118. Οι δε πολιορκούμενοι εις το τείχος είχον περιέλθει εις

τοιαύτας στερήσεις ώστε έβραζον τα λωρία των κλινών και τα

έτρωγον. Ότε όμως εξήντλησαν και την τελευταίαν ταύτην τροφήν,

τότε ωφεληθέντες εκ του σκότους της νυκτός οι Πέρσαι, ο

Αρταΰκης και ο Οιόβαζος, κατέβησαν εκ του όπισθεν μέρους του

τείχους και έφυγον. Άμα δε εφάνη η ημέρα, οι Χερσονησίται

ανήγγειλαν από τους πύργους εις τους Αθηναίους το γεγονός και

ήνοιξαν τας πύλας. Τότε οι μεν περισσότεροι των Αθηναίων

ώρμησαν προς καταδίωξιν των βαρβάρων, οι δε άλλοι έλαβον την

πόλιν υπό την κατοχήν των.

119. Τον δε Οιόβαζον, όστις φυγών ήλθεν εις την Θράκην,

συλλαβόντες οι Αψίνθιοι Θράκες, εθυσίασαν κατά τον ιδικόν των

τρόπον εις τον επιχώριον θεόν Πλείστωρον· τους δε μετ' αυτού

εφόνευσαν κατ' άλλον τρόπον. Ο δε Αρταΰκτης και οι μετ' αυτού

εξελθόντες τελευταίοι διά να φύγωσι, καταληφθέντες υπό των

Αθηναίων ολίγον υπεράνω των Αιγός Ποταμών και αντισταθέντες επί

αρκετήν ώραν άλλοι μεν εφονεύθησαν, άλλοι δε συνελήφθησαν

ζώντες. Δέσαντες αυτούς οι Έλληνες έφερον εις την Σηστόν, μετ'

αυτών δε και τον Αρταΰκτην δεδεμένον, αυτόν και τον υιόν του.

120. Λέγουσι δε οι Χερσονησίται ότι ενώ είς των φυλάκων έψηνεν

ιχθύας ταριχευτούς, εγένετο το εξής θαύμα. Οι επί του πυρός

ιχθύες επήδων και ήσπαιρον ως ιχθύες νεωστί αλιευθέντες. Και οι

μεν φύλακες συναθροισθέντες εθαύμαζον, ο δε Αρταΰκτης ως είδε

το θαύμα εκάλεσε τον φύλακα και τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε μη

φοβείσαι ποσώς το θαύμα τούτο, καθότι δεν εφάνη διά σε αλλά

δείκνυε εις εμέ ότι ο εις την Ελαιούντα Πρωτεσίλαος, και νεκρός

και τεταριχευμένος ων, έχει την δύναμιν από τους θεούς να

τιμωρή εκείνον όστις τον ηδίκησε. Τώρα λοιπόν θέλω να εξαγοράσω

την αδικίαν την οποίαν έπραξα και δίδω εκατόν μεν τάλαντα εις

τον θεόν δι' όσα έλαβον εκ του τεμένους του, διακόσια δε

τάλαντα εις τους Αθηναίους προς εξαγόρασιν της ζωή, εμού και

του υιού μου, εάν θελήσωσι να μοι χαρίσωσι την ζωήν». Ταύτα

υποσχόμενος δεν έπειθε τον στρατηγόν Ξάνθιππον· καθότι οι

Ελαιούντιοι, εκδικούντες τον Πρωτεσίλαον εζήτουν να φονευθή ο

Αρταΰκτης· προσέτι δε και αυτού του στρατηγού η γνώμη έκλινεν

εις τούτο: Όθεν απαγαγόντες αυτόν εις την ακτήν όπου ο Ξέρξης

έζευξε τον πόρον, κατ' άλλους δε εις τον λόφον τον υπέρ την

πόλιν Μάδυτον, τον εκάρφωσαν εις σανίδα και τον ανεκρέμασαν,

τον δε υιόν ελιθοβόλησαν προ των οφθαλμών του Αρταΰκτου.

121. Ταύτα πράξαντες απέπλευσαν εις την Ελλάδα φέροντες μετά

των άλλων θησαυρών και τα υλικά των γεφυρών, διά να αφιερώσωσιν

αυτά εις διαφόρους ναούς. Και κατά το έτος τούτο ουδέν πλέον

τούτων εγένετο.

