{125} Εάν λ.χ. η ευδαιμονία είναι σκοπός, ο σκοπός ούτος

πραγματοποιείται εν εκάστω ημών και ούτω έκαστος ημών είναι ο τελικός

σκοπός.

{126} Διά της γεννήσεως αναγεννάται και διαμένει τα έμψυχον ον, ούτω

δε διαιωνίζεται ουχί άτομόν τι δεδομένον, αλλά το είδος.

{127} Η ψυχή λοιπόν δεν είναι υλική αιτία. Ύλη αυτής είναι το σώμα.

{128} Καθώς εις τα ζώα είναι άνω η κεφαλή εν η το στόμα και τα όργανα

προς τροφήν, ούτω εις τα φυτά είναι άνω αι ρίζαι, δι' ων έλκουσι την

τροφήν (Θεμίστιος).

{129} Συνεργεί με άλλα αίτια.

{130} Και η έννοια της υγιείας δεν νοείται ειμή διά της εναντίας

ιδέας της νόσου και αντιστρόφως.

{131} Τα υγρά, οίον το έλαιον, κλπ. τρέφουσι το πυρ.

{132} Εννοεί το λογικώς πρότερον.

{133} Η φαντασία είναι 1) &αισθητική&, ήτοι η δύναμις του αναπλάττειν

αισθητάς εικόνας ή του ζωογονείν νεκρά αισθήματα. 2) &βουλευτική& ή

&λογιστική&, ήτοι η δύναμις του πλάττειν τας την νόησιν συνοδευούσας

εικόνας εκ στοιχείων πάντοτε, τα οποία παρέχει η αίσθησις.

{134} Το ζώον τροφής χρήζει πάντοτε, ουχί όμως και αυξήσεως• ως ίππος

ή άνθρωπος χρήζει τροφής, ως πώλος δε ή παις χρήζει και αυξήσεως, έως

ου έλθη εις ακμήν, τότε δε την αύξησιν διαδέχεται η γέννησις ομοίων

όντων.

{135} Τρεις είναι και αι ενέργειαι του θρεπτικού, θρέψις, αύξησις,

γέννησις.

{136} Ομοίου με το έχον αυτήν σώμα.

{137} Η ψυχή τρέφει το σώμα διά της συμφυούς θρεπτικής και πεπτικής

δυνάμεως και διά του θερμού, όπως ο κυβερνήτης κυβερνά το πλοίον διά

της συμφυούς χειρός αυτού και διά του χωριστού πηδαλίου. Η θερμότης,

ως η χειρ, κινουμένη υπό της δυνάμεως κινεί την τροφήν, αναλογούσαν

προς το πηδάλιον.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Γενικά περί τον αισθητικού• είναι δύναμις χρήζουσα των εξωτερικών

πραγμάτων, ίνα γείνη ενεργός. Εξέτασις της δόξης ότι το όμοιον

δύναται να πάσχη υπό του ομοίου. Αληθεύει, καθ' όσον διακρίνεται η

δύναμις και η ενέργεια. Η αίσθησις πριν ή πάθη υπό του αισθητού είναι

ανομοία προς αυτό. Όταν δε πάθη, γίνεται, ομοία αυτού.&

1. Αφού ταύτα διωρίσαμεν, ας ομιλήσωμεν γενικώς περί πάσης αισθήσεως.

Ως είπομεν, η αίσθησις συνίσταται εις το κινείσθαι και πάσχειν διότι

νομίζεται ότι είναι μεταβολή τις {138}. Τινές λέγουσιν ότι και το

όμοιον πάσχει υπό του ομοίου. Πως δε τούτο είναι δυνατόν ή αδύνατον

είπομεν εις την γενικήν πραγματείαν ημών περί του Ποιείν και του

Πάσχειν.

2. Αλλά ζητείται διατί δεν υπάρχει αίσθησις και αυτών των αισθήσεων

{139} και διατί τα αισθητήρια δεν παράγουσιν αίσθησιν άνευ των

εξωτερικών πραγμάτων, μολονότι το πυρ, η γη και τα άλλα στοιχεία

υπάρχουσιν εν τω αισθητικώ και έχομεν αίσθησιν τούτων είτε καθ' εαυτά

είτε των συμβεβηκότων (ιδιοτήτων) αυτών. Αλλ' είναι πρόδηλον ότι η

αισθητική δύναμις δεν είναι πάντοτε εν ενεργεία, αλλά δυνάμει μόνον

{140}. Διά τούτο αυτή είναι καθώς και η καύσιμος ύλη, η οποία δεν

καίεται μόνη άνευ του πράγματος, το οποίον την κάμνει να καίη {141}.

