μη απωλείας των· εις εαυτόν δε και εις τους Σπαρτιάτας δεν
ενόμισεν ευπρεπές να αφήσωσι την θέσιν την οποίαν ήλθον εξ
αρχής να φυλάξωσι. Με ταύτην την γνώμην συμφωνώ και εγώ πολύ,
ότι ο Λεωνίδας, εννοήσας ότι εψυχράνθη ο ζήλος των συμμάχων και
δεν ήθελον να συνδιακινδυνεύσωσι, τους διέταξε να αναχωρήσωσι,
πεπεισμένος ότι αυτός δεν ηδύνατο να αναχωρήση χωρίς να
ατιμασθή. Μένων αυτού, και κλέος μέγα ήθελεν αφήσει και η
ευδαιμονία της Σπάρτης δεν ήθελεν εξαλειφθή· διότι εξαρχής του
πολέμου οι Σπαρτιάται είχον ερωτήσει την Πυθίαν, και αύτη τοις
απεκρίθη ότι ή η Λακεδαίμων ήθελε καταστραφή υπό των βαρβάρων,
ή ο βασιλεύς αυτών ήθελεν απολεσθή. Ταύτα δε εχρησμοδότησεν η
Πυθία εις στίχους εξαμέτρους, έχοντας ως εξής·
«Εις υμάς, ω οικήτορες της ευρυχώρου Σπάρτης, ή μεγάλη και
ένδοξος πόλις θέλει ερημωθή υπό ανδρών απογόνων του Πέρσου, ή
τούτο μεν όχι, η δε Λακεδαίμων θα κλαύση τον θάνατον βασιλέως
καταγομένου από τον Ηρακλέα. Τούτον ούτε ταύροι ούτε λέοντες,
εάν έλθωσιν εναντίον του, θα δυνηθώσι να εμποδίσωσι, διότι έχει
δύναμιν Διός. Σας λέγω όμως ότι ο Ζευς δεν θα παύση πριν
απολαύση εντελώς έν εκ των δύο.»
Τούτον τον χρησμόν ενθυμούμενος ο Λεωνίδας και θέλων να δοξάση
μόνους τους Σπαρτιάτας, φρονώ ότι απέπεμψε μάλλον τους
συμμάχους ή ότι αυτοί μη συμφωνούντες περί του πρακτέου
ανεχώρησαν τόσον ακαίρως.
221. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής· ου μόνον τους
άλλους, αλλά και τον μάντιν όστις ηκολούθει τον στρατόν, τον
Ακαρνάνα Μεγιστίαν, όστις ως ελέγετο κατήγετο από του
Μελάμποδος και όστις εκ της επιθεωρήσεως των σφαγίων είχε
προειπεί τα μέλλοντα συμβήναι, είναι γνωστόν ότι ο Λεωνίδας
απέπεμψε και τούτον διά να μη συναπολεσθή. Αλλ' ο Μεγιστίας
αποπεμπόμενος δεν ηθέλησε να αναχωρήση, αλλ' απέπεμψε τον
μονογενή τον υιόν όστις ηκολούθει τον στρατόν.
222. Οι μεν λοιπόν σύμμαχοι οι αποπεμφθέντες, υπήκουσαν εις τον
Λεωνίδαν και ανεχώρησαν· μόνοι δε οι Θεσπιείς και οι Θηβαίοι
έμειναν πλησίον των Λακεδαιμονίων. Εκ τούτων δε οι μεν Θηβαίοι
έμειναν ουχί εξ οικείας προαιρέσεως, αλλά διότι ο Λεωνίδας τους
εκράτησεν ως ομήρους· οι δε Θεσπιείς έμειναν μετά πάσης
προθυμίας, ειπόντες ότι ποτέ δεν θα αναχωρήσωσιν αφίνοντες τον
Λεωνίδαν και τους μετ' αυτού. Και ούτω μείναντες συναπέθανον.
Εστρατήγει δε αυτών ο Δημόφιλος του Διαδρόμου.
223. Ο δε Ξέρξης, αφού έκαμε σπονδάς ανατέλλοντος του ηλίου,
περιμείνας μέχρι της ώρας καθ' ην πληρούται η αγορά, ώρμησεν.
