστιανικήν,

έστειλεν εις προφύλαξιν τετρακισχιλίους οπλοφόρους,

σκηνώσαντας κατ' αρχάς εκτός αυτής, αλλά πολλούς μετά

ταύτα παρεισελθόντας. Όπου συρροή τουρκικών

στρατευμάτων, εκεί και αταξίαι ατιμώρητοι εν καιρώ

πολέμου· ηνοχλούντο λοιπόν καθ' ημέραν οι Χριστιανοί,

και εκινδύνευαν παρά την θέλησίν των να ταραχθώσιν εξ

αιτίας της διαγωγής των εις προφύλαξιν ελθόντων. Ο

προεστώς της πόλεως Χατσή - Θανάσης υπήγεν εις Πέργαμον

επ' ελπίδι να πείση την Αρχήν εις ανάκλησιν των ατάκτων

στρατευμάτων, αλλά δεν εισηκούσθη.

Ιούνιος Την 2 Ιουνίου η ελληνική μοίρα έπλευσεν εις τα έμπροσθεν

των Κυδωνιών Μοσχονήσια. Ο λαός του μόνου κατοικουμένου

νησιδίου, όλος χριστιανικός, ως και ο των Κυδωνιών,

είχεν ένα μόνον Τούρκου, τον αγάν, ον απεδίωξεν επί τη

παρουσία των ελληνικών πλοίων, ύψωσε την σημαίαν της

ελευθερίας και κατέλαβε το Κλειδί, ό εστι την

συζευγνύουσαν το νησίδιον και την ξηράν γέφυραν, εις

εμπόδιον εισβολής Τούρκων. Το συμβάν τούτο εξηγρίωσεν

έτι μάλλον τα στρατεύματα και έδωκεν αφορμήν εις νέους

φόβους και κινδύνους. Οι δε Κυδωνιείς βλέποντες ότι θα

επάθαιναν τα πάνδεινα, είτε ησυχάζοντες είτε

επαναστατούντες, απεφάσισαν να φύγωσι, και έστειλαν εις

τα Μοσχονήσια τον διδάσκαλον Βενιαμίν, παρακαλούντες τον

ναύαρχον να φροντίση περί μεταφοράς του κινδυνεύοντος

λαού εις Ψαρά· και επειδή πλοία δεν δύνανται να

εισπλεύσωσι διότι τα νερά είναι ρηχά παρά το

λιμενοστόμιον, εστάλησαν λέμβοι εις το ακροθαλάσσιον την

4, και οι Κυδωνιείς ήρχισαν να καταβιβάζωσι τας γυναίκας

και τα τέκνα των. Ταύτα βλέποντες οι Τούρκοι και

εκλαμβάνοντές τα ίσως ως πολεμικάς προετοιμασίας,

εμπόδιζαν βιαίως τους φεύγοντας. Οι κάτοικοι

ηναγκάσθησαν ν' αποκρούσωσι την βίαν διά της βίας· αι δε

λέμβοι όσαι είχαν κανόνια, τα μετεχειρίσθησαν και αύται

κατά των ενοχλούντων τους Χριστιανούς Τούρκων, και ούτως

ήρχισαν εντός της πόλεως την 4 σφαγαί, αρπαγαί,

αιχμαλωσίαι και πυρκαϊαί· το παραθαλάσσιον εσκεπάσθη

προσφύγων, πολλαί γυναίκες έπιπταν εις την θάλασσαν, ίνα

μη πέσωσιν εις χείρας Τούρκων, η πόλις εκαίετο, και όλαι

αι λέμβοι και όλα τα μικρά πλοιάρια των Μοοχονησιωτών

μετέφεραν αδιακόπως και επεσώρευαν εις τα πλοία τους

δυστυχείς Κυδωνιείς, βλέποντας φλεγομένας τας οικίας των

και θρηνούντας την μεγάλην συμφοράν των. Τοιουτοτρόπως

κατεστράφη η λαμπρά των Κυδωνιών πόλις, και οι κάτοικοί

της, όσοι κατέφυγαν εις τα πλοία, μετεκομίσθησαν και

διεσπάρησαν εις διαφόρους νήσους, βιούντες βίον αβίωτον.

Κυβέρνησις, όχι μόνον μη παρέχουσα αλλά και αφαιρούσα τα

εις προφύλαξιν και διάσωσιν κινδυνεύοντος λαού και

καταστρέφουσα επί απλαίς υποψίαις αυτόν, είναι αξία της

κατάρας και του αναθέματος όλων των εθνών και όλων των

αιώνων.