Διότι άλλως θα έκαιεν εαυτήν και δεν θα είχε χρείαν του πραγματικού

(προϋπάρχοντος) πυρός. Επειδή δε το αισθάνεσθαι λέγομεν κατά δύο

σημασίας, διότι και το δυνάμει ακούον και βλέπον λέγομεν ότι ακούει

και βλέπει και αν τύχη να κοιμάται, και το ήδη ενεργούν, ήτοι ακούον

και βλέπον, λέγομεν ότι ακούει και βλέπει, ούτω δύναται και η

αίσθησις να λέγηται κατά δύο σημασίας, κατά μίαν ως εν δυνάμει

αίσθησις, κατ' άλλην δε ως εν ενεργεία (ομοίως και το αισθάνεσθαι

λέγεται δυνάμει αισθάνεσθαι και εν ενεργεία αισθάνεσθαι).

3. Ας εννοήσωμεν λοιπόν πρώτον, ότι δηλούσι το αυτό πράγμα οι όροι

πάσχειν και κινείσθαι και ενεργείν {142}. Διότι και η κίνησις είναι

ενέργειά τις, ατελής όμως, καθώς είπομεν αλλαχού {143}. Πάντα όμως

πάσχουσι και κινούνται υπ' άλλου όντος, όπερ δύναται να ποιή και

είναι ενεργεία ον. Διά τούτο κατά τινα μεν τρόπον το όμοιον πάσχει

υπό του ομοίου, κατ' άλλον δε υπό του ανομοίου, καθώς είπομεν

ανωτέρω• διότι πάσχει μεν το ανόμοιον, αφού όμως έχει πάθη, τότε

πλέον είναι όμοιον. {144}.

4. Πρέπει δε και περί δυνάμεως και εντελέχειας να κάμωμεν διακρίσεις•

διότι έως τώρα ομιλούμεν περί αυτών κατά τρόπον γενικόν. Κατά μίαν

σημασίαν λέγομεν, ότι πράγμα τι είναι επιστήμων, ως ηθέλομεν είπει

ότι ο άνθρωπος είναι επιστήμων, διότι ο άνθρωπος είναι εκ των όντων,

τα οποία δύνανται να δέχωνται την επιστήμην και να έχωσιν αυτήν• αφ'

ετέρου δε λέγομεν επίσης επιστήμονα τον κατέχοντα την επιστήμην, λ.χ.

την γραμματικήν. Όμως καθείς των δύο τούτων δεν είναι δυνατός κατά

τον αυτόν τρόπον, αλλ' ο μεν δύναται να γινώσκη, διότι τοιούτον είναι

το γένος και η φύσις αυτού, ο δε διότι άμα θελήση δύναται να ενεργήση

την επιστήμην του, όταν δεν τον εμποδίζη τίποτε εξωτερικόν. Τρίτος δε

είναι ο νυν ενεργοποιών την επιστήμην του• και ούτος είναι ο κατ'

εντελέχειαν και κυρίως επισταμένος το ωρισμένον τούτο πράγμα, το Α

π.χ. Οι δε πρότεροι {145} είναι και οι δύο κατά δύναμιν επιστήμονες•

αλλ' ο μεν πρώτος είναι επιστήμων, αφ'ού αλλοιωθή υπό της μελέτης και

πολλάκις εκ μιας καταστάσεως μεταβληθή εις άλλην εναντίαν (εξ αγνοίας

δηλ. εις γνώσιν)• ο δε άλλος είναι επιστήμων κατ' άλλον τρόπον, ως

κατέχων την αριθμητικήν ή την γραμματικήν, μη ενεργοποιών δε αυτήν•

μεταβαίνουσι δε εις την ενέργειαν ούτοι κατά διάφορον τρόπον.

5. Δεν είναι δε απλούν ουδέ το πάσχειν, αλλ' άλλοτε μεν το πάθος

είναι φθορά τις υπό του εναντίου {146}, άλλοτε δε είναι μάλλον

συντήρησις του δυνάμει όντος υπό του εντελεχεία και ομοίου όντος κατά

την αυτήν σχέσιν, την οποίαν έχει η δύναμις προς την εντελέχειαν.

Ούτω το κατέχον την επιστήμην (ως δύναμιν) γίνεται ενεργεία επιστήμη

(όταν μεταχειρίζηται αυτήν), τούτο δε ή δεν είναι μεταβολή, διότι

είναι πρόοδος του υπάρχοντος εις αυτήν την φύσιν του και εις την

τελειότητα αυτού {147}, ή είναι άλλο είδος μεταβολής. Διά τούτο δεν

είναι ορθόν να λέγηται ότι ο έχων την νόησιν μεταβάλλεται, όταν νοή,

καθώς δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι ο οικοδόμος μεταβάλλεται, όταν

οικοδομή. Εκείνο λοιπόν, το oποίον μεταφέρει το εν δυνάμει ον εις

εντελέχειαν ως προς τον νουν και την νόησιν, δίκαιον είναι να

ονομάζηται ουχί διδασκαλία, αλλά να έχη άλλο όνομα. Το δε ον, το

οποίον εκ της δυνάμεως μεταβαίνει εις την επιστήμην μανθάνον και

λαμβάνον αυτήν υπό του εντελεχεία όντος επιστήμονος και δυναμένου να

διδάξη αυτήν, ή δεν πρέπει να λέγηται ότι πάσχει, καθώς είπομεν, ή

πρέπει να δεχθώμεν δύο τρόπους αλλοιώσεως, ήτοι την εις την

στερητικήν διάθεσιν μεταβολήν και την άγουσαν εις την έξιν (κατοχήν)

και την φυσικήν κατάστασιν {148}.

