πούχαν τα δεκατρία σαμσιά (τσιμπούκια), «βέργ' αγιό, μαμέ παφίλ, λουλέ
βοϊδοκέ» (βέργ' απ' αγιόκλημα, μαμέν από παφίλα και λουλέν από
βοϊδοκέρατο). Που πήγαν μια φορά στην εκκλησιά και πήραν το διάκο για
τράγο, τ' άγιο βήμα για τσαγκαδομάντρα, τους ψαλμούς για τραγούδια, το
θυμιατό για σιδεροσφεντόνα και τα κλωνιά του λιβανιού για
γιδοκακαράντζες. Πώχασαν μέσα το Γώγο, σα σκώθηκαν να φύγουν, κ'
έμπηξαν τες φωνές για να τον βρουν. Πώκαμαν το Γώγο παπά, πούξερε το
«πάτερ ημών» μοναχά όλο όλο, που λειτούργαε για εκκλησιά στο μανδρί
μέσα, και μοίραζε για μεταλαβιά ξυνόγαλο στην κολοκύθα. Που δεν ήξεραν
πότε πέφτ' η Λαμπρή και λογάριαζαν με χαράκια στες γκλίτσες και με
γιδοκακαράντζες για να το βρουν. Πούρθε ο Γεροκουδούνας ύστερα, ο
θρήσκος, που πήγαινε ταχτικά κάθε χρονιά μία βολά στην εκκλησιά, κ'
ήξερεν όλα τα εκκλησιαστικά και τους είπε πως ανάμεσα από Σαββάτο και
Δευτέρα πέφτ' η Λαμπρή.
Κι άλλα τέτοια μας είπε ο Μπαρμπούτας.
Ως που με δείλιασε η φωτιά εμένα και τυλιγμένος σε μια καπότα
αποκοιμήθηκα στο χέρι.
Με τα γλυκοχαράμματα διαβήκαμε τα Χαλάσματα. Κάπου κάπου βρήκαμε
χαλασμένον το δρόμο. Ο τόπος εδώ είνε όλος σάπιο χώμα, δίχως βράχο
ολότελα. Κι όποτε βρέχει ξεκόβονται μπλάνες μπλάνες τα χώματα και
ρεύουν στο χάο κάτου. Παρασέρνονται τότε και δρόμος και κλαριά, ό,τι
τύχει απάνου τους. Βλέπαμε την αυγή απ' αντίπερα το πανόραμα τούτο,
που μας το σκέπασε ο ήλιος κατόπι με τους αχνούς πώβγαλαν, από τη νώπη
του τόπου, η καυτερές του αχτίνες.
ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΚΑΛΑΜΕΝΙΟΥ
Στα Γιάννινα, σε μιαν ακρινή γειτονιά, ζούσε τώρα και λίγα χρόνια ο
Γεροκαλαμένιος, εννενηντάρης και μεγαλύτερος, παλιό κόκκαλο. Ύστερ'
από τον πεθαμό του, ανάμεσα στες παλιές φυλλάδες, που μπόρεσα για να
ιδώ, βρήκα το &Σημειωματάρι& του τούτο:
&1821, Αυγούστου 21&, μέρα Σαββάτο· κλείσθηκε ο Αλήπασας στο Κάστρο
και στες 24 μέρα Τετράδη έβαλαν φωτιά στα Γιάννινα και τάκαψαν. Την
Πέφτη το πουρνό στες 25 του μηνός βρεθήκαμαν δίχως σπίτια, δίχως
τίποτας. Όποιος πρόφταινε και γλύτωνε τίποτας, γλύτωσε. Οι άλλοι
μείναμαν ζάρκοι κ' έρμοι. Χαιρετίζοντας τότε για πάντα με δάκρυα τα
καϋμένα τα Γιάννινα, πήραμαν τα βουνά. Άλλοι πήγαν κατά τα Κούρεντα κ'
άλλοι κατά τα Ζαγόρια. Εμείς καμμιά εκατονπενηνταριά φαμήλιες πήγαμαν
στο Μέτσοβο και στα χωριά του, περάσαμαν πέντε χρόνια ακέρια κακά κι
ανάποδα. Στες 5 Τρυητή του 1826 γυρίσαμαν πάλι στα Γιάννινα.
&1827, Μαϊού 22&. Ήρθε στα Γιάννινα ο γιος του Ρούμελη Βαλεσή Ιμήν
Πασάς έχοντας μαζί του και το Σουλεϊμάν - μπέη κεχαγιά της Κόνιτσας.
Το ερχόμενο Σάββατο ήρθε το χαμπέρι, ότι παραδόθηκε η Αθήνα. Ο Μάης
όλος ήταν βροχερός. Το παζάρι είνε γιομάτο από σκλάβους του
Μεσολογγιού που τους έφεραν τ' ασκέρια του Βαλή και τους πωλούν σα
πρόβατα στο ικάντο στους αρχόντους και μπέηδες Τούρκους Γιαννιώτες.
&1830, Απριλιού 21&. Χαλασμός κόσμου σήμερ' από βροχή. Ύστερ' απ'
αυτήν έρριξε χαλάζι δυνατό που κάθε σπιρί του ζύγιαζε δέκα δράμια κ'
έκαμε μεγάλες καταστροφές.