122. Τούτου δε του ανακρεμασθέντος Αρταΰκτου ο προπάτωρ

Αρτεμβάρης είπεν εις τους Πέρσας λόγον τον οποίον ούτοι

δεχθέντες ανέφερον εις τον Κύρον· ήτο δε ο λόγος τοιούτος·

«Επειδή ο Ζευς δίδει την ηγεμονίαν εις τους Πέρσας, και εκ των

Περσών εις σε, ω Κύρε, ήτις κατέστρεψες τον Αστυάγη, και

επειδή, ημείς έχομεν γην ολίγην και τραχείαν, ας αφήσωμεν αυτήν

και ας αποκατασταθώμεν εις άλλην καλλιτέραν. Υπάρχουσι πολλαί

και καλαί γαίαι πλησίον μας, πολλαί δε και απωτέρω· μίαν εκ

τούτων εάν λάβωμεν, θα μας θαυμάζωσι περισσότερον, ως αρμόζει

εις εκείνους οίτινες είναι άξιοι να άρχωσι. Πότε άλλοτε θα

εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν ή τώρα ότε άρχομεν πολλών ανθρώπων

και όλης της Ασίας;» Ο δε Κύρος ακούσας, μολονότι δεν ενέκρινε

τον λόγον, τοις επέτρεψεν όμως να πράξωσιν ό,τι ήθελον και τοις

προείπεν ενταυτώ να ετοιμασθώσιν όχι να άρχωσι πλέον, αλλά να

άρχωνται· καθότι εκ των μαλακών χωρών συνήθεις γίνονται άνδρες

μαλακοί, και δεν είναι ίδιον μιας και της αυτής γης να δίδη

καρπούς θαυμαστούς και άνδρας φιλοπολέμους. Εννοήσαντες τούτο

οι Πέρσαι εμακρύνθησαν πεισθέντες υπό του Κύρου· επροτίμησαν δε

μάλλον έχοντες άγονον γην να άρχωσιν, ή σπείροντες πεδιάδα να

δουλεύωσιν άλλους.

Τ Ε Λ Ο Σ

1) Τω 1132 π. Χ.

2) Η ισότης εν τη αγορά ή η ελευθερία της συζητήσεως.

3) Τα αγάλματα των επί του Αιακού καταγομένων ηρώων.

4) Της Δήμητρος και της Περσεφόνης.

5) Βιβλίον Ι' § 50.

6) Κατά τον μύθον ήτο υιός του Διός και της αγάμου Δανάης.

7) Ο Ηρακλής ήτο μεν υιός του Διός και της Αλκμήνης, αλλ' η

Αλκμήνη είχεν άνδρα τον Αφιτρύωνα.

8) Οι Αιγύπτιοι ιερείς οι μνημονευόμενοι παρά του Ηροδότου εις

Βιβλ Β' § 91.

9) Σπαρτιάται επιφορτισμένοι να φιλοξενώσι τους πρέσβεις των

πόλεων.

10) Του εφεστίου Διός του οποίου βωμός ήτο εστημένος εις την

αυλήν πάσης μεγάλης οικίας.

11) Εννοείται ότι ενταύθα επρόκειτο περί σεληνιακών μηνών, δέκα

δε σεληνιακοί μήνες αντιστοιχούσι με εννέα τριακονθημέρους και

τινας ημέρας.

12) Τον ψευδή όρκον

13) Ο Απόλλων και η Άρτεμις.

14) Τω 485 π. Χ.

15) Δεν είναι αληθές τούτο, καθότι τω 480 δεν εγένετο έκλειψις

ηλίου κατά το έαρ αλλά κατά τον οκτώβριον.

16) Ίδε βιβλίον Γ. § 106.

17) Το όνομα τούτο δεν υπάρχει εν τω κειμένω, αλλά προκύπτει εκ

της § 23 του βιβλίου Α.

18) Ίδε § 91.

19) Σαρίκια.

20) Βιβλ. Α § 171.

21) Κατά το δεύτερον έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, 430 π.

Χ.

22) Οι έχοντες δηλαδή μοίραν γης. Κατήγοντο ούτοι από τους εκ

Κορίνθου Δωριείς κατακτητάς και είχον ως δούλους τους αρχαίους

κυρίους τους οποίους εκάλουν ειρωνικώς Κυλλυρίους ή Καλικυρίους

(καλούς κυρίους).

23) Ο Μινεσθεύς.

24) Ή δεν ετήρησε την υπόσχεσίν του ο Ηρόδοτος, ή το μέρος

τούτο του έργου του απώλετο.

25) Ερμηνευτού των αυτοσχεδίων στίχων της Πυθίας.

26) Ήτοι 108,200 άνδρες.

27) Η μάχη των Πλαταιών εγένετο τον ιούλιον ή τον αύγουστον του

479 έτους π. Χ. έν έτος περίπου μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην.

28) Νέοι εικοσαετείς οίτινες παρετάσσοντο προ των άλλων

συστρατιωτών των.

29) Οδηγός στρατού.

30) Δήμητρος και Περσεφόνης.

31) Σύνθημα φανταστικόν λεγόμενον διά να κάμη τους Πέρσας να

πιστεύσωσιν ότι υπήρχον τωόντι συνεννοήσεις μεταξύ Ελλήνων και

Ιώνων.

End of Project Gutenberg's Stories of Herodotus Vol. 2, by Herodotus

Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2 · 第 27 / 27 段