Ούτω παρήγγειλεν ο Εφιάλτης, υπολογίσας τον αναγκαίον χρόνον
διά την κατάβασιν, ήτις γίνεται ταχύτερον ή η ανάβασις. Αφ'
ενός λοιπόν μέρους ήρχοντο οι μετά του Ξέρξου βάρβαροι, αφ'
ετέρου δε οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες, ηξεύροντες ότι η έξοδός
των ήτο θάνατος, τότε πολύ περισσότερον ή κατά τας προλαβούσας
μάχας επροχώρησαν εις το ευρύτερον μέρος του αυχένος. Κατά τας
προτέρας ημέρας, στηριζόμενοι επί του τείχους εμάχοντο εις το
στενώτατον μέρος· τότε δε, επειδή η συμπλοκή εγένετο επί
ευρυτέρου χώρου, έπιπτον βάρβαροι πολλοί· καθότι όπισθεν αυτών
οι ταγματάρχαι, κρατούντες μάστιγας, τους ερράπιζον και τους
ώθουν εις τα εμπρός. Και πολλοί μεν εξ αυτών έπιπτον εις την
θάλασσαν και επνίγοντο, πολύ δε περισσότεροι κατεπατούντο υπό
των όπισθεν ερχομένων. Ουδείς δε εφρόντιζεν όσοι και αν
εφονεύοντο. Οι δε Έλληνες, βέβαιοι όντες περί του θανάτου τον
οποίον έμελλον να υποστώσιν από τους ελθόντας εκ του όπισθεν
μέρους του όρους, έδειξαν όλην την ανδρίαν των κατά των
βαρβάρων, περιφρονούντες τον κίνδυνον και αψηφούντες την ζωήν
των.
224. Τότε τα μεν δόρατα των περισσοτέρων είχον θραυσθή πλέον
και εφόνευον τους Πέρσας με τα ξίφη. Εις ταύτην δε την
συμπλοκήν πίπτει ο Λεωνίδας αφού επολέμησεν ανδρείως, και άλλοι
μετ' αυτού ονομαστοί Σπαρτιάται των οποίων έμαθον τα ονόματα,
ως ανδρών αξίων αιωνίας μνήμης· έμαθον δε όλων και των
τριακοσίων τα ονόματα. Εκ δε των Περσών έπεσαν ενταύθα και
άλλοι πολλοί και ονομαστοί, μεταξύ δε άλλων δύο υιοί του
Δαρείου, ο Αβροκόμης και ο Υπεράνθης, τους οποίους εγέννησεν ο
Δαρείος εκ της Φραταγούνης θυγατρός του Αρτάνου. Ήτο δε ο
Αρτάνης αδελφός μεν του βασιλέως Δαρείου, υιός δε του Υστάσπους
του Αρσάμους. Δους την θυγατέρα του ο Αρτάνης έδωκεν ομού εις
τον βασιλέα όλην του την περιουσίαν, καθότι το μόνον του τέκνον
ήτο η θυγάτηρ αύτη.
225. Τοιουτοτρόπως δυο αδελφοί του Ξέρξου εφονεύθησαν μαχόμενοι
περί του σώματος του Λεωνίδου, διά το οποίον τρομερός
συνωθισμός εγένετο μεταξύ Περσών και Λακεδαιμονίων, μέχρις ου
οι Έλληνες διά της ανδρίας των τον ανήγειρον και έτρεψαν τους
εναντίους τετράκις· η πάλη δε αύτη διήρκεσε μέχρι της αφίξεως
του στρατού τον οποίον ωδήγει ο Εφιάλτης. Άμα είδον τούτους οι
Έλληνες ελθόντας, τότε ο πόλεμος άλλαξε φάσιν· καθότι
υπεχώρησαν εις το στενώτερον μέρος της οδού, εισήλθον πάλιν εις
το τείχος και ετοποθετήθησαν επί του λόφου όλοι ομού πλην των
Θηβαίων. Ο δε λόφος ούτος είναι εις την είσοδον του στενού,
όπου τώρα ίσταται λίθινος λέων προς τιμήν του Λεωνίδου. Εκεί
υπερασπιζομένους με περισωθείσας τινάς μαχαίρας, με χείρας και
με στόματα, κατέχωσαν οι βαρβάρους διά βελών, άλλοι μεν
κρημνίσαντες το οχύρωμα και επιτεθέντες κατ' αυτών κατά μέτωπον,
άλλοι δε περικυκλώσαντες αυτούς πάντοθεν.
226. Μολονότι τοιούτοι εγένοντο όλοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι
Θεσπιείς, ανδρειότατος όμως εφάνη ως λέγουσιν ο Σπαρτιάτης
Διηνέκης. Εις τούτον αναφέρεται λόγος τις τον οποίον είπε πριν
συμπλακώσι με τους Μήδους. Ακούσας παρ' ενός Τραχινίου ότι όταν
οι βάρβαροι ρίπτωσι τα βέλη των σκεπάζουσι τον ήλιον διά του
πλήθους αυτών, δεν εταράχθη εις τους λόγους τούτους· αλλ'
αδιαφορών διά το πλήθος των Μήδων, είπεν· «Ο Τραχίνιος ξένος
μας, φέρει αγαθάς ειδήσεις· εάν οι Μύδοι κρύπτωσι τον ήλιον, θα
τους πολεμήσωμεν υπό σκιάν και όχι εις τον ήλιον.» Αυτούς και
άλλους ομοίους λόγους λέγουσιν ότι άφησεν εις ανάμνησιν ο
Λακεδαιμόνιος Διηνέκης.
227. Μετά τούτον λέγονται αριστεύσαντες δύο αδελφοί
Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφειός και ο Μάρων, υιοί του Ορσιφάντου. Εκ
δε των Θεσπιέων ηρίστευσεν ο Διθύραμβος του Αρματίδου.