&1830, Τρυητή πρώτη&. Απέθανεν ο εν Κυρίω μακάριος Βενέδικτος δεσπότης
του Γιαννίνου. Τον ίδιον καιρό διωρίστηκε κι ο γιος του Βαλή Ρεσίτ ο
Ιμήν-πασάς Βαλής στα Γιάννινα.
&1831, Άι-Ταξάρχη 18&, μέρα Τετράδη. Εφώναξε το Δεσπότη ο Κεχαγιά-
μπέης και τον πρόσταξε να βγάλη όξω από το σπίτι τη φαμιλιά του
Δημήτρη Μωραΐτη. Έστειλε και τον Περιστεράς Άγιον και το Σπύρο Γκούμα
κ' έναν άνθρωπό του και του πήραν όλο το βιο κι αυτόν με τη φαμηλιά
του τους έκλεισαν στα μπουτρούμια του Κάστρου. Κανένας δεν ήξερε την
αιτία.
&1832&. Όλο το Θερτή και τον αλωνάρη και τον Αύγουστο δεν έβρεξε
στάλα. Γι' αυτό στέρφεψαν και τα πηγάδια των Γιαννίνων όλα κι ο κόσμος
όλος πίνει από το νερό της λίμνης.
&1832, Τρυητή 20&. Επειδής τα Γιάννινα δεν είχαν ακόμα Κισλά, τ'
ασκέρια στέλνουνταν από τον Πασά κονάκια στα σπίτια των Χριστιανών και
των Οβραίων. Ένας μπίμπασης κάθονταν σ' ένα σπίτι σιμά από το σπίτι του
κυρ Αναστάση Γοργόλη. Ο μπίμπασης είδε μια μέρα τες δυο ώμορφες
τσιούπρες του κυρ Γοργόλη κ' εκολάστηκε· κύτταξε με κάθε τρόπο να τες
απατήση. Μα σαν του εστάθη αδύνατο τι συλλογίστηκε να φέρη μπροστά
στον Αχμέτ-αγά κεχαγιά δυο φανατικούς Τούρκους να πουν πως άκουσαν
αυτοί με τ' αυτιά τους τες δυο τσιούπρες του κυρ Γοργόλη να λεν πως
θέλουν να γίνουν Τούρκισσες. Ο Κεχαγιάς έστειλε ίσια να φέρουν τες
τσιούπρες στο μιντζιλίσι. Οι δημογερόντοι και η αρχοντιά των Γιαννίνων
σαν τώμαθαν, κατάλαβαν το τι έτρεχε κ' ίσια πήγαν και πήραν κρυφά τες
τσιούπρες από το πατρικό τους σπίτι και τες πήγαν στη Μητροπολη. Όμως
ο Μεχμέτ αγάς, άνθρωπος φανατικός κι αυτός και σκύλινος, άμα τώμαθε
αυτό σηκώθηκε ο ίδιος μια νύχτα και πήγε στη Μητρόπολη με δυο ταμπόρια
ασκέρι· μπήκε στους οντάδες του Δεσπότη, τον εφοβέριξε, τον έβρισε και
πρόσταξε τ' ασκέρι του να πάρουν τες δυο τσιούπρες και να τες παν σε
Τούρκικο σπίτι. Τι να εδής τότες. Δυο ώμορφες και τρυφερές
αρχοντοπούλες να σέρνωνται άσπλαχνα από τα μαλλιά κι από τα χρυσά
μανίκια τους με κλάμματα και με μεγάλους σκουσμούς. Εταράχτηκαν όλα τα
Γιάννινα εκείνη τη νύχτα. Όλοι είμασταν στο ποδάρι, μα κανένας δεν
έκρινε για να μη γένη διπλό και τρίδιπλο το κακό. Τες συνοδέψαμαν
μοναχά, έτσι αμίλητοι, ως στο σπίτι που τες έκλεισαν. Αύριο οι
χριστιανοί συνάχτηκαν στη Μητρόπολη κ' είπαν να παν όλοι μαζί στο
σαράι να πέσουν στα ποδάρια του Κεχαγιά (γιατί ο Ιμήν πασάς έλειπε στα
Μπιτώλια) να ζητήσουν τες τσιούπρες λέγοντας, ότι ψέμματα είπαν οι
Τούρκοι του μπίμπαση. Μα αντίς δίκιο εκεί ηύραν βρισιές και δαρμούς.
Δεν έφτακε κι αυτό μοναχά· ο Κεχαγιάς τους κατηγόρησε στον Ιμίν πασά
στα Μπιτώλια πως οι χριστιανοί των Γιαννίνων επαναστάτησαν και χύθηκαν
σα λύκοι απάνω του. Ο Ιμήν πασάς αφορμή γύρευε· και στέλνει διαταγή να
κάμουν σουργούνι πέντε αρχόντους των Γιαννίνων, τον κυρ Δημητράκη
Αθανασίου, τον κυρ Νικολάκη Τζίνη και τον κυρ Σπύρο Γκούμα στα
Μπιτώλια, τον κυρ Δημήτρη Δρόσο και τον κυρ Γιαννάκη Νάγιου στο
Πρεμέτι, και πρόσταξε να ξετάζουν τες δυο τσιούπρες του κυρ Γοργόλη
στο Δεφδερδάραγά του που έστελνε εξεπιτούτου στα Γιάννινα. Φώναξαν
τότες στο σπίτι του κυρ Αλέξη τες τσιούπρες και τες ξέταξε ο
Δεφδερδάραγας του Ιμήν πασά αν ήθελαν αλήθεια να γίνουν Τούρκισσες ή
όχι. Κ' επειδής με τόσα ταξίματα και με τόσους φοβερισμούς ούτε λόγο
μπόρεσέ να τες βγάλη από το στόμα για να Τουρκέψουν τες έκαμε
σουργούνι μαζί με τον πατέρα τους στην Άρτα.
