«Ημείς, το Ελληνικόν έθνος των Χριστιανών, βλέποντες ότι

μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος, και σκοπεύει όλεθρον

εναντίον μας πότε μ' ένα πότε μ' άλλον τρόπον,

απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν' αποθάνωμεν όλοι ή να

ελευθερωθώμεν, και τούτου ένεκα βαστούμεν τα όπλα εις

χείρας ζητούντες τα δικαιώματά μας. Όντες λοιπόν βέβαιοι

ότι όλα τα χριστιανικά βασίλεια γνωρίζουν τα δίκαια μας,

και όχι μόνον δεν θέλουν μας εναντιωθή, αλλά και θέλουν

μας συνδράμει, και ότι έχουν εις μνήμην ότι οι ένδοξοι

πρόγονοί μας εφάνησάν ποτε ωφέλιμοι εις την ανθρωπότητα,

διά τούτο ειδοποιούμεν την εκλαμπρότητά σας, και σας

παρακαλούμεν να προσπαθήσετε να ήμεθα υπό την εύνοιαν

και προστασίαν του μεγάλου κράτους τούτου».

Αν και οι εν Πάτραις Τούρκοι και προέβλεπαν και προέλεγαν

τας ταραχάς, ημέλησαν διόλου το φρούριόν των· εξ αιτίας

της συνήθους απρονοησίας των, και μηδέ τας δεξαμενάς του

καν εφρόντισαν να καθαρίσωσι και γεμίσωσιν ώστε μετά δύο

ημέρας αφ' ού εκλείσθησαν, εδίψασαν, διότι οι Έλληνες

έκοψαν το υδραγωγείον, εκυρίευσαν και τας παρά το

φρούριον τουρκικάς οικίας, και δεν τους άφιναν μήτε να

προκύπτωσι μήτε τα κανόνια να γεμίζωσιν ειμή υπό το

σκότος της νυκτός. Διεκρίνετο ως τολμηρότερος των άλλων

ο Καρατσάς· τα μέγιστα δε διέπρεψε και ο Σταμάτης

Κουμανιώτης, θύμα πεσών της τόλμης του την ημέραν της

εις την πόλιν εισόδου. Τολμηροί οι Έλληνες τας πρώτας

ημέρας και ενθουσιώντες έστησαν κατά του Φρουρίου έξ

κανόνια μετακομισθέντα εκ των εν τω λιμένι Ιονίων

πλοίων, και ήρχισαν να υπονομεύωσι μετά πολλής προθυμίας

και επιτυχίας εις ανατροπήν του· αλλά μαθόντες οι

έμφρουροι εν καιρώ προς ποίον μέρος δευθύνετο η

υπόνομος, την εματαίωσαν δι' ανθυπονόμου ολίγον

απέχουσαν των βάθρων του φρουρίου (β). Πριν δε ματαιωθή

το επιχείρημα τούτο, οι αρχηγοί έλαβαν γράμματα του

Πανουργιά, ενός των οπλαρχηγών της στερεάς Ελλάδος,

λέγοντα, ότι εφόνευσε καθ' οδόν ταχυδρόμον του εκ Σερρών

Ισούφη ηγεμόνος της Ευβοίας επανερχομένου εξ Ιωαννίνων

εις την ηγεμονείαν του, και ανέγνωσε τα προς τας

τουρκικάς Αρχάς της νήσου εκείνης γράμματά του

διαλαμβάνοντα, ότι φθάσας εις Βραχώρι έμαθε τα εν Πάτραις

συμβάντα, και ότι διέκοπτε την οδοιπορίαν του και

μετέβαινεν εκεί εις υπεράσπισιν των ομοπίστων του.