6. Η πρώτη των δύο τούτων μεταβολών γίνεται εις το αισθητικόν ον υπ'

αυτού του γεννώντος αυτό {149}, όταν όμως γεννηθή, κατέχει ήδη εν

εαυτώ την αίσθησιν ως είδος γνώσεως. Και η κατ' ενέργειαν δε αίσθησις

λέγεται όπως και η κατ' ενέργειαν επιστήμη. Αλλ' υπάρχει η διαφορά,

ότι τα αντικείμενα τα ποιητικά της ενεργεία υπάρξεως του αισθητικού

είναι εξωτερικά, δηλ. το ορατόν και το ακουστόν αντικείμενον, όπως

και αι λοιπαί αισθηταί ιδιότητες. Αίτιον τούτου είναι ότι η κατ'

ενέργειαν αίσθησις αντικείμενον έχει τα καθ' έκαστα, η δε επιστήμη

αντικείμενον έχει τα καθολικά {150}. Τα καθόλου δε ταύτα είναι τρόπον

τινά εν αυτή τη ψυχή.

Και διά τούτο δυνάμεθα να νοώμεν, όταν θέλωμεν. Αλλά να αισθανώμεθα

δεν εξαρτάται εξ ημών, διότι είναι αναγκαίον να υπάρχη παρόν αισθητόν

τι. Ομοίως δε συμβαίνει και εν ταις επιστήμαις των αισθητών όντων,

διά την αυτήν αιτίαν, διότι τα αισθητά ανήκουσιν εις τον κόσμον των

καθ' έκαστα και των εξωτερικών πραγμάτων.

7. Αλλά ταύτα μεν θα λάβωμεν καιρόν πάλιν να διασαφήσωμεν

περισσότερον. Τώρα δε ας ορίσωμεν τόσον μόνον ότι, όπως η λεγομένη

δύναμις ή το δυνάμει δεν είναι απλούν, αλλά άλλοτε μεν δηλοί δύναμιν

καθ' ην σημασίαν λέγομεν, ότι ο παις δύναται να είναι στρατηγός,

άλλοτε δε καθ' ην έννοιαν λέγομεν, ότι ο έχων την ηλικίαν να στρατηγή

δύναται να στρατηγήση, ούτω και η αισθητική δύναμις τας αυτάς έχει

σημασίας. Αλλ' επειδή οι διάφοροι ούτοι διορισμοί της δυνάμεως δεν

έχουσιν ιδιαίτερον όνομα, ημείς όμως έχομεν ήδη εξηγηθή περί αυτών

ότι είναι διάφοροι, και πώς είναι διάφοροι, ανάγκη να κάμνωμεν χρήσιν

των κοινών λέξεων (δυνάμεως) πάσχειν, μεταβάλλεσθαι ως να εδήλουν την

κυρίαν σημασίαν. Το αισθητικόν λοιπόν (η αίσθησις) είναι δυνάμει{151}

Τοιούτον, οποίον είναι κατ' εντελέχειαν (πραγματικώς) το αισθητόν, ως

είπομεν. Πάσχει λοιπόν καθ' όσον δεν είναι όμοιον με το αισθητόν, αφ'

ου όμως έχει πάθη, τότε πλέον έχει ομοιωθή, και είναι τοιούτον,

οποίον είναι το αισθητόν {152}.

Σημείωσις&. Αι αρχαί αι εν τω 5ω κεφαλαίω εκτιθέμεναι περί της

αισθητικότητας άμα και αυτενεργείας του αισθητικού είναι εναντίαι εις

την ψευδή υποκειμενικήν ιδεοκρατίαν, ήτις δοξάζει, ότι πάντα είναι

πλάσματα του υποκειμένου. Η αίσθησις έχει στοιχείον παθητικόν.

Αισθανόμενοι ευρίσκομεν εαυτούς διοριζομένους, (πάσχοντας) έσωθεν ή

έξωθεν, υποκειμενικώς ή αντικειμενικώς.

Τούτο το να ευρίσκω εν εμοί διορισμούς αμέσους, ουχί υπ' εμού

τεθειμένους, τούτο είναι τα παθητικόν, το μη ελεύθερον στοιχείον μου.