&1833, Φλεβάρης μήνας&. Γυρνώντας ο Ιμήν πάσας από τα Μπιτώλια έστησε
τα τσιγγέλια.
&1834, Αλωνάρη 27&. Του Αγίου Παντελεήμονος έγεινε μεγάλος σεισμός που
έπεσαν καμπόσα σπίτια, σκοτώθηκαν και δυο άνθρωποι.
&1840, Μάης μήνας& γύρισα από τη Βλαχιά πούχα ξενιτευθή για έξ χρόνια
με το μπάρμπα μου.
&1841, Απρίλη πρώτη&. Εκοιμήθη ο μακαρία τη λήξει γενόμενος Λεόντιος
δεσπότης, που δεν ήτον Κυριακή και γιορτή που να μη βγάλη λόγο στες
εκκλησιές μέσα στα Γιάννινα και στα χωριά.
&1841, Απρίλη 15&. Από την πολλή φουρτούνα κι απ' τες αστραπές έπεσε
το τζαμί του Πασά Καλού στο Κάστρο.
&1853, Οχτώμβρη 3&. Ελειτούργησε στη Μητρόπολη ο Ζαγορίσιος Ιωαννίκιος
με τέσσερες άλλους δεσποτάδες τον Παραμυθίας, Περιστεράς, Ξανθουπόλεως
και Ευδοξιάδων καθώς και με τον Έξαρχο και όλους τους ηγουμένους και
την άλλη μέρα έφυγε για την Πόλη με κάμποσους αρχόντους των Γιαννίνων
&1854, Φλεβαριού 26&. Των Αγίων Θεοδώρων ο καπετάν Θοδωράκης Γρίβας
στο Κουτσουλιό πολέμησε με τ' ασκέρια του Αβδή πασά από το πρωί ως στο
βράδυ με ολίγα παλληκάρια και με το γιο του το Δημητράκη. Το βράδυ τ'
ασκέρια φοβήθηκαν μην πλακώσουν και Σουλιώτες και γύρισαν στα Γιάννινα
και την αυγή ο Γρίβας έφυγε για το Μέτσοβο.
&1866, Φλεβαριού 6&, μέρα Τετράδη, ήρθε δεσπότης στα Γιάννινα ο
Παρθένιος ή Κόκκινος και τον εδεχτήκαμαν όλος ο κόσμος με μεγάλη
παράταξη από την Αγία Κατερίνα ως τη Μητρόπολη.
&1855, Τρυητή 15&, μέρα Πέφτη, στες 3 η ώρα έπιασε τρομερή βροχή με
νερό καταπράσινο. Και στες 5 η ώρα ήρθε το χαμπέρι που νίκησαν η
σύμμαχες δυνάμεις τη Ρωσία στην Κριμαία και σήκωσαν στο Κάστρο τες
σημαίες της Τουρκίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Σαρδηνίας. Το
βράδυ άναψαν φώτα και κανδύλια σ' όλα τα σπίτια και σ' όλο το παζάρι,
ανέβασαν και καμπάνες στα καμπαναριά του Αγίου Νικολάου, του
Αρχιμανδριού και της Αγίας Κατερίνας. Αλλά στες δύο της νυχτός με
προσταγή του Πασά τες κατέβασαν πάλι. Την Παρασκευή ο δεσπότης με
όλους τους Προξένους έκαμε δοξολογία στη Μητρόπολη.
&1856, Φλεβαριού 22&. Διαβάστηκε στο Σαράι Σουλτανικό φιρμάνι.
&1856, Αυγούστου 3&. Έγεινε δοξολογία για τον Ναπολέοντα.
&1857, Θερτή 11&, μέρα Κυριακή. Όλη τη νύχτα έκαμε μεγάλη θεομηνία.
Εξεριζώθηκαν πολλά δέντρα κι ανθρώποι κάηκαν από αστροπελέκια. Φόβος
έπιακε όλα τα Γιάννινα.
&1858, μήνας Γεννάρης&. Από το πολύ κρύο πάγωσε η λίμνη πέρα πέρα.
&1858, Απριλίου 12&. Ήρθαν 30 Κοζάκοι.
&1858, Θερτή 29&, μέρα Κυριακή. Εκκλησιάστηκαν οι Κοζάκοι για πρώτη
φορά στη Μητρόπολη με μεγάλη παράταξη και με βάρδια στην πόρτα της
εκκλησιάς.
&1861, Θερτή 18&, μέρα Κυριακή, των Αγίων Πάντων Εφάνηκε κομήτης στον
ουρανό και την άλλη μέρα ήρθε χαμπέρι από την Πόλη ότι έγεινε
Σουλτάνος ο Αβδούλ Αζίζ Χαν.
&1861, Τρυητή 14&. Έγεινε δοξολογία για την αποτυχία της δολοφονίας
της Βασίλισσας της Ελλάδος Αμαλίας.