Κατεταράχθησαν επί τη ειδήσει ταύτη οι προύχοντες

Αχαιοί, την εφύλαξαν μυστικήν, ίνα μη φοβίσωσι τους

οπαδούς των, και έσπευσαν να ειδοποιήσωσι τον εν τη

επαρχία του Ζυγού περιφερόμενον ως κλέπτην Μακρήν και να

τον παρακινήσωσιν εν ο ν ό μ α τ ι - τ η ς - Α ρ χ ή ς,

να κτυπήση τον Ισούφην διαβαίνοντα τα προς την Ναύπακτον

στενά. Ο Μακρής απεκρίθη ότι δεν εδύνατο να πράξη τι

άνευ της γνώμης των προεστώτων του Μεσολογγίου και, των

οπλαρχηγών της Αιτωλοακαρνανίας· αλλ' ο Ισούφης κατήλθε

μετά τριακοσίων οπλοφόρων εις Μεσσολόγγι, και κατέπλευσεν

εις Αντίρριον, όθεν έστειλεν εις Πάτρας τον κεχαγιάν του

υπ' άλλο όνομα πενιχρά φορούντα ίνα μη κακοπάθη

γνωρισθείς. Έφερε δε ούτος πρός τινας των προξένων

γράμματα του πασά αιτούντος την σύμπραξίν των εις

κατάπαυσιν των ταραχών, και είχεν εντολήν να καθησυχάση

τους Χριστιανούς, επί υποσχέσει, ότι θα υπεστήριζεν ο

πασάς εντόνως τα δίκαια παράπονά των κατά των εντοπίων

Τούρκων.

Ο πρέσβυς ούτος ανέβη αβλαβής υπό συνοδίαν Ελλήνων εις το

επί της εν τη πόλει ανόδου πρωσσικόν προξενείον, όπου

ανεγνώσθησαν τα γράμματά του· αλλ' απεπέμφθη άπρακτος

και ανενόχλητος, αποκριθέντων των Ελλήνων, ότι εχλεύαζαν

τας υποσχέσεις, κατεφρόνουν και τας απειλάς του πασά

του. Ο πασάς ακούσας την απόκρισιν των Πατρέων

διεβιβάσθη εις Ρίον όπου διέμεινε δύο ημέρας αγνοών την

κατάστασιν των πραγμάτων. Μαθών δε τα πάντα και ότι το

φρούριον έπιπτε διά λειψυδρίαν, αν δεν επρόφθανε να λύση

την πολιορκίαν, εκίνησε, την κυριακήν των Βαΐων πρωί (3

απριλίου), και εισήλθεν ανεμπόδιστος, διότι οι επί της

μεταξύ οδού τοποθετηθέντες υπό τον Ροδόπουλον

Βοστιτσάνοι εις εμπόδιον της μεταβάσεως έφυγαν αμαχητί,

οι δε λοιποί οι προς το Βλατερόν, το κάτω μέρος της

πόλεως, εγκατέλειψαν τας θέσεις των και εισήλθαν επί

λεηλασία εις την πόλιν, όπου οι εντόπιοι Τούρκοι, καθ'

ην ημέραν κατέφευγαν εν βία εις το φρούριον, αφήκαν τα

δυσκόμιστα πράγματά των. Εισελθών δ' ο πασάς ηύρε τους

Τούρκους εν άκρα αμηχανία, τους εθάρρυνε, και επειδή η

λύσις της πολιορκίας ήτον η μόνη σωτηρία των, τους

παρέλαβεν όλους, και εξελθών ήρχισε να καίη πρώτον τα

προς το φρούριον άκρα της πόλεως, και πολεμών να προχωρή

και να καίη και τα ενδότερα. Οι δε οπλοφόροι χωρικοί,

όλοι απειροπόλεμοι, αφιλότιμοι και κωφεύοντες εις τας

πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών, έφυγαν αισχρώς

απέμπροσθεν του εχθρού, αφήσαντες και την πόλιν και τα

κανόνια και αυτά τα πολεμεφόδια εις χείρας του. Μόνον οι

αδελφοί Κουμανιώται και οι παρευρεθέντες Ξηρομερίται

Χασαπαίοι εκλείσθησαν μετ' ολίγων εντός τινων οικιών

προς την Αλεξιώτισσαν και την Αγίαν Παρασκευήν, και αφ'

ού επολέμησαν γενναίως και ευτυχώς φονεύσαντές τινας

εχθρούς, έφυγαν αβλαβείς. Οι δε αρχηγοί, βλέποντες την

λειποταξίαν των οικείων και την πρόοδον των εχθρών,

εγκατέλειψαν και αυτοί ην κατείχαν θέσιν κατά τον άγιον

Γεώργιον, και κατέλαβαν άλλην κατά την Οδηγήτριαν,

ματαίως προσπαθούντες να συγκεντρώσωσί τινας· αλλά μετ'