Η αίσθησις είναι η σφαίρα του περιορισμού, του ενδεχομένου, της

πεπερασμένης υποκειμενικότητος. Βεβαίως και τα αισθητά αντικείμενα,

το φως και τον ήχον δυνάμεθα να νοώμεν διά της συγκεκριμένης

ελευθέρας νοήσεως και να αποδεικνύωμεν ότι είναι διορισμοί του

αυθοριζομένου πνεύματος. Αλλ' από τούτου διαφέρει πολύ η κατάστασις

εκείνη, καθ' ην εγώ υπάρχω ως ατομικόν υποκείμενον και η ιδέα υπάρχει

εις εμέ ως εις τούτο το μεμονωμένον άτομον. Αύτη είναι κατάστασις

περιορισμού και παθητικότητος και κατά τούτο είναι ψευδής η θεωρία,

ότι ουδέν έρχεται εις ημάς έξωθεν. Το ατομικόν στοιχείον εν τη

αισθήσει αποτελεί την ατομικότητα της συνειδήσεως, ήτις υπάρχει εις

τούτο εδώ το πράγμα εν αναφορά προς άλλο ως αισθητόν προς αισθητόν.

Αλλά το αισθητικόν της ψυχής αντιδρά κατά του αισθητού πράγματος,

αφομοιοί τούτο προς εαυτό, αναιρεί την παθητικότητα του και ούτως

άρχεται η αυτενέργεια του καθολικού και η συνείδησις εκείνη, της

οποίας εσχάτη ανάπτυξις είναι η επιστημονική και φιλοσοφική νόησις, η

υψίστη μορφή της ελευθερίας.

***

{138} Διότι πάσα αλλοίωσις γίνεται διά πάθους και κινήσεώς τινος.

{139} Ή των αισθητηρίων, ταύτα όμως είναι δυνάμει το αισθητόν και η

αίσθησις. Το χωρίον εξηγείται και ούτω: διατί αι αντιλήψεις δεν

πηγάζουσιν εξ αυτών των αισθήσεων.

{140} Η αίσθησις δεν είναι πράγματι και διαρκώς εν ενεργεία, αλλά

δυνάμει ούσα γίνεται ενεργός, όταν ερεθίζηται έξωθεν.

{141} Η ύλη και η δύναμις χρήζουσι πάντοτε, ως ποιητικού αιτίου, ενός

πραγματικού και ενεργεία όντος, ίνα κινηθώσι και γίνωσιν ωρισμένον

τι. Ιδού διατί το είδος είναι πρότερον της ύλης.

{142} Το αισθητικόν, ακίνητον ον και απαθές κατ' αρχάς, είναι απλώς

εν δυνάμει• άμα όμως πάθη και κινηθή υπό των εκτός, τότε είναι

ενεργεία.

{143} Η κίνησις γίνεται χάριν του τέλους (της οικίας λ.χ. η

κατασκευή), όταν δε πραγματοποιηθή ο σκοπός, τότε η ενέργεια είναι

τελεία.

{144} Η αίσθησις, πριν ή αντιληφθή το αισθητόν, είναι δυνάμει αυτό,

ουχί ενεργεία, άρα ταύτα είναι ανόμοια• αφού όμως αντιληφθή,

αφωμοιώθη αυτό και είναι ομοία με αυτά.

{145} Ήτοι α') ο δυνάμενος να γίνη επιστήμων, διότι είναι άνθρωπος,

λ.χ. ο παις, β') ο μαθών την επιστήμην, αλλά μη χρησιμοποιών αυτήν,

δυνάμενος όμως να την μεταχειρισθή, όταν θελήση, γ') ο ενεργεία

μεταχειριζόμενος τα μεμαθημένα.

{146} Φθοράν πάσχει του προϋπάρχοντος ο εξ επιστήμης μεταβαίνων εις

άγνοιαν. O δε εξ αγνοίας μεταβαίνων εις επιστήμην προβαίνει εις την

τελείωσιν της φύσεως αυτού.

{147} Όπερ τέλος έχει να είναι επιστήμων, Ή άλλως• διότι το

προστιθέμενον στοιχείον ανήκει εις αυτήν την φύσιν αυτού και τείνει

εις την εντελέχειαν αυτού.

{148} &Διάθεσις& δηλοί μεταβατικήν κατάστασιν, &έξις& δε έμμονον,

κατάστασιν. Η διάθεσις είναι απλή δύναμις ή ατελής βαθμίς πράγματός

τινος προς την εντελέχειαν του, είναι λοιπόν στέρησις, άρνησις εν

συγκρίσει προς την έξιν ή την εντελέχειαν. Ούτως ο μεν άρτι μανθάνων

αποβάλλει ην έχει διάθεσιν, δηλ. την άγνοιαν, και ενεργεί πρώτην

μεταβολήν (εκ του μη όντος εις το είναι). O δε μαθών έχει μεν ήδη την

έξιν, κατέχει την επιστήμην, χρήζει δε ενεργείας προς τελείωσιν.

{149} Ως πρώτη μεταβολή εννοείται το ότι γεννάται ο παις έχων την

δύναμιν να αισθάνηται και να γινώσκη.

{150} Ήτοι μόνον νοητά όντα ή τα καθαρά νοήματα, τα οποία δεν είναι,

όπως τα αισθητά, έργα της φύσεως.

{151} Ουχί όπως ο παις λέγεται δυνάμει στρατηγός, αλλ' όπως ο ενήλιξ

και κατέχων (έξις) την στρατηγίαν.