&1863, Φλεβαριού 7&. Ένα Οβραιόπουλο, πώκαμε τον πραγματευτή στη
Ζίτσα, γύρεψε να γένη χριστιανός και έγεινε.
&1863, Οχτώμβρης, 27& μέρα Κυριακή. Έγεινε μεγάλη δοξολογία, για την
ανάβαση στο θρόνο του Γεωργίου Α' βασιλέως των Ελλήνων.
&1864, Πρώτη Γενναριού&. Επάγωσε η λίμνη κι οι ανθρώποι περπατούσαν
στον πάγο της ως το νησί.
&1865, Πρώτη Μαϊού&. Ένα Οβραιόπουλο έγεινε Ρωμιός και το έβγαλαν στ'
όνομα Γιώργη.
&1866, Μάης μήνας& κ' έπεσε φοβερό χαλάζι που στρώθηκε σα χιόνι στη
γης. Έκαμε μεγάλες ζημιές.
&1868&. Εχθροπραξίες αναμεταξύ Ελλάδος και Τουρκιάς. Άναψε ο Κρητικός
πόλεμος. Κ' εδώ κρυφά κρυφά εστήθηκαν κομητάτα κ' έφερναν τουφέκια και
μπαρούτες από την Ελλάδα, κ' ετοιμάζονταν για επανάσταση.
&1869&. Το Γεννάρη μήνα έπεσε το χιόνι μέσα στα Γιάννινα μία πήχη. Από
το κρύο δε μπορούσαν να δουλέψουν ο κόσμος. Το παζάρι κλείστηκε όλο.
&1869, Θερτή 10&. Ήρθε δεσπότης ο Σωφρόνιος.
&1869, Θερτή 13&. Εχειροτονήθη επίσκοπος Παραμυθιάς ο κυρ Άνθιμος
Τσάτσος.
&1869&. Στες 29 Θερτή ημέρα Τρίτη κατά τα ξημερώματα εκάηκαν τα
Γιάννινα. Τη φωτιά την έβαλαν οι ίδιοι Τούρκοι.
&1870, Απριλίου 19&. Εκάηκαν τα παλάτια τ' Αλήπασα στο Κάστρο.
&1872&. Τη νύχτα της 24 Γενναριού φάνηκε ο ουρανός σκεπασμένος με ένα
κόκκινο χρώμα. Οι γραμματισμένοι τώλεγαν Βόρειο Σέλας.
&1872, Απριλιού 15& την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου οι Οβραίοι έβρισαν
το Χριστό. Χύθηκαν τότες οι Χριστιανοί κ' έδερναν κ' έσφαζαν κ'
έρριχναν τα σπίτια των Οβραίων. Και τόση ήταν η οργή των Χριστιανών
που κατέβηκαν όλα τ' ασκέρια και δε μπορούσαν να τους κάμουν καλά.
&1872&, Όλος ο Νοέμβρης ζεστός. Τόσο που φύτρωσαν και καλοκαιρινά
λουλούδια, μανουσάκια.
&1874, Θερτή 17&. Εφάνηκε κομήτης μέγας.
&1874&. Στες 14 Αυγούστου μαζώχτηκαν όλοι οι Χριστιανοί στη Μητρόπολη
κ' εγύρευαν να καθαιρέσουν το Σωφρόνιο.
&1874. Αυγούστου 14&. Επανάσταση της Αρζεγοβίνας.
&1875, Τρυητής μήνας&. Η Ελλάδα κ' η Τουρκιά συνάζουν ασκέρια στα
σύνορα.
&1876&. Έπεσε ο Σουλτάν Αβδούλ-Αζίζ κ' έγεινε Σουλτάνος ο Μουράτ το
Μάη μήνα, και τον Αύγουστο έδωκε και τούτος την παραίτησή του κι
ανέβηκε ο Αβδούλ-Χαμήτ.
&1876&, Στες 15 Αγιαντριά λημούριαξαν οι ρεντίφιδες Αρβανίτες το
παζάρι των Γιαννίνων και στες 17 κάηκε το Ελληνικό Προξενείο.
&1877, Θερτή 10&. Πέθανε ο αγαθώτατος Χουσνή πασάς. Τον έκλαψαν όλα τα
Γιάννινα.
&1878, Μάρτη 4&. Έφεραν 120 σκλάβους από την επανάσταση του
Λυκουρσιού. Τους είχαν ζάρκους και δεμένους με την ελληνική σημαία
τους μαζί. Τους έκλεισαν στα μπουτρούμια του Κάστρου. Κ' οι χριστιανοί
έτρεξαν και σύναξαν απ' όλα τα σπίτια φορέματα και θροφή και τους
συμπονέθηκαν
&1878, Μαϊού 5&. Έπεσε στα γεννήματα ακρίδα. Τόση πολλή που όντας
πετούσε σκοτάδιαζε τον ήλιο. Την ίδια μέρα ήρθε χαμπέρι από τη
Θεσσαλία, ότι μια γυναίκα απόχτησε τρία παιδιά κολλημένα σ' ένα κορμί
και τα τρία.
&1878, Οχτώμβρη 30&. Μεγάλη ξέρα. Πείνα τρομερή στα χωριά. Το ψωμί
πήγε γρόσια 3 την οκά, το κριάς 7 1/2, το βούτυρο 21, το τυρί 10, τ'
αυγά σαράντα παράδες το ένα.