ολίγον έφυγαν και εκείθεν έμφοβοι και περίλυποι διά την

ατυχή έναρξιν των αγώνων των, και έτι μάλλον διά την

δειλίαν και πολεμικήν απειρίαν των χωρικών, διά την

φιλάρπαγα και αφιλότιμον διάθεσίν των, και διά την προς

τους αρχηγούς απείθειάν των. Το εσπέρας δε της αυτής

ημέρας εφάνη έμπροσθεν του λιμένος των Πατρών πλοίον

τουρκικών, εχαιρέτησε το φρούριον, αντεχαιρετήθη, και

ηύξησεν εμφανισθέν τον πανικόν φόβον. Τοιουτοτρόπως η

εμπορικωτέρα και πλουσιωτέρα πόλις της Πελοποννήσου, η

μία των δύο επαναστατικών εστιών, καθ' ην πρώτον υψώθη

το σύμβολον της ελευθερίας, κατεστράφη εκ πρώτης

αφετηρίας παραδοθείσα εις πυρ και εις λεηλασίαν· και οι

μεν δυστυχείς κάτοικοι, άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι

εσφάγησαν, και άλλοι διεσώθησαν φεύγοντες γυμνοί και

άποροι εις Επτάννησον. Οι δε ολίγοι Τούρκοι, νικηταί

τόσου πλήθους, διεσκορπίσθησαν εις τα χωρία,

συλλαμβάνοντες και φονεύοντες τους φεύγοντας, και φρίκην

διασπείροντες (γ).

Επί των δεινών δε τούτων περιστάσεων τινές των προξένων,

και κατ' εξοχήν ο της Γαλλίας, Πουκεβίλλος, εφάνησαν

άξιοι παντός επαίνου, και ετίμησαν τας σημαίας των

ανοίξαντες τας οικίας των εις καταφυγήν και σωτηρίαν

πλήθους ανδρών και γυναικών καταδιωκομένων και

κινδυνευόντων, και εις διάσωσιν της περιουσίας των. Αλλ'

εν ώ ούτοι εφέροντο τόσον γενναίως και φιλανθρώπως προς

τους πάσχοντας, τινές, απορίμματα της Ιταλίας και της

Επταννήσου, οπλισθέντες δήθεν υπέρ ελευθερίας,

κατήντησαν εις τόσην κακοήθειαν, ώστε εφέροντο προς τους

αθλίους Πατρείς ως Τούρκοι. Άλλοι δε αν και υπό γαλλικήν

προστασίαν, ησέβησαν και εις αυτήν την προστάτριαν

σημαίαν, ηγνωμόνησαν και εις αυτόν τον ευεργέτην των

Πουσεβίλλον, ήρπασαν παρρησία την διασωθείσαν εκ των

χειρών των Τούρκων και διατηρουμένην εν των προξενείω

περιουσίαν των Πατρίων, και ηνάγκασαν και αυτόν τον

Πουκεβίλλον να εγκαταλείψη το προξενείον και καταφύγη

είς τι αγγλικόν πλοίον ευρεθέν εν τω λιμένι των Πατρών,

αίροντες μιαιφόνον χείρα και κατ' αυτού.

Μάρτιος Αν και απέτυχε το εν Πάτραις πρώτον τούτο επαναστατικόν

κίνημα, η επανάστασις διεδόθη από άκρου εις άκρον της

Πελοποννήσου. Πρώτη η Μάνη, μαθούσα τα συμβάντα ταύτα,

εχύθη την 23 μαρτίου εις Καλαμάταν υπό την αρχηγίαν του

ηγεμόνος της Πετρόμπεη, ανδρός αξιοσέβαστου διά τας

κοινωνικάς αρετάς του, και την επ' αγαθώ της Ελλάδος

χρήσιν της ηγεμονίας του. Εξεπλάγησαν οι εν Καλαμάτα

Τούρκοι ιδόντες εν τη πόλει τόσα πλήθη ενόπλων, και

μαθόντες τον σκοπόν της εκστρατείας, παρέδωκαν τα όπλα

και τα πράγματά των, παρεδόθησαν και αυτοί επί ασφαλεία

ζωής και τιμής και δεν εκακόπαθαν. Τούτου δε γενομένου,

εψάλη πάνδημος δοξολογία επί τον παραρρέοντα ποταμόν,

και έγεινε δέησις προς τον Κύριον των Δυνάμεων υπέρ

ενισχύσεως των υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνιζομένων.