{152} Εν τω Γ' βιβλίω αναπτύσσει κάλλιον την ταυτότητα του

υποκειμένου και του αντικειμένου, της ψυχής και του αισθητού. Η

αίσθησις δέχεται τα είδη και τας εννοίας των αισθητών, χωρίς να πάσχη

και να αλλοιούται, τουναντίον μάλιστα γινομένη ενεργός τελειοποιεί

την προτέραν κατάστασιν αυτής.

{138} Διότι πάσα αλλοίωσις γίνεται διά πάθους και κινήσεώς τινος.

{139} Ή των αισθητηρίων, ταύτα όμως είναι δυνάμει το αισθητόν και η

αίσθησις. Το χωρίον εξηγείται και ούτω: διατί αι αντιλήψεις δεν

πηγάζουσιν εξ αυτών των αισθήσεων.

{140} Η αίσθησις δεν είναι πράγματι και διαρκώς εν ενεργεία, αλλά

δυνάμει ούσα γίνεται ενεργός, όταν ερεθίζηται έξωθεν.

{141} Η ύλη και η δύναμις χρήζουσι πάντοτε, ως ποιητικού αιτίου, ενός

πραγματικού και ενεργεία όντος, ίνα κινηθώσι και γίνωσιν ωρισμένον

τι. Ιδού διατί το είδος είναι πρότερον της ύλης.

{142} Το αισθητικόν, ακίνητον ον και απαθές κατ' αρχάς, είναι απλώς

εν δυνάμει• άμα όμως πάθη και κινηθή υπό των εκτός, τότε είναι

ενεργεία.

{143} Η κίνησις γίνεται χάριν του τέλους (της οικίας λ.χ. η

κατασκευή), όταν δε πραγματοποιηθή ο σκοπός, τότε η ενέργεια είναι

τελεία.

{144} Η αίσθησις, πριν ή αντιληφθή το αισθητόν, είναι δυνάμει αυτό,

ουχί ενεργεία, άρα ταύτα είναι ανόμοια• αφού όμως αντιληφθή,

αφωμοιώθη αυτό και είναι ομοία με αυτά.

{145} Ήτοι α') ο δυνάμενος να γίνη επιστήμων, διότι είναι άνθρωπος,

λ.χ. ο παις, β') ο μαθών την επιστήμην, αλλά μη χρησιμοποιών αυτήν,

δυνάμενος όμως να την μεταχειρισθή, όταν θελήση, γ') ο ενεργεία

μεταχειριζόμενος τα μεμαθημένα.

{146} Φθοράν πάσχει του προϋπάρχοντος ο εξ επιστήμης μεταβαίνων εις

άγνοιαν. O δε εξ αγνοίας μεταβαίνων εις επιστήμην προβαίνει εις την

τελείωσιν της φύσεως αυτού.

{147} Όπερ τέλος έχει να είναι επιστήμων, Ή άλλως• διότι το

προστιθέμενον στοιχείον ανήκει εις αυτήν την φύσιν αυτού και τείνει

εις την εντελέχειαν αυτού.

{148} 1. &Διάθεσις& δηλοί μεταβατικήν κατάστασιν, &έξις& δε έμμονον,

κατάστασιν. Η διάθεσις είναι απλή δύναμις ή ατελής βαθμίς πράγματος

τίνος προς την εντελέχειαν του, είναι λοιπόν στέρησις, άρνησις εν

συγκρίσει προς την έξιν ή την εντελέχειαν. Ούτως ο μεν άρτι μανθάνων

αποβάλλει ην έχει διάθεσιν, δηλ. την άγνοιαν, και ενεργεί πρώτην

μεταβολήν (εκ του μη όντος εις το είναι). O δε μαθών έχει μεν ήδη την

έξιν, κατέχει την επιστήμην, χρήζει δε ενεργείας προς τελείωσιν.

{149} Ως πρώτη μεταβολή εννοείται το ότι γεννάται ο παις έχων την

δύναμιν να αισθάνηται και να γινώσκη.

{150} Ήτοι μόνον νοητά όντα ή τα καθαρά νοήματα, τα οποία δεν είναι,

όπως τα αισθητά, έργα της φύσεως.

{151} Ουχί όπως ο παις λέγεται δυνάμει στρατηγός, αλλ' όπως ο ενήλιξ

και κατέχων (έξις) την στρατηγίαν.