228. Εις δε τους ταφέντας εκεί όπου έπεσον και εις τους
αποθανόντας πριν αναχωρήσωσιν οι υπό του Λεωνίδου
αποπεμφθέντες, εχαράχθη επίγραμμα, λέγον ούτω:
«_Ενταύθα, εναντίον τριακοσίων μυριάδων, επολέμησαν τέσσαρες
χιλιάδες άνδρες εκ Πελοποννήσου._» Τούτο το επίγραμμα εγένετο
δι' όλους· ιδίως όμως διά τους Σπαρτιάτας εγράφη το εξής:
«_Ω ξένε, ειπέ εις τοις Λακεδαιμονίους ότι ενταύθα κείμεθα
πειθόμενοι εις τους νόμους των._»
Ταύτα μεν επεγράφησαν εις όλους τους Λακεδαιμονίους, εις δε τον
μάντιν τα εξής:
«_Τόδε εστί το μνήμα του κλεινού Μεγιστίου, τον οποίον οι Μήδοι
διαβάντες τον Σπερχειόν ποταμόν εφόνευσαν, του μάντεως, όστις
γινώσκων σαφώς το πεπρωμένον των Σπαρτιατών, δεν ηθέλησε να
εγκαταλίπη τους ηγεμόνας της Σπάρτης._»
Οι τιμήσαντες αυτούς με επιγράμματα και με στήλας πλην του
επιγράμματος του Μεγιστίου, είναι οι Αμφικτύονες· το δε
επίγραμμα του μάντεως Μεγιστίου επέγραψεν ο ξένος του Σιμωνίδης
του Λεωπρέπους.
229. Λέγεται ότι δύο εκ τούτων των τριακοσίων, ο Εύρυτος και ο
Αριστόδημος, ενώ τοις ήτο δυνατόν, εάν συνεφώνουν, να
επιστρέψωσιν ομού ζώντες εις την Σπάρτην (καθότι ο Λεωνίδας
τους είχεν αποπέμψει εκ του στρατοπέδου και έμενον εις τους
Αλπηνούς πάσχοντας εξ οφθαλμίας,) ή, εάν δεν ήθελον να
επιστρέψωσι, να αποθάνωσι μετά των άλλων, ενώ εδύναντο να
πράξωσιν ομού ή το έν ή το άλλο, δεν ηθέλησαν να συμφωνήσωσιν,
αλλ' έχοντες διάφορον γνώμην, ο μεν Εύρυτος, άμα ήκουσε την
περικύκλωσιν των Περσών, εζήτησε τα όπλα του, και αφού τα
εφόρεσε, διέταξε τον είλωτά του να τον φέρη εις τους
μαχομένους· αφού δε εφέρθη, εκείνος μεν όστις τον έφερε
στραφείς έφυγεν, ο δε Εύρυτος ερρίφθη εις την συμπλοκήν και
εφονεύθη. Αλλ' ο Αριστόδημος λειποψυχήσας έμεινεν όπου ήτο. Εάν
μόνος ο Αριστόδημος συνέβαινε να πάσχη και επέστρεφεν εις την
Σπάρτην, ή εάν επέστρεφον και οι δύο ομού, φρονώ ότι οι
Σπαρτιάται δεν ήθελον οργισθή κατ' αυτών· αλλ' επειδή ο μεν είς
εξ αυτών εφονεύθη, ο δε άλλος την αυτήν έχων πρόφασιν δεν
ηθέλησε να αποθάνη, αναγκαίως ωργίσθησαν πολύ κατά του
Αριστοδήμου οι συμπολίται του.
230. Άλλοι μεν ούτω και με τοιαύτην πρόφασιν λέγουσιν ότι εσώθη
ο Αριστόδημος εις την Σπάρτην· άλλοι δε ότι πεμφθείς ως
αγγελιαφόρος εκ του στρατοπέδου, ενώ ηδύνατο να προφθάση και
λάβη μέρος εις την μάχην, δεν ηθέλησεν αλλ' εβράδυνε καθ' οδόν
και εσώθη. Ο συνάγγελος όμως αυτού επιστρέψας εγκαίρως
εφονεύθη.
231. Επιστρέψας εις την Σπάρτην ο Αριστόδημος είχεν όνειδος και
ατιμίαν. Και η μεν ατιμία την οποίαν έπασχεν ήτο τοιαύτη· ούτε
πυρ τω έδιδεν ουδείς των Σπαρτιατών διά να ανάψη, ούτε τω
ωμίλει· όνειδος δε είχε καλούμενος ο δειλός Αριστόδημος. Αλλ'
ούτος μεν εις την μάχην των Πλαταιών εξήλειψεν όλην την κατ'
αυτού εκφερομένην κατηγορίαν.
232. Λέγουσι δε προσέτι ότι και άλλος τις εξ αυτών των
τριακοσίων σταλείς ως αγγελιαφόρος εις την Θεσσαλίαν εσώθη· το
όνομα αυτού ήτο Παντίτης. Ότε δε επέστρεψεν εις την Σπάρτην,
επειδή περιφρονείτο, απηγχονίσθη.