Επί δε τη συμφορά των Κυδωνιών κατεφοβήθησαν όλοι οι

κατοικούντες τα ενδότερα της Ασίας Χριστιανοί και

κατέβαιναν σωρηδόν εις τα παραθαλάσσια, ίνα διασωθώσι

δι' ων εδύναντο τρόπων είς τινας των υπό την ελληνικήν

σημαίαν νήσων. Εγκατέλειψαν και οι Μοσχονησιώται την

πατρίδα των, και κατέφυγαν και αυτοί όπου ημπόρεσαν· ώστε

όλη εκείνη η έως χθες ανθηρά ακτή έγεινε τόπος

ερημώσεως. Τοιαύτη είναι η φύσις των δεσποτικών, των

τυραννικών και των βαρβάρων κυβερνήσεων.

Τα δ' ελληνικά πλοία, αφού ελύτρωσαν τόσον πλήθος,

έπλευσαν την 7 προς την Τένεδον, και επανέπλευσαν

εκείθεν εις τα ίδια· κατήραν δε την 12 τα υδραϊκά εις

τον λιμένα των.

Οι θρασείς ενώπιον των αδυνάτων είναι δειλοί ενώπιον των

δυνατών. Εν ώ τόσα κακά υπέφεραν οι άοπλοι Χριστιανοί,

αι τουρκικαί Αρχαί της Μιτυλήνης τόσον εφοβήθησαν τους

γείτονας των Ψαριανούς εξ αιτίας του εμπρησμού του

δικρότου, ώστε τοις υπεσχέθησαν φόρον, υπό τον όρον να

μη ενοχλώσι την Μιτυλήνην και το μικρόν ναυτικόν της.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των μερών εκείνων μεσούντος του

ιουνίου.

Η δε άλλη μοίρα του ελληνικού στόλου συγκειμένη εκ 12

πλοίων, ήτοι 6 υδραϊκών υπό τον Δημήτρην Βώκον Μιαούλην,

και 6 σπετσιωτικών υπό τον Νικολόν Μπότασην, εξέπλευσεν

επί τη επιμόνω αιτήσει των Πελοποννησίων κατά τον

κορινθιακόν κόλπον προς καταδίωξιν ολίγων τουρκικών

πλοίων αποσπασθέντων της εν Μούρτω ναυτικής δυνάμεως και

μεταπλευσάντων εις τον λιμένα των Πατρών, και προς

άλωσιν της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου διά της συμπράξεως

και των κατά ξηράν δυνάμεων. Εκ των 12 δε τούτων πλοίων,

2, τα του Αναστάση Καλανδρούτσου και τα του Αναγνώστη

Κουλάτση, έμειναν κατά τον διάπλουν έμπροσθεν του

Νεοκάστρου και της Κορώνης προς αποκλεισμόν των φρουρίων

εκείνων·

Μάιος τα δε άλλα, προχωρήσαντα κατά τας Πάτρας, είδαν την 20

μαΐου πλέοντα έμπροσθεν του ακρωτηρίου του Πάπα εις

αποκλεισμόν των Πατρών υπό σημαίαν ελληνικήν 6

δικάταρτα, εξ ων τα 5 γαλαξειδιωτικά και το έν

κεφαλληναίον (γ), και δύο κανονοφόρους· είδαν και μίαν

κορβέταν τουρκικήν πλέουσαν προς τα έξω και επέπλευσαν·

αλλ' αύτη φοβηθείσα εστράφη πλησίστιος προς την

Ναύπακτον. Ανήχθησαν εν τω άμα και τα εν τω λιμένι των

Πατρών 4 τουρκικά δικάταρτα επί τη διά σημείων

προσκλήσει της κορβέτας, και κατέφυγαν και αυτά υπό την

Ναύπακτον. Τόσον δε επί τη εμφανίσει της ελληνικής

ταύτης μοίρας εφοβήθη ο εν Πάτραις Ισούφης, ώστε

ανήγγειλε τοις εισέτι ενδιαμένουσι προξένοις, ότι δεν

ηγγυάτο εις το εξής την ασφάλειάν των και επεθύμει ν'

αναχωρήσωσιν αυθημερόν, διότι ηναγκάζετο να καύση τας

κατοικίας των, μη τας κατάσχωσιν οι εχθροί του. Επί τη

προσκλήσει ταύτη και τη απειλή οι πρόξενοι ανεχώρησαν

όλοι αυθημερόν εμβάντες εις την εν τω λιμένι γαλλικήν

φρεγάταν Arriège. Τα δε ελληνικά πλοία, άτινα εχαιρέτησαν

οι Έλληνες άνωθεν των βουνών ανάψαντες πυρά, διεπέρασαν

αβλαβώς το στενόν στόμιον του κόλπου υπό το εχθρικόν πυρ

των φρουρίων, τα μεν καθ' ην έφθασαν έμπροσθεν των

Πατρών εσπέραν, τα δε την επαύριον· επειράθησαν οι εν

αυτοίς να βλάψωσι τα εχθρικά, αλλά δεν εδυνήθησαν εξ

αιτίας της υπό το πυρ του φρουρίου της Ναυπάκτου θέσεώς

των, και αγκυροβολήσαντες πλησίον έστησαν επί της ξηράς

τρία κανόνια, δι' ων εκτύπουν, αν και αβλαβώς, και την

Ναύπακτον και τα πλοία.

