Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.
The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The
spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
italics are included in _.
Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά
τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με
πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _.
Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
Η ΛΥΓΕΡΗ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
1896
Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ
Η ΛΥΓΕΡΗ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
1896
Η ΛΥΓΕΡΗ
Α'
Η ΚΥΡΑ ΠΑΓΩΝΑ
— Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρνάρι και ο
πρυόβολος· — σύρε στ' άγρια όρη, στ' άγρια βουνά! . .
Η Κυρά Παγώνα ορθή πλησίον ενός παραθύρου του χαμηλού σπιτιού της,
σκυμμένη επάνω εις την μελανιασμένην χείρα μεσοκόπου ανδρός,
εσούφρωνε, τα μαραμμένα χείλη της κ' εψιθύριζε με σιγαλήν, ως
ανεμοφύσημα φωνήν:
— Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρνάρι και ο
πρυόβολος· — σύρε στ' άγρια όρη, στ' άγρια βουνά! . .
Και συγχρόνως με τας ξηράς και ολοτρέμους χείρας της ετσακμάκιζε,
τινάζουσα πλήθος σπινθήρων, προσπαθούσα δι' αυτών και των
εξορκισμών της ν' αποδιώξη το πάθημα.
Η Κυρά Παγώνα ήτο γνωστή καθ' όλον τον δήμον Μυρτουντίων και
μακρύτερον ακόμη ως γόησσα διαφόρων ασθενειών. Ο γόης και η γόησσα
είνε απαραίτητος ανάγκη εις τα χωρία όπως και ο πάρεδρος και το
επάγγελμά των πολύ προσοδοφόρον. Διά τούτο δεν λείπουν από καθένα
δύο και περισσότεροι τοιούτοι, αρσενικοί και θηλικοί· αλλ' η Κυρά
Παγώνα ήτο ανωτέρα όλων διά την επιτυχίαν των γοήτρων και την
ποικιλίαν των γνώσεών της. Αν η Γρηά Ζωγάκενα, λόγου χάριν, ήξευρε
να δένη και να λύνη τ' αμποδέματα κ' έφερε, τρανόν σημάδι της
ικανότητός της αυτής, ορμαθόν κλειδίων εις την μέσην και η θειά
Κωσταντινιά να ιατρεύη διά βοτάνων τους γεράδες· αν ο Πέτρος
Νυχάκης, ο επιλεγόμενος Ζούδιαρης, κατώρθωνε να εκβάλλη από τ'
ανθρώπινα σώματα και να καρφώνη εις τους κορμούς των δένδρων τα
εξωτικά και ο Μαστροθειοχάρης ο κτίστης, να κτίζη τους ίσκιους εις
τους τοίχους των νέων σπιτιών· αν η Ασήμω η Μπραζερόνυφη, η
Ρίχτισα ήξευρε να ρίχνη εις τ' άστρα και να μαντεύη δι' αυτών τα
μέλλοντα και η Ρουχιτσοπούλα η Κεβή, να βλέπη, ως αλαφροΐσκιωτη
και να συνομιλή με τα Στοιχειά η Κυρά Παγώνα, ως μυθική δύναμις
εσυμμάζωνεν όλα ταύτα, και άλλα πολλά ακόμη εις τας γεροντικάς
χείρας της. Καμμιά αρρώστια δεν ήτο μυστική εις αυτήν κανέν
αερικόν πάθημα δεν διέφευγε την δικαιοδοσίαν της. Εκτός της
ρουσούμπελης εγήτευε την σπλήνα, τις παραμαγούλες, τον στυλίτην,
τον πονοκέφαλον, τον στρόφον, το λίθωμα των βυζών. Εξώρκιζε το
μάτιασμα «είτε στον ύπνο είτε στον ξύπνο» επήρχετο, διώκουσα αυτό
«σε μέρη ακατοίκητα, σε ριζιμιά λιθάρια»· το ανεμοπύρωμα,
προστάζουσα τους λόγους της να το σηκώσουν «όπως ο ήλιος τα
παιγνήδια της νυχτός»· τον πονόμματον, τον οποίον διά συμβουλής
της ασημένιας Παναγιάς έρριπτεν εις τα βάθη της θαλάσσης, διά να
καθαρίση και λάμψη το φως του πάσχοντος «όπως ο ήλιος καλοκαιρινής
ημέρας». Την λιμόκαψαν, επίβουλην αρρώστιαν, η οποία ρέβει τον
άνθρωπον και τον αφανίζει ολίγον κατ' ολίγον, όπως το σκουλίκι που
φωληάζει εις τον κορμόν του δένδρου, δένουσα αυτήν δι' αλύτων
δεσμών πέραν, εις τα δάση και καταρωμένη «να φύγη από τις
εβδομηνταδύο φλέβες του αρρώστου και αρμούς του όλους και να πάρη
τα βάθη της θάλασσας, και να μετρήση τον άμμο της θάλασσας και των
δενδρών τα φύλλα και να γυρίση πίσω! . . Να φύγη από τις
εβδομηνταδύο φλέβες του, να πάη στα όρη, στα βουνά, στα κράκουρα,
πίσω του ήλιου, που σκύλος δε βαδίζει· να φάη από το κρέας του, να
πιή από το αίμα του και να γυρίση στις εξηνταεννιά τ' αυγούστου!»