233. Οι δε Θηβαίοι, των οποίων εστρατήγει ο Λεοντιάδης, ενόσω
μεν ήσαν με τους Έλληνας επολέμουν εξ ανάγκης κατά του στρατού
του βασιλέως· ότε δε είδον ότι υπερίσχυσαν οι Πέρσαι, τότε ενώ
οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες έτρεχον επί τον λόφον, αυτοί
χωρισθέντες προέτεινον τας χείρας, επλησίασαν τους βαρβάρους
και είπον εις αυτούς ό,τι ήτο αληθέστατον· ότι και εμήδιζον και
ήσαν εκ των πρώτων οίτινες έδοσαν εις τον βασιλέα γην και ύδωρ,
αλλ' ότι αναγκασθέντες ήλθον εις τας Θερμοπύλας και ουδόλως
πταίουσιν εις την καταστροφήν την οποίαν έπαθεν ο βασιλεύς.
Ταύτα ειπόντες εσώθησαν, διότι είχον μάρτυρας των λόγων τούτων
και τους Θεσσαλούς. Πλην δεν επέτυχον καθ' ολοκληρίαν, διότι
άμα τους έλαβον εις τας χείρας των οι βάρβαροι, τινάς μεν
εφόνευσαν ενώ ακόμη επλησίαζον, τους δε περισσοτέρους, κατά
διαταγήν του Ξέρξου, έστιξαν με στίγματα βασιλικά, αρχίσαντες
από τον στρατηγόν Λεοντιάδην, του οποίου ο υιός Αντίμαχος
εφονεύθη βραδύτερον υπό των Πλαταιέων, ότε κατέλαβε την
ακρόπολίν των μετά τετρακοσίων Θηβαίων.
234. Οι μεν περί τας Θερμοπύλας Έλληνες ούτως ηγωνίσθησαν, ο δε
Ξέρξης καλέσας τον Δημάρατον ηρώτα αρχίσας ως εξής· «Δημάρατε,
είσαι καλός άνθρωπος, τεκμαίρομαι δε τούτο εκ της φιλαληθείας
σου, διότι όσα με είπες, όλα απέβησαν ούτω. Τώρα δε ειπέ μοι
πόσοι είναι οι λοιποί Λακεδαιμόνιοι και πόσοι εξ αυτών είναι
τοιούτοι εις τα πολεμικά, ή εάν ήναι όλοι.» Ο δε Δημάρατος
απεκρίθη· «Βασιλεύ, ο αριθμός των Λακεδαιμονίων είναι μέγας και
πόλεις έχουσι πολλάς· άκουσον δε εκείνο το οποίον θέλεις να
μάθης ακριβώς. Εις την Λακεδαίμονα είναι η Σπάρτη, πόλις ήτις
έχει τουλάχιστον οκτακισχιλίους άνδρας, τοιούτους οίοι ήσαν οι
ενταύθα πολεμήσαντες· οι άλλοι δε Λακεδαιμόνιοι, αν δεν ήναι
όμοιοι με αυτούς, είναι όμως και αυτοί ανδρείοι.» Τότε ο Ξέρξης
επανέλαβε· «Δημάρατε, τίνι τρόπω θα δυνηθώμεν ευκολώτερον να
επικρατήσωμεν των ανδρών τούτων; Μη διστάζης, λέγε, καθότι
υπάρξας βασιλεύς αυτών, γνωρίζεις τους διαλογισμούς των.»
235. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Βασιλεύ, επειδή με συμβουλεύεσαι
προθύμως, είναι δίκαιον να σε είπω το ασφαλέστερον μέσον.
Πέμψον κατά της Λακωνικής τριακόσια πλοία του ναυτικού στρατού.
Πλησίον αυτής υπάρχει νήσος καλουμένη Κύθηρα, περί της οποίας ο
Χίλων, ο σοφώτατος των παρ' ημίν ανδρών, είπεν ότι μεγαλείτερον
κέρδος θα ήτο εις τους Σπαρτιάτας εάν κατεβυθίζετο εις την
θάλασσαν ή να υπερέχη, διότι υπώπτευε πάντοτε ότι εξ αυτής
δυνατόν να συμβή τοιούτο τι, οποίον εγώ σε λέγω να πράξης· ουχί
διότι προείδε την εκστρατείαν σου, αλλά διότι εφοβείτο
οιουδήποτε έθνους εκστατείαν, Εκ ταύτης λοιπόν της νήσου
ορμώμενοι ας φοβίζωσι τους Λακεδαιμονίους και όταν αυτοί έχωσι
πόλεμον εντός της χώρας των, μη φοβηθείς πλέον ότι θα πέμψωσι
βοηθείας εις την Ελλάδα κυριευομένην υπό του πεζού στρατού σου·
υποδουλουμένης δε της άλλης Ελλάδος, η Λακωνική, μεμονωμένη,
δεν θα έχη πλέον δύναμιν. Εάν πράξης άλλως, έχε ως βέβαιον ότι
θα γίνη το εξής. Ο ισθμός της Πελοποννήσου είναι στενός· εις
τούτο το μέρος συνελθόντες όλοι οι Πελοποννήσιοι θα συνομόσωσι
κατά σου, ώστε περίμενε να έχης άλλας μάχας αιματηροτέρας των
προλαβουσών· εάν όμως πράξης ως λέγω, τότε αμαχητί και ο ισθμός
ούτος και αι πόλεις θα παραδοθώσι.»