Είχαν ήδη καταβή προς εκείνα τα παραθαλάσσια ικανά

στρατεύματα εις πολιορκίαν της Ναυπάκτου και του

Αντιρρίου. Στερούμενα παντός επιτηδείου εις προσβολήν

φρουρίων και πρόθυμα να επιχειρήσωσί τι, έδραξαν την

ευκαιρίαν της εμφανίσεως των ελληνικών πλοίων, ήλθαν

πλησιέστερον της Ναυπάκτου την 24 και την επαύριον ήρχισε

σφοδρότατος τουφεκισμός και κανονοβολισμός διά ξηράς και

θαλάσσης· τόσον δε εφοβήθησαν οι Τούρκοι, ώστε έβαλαν

πυρ εις την πόλιν και ανέβησαν εις την ακρόπολιν. Την δε

26 υπήγαν οι αρχηγοί του ελληνικού στρατοπέδου εις τον

στόλον, και, συσκέψεως γενομένης, απεφασίσθη η εξ εφόδου

άλωσις του Αντιρρίου. Επί τω σκοπώ τούτω ητοιμάσθησαν

επί των πλοίων 10 κλίμακες, 10 πηχών εκάστη, ας

παραλαβόντες οι αρχηγοί του στρατοπέδου απέβησαν εις την

ξηράν.

Ιούνιος Δευτέρου δε συμβουλίου γενομένου, ωρίσθη ημέρα εφόδου η

6 Ιουνίου. Προτείναντος δε του Διαμαντή Χορμώβα, ενός των

αρχηγών, ν' αναβή πρώτος το τείχος, και αιτήσαντος να

τον ακολουθήσωσιν όσοι προηρούντο, υπεσχέθησαν 400 να

συγκινδυνεύσωσιν. Αλλ' αφ' ού ήλθεν η ώρα της εφόδου και

του κινδύνου και επλησίασαν το τείχος, ο μεν Διαμαντής

ανέβη καθ' ά επρότεινεν, αλλ' ολιγώτατοι τον

ακολούθησαν, και εφονεύθησαν αυτός καί τινες των οπαδών

του. Μετά δε την αποτυχίαν ταύτην οι ναύται, μιμούμενοι

τους εν τη Ερισώ, απέθεσαν έν τινι γαλαξειδιωτικώ πλοίω

ανεπιτηδείως ύλας καυστικάς, και ανάψαντες αυτάς το

έρριψαν την 10 επί τα τουρκικά υπό την οδηγίαν ενός και

μόνου ανδρός, του Γεωργίου Παξινού βαστώντος το

πηδάλιον· αλλά πριν κολλήση το πλοίον, περιεφλογίσθη ο

πηδαλιούχος και έπεσεν εις την θάλασσαν, οι δε εχθροί,

συλλαβόντες αυτόν, τον έψησαν ζώντα ματαιώσαντες και το

επιχείρημά του. Μετά πέντε δε ημέρας εξέπλευσεν η

ελληνική μοίρα, αναπλέουσα εις τα ίδια, και έμειναν

εντός του κόλπου το κεφαλληναίον, τα 5 γαλαξειδιωτικά, έν

σπετσιωτικόν και αι κανονοφόροι· διεπέρων δε τα πλοία

ταύτα συχνώς και αφόβως το στόμιον του κόλπου ενισχύοντα

ποτέ μεν τα εντός, ποτέ δε τα εκτός κινήματα των κατά

ξηράν Ελλήνων, εκπλέοντα μέχρι του ακρωτηρίου του Πάπα

και εμποδίζοντα πολλάκις τα έξωθεν ερχόμενα προς τους εν

Πάτραις Τούρκους βοηθήματα, και την διάβασιν μάλιστα των

Τούρκων εις τας ιονίους νήσους και εις την παραλίαν της

Ηπείρου, αλλά μηδόλως σεβόμενα την ιόνιον σημαίαν· εφ' ώ

οργισθείσα η αρμοστεία εξαπέστειλε ναυτικήν δύναμιν,

ήτις, ευρούσα την νύκτα κατά την Γλαρέντσαν μίαν των δύο

κανονοφόρων και αίφνης επιπεσούσα εφόνευσε δύο ναύτας,

συνέλαβε δύο άλλους και μετέφερεν εις Ζάκυνθον και

αυτούς και την κανονοφόρον εγκαταλειφθείσαν υπό των

λοιπών ναυτών της, εις την ξηράν διασωθέντων. Μετά

τρίμηνον δε φυλάκισιν απελύθησαν οι συλληφθέντες.