&1879&. Κατά τον Απρίλη μήνα έγεινε μεγάλη πλημμύρα. Τα νερά έφτακαν
ως το Νιοχώρι και τα καΐκια πάγαιναν ως το χάνι της Ασφάκας.
&1879&. Η πείνα πήρε ποδάρι. Τ' αλεύρι πήγε γρόσια 4 ως 4 την οκά.
&1880, 7 Γενναριού&, πάγωσε η λίμνη. Και το χιόνι βάσταξε 15 μέρες
καταγής.
&1880, Φλεβαριού 27&, έπεσε η μονέδα της Τουρκιάς. Το μετζίτι από
γρόσια 23 ήρθε 19.
&1880, Αυγούστου 1&. Ο Κ. Τσακμάκης και Β. Παπά Κρεμύδας κατηγορήθηκαν
για επαναστάτες και τους έκαμαν σουργούνι για την Πόλη.
&1881, Απρίλης μήνας&, και έπεσε χιόνι στες κορφές των βουνών.
&1881, Θερτή 24&. Έπιακαν τους νοικοκυραίους Κύρον Κυρούσην, Σ. Π.
Κολοβόν, Δ. Πλάτονα, Δ. Στατερά και Γ. Καλαντζή και τους έκαμαν
σουργούνι στον Ταρσανά της Πόλης, γιατί τους κατηγόρησαν για
επαναστάτες και ότι έβρισαν το Σουλτάνο.
&1881, Αλωνάρη 10&. Ελευθερώθηκε η Θεσσαλία. Η δικές μας ελπίδες
εσβύστηκαν.
**
*
Ύστερ' από λίγες μέρες πέθανεν ο Γεροκαλαμένιος με το μαράζι και με το
παράπονο που δεν είδ' ελεύθερη την πατρίδα του.
ΤΟ ΣΟΥΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟ
Κατέβαινε αγάλια αγάλια κατακόκκινος ο ήλιος στο πέλαγο, πίσω από τα
παλιά κάστρα και τα πυκνά κυπαρίσσια της Πάργας. Είχεν απ' ώρα
αποχαιρετήσει τον πλατύ κάμπο του Φαναριού κ' έδινε τώρα τα στερνά του
γλυκοφιλήματα στες ψηλές κ' ένδοξες κορυφές του Σουλιού. Ξηρές κι
ολόγυμνες η κορυφές τούτες, δίχως κλαρί, δίχως φυτιά, σαν καψαλισμένες
από την πολλή μπαρούτη που κάηκε απάνω τους, ερροδοβάφοντο, σα να
κοκκίνιζαν παρθενικά στα φιλήματα του ερωτεμένου ηλιού, σα νάνοιωθαν
κάποια ζωή νιότικη μέσα τους, σα νάθελαν να δείξουν ότι ποτέ δε
γεράζουν τα βουνά ταύτα, ότι χτυπάει μέσα τους πάντα λεβέντικη καρδιά
κι ανυπόταχτη, και βράζει μέγας θυμός κι απάτητος. Και σμιγμένο με το
καθάριο, με το γάργαρο του λαμπρού ουρανού τ' ώμορφο εκείνο φως της
ύστατης αντηλιάδας, τα δυο μαζί, παρουσιάζαν ένα είδος φανταστικό φως,
μιαν απερίγραφτη λάμψη, πώλεγες ότ' είνε το φως τ' αθάνατο κ' η λάμψη
η ιερή που περιχύνει η δόξα τα ηρωικά τούτα και τιμημένα βουνά.
Ο Λάμπρος Ζάρμπας ακουμπισμένος στο παραθύρι του σπιτιού του την ώρα
εκείνη, κύτταζε από τον κάμπο του Φαναριού το φωτολουσμένο Σούλι του,
με μάτια ατάραγα από κει και με λογισμό βυθισμένο σ' απέραντες σκέψες.
Ήτον Σουλιώτης ο Λάμπρος Ζάρμπας, από τα χωριά της Λάκκας απάνου. Κάθε
αλωνάρη μήνα μοναχά, που μάζωνε τα ρύζια του, κατέβαινε κάτου στον
κάμπο, και το χινόπωρο πάλι πώσπερνε.
Τώρα αλώνιζε.
Το σπίτι του, χτισμένο από τα χρόνια του παπού του, ξηρολίθι απλό,
δίπατο όμως και κάπως ψηλό, πιάνει τον όχτο του Γλυκύ, μέσ' εκεί που
κατεβαίνουν απόκρημνα τα πλευρά του Σουλιού και του Τσεκουράτη και που
πηδάει ακράτητος προς τον κάμπο ο πόταμος, ξεβγαίνοντας από τα βαθιά
φαράγκια των βουνών που κακοσέρνεται τόσο δρόμο. Λες και φυλάει εδώ
σαν πολεμικός πύργος, το μοναδικό διάβα της Λάκκας από το μέρος του
Φαναριού. Βογγάει άγρια στο πλευρό του το θυμωμένο ρέμμα γιομάτο
αφρούς και φοβέρα, κρέμονται απανουθιό του οι κοκκινόβραχοι του
γκρεμού σαν ατίναχτ' αστροπελέκια, γύρου το περιζώνουν λίγ'
αγριοπρίναρα οπ' αρματώνουν τον τραχιόν εκείνο ριζό και κάτου
απλώνεται ολάνοιχτος ο παχιός και καρπερός κάμπος ως την Πάργα κι ως
την Παραμυθιά πέρα.