236. Μετ' αυτόν ωμίλησεν ο αδελφός του Ξέρξου Αχαιμένης,
στρατηγός του ναυτικού στρατού· παρατυχών εις την συνδιάλεξιν
και φοβηθείς μήπως πεισθή και πράξη ταύτα ο Ξέρξης, είπε·
«Βασιλεύ, βλέπω ότι παραδέχεσαι τους λόγους ανθρώπου φθονούντος
την ευτυχίαν σου και προδίδοντος τα συμφέροντά σου· διότι οι
Έλληνες συνειθίζουσι να ήναι τοιούτοι· φθονούσι τους
ευτυχούντας και μισούσι τους ανωτέρους των. Εάν εις τας
παρούσας περιστάσεις καθ' ας εναυάγησαν τετρακόσια πλοία,
αποχωρίσης και άλλα τριακόσια από τον στόλον, και τα πέμψης να
περιπλέωσι την Πελοπόννησον, οι αντίπαλοι γίνονται αξιόμαχοι
σου· ων όμως ο ναυτικός στρατός ηνωμένος, τότε γίνεται
δυσκαταγώνιστος και ποτέ δεν θα τολμήσωσι να τον προσβάλωσι·
προσέτι όλος ο ναυτικός στρατός θα βοηθή τον πεζόν, και ο πεζός
τον ναυτικόν ομού πορευόμενος. Εάν δε τους διασπάσης, ούτε συ
θα ήσαι χρήσιμος εις εκείνους, ούτε εκείνοι εις σε. Όθεν
κανονίζων καλώς τας υποθέσεις σου, μη φροντίζης διά τας των
πολεμίων, πού θα στήσωσι τον πόλεμον, τι θα πράξωσι και πόσοι
είναι. Εκείνοι είναι ικανοί να φροντίζωσι περί εαυτών, ωσαύτως
και ημείς περί ημών. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, και αν εξέλθωσιν εις
μάχην εναντίον των Περσών· ποσώς δεν θα θεραπεύσωσι το παρόν
τραύμα των.»
237. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης τα ακόλουθα· «Αχαίμενες, με φαίνεται
ότι ομιλείς ορθώς και θα πράξω κατά την συμβουλήν σου. Ο
Δημάρατος λέγει μεν όσα νομίζει ωφελιμώτερα εις εμέ, η γνώμη
σου όμως είναι ορθοτέρα της ιδικής του. Δεν δύναμαι να
παραδεχθώ ότι δεν ενδιαφέρεται υπέρ της ευτυχίας μου· εικάζω δε
τούτο και εξ όσων με είπε προηγουμένως και εκ του αξιώματος ότι
ο πολίτης φθονεί και μισεί εν σιγή τον ευτυχούντα συμπολίτην
του· εάν ο τελευταίος αυτός τω ζητήση συμβουλήν, απέχει να τον
συμβουλεύση ό,τι νομίζει ορθόν, εκτός μόνον εάν ήναι εις άκρον
βαθμόν ενάρετος· σπάνιοι δε είναι οι τοιούτοι άνθρωποι. Ο ξένος
όμως προς τον ευτυχούντα ξένον του είναι ο μάλλον εύνους των
φίλων, και αν τω ζητηθή συμβουλή, συμβουλεύει τα άριστα.
Απαγορεύω λοιπόν να ομιλώσιν εις το εξής υβριστικώς περί του
Δημάρατου, όστις είναι ξένος μου.»
238. Ταύτα ειπών ο Ξέρξης διήλθε διά μέσου των νεκρών· μαθών δε
ότι ο Λεωνίδας ήτο βασιλεύς και στρατηγός των Λακεδαιμονίων,
διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του και να την κρεμάσωσιν εις
πάσσαλον. Το συμβάν τούτο και πολλά άλλα καθιστώσι προφανές ότι
ο βασιλεύς Ξέρξης ήτο ωργισμένος εναντίον του Λεωνίδου ζώντος,
πλειότερον ή καταπαντός άλλου ανθρώπου· άλλως δεν ήθελε πράξει
τοιαύτην παρανομίαν εις τον νεκρόν, αφού, ως εγώ ηξεύρω, οι
Πέρσαι τιμώσιν ιδιαζόντως τους αξίους άνδρας εις τα πολεμικά.
Οι μεν λοιπόν διαταχθέντες να πράξωσι τούτο, το έπραξαν.