Και δεν διέφερε μόνον εις τούτο από τους άλλους συντεχνίτας της η
Κυρά Παγώνα, αλλά και εις τα μέσα τα οποία μετεχειρίζετο προς
επιτυχίαν του σκοπού της. Οι άλλοι όλοι εγνώριζον ένα ή δύο μόνον
εξορκισμούς, τους οποίους κατά παράδοσιν έμαθον από άλλους
παλαιοτέρους και μετεχειρίζοντο ασυνειδήτως. Η γραία όμως διά κάθε
πάθημα, είχεν ιδιαίτερον εξορκισμόν και εις διάφορον είδος λόγου,
πεζόν η έμμετρον· εις ιάμβους είτε αναπέστους είτ' ερωταποκρίσεις,
καλούσα συνεπικούρους, πότε «τον αφέντη το Χριστό» και «την
Παναγιά τη Δέσποινα»· τον «άι Λευτέρη» και τον «άι Χαράλαμπο» και
την «αγία Βαρβάρα»· πότε συγκροτούσα συμβούλια από «κορίτσα
μονοσάνδαλα, που γελούν και χαρχατουρίζουν», και καλογήρους «που
σέρνονται τ' αχαμνά τους στη γη»· και άλλοτ' επικαλουμένη την
αντίληψιν των δαιμόνων και των αριθμών και των εβραϊκών ρητών,
συναδελφώνουσα επί των πασχόντων μελών τον σταυρόν με την
πεντάλφαν και λέξεις του «Πιστεύω» με βαρυτάτας βλασφημίας.
Και όχι μόνον ανθρώπους ή κτήνη, ζώντα τέλος πράγματα, ήξευρε διά
των εξορκισμών της τούτων να ιατρεύη η ογδοηκοντούτις γραία, αλλά
και χωρία ολόκληρα να σώζη από φοβεράς επιδημίας. Προ ολίγου
καιρού, όταν η Ευλογιά εθέριζεν όλα τα χωρία του Κάμπου, αυτή με
τας γνώσεις της, κατώρθωσε να κρατήση αμόλυντα τα Λεχαινά. Έκραξε
σαράντα μονοστέφανες νηές και τις έβαλεν εις την αυλήν του σπιτιού
της να κλώσουν βαμπάκι. Τρία ημερόνυκτα έκλωθαν το βαμπάκι, κάτω
από την άγρυπνον επιτήρησιν και τον ακράτητον χείμαρρον των
εξορκισμών της. Έπειτα εζήτησε κερί κίτρινο, παρμένο από σαράντα
αγνά μελισσοκούβελα, εκέρωσε με αυτό τις κλωστές και μίαν
σκοτεινήν νύκτα μόνη της, έζωσεν απ' έξω την κωμόπολιν όλην κ'
έδεσε τον κόμπον εις την εκκλησίαν του αγίου Δημητρίου, του
πολιούχου. Η ζώνη εκείνη εμπόδισε την αρρώστια να εισέλθη εις την
κωμόπολιν. Εις ένα μόνον σπιτάκι κατά την Σουλεϊμανόστρατα
εξοχικόν, το οποίον δεν περιέλαβεν εις την προστατευτικήν της
ζώνην η γραία είτε από αμέλειαν είτ' εξ επίτηδες διότι είχε πάθος
με τους κατοίκους του, ευθύς την επομένην ερρίφθησαν λυσσασμέναι
αι κακόγνωμοι αδελφαί και το εξεκλήρισαν όλον.