Διεσπάρησαν δ' εκείθεν διάφοροι οπλαρχηγοί εις διάφορα

μέρη. Ο δε Πετρόμπεης, θεωρούμενος ως ο γενικός αρχηγός,

εκάθησεν εν τη πόλει εκείνη, όπου εσυστήθη τοπική

διοίκησις (Γερουσία), ήτις συνεδρίασε κατά πρώτην φοράν

την 28, καθ' ην εξέδωκε κήρυγμα προς την Ευρώπην, εν ώ

εξέθετε τα αίτια της επαναστάσεως και τας επί την

συνδρομήν της Ευρώπης ελπίδας της αναδεχθείσης τον υπέρ

ελευθερίας αγώνα της Ελλάδος (δ).

Αφ' ού η φωνή της ελευθερίας ήχησε καθ' όλην την

Πελοπόννησον, οι ενδιατρίβοντες Τούρκοι, πτοηθέντες και

υποπτεύοντες ξένην χείρα υποκινούσαν τους Έλληνας,

εγκατέλειψαν τας ατειχίστους πόλεις, και υπό μηδενός

καταδιωκόμενοι έτρεχαν εις τα διάφορα φρούρια συν

γυναιξί και τέκνοις προς ασφάλειαν.

Οι κατοικούντες τα Μπαρδουνοχώρια της Λακεδαιμονίας

Τούρκοι είχαν μεγάλην και δικαίαν φήμην ανδρίας,

ετάρατταν συχνά την Πελοπόννησον, και εφόβιζαν και αυτάς

τας τουρκικάς Αρχάς, άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι, άλλοτε

ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί. Αλλά κατά ταύτην

την περίστασιν φόβος πανικός κατέλαβεν αυτούς όλους.

Είχαν πολλούς και δυνατούς πύργους και τροφάς αφθόνους·

αλλ' εις ουδέν τα ελογίσθησαν εξ αιτίας του ακολούθου

περιστατικού.

Παρευρέθησαν κατ' εκείνας τας ημέρας πλοία τινα ελληνικά

εμπορίου χάριν εν Μαραθωνησίω. Ο Κυριακούλης

Μαυρομιχάλης, όστις είχε σχέσεις προς τους Μπαρδουνιώτας

και δεν έπαυε γράφων αυτοίς, αρξαμένης της επαναστάσεως,

ότι ήρχετο η Φ ρ α γ κ ι ά να κυριεύση την Ελλάδα, και

ότι Φ ρ ά γ κ ο ι εκίνησαν την επανάστασιν, διέτριβεν

εκείνας τας ημέρας εν Μαραθωνησίω, και κραιπάλων διέταξε

τα πλοία να κανονοβολήσωσιν. Ακούσαντες οι Μπαρδουνιώται

τον βρόντον, και έμφοβοι δι' όσα εμάνθαναν περί

επεμβάσεως της Φ ρ α γ κ ι ά ς, ηρώτησαν τους

διαβαίνοντας τι εσήμαιναν οι τόσοι κανονοβολισμοί.

Αγωγιάται τινες, ερχόμενοι εκ Μαραθωνησίου, τοις είπαν,

ότι ο Φραγκιάς εκανονοβόλει· Φραγκιάς δ' ελέγετο ο

διοικητής ενός των εν τω λιμένι του Μαραθωνησίου πλοίων,

Μυκώνιος. Οι Τούρκοι, ή κακώς ακούσαντες, ή

παρεξηγήσαντες την απόκρισιν των αγωγιατών, και

προδιατεθειμένοι εις φόβον, και υποπτεύοντες ερχομόν

Φράγκων, επίστευσαν ακούσαντες το όνομα του πλοιάρχου,

ότι ήλθε τω όντι Φραγκιά εις υποστήριξιν του ελληνικού

αγώνος, και όλοι, μικροί μεγάλοι, γυναίκες άνδρες, νέοι

γέροντες, φωνάζοντες «Φ ρ α γ κ ι ά - μ α ς - ε π λ ά κ

ω σ ε», εγκατέλειψαν οικίας και περιουσίαν και έτρεχαν

εις Τριπολιτσάν μη τους προφθάσωσιν οι Φράγκοι καθ'

οδόν. Οδοιπορούντες δε όπως έτυχεν, εκλείσθησαν εν

Τριπολιτσά την 27. Προ της εκεί δε καταφυγής των

επρόλαβαν και κατέφυγαν εις την αυτήν πόλιν και οι

Λεονταρίται Τούρκοι. Οι δε Καρυτινοί φοβηθέντες μη

συλληφθώσι καθ' οδόν απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, δεν

μετετόπησαν.