Αν η εις τον κορινθιακός κόλπον ναυτική εκστρατεία δεν

έφερε το προσδοκώμενον αποτέλεσμα, εχρησίμενσεν όμως

μεγάλως εις εμψύχωσιν των Ελλήνων και τρόμον των Τούρκων

εκείνου του μέρους, εξ αιτίας της διά πορθμού, ενός και

ήμισυ μιλίου πλάτος έχοντος, τολμηράς και ευτυχούς

διαπεραιώσεως των πλοίων μεταξύ δύο φρουρίων

ακαταπαύστως κανονοβολούντων· συνέτρεξε δε τα μέγιστα και

εις την επανάστασιν της Αιτωλοακαρνανίας. Εν τούτοις,

μαθόντες τα της εκστρατείας ταύτης οι εν τη κατά τον

Μούρτον τουρκική μοίρα, συνέλαβαν αίφνης τινάς

εμπλέοντας Υδραίους και τους εθανάτωσαν, εν οις και τον

Μανώλην Γκιούστον, τον μόνον επιζώντα αδελφόν των εν τω

ναυστάθμω της Κωνσταντινουπόλεως άλλοτε αποκεφαλισθέντων.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'

&Παθήματα των Σμυρναίων, Κυπρίων και Κώων Χριστιανών.&

Μάιος ΚΑΘ' ον δε καιρόν αι τρισάθλιαι Κυδωνιαί έγειναν τόπος

ερημώσεως, δεινά δυστυχήματα έπαθεν η Σμύρνη. Εφάνησαν

τον μάιον εν εκείνη τη πόλει δύο δερβίσαι, οίτινες

περιφερόμενοι τας οδούς και τα καφενεία και παριστάμενοι

ως θεόπνευστοι, ηρέθιζαν τους Τούρκους εις καταστροφήν

των Χριστιανών, ως εχθρών της πίστεώς των και του

σκήπτρου των. Καλή τύχη ο μουτεσελήμης της Σμύρνης

απεμάκρυνε τους ταραξίας ευσχήμως. Τον αυτόν μήνα

συνηθροίσθησαν επί της πλησίον του επιθαλασσίου φρουρίου

πεδιάδος πάμπολλοι ασιανοί Τούρκοι, οι μεν επί

προφυλάξει του μέρους εκείνου από ενδεχομένου

επαναστατικού κινήματος, οι δε επί μεταβάσει εις άλλα

αποστατήσαντα μέρη. Ο αρχηγός του στρατεύματος τούτου,

καθήμενος εντός της πόλεως, το διέταξε να διαμείνη

εκτός. Αλλ' εν ώ ουτος απελάμβανε τας τρυφάς της

μεγαλοπόλεως εκείνης, και εις προμήθειαν τροφών επέβαλλε

συχνάκις βαρείς φόρους, το στράτευμα του ελίμωττε, και

εκ ταύτης της αιτίας διεσπάρη εις όλα τα περίχωρα, εχύθη

και εις αυτήν την πόλιν την 23 παρά τας διαταγάς του

ανωτέρου του, έτρεξεν εις τας αποθήκας των αρτοποιών και

λοιπών τροφοπωλών, έπραξε παντός είδους αταξίας,

εφόνευσε δύο Χριστιανούς και ηπείλει αυθημερόν γενικήν

καταστροφήν. Οι Χριστιανοί, έμφοβοι και απροστάτευτοι,

αφήκαν όλοι τα έργα των, άλλοι εκλείσθησαν εν ταις

οικίαις των, άλλοι έτρεξαν εις το παραθαλάσσιον, και η

μεγάλη εκείνη πόλις εφαίνετο μεγάλη ερημία. Την εσπέραν

δε της αυτής ημέρας είς των περιφερομένων γενιτσάρων,

διψών Χριστιανικόν αίμα και μη ευρίσκων Χριστιανόν εν

ταις οδοίς, έρριψε μίαν πιστολίαν απροσέκτως και ασκόπως