Ο Λάμπρος Ζάρμπας ήτον σαράντα ως σαρανταδυό χρονών άντρας. Ψηλός και
λιγνός, με μάτια αετού, ολόρθο κορμί, μακριά ξανθόμαλλα, μουστάκι ψαρό
και περήφανα κατ' απάνου στριμένο. Ολοζώντανη σουλιώτικη λεβεντιά.
Στεφανωμένος με παρόμοια Σουλιώτισσα, φυσικό ήτο ν' αποχτήση και γιόν
τέτοιο, παλληκαρά.
Την ώρα εκείν’ η γυναίκα του είχεν αποκουβαλήσει τα στερνά σακκιά του
ρυζιού από τον οβορό στο κατώγι και πήρε να ποτίση στον ποταμό τ'
άλογο. Το γιο του τον είχε στείλει από την αυγή στα Γιάννινα με δυο
φορτώματα ρύζια. Κι αυτός ανεβασμένος στο σπίτι για να πιή το ρακί
ύστερ' από τ' ολόβολο μεροδούλι του, ακούμπησε στο παραθύρι για λίγο,
και κυττάζοντας από κει τα βουνά απάνου ντυμένα με τη βασιλική τους
πορφύρα, ξεχάσθηκε αγάλια αγάλια.
**
*
Ξάφνου γροικάει στην αυλή φωνή.
— Μάνα,... πούνε ο Λάμπρος;
Ήτον η φωνή του παιδιού του, μισοκομένη φωνή, βγαλμένη απ' αλαφιασμένα
στήθια.
— Τ' έπαθες μωρέ Φώτο;
Ακούεται κ' η φωνή της μάνας, οπώδενε τ' άλογο στον ταβλά. Και σύνωρα,
πατήματα βιαστικά ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια του απάνου σπιτιού.
Ο Λάμπρος χάνει με μιας όλες τες προτερινές σκέψες του, τραβιέται
αλλαξοπρόσωπος από το παραθύρι και πάει κατά την πόρτα. Μες το πρώτο
σκαλοπάτι απαντάει το γιο του ανεβασμένον. Είχε αγριεμένα τα μαλλιά,
δίχως σκούφια, φλογισμένα τα μάτια, πρόσωπο ιδρωμένο κατάμαυρο από τον
κορνιαχτό. Και κράταε στα χέρια του ένα τουφέκι μαρτίνι και μιαν
αρμάθα φουσέκια.
— Τ' έπαθες, μωρέ Φώτο;
Το ρώτησε κι ο Λάμπρος.
— Σκότωσα!.. σκότωσα το Μπεϊλούλαγα, Λάμπρο!
Είπε βροντερά κι άφοβα το δεκαοχτώχρονο παλληκάρι, κ' εμπήκε μ' ορμή
μες το σπίτι. Έρριξ' εδώ καταγής τ' άρματα κ' έπεσε ξάπλα σ' ένα
προσκέφαλο απάνου σφουγγίζοντας τον ίδρω του. Ο πατέρας κ' η μάνα του,
αμίλητοι, σα βουβοί, τον ακολούθησαν ως μέσα, κ' εδώ στάθηκαν ολόρθοι
και τον τηρούσαν μοναχά ξαφνιασμένοι κι αναίσθητοι.
— Τι με τηράτε; Σκότωσα σας λέω το Μπεϊλούλαγα, σκωθήτε να φύγουμε!
Φώναξε πάλι σ' ολίγο ο Φώτος.
— Σκότωσες το Μπεϊλούλαγα!
Είπε ο Λάμπρος, πηδώντας από τον τόπο του, σαν τώρα να το πρωτάκουσε,
σα να μη το 'χε ακούσει από την πόρτα ακόμα. Η μάνα δεν εμίλησε μηδέ
τώρα, κατέβασε μοναχά τα φρύδια. Ο Λάμπρος κράταε ακόμα το ρώτημά του.
— Σκότωσες το Μπεϊλούλαγα! Και πώς έκαμες, μπρε παιδί μου;
— Στη Σκάλα της Παραμυθιάς, μες τον ανήφορο, π' ανέβαινα με τα
φορτώματά μου, τον ηύρα μπροστά μου το βουρκόλακκα. Πάαινε καβάλα
στάλογό του για τα Γιάννινα κι αυτός. Είχε πέσ' η κάψα. Είχε γήρει ο
ήλιος. «Για σου Μπεϊλούλαγα» τον χαιρετάω. «Καλώς το Φώτο», μου λέει.
«Για πού ώρα καλή;» «Για τα Γιάννινα». «Κ' εγώ για τα Γιάννινα
είμαι». «Ε, μαζί θα λα πάμε, καλή συντροφιά θάμεστε». Ύστερα, με
ρώτησε για τ' εσένα. Κατόπι μου γύρεψε καπνό από το μεσακό χωράφι.