239. Εγώ δε επανέρχομαι εις το μέρος όπου διέκοψα την διήγησίν
μου. Πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έμαθον ότι ο βασιλεύς ητοιμάζετο
να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και έπεμψαν εις τους Δελφούς
διά να ερωτήσωσι· το δε μαντείον έδωκεν εις αυτούς την
απόκρισιν την οποίαν ανέφερα ολίγον ανωτέρω. Έμαθον δε την
προετοιμαζόμενην εκστρατείαν κατά τρόπον παράδοξον. Ο Δημάρατος
του Αρίστωνος, φυγών εις τους Μήδους, δεν είχεν ως νομίζω (και
τα φαινόμενα συμφωνούσι με την γνώμην μου) ουδεμίαν συμπάθειαν
προς τους Λακεδαιμονίους· δύναταί τις λοιπόν να εικάση εάν
έπραξε τούτο εξ ευνοίας προς τους Έλληνας ή διά να δείξη εις
αυτούς ότι έχαιρε διά τας δυστυχίας των καθότι, ότε ο Ξέρξης
απεφάσισε να στρατεύση κατά της Ελλάδος, ο Δημάρατος,
ευρισκόμενος εις τα Σούσα και μαθών το σχέδιον τούτο, ηθέλησε
να το αναγγείλη εις τους Λακεδαιμονίους. Επειδή δε ήτο κίνδυνος
μήπως φωραθή και δεν υπήρχεν άλλος τρόπος να φανερώση το
πράγμα, μηχανάται τα εξής. Λαβών διπλήν πινακίδα έξυσε τον
κηρόν και επί του ξύλου της πινακίδος έγραψε το σχέδιον τού
βασιλέως· τούτου γενομένου, ήλειψε πάλιν με κηρόν τα γράμματα,
διά να φαίνεται ότι μεταφέρεται άγραφος η πινακίς και να μη
συλλάβωσιν υπονοίας οι οδοφύλακες. Ότε δε ήλθεν η πινακίς εις
την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ενόουν τίποτε μέχρις ου,
ως ήκουσα, η θυγάτηρ του Κλεομένους και γυνή του Λεωνίδου Γοργώ
ενόησε και διέταξε να ξύσωσι τον κηρόν, λέγουσα ότι εις το
ξύλον θα εύρωσι γράμματα. Υπακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι εύρον
και ανέγνωσαν τας γράμματτα· έπειτα δε τα έστειλαν και εις τους
άλλους Έλληνας. Ταύτα μεν ούτω λέγουσιν ότι εγένοντο.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ
ΟΥΡΑΝΙΑ
1. Οι δε ταχθέντες εις τον ναυτικόν στρατόν Έλληνες ήσαν οι
εξής. Οι Αθηναίοι, με εκατόν εικοσεπτά πλοία, οι Πλαταιείς,
οίτινες με όλην την απειρίαν των περί τα ναυτικά, πλήρεις όμως
προθυμίας και θάρρους, εισήλθον εις τα πλοία των Αθηναίων· οι
Κορίνθιοι με τεσσαράκοντα πλοία· οι Μεγαρείς με είκοσιν· οι
Χαλκιδείς με είκοσι πλοία τα οποία τοις εδάνεισαν οι Αθηναίοι
και εξώπλισαν αυτοί· οι Αιγινήται με δεκαοκτώ· οι Σικυώνιοι με
δώδεκα, οι Λακεδαιμόνιοι με δέκα, οι Επιδαύριοι με οκτώ· οι
Ερετριείς με επτά· οι Τριζήνιοι με πέντε· οι Στυρείς με δύο και
οι Κείοι με δύο πλοία και δύο πεντηκοντόρους. Οι δε Λοκροί οι
Οπούντιοι επεβοηθούν τους Έλληνας έχοντες επτά πεντηκοντόρους.
2. Αυτοί ήσαν οι ηγκυροβολημένοι εις το Αρτεμίσιον· είπα δε
πόσα πλοία παρέσχεν έκαστον έθνος. Όλων δε των συλλεχθέντων
πλοίων ο αριθμός, πάρεξ των πεντηκοντόρων, ήτο διακόσια
εβδομήκοντα έν. Ο στρατηγός, όστις είχε την υπερτάτην εξουσίαν,
ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, διορισθείς υπό των
Σπαρτιατών καθότι οι σύμμαχοι είχον ειπεί ότι εάν δεν έχη την
ηγεμονίαν ο Λάκων δεν θα ακολουθήσωσι τους Αθηναίους
ηγεμονεύοντας αλλά θα διαλύσωσι τον ετοιμαζόμενον στόλον.