και εκτύπησε κατά τύχην διαβαίνοντά τινα μωαμεθανόν

Κρήτα. Ο γενίτσαρος, φοβούμενος μη πάθη ως φονεύς, ή

προθέμενος ίσως την καταστροφήν της πόλεως, ερωτηθείς

περί του συμβάντος, είπεν, ότι η πιστολία έπεσεν έκ

τινος χριστιανικής οικίας. Η ψευδής αύτη μαρτυρία του

ενόχου ήρκεσε να εκθέση εν τω άμα εις τον έσχατον

κίνδυνον την εν η εγένετο ο φόνος συνοικίαν, και τόσος

ήτον ο επικρατών τρόμος, ώστε οικογένειά τις του δυτικού

δόγματος, ό εστιν, ο ανήρ, η γυνή, ο υιός, τέσσαρες

θυγατέρες και έν βρέφος θηλάζον, φοβούμενοι μη πέσωσιν

εις τας χείρας των κακούργων, σπώντων τας θύρας των

γειτονικών οικιών, ανέβησαν επί της οροφής της οικίας

των όλοι, και πηδώντες από παρωροφίδος εις παρωροφίδα

έφθασαν είς τινα απολήγουσαν εις στενωπόν· συνέδεσε τότε

ο δυστυχής πατήρ την παρωροφίδα ταύτην και την απέναντι

επιρρίψας σανίδα, και τοιουτοτρόπως τρέμοντες μη πέσωσι

κάτω και συντριβώσιν, επέρασαν όλοι πατούντες επί του

σειομένου εκείνου συστεγάσματος, και τουφεκιζόμενοι

κάτωθεν υπό των Τούρκων ως πτηνά πετώντα, κατήντησαν είς

τινα ευρωπαϊκήν οικίαν, όπου διεσώθησαν.

Ο δε διοικητής, αφ' ού είδεν ότι αι προσταγαί και αι

απειλαί του δεν ίσχυσαν, εξήλθε μεθ' όλης της φρουράς

εις παύσιν των δεινών, και μόλις κατώρθωσε να

περιορισθώσιν οι άτακτοι εντός της τουρκικής συνοικίας,

αφ' ού τρεις ώρας διήρκεσαν αι αταξίαι, είκοσιν οικίαι

επατήθησαν και εγυμνώθησαν και είκοσιν άθλιοι Έλληνες

εφονεύθησαν. Μετά τα παθήματα ταύτα πολλοί των Χριστιανών

ήρχισαν να επανέρχωνται εις τας οικίας των, θαρρυνθέντες

υπό της καλής διαθέσεως της τοπικής Αρχής, αλλ' έπαθαν

μετ' ολίγον χειρότερα (α).

Κατ' εκείνας τας ημέρας διεδόθη φήμη, ότι η Ρωσσία

εκήρυξε πόλεμον κατά της Τουρκίας. Η ψευδής αύτη φήμη

έβαλε πάλιν άνω κάτω την πόλιν· και οι υπό την ρωσσικήν

προστασίαν, φοβηθέντες, κατέφυγαν οι μεν εις άλλα

προξενεία, οι δε εις πλοία· ουδ' αυτός δε ο πρόξενος της

Ρωσσίας ήτον ασφαλής επί της ξηράς. Οι δε δυστυχείς

Έλληνες, ους εθεώρουν οι Τούρκοι όλους Ρώσσους,

εκρύπτοντο όπου ημπόρουν. Δισχίλιαι ψυχαί κατέφυγαν εις

μόνον το υπό τον γενναίον και φιλάνθρωπον Δαυίδ γαλλικόν

προξενείον. Μόλις εψεύσθη η περί του πολέμου φήμη, και

συνέπεσαν κακή τύχη άλλα περιστατικά, εξαγριώσαντα πάλιν

τους διψώντας την καταστροφήν των Χριστιανών.

Ιούνιος Προ πολλών ημερών ευρίσκετο εν τω λιμένι της Σμύρνης

ρωσσικόν πλοίον εμπορικόν. Την 3 Ιουνίου, ό εστι τας

ημέρας των ταραχών, το πλοίον ητοιμάσθη εις απόπλουν.