Από τότε όμως επιστεύθη από τους χωρικούς πως ήτο αυτή η πανάκεια
προσωποποιημένη. Εκέρδισε την εμπιστοσύνην και τον σεβασμόν όλων,
ανδρών και γυναικών κ' έτρεχον καθ' ημέραν εις το σπιτάκι της
υγιείς μετά πασχόντων, όπως εις την αγίαν Παρασκευήν οι κουτσοί-
στραβοί του ρητού. Και δεν προσήρχοντο μόνον εντόπιοι, αλλά και
ξένοι πολλοί από τα πέριξ χωρία, απελπισμένοι από τους εντοπίους
των γόητας, διά να υποβληθούν εις την δοκιμασμένην ικανότητα της
Κυράς Παγώνας. Από τούτους δε άλλοι επέστρεφον εις τα χωρία των,
διά να εκτελέσουν τας παραγγελίας της· άλλοι όμως, όσοι εκρίνοντο
έχοντες ανάγκην της αμέσου επιβλέψεώς της, έμενον εκεί,
νοσηλευόμενοι και τροφοδοτούμενοι παρ' αυτής. Τούτο προ πάντων
επέσυρε την άμετρον συμπάθειαν και τον σεβασμόν των πτωχών χωρικών
και η ομολογουμένη αφιλοκέρδεια, μετά της οποίας προσέφερεν εις
όλους τας υπηρεσίας της. Η αμοιβή της ήτο ελαχίστη, περιοριζομένη
συνήθως εις μερικά χάλκινα νομίσματα, εις ολίγ' αυγά, εις
απλοχεριές αραβοσίτου διά τις κότες της και εις διαφόρους καρπούς
κατά τας εποχάς. Κ' εκ τούτων πάλιν τα περισσεύματα εμοίραζεν εις
τους πτωχούς του χωρίου της, ελεούσα και δι' αυτού του τρόπου.
Οικογένειαν δεν είχεν ήτο καταμόναχη, μη υπανδρευθείσα εξ
ιδιοτροπίας και διαδεχθείσα εν τη επιστήμη την μητέρα της,
διάσημον του καιρού της και αυτήν. Δύο τρεις μακρυνούς συγγενείς
είχεν εις την Αχαΐαν, οπόθεν ήτο η ανέκαθεν καταγωγή της· αλλά δεν
εφρόντιζε δι' αυτούς. Ελησμόνει όπως την ελησμόνησαν . . . Αι
γυναίκες της γειτονιάς, ευγνωμονούσαι εις την αγαθότητα και τας
γνώσεις της επεριποιούντο αυτήν διαδοχικώς· αι δε παρθένοι διά να
λάβουν την ευχήν της περί καλής αποκαταστάσεως, πρόθυμοι
προσέφερον τας υπηρεσίας των, επιμελούμεναι το σπιτάκι και τον
ρουχισμόν της. Διά τούτο δεν είχε λόγον η Κυρά Παγώνα να φροντίζη
περί της παρούσης ζωής κ' εφρόντιζε μόνον περί της μελλούσης.
Κοπιάζουσα διά το καλόν των άλλων ήτο βεβαία ότι προηγόραζε μίαν
γωνίαν εις τον Παράδεισον, όπου θ' ανάπαυε μετά θάνατον την
αμαρτωλήν ψυχήν της. Και δεν ήτο βεβαίως αμαρτωλή η ψυχή της· κάθε
άλλο. Ήθελεν όμως με αυτόν τον λόγον να δεικνύη φαρισαϊκήν
ταπεινότητα η Κυρά Παγώνα.
— Κάνω καλό για την ψυχή μου· έλεγε συχνά εις τους πελάτας της·
σαν πεθάνω να' ρχώστε να μ' ανάβετε κάνα κερί! . .
Η Κυρά Παγώνα δεν είδεν ωρισμένην ώραν διά τους ασθενείς της.