{152} Εν τω Γ' βιβλίω αναπτύσσει κάλλιον την ταυτότητα του

υποκειμένου και του αντικειμένου, της ψυχής και του αισθητού. Η

αίσθησις δέχεται τα είδη και τας εννοίας των αισθητών, χωρίς να πάσχη

και να αλλοιούται, τουναντίον μάλιστα γινομένη ενεργός τελειοποιεί

την προτέραν κατάστασιν αυτής.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'

&Περί των αισθητών. Σημασίαι του αισθητού. Αισθητόν 1ον υπό μιας

αισθήσεως, 2ον υπό πασών, 3ον Αισθητόν κατά συμβεβηκός και μετ' άλλων

αντικειμένων.&

1. Εξετάζοντες τας κατ' ιδίαν αντιλήψεις αναγκαίον να ομιλήσωμεν

πρώτον περί των αισθητών• λέγεται δε το αισθητόν κατά τρεις σημασίας,

κατά δύο μεν εξ αυτών λέγομεν ότι αισθανόμεθα τα αισθητά καθ' εαυτά,

κατά μίαν δε ότι κατά συμβεβηκός. Εκ των καθ' εαυτά αισθητών, των δύο

πρώτων, άλλα μεν είναι ίδια εκάστης αισθήσεως, άλλα δε είναι κοινά

εις πάσας τας αισθήσεις.

2. Ίδιον είναι εκείνο το αισθητόν, το οποίον δεν είναι δυνατόν να

αισθανθώμεν δι' άλλης αισθήσεως και ως προς το οποίον δεν δύναται να

απατηθή η σχετική αίσθησις, π.χ. Η όψις ίδιον έχει το χρώμα, η ακοή

τον ήχον και η γεύσις τον χυμόν, η δε αφή έχει περισσοτέρας διαφοράς

{153}. Αλλ' εκάστη αίσθησις κρίνει βεβαίως περί του ιδίου

αντικειμένου, και δεν απατάται η όψις διακρίνουσα ότι είναι χρώμα,

ουδέ η ακοή ότι είναι ήχος, αλλά μόνον απατάται ως προς το τι είναι

και πού είναι το χρωματιστόν αντικείμενον ή τι είναι και πού το

ηχητικόν. Τα τοιαύτα λοιπόν λέγονται ίδια εκάστης αισθήσεως.

3. Κοινά δε εις πάσας είναι η κίνησις, η ηρεμία, ο αριθμός, το σχήμα

και το μέγεθος. Διότι τα τοιαύτα δεν είναι ίδια ουδεμιάς αισθήσεως

αποκλειστικώς, αλλ' είναι κοινά εις πάσας. Ούτω κίνησίς τις είναι

αισθητή και διά της όψεως και διά της ακοής.

4. Κατά συμβεβηκός δε λέγεται το αισθητόν, όταν λ.χ. το λευκόν

αντικείμενον, το οποίον βλέπομεν, είναι ο υιός του Διάρους• τω όντι

κατά συμβεβηκός αισθανόμεθα τούτον, διότι το λευκόν, το οποίον

αισθανόμεθα, συνέπεσε να είναι υιός του Διάρους {154}. Διά τούτο και

η αίσθησις ουδέν πάσχει υπό του αισθητού καθ' όσον είναι τοιούτον

{155}. Εκ των καθ' αυτά αισθητών όμως τα ιδία είναι κυριολεκτικώς

αισθηταί ποιότητες και εις ταύτα αναφέρεται ουσιωδώς και κατά φύσιν

εκάστη αίσθησις.

***

{153} Η αφή, ήτις διακρίνει τας ιδιότητας του σώματος ως σώματος,

έχει πολλά αντικείμενα: σκληρά και μαλακά, λεία και τραχέα, θερμά

και ψυχρά, υγρά και ξηρά. Είδος αφής είναι η γεύσις.

{154} Ή άλλως διότι εις τον υιόν Διάρους συνέβη να είναι λευκός το

χρώμα.

{155} Δηλ. υιός Διάρους.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Γενικά περί δράσεως. Περί χρώματος. Το χρώμα κινεί το φως. Αναίρεσις

γνώμης Εμπεδοκλέους. Φωσφορικά σώματα. O αήρ αναγκαίον διάμεσον προς

ενέργειαν της οράσεως. Αναίρεσις δόξης Δημοκρίτου, ότι δυνάμεθα να

βλέπωμεν εν τω κενώ. Και αι άλλαι αισθήσεις χρήζουσι διαμέσου (αέρος,

ύδατος) προς ενέργειαν αυτών.&

1. Το αντικείμενον, του οποίου αίσθησις είναι η όψις, είναι το

ορατόν {156}. Ορατόν δε είναι το χρώμα και εκείνο όπερ δυνάμεθα να

εξηγήσωμεν διά του νου, αλλά δεν έχει ίδιον όνομα {157}. Φανερόν δε

θα γίνη κάλλιστα ό,τι λέγομεν, όταν προχωρήσωμεν. Το ορατόν λοιπόν

είναι το χρώμα• τούτο δε υπάρχει (επί της επιφανείας), επί του καθ'

αυτό ορατού {158}, όπερ είναι καθ' αυτό ορατόν ουχί κατά λόγον {159},

αλλά διότι έχει εν εαυτώ το αίτιον του να είναι ορατόν {160}. Παν

χρώμα δύναται να κινή το κατ' ενέργειαν διαφανές {161} και αύτη είναι

η φύσις του χρώματος. Διά τούτο δεν υπάρχει ορατόν άνευ φωτός, αλλά

παν χρώμα εκάστου πράγματος οράται μόνον εις το φως. Όθεν πρέπει

πρώτον να είπωμεν περί φωτός τι είναι.