Επί τη ειδήσει ταύτη συνήχθησαν οι Τούρκοι εις τον

αιγιαλόν, το εμπόδισαν λέγοντες, ότι μετεκόμιζε

πολεμεφόδια εις την Ελλάδα, και εζήτησαν την άδειαν να

το επισκεφθώσι· το επεσκέφθησαν δις και τρις· και μη

ευρόντες ό,τι υπώπτευαν, το απέλυσαν. Αλλά την αυτήν

ημέραν εγνώσθη ο εν Ερισώ εμπρησμός του δικρότου. Οι

Τούρκοι εξεμάνησαν επί τούτω, εχύθησαν εις διάφορα μέρη

της πόλεως και εφόνευαν αδιακρίτως τους προστυχόντας

Χριστιανούς, ανυπόπτως εν τη πόλει περιφερομένους. Την

νύκτα ήλθεν η είδησις της καταστροφής των Κυδωνιών. Η

είδησις αύτη ήλθε παρηλλαγμένη ή εξ αγνοίας ή εκ

κακοβουλίας· ελέγετο, ότι οι Κυδωνιείς, βοηθούμενοι υπό

του ελληνικού ναυτικού, έδωκαν την πρώτην αφορμήν

σφάξαντες τους εν τη πόλει Τούρκους και προκαλέσαντες

την εισβολήν των έξω τουρκικών στρατευμάτων. Μόλις

εξημέρωσε, και ήρχισε νέα σφαγή εξ αιτίας της ειδήσεως

ταύτης, και τόσον αίμα αθώον εχύθη, ώστε οι επί των

άλλων ημερών φόνοι εφαίνοντο μικρού λόγου. Επειδή δε δεν

εύρισκαν πλέον οι δήμιοι Χριστιανούς εν ταις οδοίς εις

σφαγήν, υπήγαν τινες αυτών να πατήσωσι το Ρωσσικόν

προξενείον. Οι δε εις φύλαξιν αυτού γενίτσαροι

εφοβήθησαν και έφυγαν αφήσαντές το απροστάτευτον. Καλή

τύχη ήλθαν λέμβοι ένοπλοι διαφόρων ευρωπαϊκών πλοίων εις

υπεράσπισίν του, έπεσε και μία κανονία έκ τινος πολεμικού

ευρωπαϊκού πλοίου εις απλούν φόβον, και τοιουτοτρόπως οι

μεν απειλούντες το προξενείον διεσκορπίσθησαν, ο δε

πρόξενος και οι περί αυτόν διεσώθησαν εις τα πλοία κακώς

έχοντες. Οι κακούργοι υπήγαν μετ' ολίγον εις το γαλλικόν

προξενείον ζητούντες να τοις παραδοθώσιν οι εις αυτό

καταφυγόντες δισχίλιοι Χριστιανοί. Αντέστη ο πρόξενος

γενναίως· ήλθαν και ένοπλοι λέμβοι βασιλικού τινος

γαλλικού πλοίου ευρεθέντος εν τω λιμένι, και ούτω

διεσώθησαν οι κινδυνεύοντες. Μη ευχαριστούμενοι δε οι

άνθρωποι των αιμάτων να φονεύωσι σποράδην, συνέλαβαν την

τρομεράν ιδέαν γενικής σφαγής· αλλ' εις πραγματοποίησιν

τοιούτου τολμήματος έκριναν αναγκαίον να προκαλέσωσι

πράξιν νομιμοποιούσαν το μελετώμενον και υπήγαν προς τον

μουλάν ζητούντες τον αναγκαίον φετφάν· ανετριχίασεν ο

ευσυνείδητος μουλάς ακούσας τοιαύτην αίτησιν, την

απέρριψε, και τους επέπληξεν. Εφρύαξαν οι επιπληχθέντες

διά την παρακοήν του μουλά· και, εν ώ αυτός ο σουλτάνος

σέβεται το τάγμα των ανθρώπων τούτων ως τάγμα υπηρετών

του νόμου και της θρησκείας, ούτοι τον εσκότωσαν. Μετά

το μέγα τούτο ανοσιούργημα εσκότωσαν και τον αγιάνην και

άλλους Τούρκους κατακρίνοντας τας πράξεις των· αβλαβείς

δε αφήκαν τον μουτεσελήμην και τον αρχηγόν των· διότι ο

μεν πρώτος, φοβούμενος την οργήν των, δεν εφέρετο ως

πρότερον, ο δε άλλος εθεωρείτο ως υποκινητής των

πραττομένων. Εξ όσων δε συνέβησαν, ενόμιζεν έκαστος των

εν Σμύρνη, ότι έφθασεν η τελευταία ώρα όλων των εκεί

Χριστιανών· αλλά έπαυσαν παρά πάσαν προσδοκίαν οι φόνοι

περί την εσπέραν, και η πόλις απέφυγεν ως εκ θαύματος τα

επαπειλούμενα δεινά.

Την δε επιούσαν ηθέλησαν οι αλιτήριοι να επισκεφθώσι και

τετάρτην φοράν το υπό ρωσσικήν σημαίαν πλοίον,

ανακομισθέν εις τον λιμένα την παρελθούσαν νύκτα· αλλ'

ουδέ τότε ηύραν πολεμεφόδια· ηύραν όμως κατά δυστυχίαν

50 επιβάτας Έλληνας, εν οις καί τινας Ίονας· και τούτους

μεν παρέδωκαν αβλαβείς τω προξένω της Αγγλίας, τους δε

λοιπούς απεβίβασαν, και τους μεν έσφαξαν, τους δε

εδημοπράτησαν.