Οποίαν δήποτε ώραν της ημέρας είτε της νυκτός, έσπευδεν ακούραστος
εις εξάσκησιν του αγαθοεργού επαγγέλματός της. Εύρισκεν ανάπαυσιν
και τέρψιν εις την τοιαύτην εργασίαν· ευχαριστείτο να βλέπη γύρω
της ασθενείς γογγίζοντας και ζητούντας την βοήθειάν της. Και τούτο
όχι διότι ήτο χαιρέκακος η ψυχή της· αλλά διότι ηναγκάζετο να
κάμνη περισσότερον καλόν και να κουράζη περισσότερον το σώμα της
το φθαρτόν, το αηδές, το οποίον έδωκεν η φύσις εις τον άνθρωπον
διά να δεσμεύη την ψυχήν του. Η γόησσα τακτικός φοιτητής της
εκκλησίας, ελεύθερος ερμηνευτής των εκκλησιαστικών κανόνων,
εφρόντιζε πάντοτε να εφαρμόζη τούτους επί του ατόμου της. Μπα· κι'
ο αφέντης ο Χριστός έτσι αγωνιζότουν κ' εκοπίαζε για τον
κόσμο! . . .
Αίφνης παρατηρήσασα έξω, είδε νεαράν λυγερήν προσερχομένην με
μικρόν παιδίον εις τας αγκάλας. Η πελατεία ηύξανε.
— Καλώς την Ανθή μου! εφώναξε προθύμως.
— Καλό νάχης, θειά μου· απήντησεν η λυγερή με χαμόγελον εις τα
χείλη — το αιώνιον εκείνο χαμόγελο της χωρικής, που εκφράζει
δειλίαν και αφέλειαν συγχρόνως.
Και διά να μη ταράξη την γραίαν εις την εξάσκησιν του έργου της η
Ανθή εκάθησεν έξω, επί του κατωφλίου της θύρας, λαβούσα επί των
γονάτων το παιδίον και φροντίζουσα να καθησυχάση το κλάψιμόν του.
Η Ανθή ήτο ο εντελέστατος και πιστότατος τύπος μιας λυγερής του
χωρίου. Είχεν υψηλόν και ανδρικόν κάπως το ανάστημα· το στήθος
εύρωστον και προπετές· την μέσην περισφιγμένην και λυγηράν. Η
κεφαλή της ωραία, καλλιτεχνική, με ηνωμένα μαύρα φρύδια, κάτωθεν
των οποίων μάτια κατάμαυρα, γεμάτα από λάμψιν και μυστήριον
εκρύπτοντο οπίσω από μακράς βλεφαρίδας, ως εμφωλεύοντες μαγνήται·
με την μύτην κατερχομένην εύγραμμον, εις πτερύγια ομαλώς
καμπυλωτά, ανακινούμενα εις ανησυχίας στιγμήν με στόμα μικρόν,
δακτυλιδένιον στόμα, μ' ένα χαμόγελο επάνω του πάντοτε, το οποίον
ηύξανε την καλλονήν, όπως σταγών δρόσου αγνή, μαργαριταρένια
αυξάνει την καλλονήν του ρόδου — εστηρίζετο επί ευτόνου και λείου
τραχήλου, χυνομένου κανονικώς επί πλαστικωτάτου κορμού. Κ' έφερε
με χάριν επάνω της η λυγερή το χωρικόν φόρεμα: φουστάνι από
κλαδωτήν διάναν ολιγόπτυχον και σάκκον ομοιόχρωμον, αυστηρώς
σφιγμένον εις το στήθος και τους καρπούς των χειρών· την κεφαλήν
είχεν ασκεπή, με τα κατάμαυρα μαλλιά χωρισμένα επιμελώς εις την
μέσην και οπίσω επί των νώτων πίπτοντα εις δύο πλεξίδας μακράς,
ζευγαρωμένας εις τ' άκρα διά κυανής ταινίας. Απ' όλου αυτής του
σώματος του καλογραμμένου, όπως εκάθητο, και της απλής ενδυμασίας
της, πτυχουμένης εδώ κ' εκεί, επρόβαλε κάποια χάρις ελληνική, και
με τας χείρας συνηνωμένας περί το παιδίον, με την ρεμβώδη έκφρασιν
της αναμονής επί του προσώπου, εφαίνετο αρχαίας ελληνίδος άγαλμα,
ζητούσης φιλοξενίαν εις κάποιαν άγνωστον εστίαν. Ο νους της εις
οργασμόν ερεύνης διατελών, ηκολούθει την φοράν του βλέμματος, το
οποίον διέτρεχε την χαλικώδη αυλήν· το πηγάδι με τα κρημνισμένα
χείλη του δεξιά, την πυκνόφυλλον συκήν αριστερά, υψηλά την
μουχλιασμένην σκεπήν γειτονικού σπιτιού, χρυσουμένην υπό του
δύοντος ήλιου και ανεπαύετο απέναντι επί του κονιορτώδους δρόμου.