Τώδωκα καπνό και πααίναμ' έτσι κουβεντιάζοντας το δρόμο δρόμο, αυτός
μπροστά κ' εγώ παραπίσω. Δεν περπάταγε γλήγορα τ' άλογό του και
κοντεύαμε να νυχτώσουμε κατάστρατα. «Βάρτο, του λέω, αυτό το παλιάλογο
γιατί μας πήρε η νύχτα». Αυτός θύμωσε γιατί να του πω παλιάλογο το
ψώφιο του κι αρχινάει να με βρίζη. «Μη βρίζης, αγά, του κάνω, γιατί
δε σου είπα και κάνα βαρύ λόγο». Εκείνος τίποτα, δε σταμάταε τα
βρισίδια του. Φούσκωσα τότενες, Λάμπρο. «Τσώπα, μωρέ βρωμόσκυλλε, του
κρένω, γιατί σου τρώω το κεφάλι». Ο αγάς πιάστηκε από το μαρτίνι του.
Εγώ άρματα δεν είχ' απάνου μου άλλ’ από το σουγιά και τα καληγοσφύρια
των αλόγων. Χύνουμαι ίσ' απάνου του, τ' αρπάζω το τουφέκι από τα χέρια
και φωτιά τώχω. Μες το ριζάφτι τον πήρε. Έμπηξε μια δυνατή φωνή κ'
έγηρε κάτου από τ' άλογο. Του παίρνω τότες και τα φουσεκλίκια κ' εκεί
που ξεψύχαε γυρίζω και του λέω: «Ε, ωρέ αγά, πάρτα τώρα εσύ και τα
ρύζια και τ' άλογα κι άει κατά διαόλου». Και τ' απαριάζω όλα ουδ' εκεί
στην ερημιά και κάνω μοναχός μου έτσι για τον κατήφορο γλήγορος.
— Και τώρα;
— Τώρα να σκωθούμε και να φύγουμε, θα μας γνωρίσουν τ' άλογα και θα λα μας πιάκουν.
— Να φύγουμε! Πού να φύγουμε και πού να πάμε; Τ' ήταν αυτό που μας
έκαμες, μπρε παιδί μου. Αμ' εγώ δεν έχω τρεις μήνους που βήκ' από τα
σίδερα και τώρα πάλε για τα μπουτρούμια με ξεκινάς, μωρέ Φώτο;
Κι ο δόλιος πατέρας έκρυψε στα δυο του χέρια το πρόσωπο, σα νάκλαιγε.
Τότες η μάνα τίναξε περήφανα, σαν τη λιόντισσα, το κεφάλι κατ' αυτόν
και του λέει με καταφρονητικό πικρόγελο.
— Κλαις, ωρέ χαντακωμένε Λάμπρο, κλαις; Δεν είσ' εσύ, πώχεις φάει δέκα τούρκους με τα χέρια σου ως τα τώρα, ωρέ Λάμπρο, και γιατί πάει κι ο Μπεϊλούλαγας σήμερα κλαις σαν το μικρό το παιδί και μαλώνεις το Φώτο; Αν μας το σκότωνε το παιδί ο σκύλλαρος, τι θα να γενόμασταν εμείς τότες, ωρέ καϋμένε; Άιντε να φύγουμε γλήγορ' απόψε. Ειδεμή ξεντύσου τη φουστανέλα κ' έλα να σου δέσω το μαντήλι μου στο κεφάλι, να σου βάλω και τα σιγγούνια μου, και κάτσε εσύ εδώ να φυλάξης το ρημαδιακό μας. Για γυναίκα σου πρέπει εσένα σήμερα κι όχι γι' άντρας. Εγώ σηκώνομαι με το Φώτο και φεύγουμε. Για το πού 'νε το το ρωμέικο, ουδ' εδώ, στην Άρτα.
Τα λόγι' αυτά τ' αντριωμένα της Βασίλως τον εζεμάτισαν το Λάμπρο, κι
ανατινάχτηκε αδάκρυτος από τον τόπο του, σα λαβωμένο λάφι.
— Να φύγουμε, είπε, να φύγουμε. Δεν είν' άλλη προκοπή, δεν είν' άλλο
σελιαμέτι. Να νυχτώση και να φύγουμε. Τοίμασε, Βασίλω, να φορτώσουμε.
Ό,τι να φορτώσουμε στο ντουρί και να φύγουμε.
**
*
Νύχτωσε.
Χαμηλά, τα βάθη του κάμπου τα πλάκωνε μια σκοτεινάδα αριά και κάπου
κάπου μόλις ξεχώριζαν ανάμεσα στα χωράφια, τα σπιτάκια των ζευγάδων
Σουλιωτών, αλαργεμένα τόν' από τ' άλλο. Φιδωτό το ποτάμι, στα λιβάδια,
σέρνονταν προς το πέλαγο σιγαλινά κι αργά πολύ, σαν πεζοδρόμος, οπού
διαβαίνοντας γλήγορος κακοτράχαλα και δυσκολοπάτητα βουνά, πέφτει
στερνά στον απλωτό κάμπο, όθε ξαγναντίζει το καλύβι του, και
κοντοκρατάει την περπατησιά του και πάει σιγά σιγά, ξαποσταίνοντας και
ξιδρώνοντας. Ο ουρανός απάνου γιόμοζε απ' αμέτρητ' αστέρια. Το σπίτι
του Λάμπρου Ζάρμπα, σα νάνοιωθε — το δόλιο! — τη συφορά που του
μέλλονταν, τη μοναξιά, την κλεισμάρα και την ερήμωση που θα το
δέχονταν, έστεκε μες το ριζοβούνι, ορθό, ατάραγο, σκηθρωπό,
παραπονεμένο, σα χαροκαμένος ήρωγας, οπ' αν του στέρφεψαν η πολλές
συφορές τα δάκρυα, νοιώθει όμως τ' ανεμόχολο να φουσκώνη στα στήθια
του μέσα και το χαλασμό να του πλακώνη βαριά την καρδιά. Ολόγυρά του
και μέσα του βασίλευε νέκρα και σιωπή. Μοναχά το ποτάμι μούγγριζε
δίπλα του, σα να τούλεγε ότι το μούγγρισμ' αυτό θα νάχη από δω και
πέρα συντροφιά και κουβέντα του, ως που ο καιρός κ' η βροχές θα να το
σωριάσουν στα ρέματά του.