Μετ' ολίγας δε ημέρας, επειδή απηγορεύετο πας είσπλους

και έκπλους, έρριψεν άγκυραν εκτός του λιμένος πλησίον

του φρουρίου σαρδηνικόν πλοίον, και ήρχισε να επιβιβάζη

κρυφίως επί αδρά τιμή Έλληνας, ίνα τους μετακομίση είς

τινας των ελευθέρων νήσων προς ασφάλειαν. Εμπόδισεν η

Πύλη πρό τινων ημερών διά φιρμανίου την φυγήν των

Ελλήνων, και απηγόρευσε να δέχωνται τους φυγάδας

ευρωπαϊκά πλοία· διέταξε δε και νηοψίαν και επέβαλε

ποινήν την δήμευσιν των δεχομένων τοιούτους επιβάτας·

διέταξε δε ταύτα πάντα συναινέσει των εν

Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων, οίτινες απέστειλαν τοιαύτας

οδηγίας προς όλους τους κατά την οθωμανικήν επικράτειαν

προξένους· μόνος δε ο της Ρωσσίας δεν συνήνεσεν. Αι

τουρκικαί Αρχαί όλων των μερών της επικρατείας εγίνωσκον

και την διαταγή της Πύλης και τας περί τούτου δοθείσας

τοις προξένοις οδηγίας· Δι' ο μαθούσαι αι της Σμύρνης,

ότι το σαρδηνικόν πλοίον μετήρχετο το απηγορευμένον

τούτο έργον, έστειλαν δικάταρτον αλγερινόν ευρεθέν εν τω

λιμένι εις σύλληψίν του. Το σαρδηνικόν είχεν ανελκύσει

την άγκυραν προ μιας ώρας, αλλά δεν εδυνήθη ν'

απομακρυνθή διά την επικρατούσαν νηνεμίαν· βλέπον δε τον

επικείμενον κίνδυνον κατέφυγεν υπό την προστασίαν της

γαλλικής φρεγάτας Jeanne d' Arc. Ο Αλγερινός απήτει το

πλοίον· αλλ' ο διοικητής της φρεγάτας ανένευεν· επί

τέλους ενεκρίθη ν' αποφασισθή τι μέλλει γενέσθαι παρά

του προξένου της Γαλλίας και των επί της ξηράς τουρκικών

Αρχών. Εν ώ δε ταύτα διεπραγματεύοντο, οι επί του

σαρδηνικού πλοίου διακόσιοι επιβάται Έλληνες

μετεκομίσθησαν ασφαλείας χάριν εις την φρεγάταν, αλλά

μετ' ολίγον εστάλησαν εις το γαλλικόν προξενείον προς

αποφυγήν της εις τον πλοίαρχον επικειμένης ευθύνης. Ο δε

πρόξενος, μη δυνάμενος ν' αντείπη εις τας οδηγίας τους

και πιστεύσας εις τας απατηλάς υποσχέσεις των τουρκικών

Αρχών περί της ασφαλείας των ανθρώπων φοβηθείς δε μη

πατηθή και το προξενείον και δοθή αφορμή να καή ίσως και

η πόλις, καθώς ελέγετο, αν επροστάτευε τους δυστυχείς

εκείνους, ενέδωκεν εν άκρα θλίψει, και παρέλαβαν οι

Τούρκοι τους επιβάτας και το πλήρωμα του σαρδηνικού

πλοίου· και οι μεν επιβάται, άλλοι εφονεύθησαν και άλλοι

εξηγοράσθησαν· εκ δε των του πληρώματος, επτά μετά του

πλοιάρχου, υπηκόων όλων ξένης Δυνάμεως, τρεις

απεκεφαλίσθησαν, δύο κατεσπαράχθησαν, ο δε πλοίαρχος και

είς ναύτης εκρεμάσθησαν· εις χλευασμόν δε της Ευρώπης

έβαλαν εν τω στόματι αυτών οι αγχονισταί σ ι γ ά ρ ο ν

(β). Τοιούτον έφερεν αποτέλεσμα η αισχρά και

αδικαιολόγητος συναίνεσις εις τας ορέξεις της Πύλης των

εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων, καταισχυνάντων τας

σημαίας των βασιλέων αυτών επ' ολέθρω της καταδιωκομένης

και πασχούσης ανθρωπότητος. Ημάρτησαν οι πρέσβεις

φιλανθρώπων και Χριστιανών βασιλέων αμάρτημα μέγα

συντρέξαντες χάριν της Πύλης εις τα δεινά των ομοπίστων

αυτών διά των προς τους προξένους χρήσιν του δικαιώματος

της νηοψίας οδηγιών, διότι ήξευραν, εξ ων ήκουαν και

έβλεπαν, ότι το δικαίωμα της νηοψίας ήτο παρά τοις

Τούρκοις δικαίωμα σφαγής. Χρέος είχαν να προστατεύωσιν

αδιακρίτως αθώους και αόπλους είτε Τούρκους είτε

Χριστιανούς, μη καταδικαζομένους υπό τινος νόμου,

προστρέχοντας υπό την σκέπην των σημαιών των εις

αποφυγήν της φανεράς και αδίκου σφαγής ή του

ανδραποδισμού.