Οι δε Κορίνθιοι Τούρκοι, ιδόντες ότι εκινήθησαν οι επί

του ισθμού Δερβενοχωρίται, οι εις την οπλοφορίαν εξ

αιτίας της τοποθεσίας και της υπηρεσίας των ησκημένοι,

συμπαρέλαβαν την μητέρα του Κιαμήλμπεη απόντος εις

Τριπολιτσάν και λοιπούς οικείους του, και ανέβησαν όλοι

έντρομοι εις την Ακροκόρινθον (ε), όπου ελθόντες την

επαύριον οι Δερβενοχωρίται και άλλοι υπέρ τους δισχιλίους

τους επολιόρκησαν ηγουμένου του Αναγνώστη Πετμεζά. Έξ

μόνον εκλείσθησαν έν τινι πύργω επί της αναβάσεώς των

και παρεδόθησαν.

Οι δε Αργείοι Τούρκοι, ταλαντευόμενοι μέχρι τινός,

εκυριεύθησαν και αυτοί υπό πανικού φόβου, πεσούσης κατά

περίστασιν εν τη πόλει μιας και μόνης πιστολίας, και

μετέφερον τας οικογενείας των εις Ναύπλιον αυτοί δε

διημέρευαν ένοπλοι εν Άργει, και διανυκτέρευαν εν

Ναυπλίω. Εις πλειοτέραν δε ασφάλειαν, έβαλαν κατά νουν να

μεταφέρωσιν ευσχήμως εις Ναύπλιον τας οικογενείας των

προκρίτων Χριστιανών, και ήλθαν μια των ημερών 150

ιππείς ένοπλοι εις Άργος εκ Ναυπλίου επί σκοπώ να τους

βιάσωσιν, αν δεν τους έπειθαν. Οι πρόκριτοι ευχαρίστησαν

υπούλως τους Τούρκους διά την περί αυτών φροντίδα, και

υπεσχέθησαν προθύμως να ετοιμασθώσιν αυθημερόν και

μεταφέρωσι τα φίλτατά των την επαύριον εις Ναύπλιον. Οι

Τούρκοι πιστεύσαντες τους λόγους των, επέστρεψαν εις

Ναύπλιον, σκοπεύοντες να επανέλθωσι την επαύριον εις

Άργος και να τους συνοδεύσωσιν· αλλ' οι πρόκριτοι

εδραπέτευσαν την νύκτα συν γυναιξί και τέκνοις, και

διασπαρέντες εις την επαρχίαν ενώπλιζαν τους επαρχιώτας.

Θέλοντες δε να διακόψωσι πάσαν συγκοινωνίαν Άργους και

Ναυπλίου έστειλαν την 2 απριλίου διά νυκτός ικανούς

ενόπλους εις το μεταξύ των δύο τούτων πόλεων χωρίον, την

Δελαμανάραν, όπου φθάσαντες εκ Ναυπλίου οι Τούρκοι την

επαύριον, είδαν αίφνης πολλών τουφεκιών στόματα προς

αυτούς εστραμμένα, και ήκουσαν και φωνήν λέγουσαν, 'π ί

σ ω - α γ ά δ ε ς, 'π ί σ ω· Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ί - κ α ι

- Τ ο ύ ρ κ ο ι - δ ε ν - σ υ ζ ο ύ ν - π λ έ ο ν. Οι

Τούρκοι εστράφησαν οπίσω και δεν εδοκίμασαν έκτοτε να

μεταβώσιν εις Άργος. Επανήλθαν τότε και οι πρόκριτοι εις

την πόλιν, ύψωσαν λευκήν σημαίαν, ως σημαίαν ελευθερίας,

και ήρχισαν να φροντίζωσι περί πολιορκίας του Ναυπλίου.