2. Το φως βεβαίως είναι διαφανές τι. Λέγω δε διαφανές εκείνο, το

οποίον είναι μεν ορατόν, ουχί όμως καθ' εαυτό ορατόν, και απολύτως,

αλλά διά μέσου ξένου τινός, του χρώματος. Τοιούτον δε διαφανές είναι

ο αήρ, το ύδωρ και άλλα των στερεών (ύαλος κλπ.), δεν είναι όμως το

ύδωρ διαφανές ως ύδωρ, ουδέ ο αήρ ως αήρ, αλλά διότι υπάρχει εις τα

δύο ταύτα η αυτή ιδιότης, ήτις είναι η αυτή με την εν τω αιωνίω και

θείω σώματι {162} υπάρχουσαν. Το φως δε είναι η ενεργοποίησις του

διαφανούς, ως διαφανούς {163}. Εκείνο δε (το διάμεσον), εν τω οποίω

το διαφανές υπάρχει εν δυνάμει, τούτο είναι και το σκότος. Το φως

είναι τρόπον τινά το χρώμα του διαφανούς, όταν το διαφανές γίνεται

εντελεχεία διαφανές είτε υπό του πυρός είτε υπό άλλης αιτίας

τοιαύτης, οίον είναι το άνω σώμα (ο ήλιος)• διότι και τούτο το σώμα

έχει τι το αυτό με το πυρ. Τι είναι λοιπόν το διαφανές και τι είναι

το φως, είπομεν, το φως δηλ. δεν είναι πυρ ούτε σώμα παντάπασιν ούτε

απόρροια σώματος (διότι ούτω θα ήτο σώμα τι), αλλ' η παρουσία

(επενέργεια) του πυρός ή άλλου τοιούτου σώματος εν τω διαφανεί, διότι

δεν είναι δυνατόν δύο σώματα {164} συγχρόνως να υπάρχωσιν εν τω αυτώ.

3. Το φως φαίνεται ότι είναι το εναντίον προς το σκότος. Το δε σκότος

είναι στέρησις της τοιαύτης καταστάσεως του διαφανούς, ώστε φανερόν

είναι ότι και το φως είναι η παρουσία της καταστάσεως ταύτης. O

Εμπεδοκλής δε ουχί ορθώς λέγει, ουδέ αν τις άλλος είπε τούτο, ότι το

φως εκινείτο και εκάστοτε εξετείνετο μεταξύ της γης και του

περιέχοντος μεταξύ (της ατμοσφαίρας), διέφευγε δε την αντίληψιν ημών

{165}. Αλλά τούτο αντίκειται και εις την λογικήν αλήθειαν και εις τα

φαινόμενα. Διότι εν μικρώ διαστήματι δύναται να διαφύγη ημάς κίνησις

φωτός μικρού, αλλ' απ' ανατολής μέχρι δυσμών να διαφύγη την αντίληψιν

ημών κίνησις (τοιούτου σώματος) είναι παρά πολύ μεγάλη η απαίτησις.

4. Είναι δε επιδεκτικόν να παράγη χρώμα το άχρουν και ήχον το άψοφον.

Άχρουν δε είναι το διαφανές και το αόρατον ή το μόλις ορατόν, οποίον

φαίνεται ότι είναι λ.χ. το σκοτεινόν {166}. Και τοιούτον είναι το

διαφανές, όχι όμως όταν είναι εντελεχεία διαφανές, διότι το αυτό

διάμεσον άλλοτε είναι σκότος, άλλοτε δε είναι φως. Ουχί δε πάντα τα

ορατά είναι ορατά εις το φως, αλλά το οικείον χρώμα εκάστου αυτών εν

τω φωτί μόνον είναι ορατόν. Διό τινά εις μεν το φως δεν είναι ορατά,

εις δε το σκότος κινούσι την αίσθησιν ως λ.χ. τα σώματα, τα οποία

φαίνονται πυρώδη και λάμποντα την νύκτα, δεν ονομάζονται δε με έν

κοινόν όνομα. Και τοιαύτα είναι οι μύκητες, κέρατα ζώων, κεφαλαί

ιχθύων και λέπια και οφθαλμοί αυτών. Αλλ' ουδενός αυτών βλέπομεν το

οικείον αυτού χρώμα {167}. Διά ποίαν δε αιτίαν τα σώματα ταύτα είναι

ορατά, τούτο είναι άλλο ζήτημα.

5. Επί του παρόντος τούτο είναι φανερόν, ότι εκείνο το οποίον οράται

εις το φως είναι το χρώμα, διά τούτο δε το χρώμα δεν είναι ορατόν

άνευ φωτός• διότι αυτή είναι η ουσία του χρώματος, να δύναται να κινή

το κατ' ενέργειαν διαφανές, η δε εντελέχεια του διαφανούς είναι το

φως. Η απόδειξις τούτου είναι προφανής• εάν δηλ. θέση τις το σώμα το

έχον χρώμα επ' αυτού του οφθαλμού, δεν το βλέπει. Αλλά, τουναντίον,

το μεν χρώμα κινεί το διαφανές, λ.χ. τον αέρα, υπό τούτου δε, όστις

είναι συνεχής, κινείται το αισθητήριον.