Εκ των εν Σμύρνη οδυνηρών συμβάντων μεταφέρομεν τον λόγον

εις τα εν Κύπρω και Κω οδυνηρότερα· παρατρέχομεν δε άλλα

άλλων μερών εις αποφυγήν επαναλήψεως των αυτών δεινών,

και διότι όσα διηγούμεθα είναι ικανά αυτά μόνα να

δείξωσιν υπό ποίας τίγρεις ετέλουν οι άθλιοι Χριστιανοί.

Η Κύπρος είχεν επί της επαναστάσεως κατοίκους εκατόν

χιλιάδας, εξ ων εικοσακισχίλιοι ήσαν Τούρκοι, οι δε

λοιποί, εκτός ολίγων Εβραίων, Χριστιανοί. Δεκακισχιλίους

Τούρκους και πεντακισχιλίους Χριστιανούς είχεν η

Λευκωσία, η πρωτεύουσα της νήσου· έδρευε δ' εν αυτή ο

μουτεσελήμης της νήσου, ο αλαήμπεης, ο γενιτσάραγας, ο

μουφτής, οι γενικοί δημογέροντες και ο αρχιεπίσκοπος ο

και μ α κ α ρ ι ώ τ α τ ο ς. Η νήσος είχε και άλλους

τρεις αρχιερείς, τον Πάφου, τον Κιτίου, και τον Κερηνίας

εδρεύοντας εν ταις επαρχίαις των.

Η Πύλη επί της εκρήξεως της επαναστάσεως διέταξε τον

πασάν του Ακρίου να μεταβιβάση εις Κύπρρν στρατεύματα

και έδωκε συγχρόνως πλήρη άδειαν τω μουτεσελήμη να σφάξη

όσους των Χριστιανών έκρινεν αξίους σφαγής.

Λαβών ο τότε μουτεσελήμης Κουτσούκ - Μεχμέτης τοιαύτας

διαταγάς, τας εκοινοποίησε τοις εντοπίοις Τούρκοις επί

μυστικού συμβουλίου. Πρόθυμοι ούτοι να θεραπεύσωσι την

κατά των Χριστιανών λύσσαν των και ν' ασφαλίσωσιν ίσως,

ως ενόμιζαν, και τα συμφέροντα και την ύπαρξίν των,

επήνεσαν ως σωτήριον την πρόνοιαν της κυβερνήσεως και

εγνωμοδότησαν να θυσιασθώσιν εις πλήρη διατήρησιν της

ασφαλείας της νήσου όχι μόνον οι τέσσαρες αρχιερείς και

ολίγοι τινές των εγκρίτων Χριστιανών κατά την πρότασιν

του μουτεσελήμη, αλλ' όλοι όσοι, είτε διά περιουσίαν

είτε διά παιδείαν είτε δι' άλλην αιτίαν, είχαν επιρροήν

επί των ομοεθνών των και εδύναντο να τους ωθήσωσιν εις

επανάστασιν. Επί τούτοις συνέταξαν μακρόν κατάλογον

προγραφής συμπαραλαμβάνοντες αναμφιβόλως και όσους

έκαστος εμίσει ή όσων επεθύμει να οικειοποιηθή επί μικρά

τιμή την περιουσίαν. Ο μουτεσελήμης ηύρεν υπέρμεγαν τον

αριθμόν των εν τω καταλόγω και ανωφελή την θυσίαν πολλών

εξ αυτών ως ασημάντων· αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι, ιδόντες

ότι εδίσταζε, τον ηπείλησαν λέγοντες, ότι ήτον

υπεύθυνος, αν ένεκα της τοιαύτης επιεικείας απεστάτει η

νήσος. Διαρκούσης δε της λογοτριβής περί του ποσού και

του ποιού των θυμάτων, κατήχθη εις την νήσον ο

αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς Κύπριος, και μείνας επί

του πλοίου διέδωκεν επιστολάς και προκηρύξεις

προτρεπτικάς εις επανάστασιν. Αι προκηρύξεις έπεσαν εις

χείρας του μουτεσελήμη και συνετέλεσαν εις το να τον

πείσωσι να εκτελέση τας διαταγάς της κυβερνήσεώς του και

τας επιθυμίας των εντοπίων αγάδων· αλλά, φοβηθείς μήποτε

η θυσία τοσούτων και τοιούτων επιφέρη ταραχήν, ανέβαλε

την εκτέλεσιν μέχρι της αφίξεως της αναμενομένης

στρατιωτικής δυνάμεως.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α · 第 17 / 25 段