3. Εγένετο δε κατ' αρχάς λόγος, πριν ακόμη πέμψωσι διά να
ζητήσωσι την συμμαχίαν της Σικελίας, ότι έπρεπε να επιτραπή το
ναυτικόν εις τους Αθηναίους· αλλ' επειδή αντέστησαν οι
σύμμαχοι, υπεχώρησαν οι Αθηναίοι περί πολλού ποιούμενοι την
σωτηρίαν της Ελλάδος. Βλέποντες λοιπόν ότι εάν ανεφύοντο έριδες
περί της ηγεμονίας θα ηφανίζετο η Ελλάς, δεν επέμειναν και
έπραξαν ορθώς, καθότι εμφυλία στάσις, αναφυομένη καθ' ον καιρόν
γίνεται πόλεμος από κοινού, είναι χειροτέρα του πολέμου του
ταράττοντος την ειρήνην. Ηξεύροντες δε τούτο καλώς, δεν
αντέτεινον αλλ' ενέδωσαν εφ' όσον είχον την ανάγκην των
Σπαρτιατών ως το απέδειξαν, καθότι αφού οι Πέρσαι απεκρούσθησαν
διήγειρον περί του αυτού πράγματος αγώνα, και λαβόντες πρόφασιν
την αυθάδειαν του Παυσανίου, αφήρεσαν από τους Λακεδαιμονίους
την ηγεμονίαν. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
4. Τότε δε ούτοι οι εις το Αρτεμίσιον ελθόντες Έλληνες ιδόντες
ότι πολλά πλοία είχον καταβή εις τας Αφετάς, ότι όλη η χώρα
έβριθε στρατευμάτων, ότι αι υποθέσεις των βαρβάρων επετύγχανον
πλειότερον παρ' όσον υπέθετον, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να
φύγωσιν από του Αρτεμισίου εις τα ενδότερα της Ελλάδος.
Εννοήσαντες δε οι Ευβοείς ότι συνεσκέπτοντο ταύτα, παρακάλεσαν
τον Ευρυβιάδην να προσμείνη ολίγον χρόνον μέχρις ου θέσωσιν εν
ασφαλεί τόπω τα τέκνα και τους οικέτας των. Επειδή όμως δεν τον
έπειθον, μεταβάντες εις τον στρατηγόν των Αθηναίων Θεμιστοκλέα
έπεισαν αυτόν διά τριάκοντα ταλάντων να μείνη ο στόλος προ της
Ευβοίας και να ναυμαχήση.
5. Ο δε Θεμιστοκλής διά να κρατήση εκεί τους Έλληνας, ιδού τι
έπραξεν· εκ των τριάκοντα ταλάντων δίδει πέντε εις τον
Ευρυβιάδην, ως να τα έδιδε δήθεν αφ' εαυτού. Τούτου πεισθέντος,
δεν έμενε πλέον ειμή ο Αδείμαντος του Ωκύτου, στρατηγός των
Κορινθίων, όστις εθορύβει λέγων ότι θα αποπλεύση του Αρτεμισίου
και δεν θα προσμείνη πλειότερον. Εις τούτον λοιπόν ο
Θεμιστοκλής είπε μεθ' όρκου· «Όχι, δεν θα μας αφήσης, διότι εγώ
θα σε δώσω δώρα μεγαλείτερα παρ' όσα θα σοι έστελλεν ο βασιλεύς
των Μήδων εάν άφινες τους συμμάχους.» Ενώ δε έλεγε ταύτα,
έπεμπε συγχρόνως εις το πλοίον του Αδειμάντου τρία τάλαντα
αργυρίου. Ούτοι λοιπόν θαμβωθέντες υπό των δώρων ανεπείσθησαν,
ώστε και η επιθυμία των Ευβοέων εξεπληρώθη και ο Θεμιστοκλής
εκέρδησε χωρίς να ηξεύρη κανείς ότι αυτός εκράτησε τα λοιπά·
καθότι οι λαβόντες μέρος εκ των χρημάτων τούτων επίστευον ότι
εστάλησαν εξ Αθηνών επί τούτω.
6. Ούτω λοιπόν έμειναν εις την Εύβοιαν και εναυμάχησαν· εγένετο
δε η ναυμαχία κατά τον ακόλουθον τρόπον. Ελθόντες οι βάρβαροι
περί το εσπέρας της προτεραίας εις τας Αφετάς, έμαθον ότι ολίγα
πλοία Ελληνικά εναυλόχουν προ πολλών ημερών περί το Αρτεμίσιον.
Βεβαιωθέντες δε περί τούτου, απεφάσισαν να αποπειραθώσι την
σύλληψίν των. Να πλεύσωσιν όμως αμέσως και κατ' ευθείαν
εναντίον των δεν ενέκρινον, φοβηθέντες μήπως ιδόντες αυτούς οι
Έλληνες επερχομένους τραπώσιν εις φυγήν έπειτα δε προφθάση και
η νυξ, και τοιουτοτρόπως δυνηθώσι να διαφύγωσιν. Έπρεπε δε,
κατ' αυτούς, μήτε πυρφόρος να μη μείνη ζων.