Οι δε Γαστουναίοι Τούρκοι ανεχώρησαν πανοικί την 27

ειδοποιηθέντες δε καθ' οδόν ότι δεν ήσαν δεκτοί εις του

Λάλα, διότι οι εκεί Τούρκοι υπώπτευαν μη, αποκλεισθέντες

τόσω πολλοί, αποθάνωσι της πείνας, εστράφησαν προς το

Χλουμούτσι, παλαιόν φρούριον παρά την Γλαρέντσαν,

άφρουρον και διόλου ακατοίκητον. Φθάσαντες δε εις τα

χωρία Σαβάτια και Ρουβιάτα μίαν ώραν μακράν της

Γαστούνης εκτυπήθησαν υπό των Ελλήνων, αλλ' υπερίσχυσαν

και έφθασαν αβλαβείς εις το φρούριον, όπου τους

απέκλεισαν οι Έλληνες υπό την αρχηγίαν του Σισίνη και

του Χαραλάμπη Βιλαέτη. Αλλ' οι Λαλιώται Τούρκοι

προβλέποντες, ότι οι κλεισθέντες εν Χλουμουτσίω θα

παρεδίδοντο μετ' ολίγον δι' έλλειψιν των αναγκαίων,

εξεστράτευσαν εις βοήθειάν των, ως 400, υπό τον

Κουτσοραίπαγαν και έλυσαν διά μιας την πολιορκίαν,

καταδιώξαντες κακήν κακώς τους Έλληνας μέχρι θαλάσσης,

όπου τινές επνίγησαν. Λυθείσης τοιουτοτρόπως της

πολιορκίας του Χλουμουτσίου, οι εν αυτώ Τούρκοι

μετέβησαν όλοι εις Πάτρας, όπου ευρόντες καλήν υποδοχήν

διέμεναν μέχρι τέλους.

Οι δε Αρκάδιοι Τούρκοι (στ), ακούσαντες ότι Έλληνες

ένοπλοι υπό σταυροφόρους λεύκας σημαίας συνήχθησαν εις

Κεφαλάρι του Σουλιμά, ότι διήρπασαν τας αποθήκας, ότι

εκακοποίησαν τους επιστάτας των χωρίων, και ότι εμελέτων

να πέσωσι την νύκτα της 25 (ζ) εις την πόλιν, ανεβίβασαν

αυθεσπερί τας οικογενείας των εις το παλαιοφρούριόν των·

πρωίας δε γενομένης μετέφεραν αυτάς εις Μοθώνην και

Νεόκαστρον μήτε ενοχλούμενοι επί της μεταβάσεως, μήτε

ενοχλούντες τους Χριστιανούς, ους και επαρηγόρουν

υποκρινομένους, ότι ελυπούντο εγκαταλειπόμενοι.

Ωπλίσθησαν τω όντι οι του τμήματος του Σουλιμά

Χριστιανοί, αλλ' εις άμυναν· διότι, εξ όσων έλεγαν

παρρησία οι Αρκάδιοι Τούρκοι, εφοβήθησαν, ότι εμελέτων

ούτοι να εξέλθωσιν εις τα χωρία, να σφάξωσι και να

καταστρέψωσιν. Εφοβήθησαν δε οι του τμήματος του Σουλιμά

μάλλον ή οι των άλλων της επαρχίας τμημάτων, διότι επ'

αυτούς κυρίως, ως πολεμικωτέρους, ελέγετο ότι θα έπιπτεν

η αιμοχαρής οργή των Τούρκων.

Την δε 26 εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν οι Φαναρίται

Τούρκοι, συν γυναιξί και τέκνοις, μεθ' ων και οι του

Ζούρτσα της επαρχίας της Αρκαδίας ως γειτνιάζοντες· ήσαν

δε όλοι 2600 ψυχαί.

Ο δε Κολοκοτρώνης, ο καθήμενος και καιροφυλακτών εν τη

Μάνη, εθεωρείτο δικαίως ως έν των στοιχείων της

πελοποννησιακής επαναστάσεως διά την πολεμικήν εμπειρίαν

και φήμην του. Ούτος συνώδευσε τους Μανιάτας κατελθόντας

εις Καλαμάταν· εκείθεν, λαβών υπό την οδηγίαν του 300 εξ

αυτών, εστράτευσε την 24 προς την Σκάλαν, 4 ώρας

απέχουσαν της Καλαμάτας. Ο ενθουσιασμός των Χριστιανών

επί της πορείας αυτού ήτο μέγας. Άνδρες και γυναίκες τον

υπεδέχοντο διαβαίνοντα ευφημούντες· οι δε ιερείς τον

προϋπήντων φέροντες εικόνας και θυμιάματα και ψάλλοντες

το «Δ ό ξ α - ε ν - υ ψ ί σ τ ο ι ς - Θ ε ώ». Ο

Κολοκοτρώνης φθάσας το εσπέρας εις Σκάλαν έμαθεν, ότι οι

Καρυτινοί Τούρκοι και ο διοικητής των Εμβλακίκων

Μουσταφάς Ριζιώτης εκλείσθησαν εν τω παλαιοφρουρίω της

κώμης εκείνης εκτός ολίγων απομεινάντων εν τη κώμη.