6. Ούτως ο Δημόκριτος ουχί ορθώς λέγει, πιστεύων, ότι εάν γίνη κενόν

το μεταξύ (το διάμεσον), θα εγίνετο η όρασις ακριβής ώστε να βλέπη

και μύρμηκα, αν υπήρχεν εν τω ουρανώ. Αλλά τούτο είναι αδύνατον,

διότι η όρασις δεν παράγεται, ειμή όταν πάσχη τι η αίσθησις• να πάσχη

δε αμέσως υπ' αυτού του ορατού χρώματος είναι αδύνατον. Υπολείπεται

λοιπόν η υπόθεσις, ότι πάσχει υπό του μεταξύ {168} (διαφανούς αέρος),

ώστε είναι ανάγκη, να υπάρχη τι μεταξύ. Εάν δε γίνη κενόν, ου μόνον

δεν θα βλέπηταί τι ακριβώς, αλλ' ουδόλως θα βλέπηται.

7. Διά ποίαν λοιπόν αιτίαν το χρώμα αναγκαίως οράται εις το φως

είπομεν. Το πυρ δε οράται εις αμφότερα, και εις το σκότος και εις το

φως. Και τούτο εξ ανάγκης γίνεται• διότι το διαφανές γίνεται διαφανές

υπό του πυρός.

8. Το αυτό λέγομεν και περί του ήχου και της οσμής, διότι ουδέν εξ

αυτών κινεί την αίσθησιν, όταν τίθηται εις επαφήν με το αισθητήριον,

αλλ' υπό της οσμής και του ήχου κινείται το μεταξύ, υπό δε τούτου

κινείται έκαστον των αισθητηρίων. Όταν δε επιθέση τις το σώμα το

ηχούν ή όζον επ' αυτού του αισθητηρίου, ουδεμίαν θα διεγείρη

αίσθησιν. Το αυτό συμβαίνει και εις την αφήν και την γεύσιν, αλλά δεν

είναι επίσης φανερόν, και η αιτία τούτου ύστερον θα γίνη φανερά.

9. Το μεταξύ (το διάμεσον) του ήχου είναι ο αήρ, το δε της οσμής δεν

έχει ίδιον όνομα. Αλλ' είναι πάθος τι κοινόν και του αέρος και του

ύδατος, και ην σχέσιν έχει το διαφανές προς το χρώμα την αυτήν έχει

το εν αμφοτέροις τοις στοιχείοις υπάρχον πάθος προς το σώμα το έχον

την οσμήν {169}. Τω όντι φαίνεται ότι και τα ένυδρα ζώα έχουσι την

αίσθησιν της οσμής. Αλλ' ο άνθρωπος και όσα των χερσαίων αναπνέουσι

δεν δύνανται να αισθάνωνται την οσμήν, εάν δεν αναπνέωσι. Την αιτίαν

δε τούτων ύστερον θα εξηγήσωμεν.

***

{156} Όρασις είναι η εν ενεργεία όψις.

{157} Εννοεί τα εν τω σκότει φωσφορίζοντα σώματα, άτινα δεν έχουσιν

ίδιον όνομα.

{158} Το χρώμα είναι ορατόν, ουχί καθ' εαυτό, διότι δεν είναι ουσία,

υπόστασις, αλλά είναι πάντοτε εν σώματι ως ιδιότης αυτού.

{159} Διότι ούτε ο ορισμός αυτής περιέχει το ορατόν, ούτε ο του

ορατού περιέχει αυτήν.

{160} Το αίτιον τούτο είναι το χρώμα.

{161} Διαφανή είναι ο αήρ, το ύδωρ κλπ., αλλά καθ' εαυτά είναι

δυνάμει διαφανή και διά τούτο είναι σκοτεινά• δρώντος όμως του φωτός

γίνονται διαφανή. Το φως κάμνει το διαφανές ενεργεία διαφανές, όταν

το διαπερά και το κινή. Το διαφανές είναι άχρουν, δέχεται δε χρώμα εξ

άλλων εγχρώμων σωμάτων.

{162} Όπερ είναι ο ουρανός ή ο αιθήρ.

{163} Ουχί δε ως εκτεταμένου ή χρωματιστού κλπ.

{164} Το διαφανές και το φως, εάν ήσαν σώματα, θα ήσαν εν τω αυτώ

τόπω και θα απετέλουν έν σώμα.

{165} Διά την ταχύτητα της κινήσεώς του.

{166} Η όψις διακρίνει και το σκότος. Και εν γένει πάσα αίσθησις την

στέρησιν του ιδίου αυτής αισθητού αντικειμένου αισθάνεται.

Περί Ψυχής · 第 5 / 12 段