Ο Φώτος είχε τραβήξει με τάλογο φορτωμένο κατά το δρόμο της Λάκκας. Ο
Λάμπρος κ' η γυναίκα του κάθονταν στα πεζούλια της αυλής σιωπηλοί,
καρτερώντας να σφίξη καλά το σκοτάδι για να κινήσουν κι αυτοί.
Πέρασεν αρκετή ώρα. Ύστερα δυο τρεις ηχεροί κρότοι και λίγες
πατημασιές τάραξαν για τελευταία βολά την ερημιά τούτη. Ήταν τα
στριφογυρίσματα του κλειδιού της πόρτας του σπιτιού και τα πατήματα
του Λάμπρου και της Βασίλως, οπώφευγαν από τα χώματά τους δίχως μιλιά,
δίχως δάκρυα.
**
*
Ο δρόμος, λιθοστρωμένος κάπου κάπου από τον καιρό τ' Αλήπασ' ακόμα,
ακολουθάει την ποταμιά κι ανεβαίνοντας κατά τη Λάκκα πέφτει μέσα στα
βάθη των Στενών του Σουλιού. Εδώ βογγάει ο ποταμός σα στοιχιό και
χτυπάει από 'να βράχο σ’ άλλονε τ' αφρισμένα νερά του. Λίγες λεύκες
χιλιόχρονες στολίζουν τους όχτους του. Δεξιά και ζερβιά τα βουνά
σηκώνονται μεσουρανής ορθά και κατάκρημνα, όλο στεφάνια και ζωνάρια
σπαρμένα με αγριοπρίναρα. Ζερβιά μεριά στάθηκε ο Φώτος με τάλογο για
να καρτερέση. Μες εκεί που ολομόναχο στενό και δυσέβρετο μονοπάτι
φέρνει, από τα χρόνια εκείνα της παλληκαριάς και του πολέμου, από το
ποτάμι στο Κακοσούλι απάνου, κι οπού τ' ανέβαιναν τότες η Σουλιώτισσες
ζαλικωμένες με βαρέλες νερό και τραγουδώντας.
Το σκοτάδι πίσσα περίγυρα. Κάτι λίγο ξεχώριζε μπροστά του τ' άσπρο
ρέμμα του ποταμού που μούγγριζε σα να τον φοβέριζε να τον καταπιή. Και
ψηλά ψηλά, μες τα κράκουρα, ξανοίγονταν απάν' από τα βουνά στενή
μακρουλή λουρίδα αστερωμένου ουρανού. Έδεσε τ' άλογο σε μια λεύκα ο
Φώτος κι ακούμπησε κι αυτός σ' ένα κοντρί κ' εβυθίστηκε σε συλλοή.
Ούτ' εφαίνονταν αν ζούσε χωμένος μέσα στον άδη τούτο τ' απάνου κόσμου.
Σε λίγην ώρα όμως, ξάφνου, πετιέται ορθός σα μαχαιρωμένος, αγκαλιάζει
τ' αλόγου του το λαιμό και του καταφιλεί το μέτωπο με δάκρυα και με
τέτοια θλιβερά λόγια, μισοκομέν' από λυγμούς.
— Κακότυχέ μου ντουρί, δε θα λα ιδής άλλη βολά τώρα τη Χάιδω την
ώμορφη, δε θα λα σου χαϊδέψη πάλε τη χιούτη σου με τα μαρμαρένια της
χέρια, δε θα λα σε ταγίση άλλη βολά το βρώμι στην πλουμισμένη της την
ποδιά. Πάει, απ' απόψε η Χάιδω μας χάνει. Πώς θα λα τον φτουρίσουμε
αυτόν το μισεμό. Κακότυχέ μου ντουρί, κακότυχέ μου ντουρί...
**
*
Τώρα και πέντε χρόνια πέρναγ' από την Άρτα.
Μέσα στο περιαύλι της Πυργιορίτσας μου δείξαν τον τάφο του κακότυχου
Φώτου. Και κλαίοντας ο πατέρας του ο ίδιος, ο Λάμπρος Ζάρμπας, μου
διηγήθηκε την ιστορία του.
— Δε θα λα τον λησμονήσω ποτές το Φώτο μου, μούλεγε, τι μώχει κάψει
του μαύρου την καρδιά με το θάνατό του. Και κατά την παραγγολή που μ'
άφινε στο ψυχομάχημά του, θα λα ξεθάψω μια μέρα τα κοκκαλάκια του και
θα λα τα πάω στο Σούλι, γιατ' ο καϋμός του Σουλιού εστάθηκε θάνατός
του.
— Κι ο καϋμός της Χάιδως.
Είπα γω με το νου μου.
ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΚΑΣΤΡΙΤΣΑΣ