7. Ταύτα σκοπεύοντες εμηχανώντο τα εξής. Αποσπάσαντες εκ του
στόλου διακόσια πλοία, τα έπεμψαν έξωθεν της Σκιάθου, εις
τρόπον ώστε χωρίς να τα ίδωσιν οι εχθροί, να δυνηθώσι να
περιπλεύσωσι την Εύβοιαν και να εισέλθωσιν εις τον Εύριπον δια
του Καφηρέως και της Γεραιστού. Το σχέδιόν των ήτο να
περικυκλώσωσι τους Έλληνας, τα μεν πλοία ερχόμενα εκ του μέρους
τούτου και φράττοντα εις αυτούς την εις τα οπίσω φέρουσαν οδόν,
οι δε λοιποί επιτιθέμενοι εκ των έμπροσθεν. Ταύτα αποφασίσαντες
απέπεμψαν τα εκλεγέντα πλοία, αλλά δεν είχον κατά νουν να
επιτεθώσι κατά των Ελλήνων εκείνην την ημέραν, ουδέ πριν γίνη
το σημείον ότι οι περιπλέοντες έφθασαν όπου διετάχθησαν. Αφού
δε έπεμψαν τα πλοία ταύτα, ηρίθμησαν τα λοιπά εις τας Αφετάς.
8. Καθ' ον χρόνον έκαμνον ούτοι την απαρίθμησιν των πλοίων (ήτο
δε εις το στρατόπεδον Σκιωναίος τις ονόματι Σκύλλας, άριστος
δύτης της εποχής εκείνης, όστις εις το ναυάγιον το γενόμενον
κατά το Πήλιον πολλά μεν πράγματα έσωσεν εις τους Πέρσας, πολλά
δε και αυτός εκέρδησεν), ούτος ο Σκυλλίας προ πολλού είχε κατά
νουν να αυτομολήση εις τους Έλληνας, ουδεμία όμως μέχρι τότε
παρουσιάσθη ευκαιρία. Κατά ποίον τρόπον έφθασεν εις τους
Έλληνας, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος, εκπλήττομαι
μάλιστα εάν τα λεγόμενα ήναι αληθή· καθότι λέγουσιν ότι
βυθισθείς εις την θάλασσαν από τας Αφετάς δεν ανέβη εις την
επιφάνειαν πριν φθάση εις το Αρτεμίσιον, διελθών διά του ύδατος
ογδοήκοντα περίπου στάδια. Διηγούνται δε και άλλα πολλά περί
του ανθρώπου τούτου τα οποία φαίνονται ψευδή· τινά όμως είναι
αληθή. Περί του γεγονότος δε τούτου ας γίνη αποδεκτή η γνώμη
μου ότι ήλθεν εις το Αρτεμίσιον μετά πλοιαρίου. Άμα δε έφθασε,
διηγήθη εις τους στρατηγούς το ναυάγιον πώς εγένετο και έδωκε
πληροφορίας περί των πλοίων τα οποία επέμφθησαν περί την
Εύβοιαν.
9. Τούτο ακούσαντες οι Έλληνες συνήλθον διά να ομιλήσωσιν· αφού
δε είπον πολλά, υπερίσχυσεν η γνώμη να μείνωσι και να διέλθωσιν
εκεί την ημέραν εκείνην· έπειτα δε αφού αφήσωσι να παρέλθη το
μεσονύκτιον, να πλεύσωσι προς απάντησιν των περιπλεόντων
πλοίων. Μετά ταύτα, επειδή ουδείς ήρχετο εναντίον των,
φυλάξαντες μέχρι της δύσεως του ηλίου έπλευσαν κατά των
βαρβάρων, θέλοντες να κάμωσι δοκιμήν της μάχης και να
διασχίσωσι την εχθρικήν γραμμήν.
10. Οι στρατιώται του Ξέρξου και οι στρατηγοί, βλέποντες αυτούς
προχωρούντας ες ολίγα πλοία, τους ενόμισαν παράφρονας και
απήγαγον και αυτοί τα πλοία, ελπίσαντες ότι ευκόλως ήθελον τους
αιχμαλωτεύσει· είχον δε δίκαιον ελπίζοντες τούτο, διότι έβλεπον
ότι τα πλοία των Ελλήνων ήσαν ολίγα και ότι τα ιδικά των και
πολλαπλάσια ήσαν κατά τον αριθμόν και έπλεον καλλίτερον. Ταύτα
φρονούντες, προσεπάθουν να περικυκλώσωσι τους Έλληνας. Τότε
όσοι μεν Ίωνες ήσαν εύνοοι προς τους Έλληνας και ηκολούθουν
ακουσίως την εκστρατείαν, ελυπούντο πολύ βλέποντες τους Έλληνας
περικυκλωμένους και όντες βέβαιοι ότι ουδείς αυτών θα επιστρέψη
οπίσω· τόσον ασθενής τοις εφαίνετο ο Ελληνικός στόλος. Όσοι δε
ηρέσκοντο εις τα γινόμενα, εφιλοτιμούντο τις πρώτος να κυριεύση
πλοίον Αττικόν διά να λάβη δώρα παρά του βασιλέως· διότι εις
τον στόλον των βαρβάρων πλείστος λόγος εγίνετο διά τους
Αθηναίους.