Προχωρήσας εκείθεν, διεγείρων παντού τον λαόν, βαρρύνων

αυτόν κατά των Τούρκων, και στρατολογών εκ των

συμπατριωτών του Καρυτινών, έφθασε την επαύριον εις

Τετέμπεη, χωρίον μεταξύ Λεονταρίου και Καρυταίνης, όπου

τω εδόθη γράμμα ευρεθέν παρά τινι πεζώ στελλομένω παρά

των Φαναριτών Τούρκων προς τους Καρυτινούς και

συλληφθέντι. Το γράμμα τούτο έλεγεν, ότι οι Φαναρίται θα

διέβαιναν την επαύριον διά της Καρυταίνης, και ότι

ήλπιζαν να εύρωσιν έτοιμους και τους εκεί Τούρκους προς

ασφαλή συμπορείαν εις Τριπολιτσάν, διότι ο Κολοκοτρώνης

εστράτευσε μετά πολλών χιλιάδων Μανιατών επί σκοπώ να

τους κτυπήση, καθ' οδόν. Επί τη ειδήσει ταύτη ο

Κολοκοτρώνης κατέλαβε την επιούσαν την δίοδον· αλλά, μη

φανέντων των εχθρών, επορεύθη προς την Καρύταιναν, εξ ης

οι εναπομείναντες ολίγοι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν

ερχόμενον, έφυγαν ησύχως και εκλείσθησαν και αυτοί εν τω

παλαιοφρουρίω των.

Την δε επαύριον ο Κολοκοτρώνης, αφήσας ολίγους συντρόφους

του εν τη κώμην, μετέβη τα χαράγματα εις το προς τον

άγιον Αθανάσιον στενόν, παραφυλάττων τους αναμενομένους

εχθρούς. Οι εχθροί εφάνησαν μετ' ολίγον ερχόμενοι και

αποτελούντες μακράν γραμμήν εξ αιτίας του πλήθους των

φορτωμάτων και της στενοτοπίας. Ιδόντες δε μακρόθεν ότι

οι Έλληνες προκατέλαβαν την δίοδον, ήλθαν έμπροσθεν όλοι

οι ένοπλοι, και πλησιάσαντες εμάχοντο έξ ώρας. Αύτη ήτον

η πρώτη εν τάξει μάχη της πελοποννησιακής επαναστάσεως

μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, και συνεκροτήθη κατά τύχην

υπό τον πολέμαρχον της Πελοποννήσου, Κολοκοτρώνην. Οι

Τούρκοι επολέμησαν γενναίως εις σωτηρίαν των γυναικών

και τέκνων, και εις διαφύλαξιν της περιουσίας των. Οι

Μανιάται διέπρεψαν επίσης πολεμούντες ολίγοι προς

πολλούς· μέχρι δε της μεσημβρίας εσκοτώθησαν 15 Τούρκοι

και 6 Μανιάται· επληγώθησαν και εκ των αρχηγών αυτών ο

Βοϊδής, και ο Δουράκης Οι Μανιάται καταναλώσαντες περί

την μεσημβρίαν τα φυσέκιά των, αφήκαν ην έως τότε

κατείχαν θέσιν και απεσύρθησαν είς τι παρακείμενον

πετρώδες ύψωμα παρά την γέφυραν του ποταμού· τινές δε

αυτών ανεχώρησαν συνοδεύοντες τους πληγωθέντας εις τα

ίδια. Οι Τούρκοι διέβησαν την εγκαταλειφθείσαν θέσιν,

και συναχθέντες όλοι εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί,

επροχώρουν εις την γέφυραν· αλλ' οι επί του υψώματος

ολίγοι Έλληνες, προμηθευθέντες πολεμοφοδίων, δεν τους

αφήκαν να περάσωσι τουφεκίζοντές τους. Τότε οι Τούρκοι

ωπισθοδρόμησαν, επανήλθον εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α

μ ί, επί σκοπώ να περάσωσι διά τον προς του Χαλούλαγα

καλοκαιρινού πόρου· αλλ' έφθασαν οι αδελφοί Πλαπούται,

Γεωργάκης και Δημήτρης, μετά 400 και τους εκτύπησαν·

τους εκτύπησαν τότε ενωθέντες μετά των περί τους

Πλαπούτας αναφανδόν και οι υπό τον Νικολόν Ζαριφόπουλον

και Τσανέτον Χριστόπουλον Φαναρίται, συνακολουθούντες εξ

αρχής μακρόθεν τους συμπατριώτας των Τούρκους υπό

πρόσχημα φίλων κατ' αίτησιν αυτών δι' ασφάλειάν των επί

της πορείας. Επειδή δε μόνη σωτηρίας οδός ήτο η

ποταμοπορία, ερρίφθησαν εις τον πόρον εν πρώτοις όλοι οι

άοπλοι, αι γυναίκες και τα παιδία, άλλοι έφιπποι και

άλλοι πεζοί· ερρίφθησαν και τα πλείστα των φορτηγών

ζώων, οι δε οπλοφόροι έμειναν όπισθεν μαχόμενοι και

υπερασπίζοντες την περαίωσιν. Εν ώ δε εποταμοπόρουν

τουφεκιζόμενοι και φονευόμενοι, κατέβησαν οι εντόπιοι

Τούρκοι άνωθεν του παλαιοφρουρίου, απεδίωξαν τους

απομείναντας εν τη κώμη ολίγους Έλληνας, και ήλθαν παρά

τας όχθας του ποταμού προστατεύοντες τους συναδέλφους

των. Υπό τοιαύτας περιστάσεις διεπέρασαν οι δυστυχείς

Φαναρίται τον Ρουφιάν. Εκατόν σχεδόν εσκοτώθησαν,

πλειότεροι επνίγησαν, μάλιστα γυναίκες, παιδία και

γέροντες, και πολλά ζώα εζωγρήθησαν. Επειδή δε δεν τους

εχώρει όλους το παλαιοφρούριον, διέμειναν οι πλείστοι

έξω συσσωρευτοί.

Το δε εσπέρας της αυτής ημέρας έφθασεν ο Ηλίας

Μαυρομιχάλης μετά διακοσίων· έφθασε την επαύριον και ο

Κανέλλος Δηληγιάννης μετ' άλλων τόσων· έφθασαν κατόπιν

αυτών και άλλοι και πλήθη χωρικών· ώστε την 29 ήσαν

έξωθεν της Καρυταίνης εξακισχίλιοι οπλοφόροι εκ διαφόρων

επαρχιών. Και οι μεν Τούρκοι, φοβούμενοι να μείνωσι πλέον

εν τη κώμη, κατέφυγαν όλοι περί το παλαιοφρούριον, όπου

ούτε τροφή ούτε πόσις σχεδόν ήτον· οι δε Έλληνες

κυκλώσαντες αυτούς ανέμεναν ώρα τη ώρα την παράδοσίν

των. Τόσον δε τους εστενοχώρησαν και τους απήλπισαν,

ώστε τους ηνάγκασαν να έλθωσιν εις συνθηκολογίαν.

Τοιουτοτρόπως οι κατοικούντες τας ατειχίστους πόλεις και

τα χωρία της Πελοποννήσου Τούρκοι, κυριευθέντες υπό

πανικού φόβου, εγκατέλειψαν τας εστίας των και

συνεσωρεύθησαν εντός των φρουρίων εν διαστήματι τριών

εβδομάδων, αφ' ού τρεις τέσσαρες οπλοφόροι Καλαβρυτινοί

έστησαν ενέδραν. Μόνοι δε οι Λαλιώται, μέγα φρονούντες

επί τη ανδρία των, διέμειναν τρεις μήνας εν τη κωμοπόλει

των πλήρεις θάρρους και ελπίδων, λεηλατούντες και

καταστρέφοντες τα περίχωρα.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

&Τραγικά συμβάντα εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού της

Οθωμανικής αυτοκρατορίας.&

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α · 第 5 / 25 段