Τα παιδία της γειτονιάς, διαφόρου ηλικίας και φύλου, ποικίλων
μορφών κ' ενδυμασίας, έπαιζον εις τα _Θεμέλια του Μανώλη_ κ'
ηλάλαζον εν χαρά, κροτούντα τας χείρας, λιχνίζοντα το χώμα· άλλα
τρέχοντα εν τριποδισμώ επί καλαμίνων αλόγων ακούραστα, ως να μην
εφέροντο επί των ιδικών των ποδών· άλλα παίζοντα τ' ασήκια και
άλλα περιφερόμενα εν βομβούση και πολυταράχω συναγωγή.
— Ιδές τα παιδάκια που παίζουν· ω, τα παιδάκια! . . . έλεγεν η
Ανθή από καιρού εις καιρόν, δεικνύουσ' αυτά εις το μικρόν διά ν'
αποσπάση τον νουν του από το κλάψιμο· — το σιγαλόν εκείνο και
αδιάκοπον κλάψιμο των μικρών, που καταθλίβει την ψυχήν του
ακούοντος κ' επιφέρει εξασθενωτικήν νάρκην, όπως η ψιλή ψιλή και
ακατάπαυστος βροχή.
Αίφνης ανεπήδησεν η καρδία της εντός και το πρόσωπον έγεινε
κατακόκκινον. Ο Γεώργιος Βρανάς, ο λεβέντης της λυγερής, διήρχετο
τον δρόμον, πορευόμενος εις την αγοράν. Την είδεν εκεί καθημένην
κ' έρριψεν επάνω της δύο-τρία λοξά βλέμματα, χαμηλώσας την κεφαλήν
πλήρης ταραχής και αδημονίας, εντρεπόμενος και αυτός διά τούτο.
Δεν ηδύνατο όμως να κρατήση την χαράν του ο νέος· ήθελε κάτι να
είπη, αδιαφόρως δήθεν, αλλά πάντοτε προς αυτήν ν' αποτείνεται· να
δείξη ότι την παρετήρησεν, ότι ήτο ευτυχής, ω πολύ ευτυχής δι'
αυτό το συναπάντημα και θα ήτο ευτυχέστερος αν εχάνετο όλος ο
κόσμος γύρω, όλη η πλάσις, όπως δυνηθή και την πλησιάση διά μίαν
στιγμήν. Αίφνης εφάνη άλλος συνομήλικός του νέος, ερχόμενος
αντιθέτως και με την ιλιγγώδη εκείνην φωνήν του βιάζοντος εαυτόν
να λαλήση, δήθεν χαριτολογών, δήθεν ειρωνευόμενος, εφώναξε προς
αυτόν:
— Ε, βλαμάκι! τι μου γλυκοπικρογίνεσαι; . . .
Αλλ' ευθύς, ως ν' απεκαλύφθη ο σκοπός του, ως να επροδόθη διά της
αναφωνήσεως εκείνης, εκοκκίνησεν, εσκοτίσθη, εχαμήλωσεν ακόμη
περισσότερον την κεφαλήν κ' ετάχυνε το βήμα, στέλλων τους
χαιρετισμούς εις την καλήν του δι' αλεπαλλήλου κροταλισμού του
μαστιγίου του.
Και ούτος όμως ο χαιρετισμός δεν ήτο δυσάρεστος εις την Ανθήν.
Έκαστος κτύπος έθιγε την καρδίαν της ευαρέστως, μακαρίως, διότι
ήτο εξομολόγησις των αισθημάτων του Γεωργίου· διηρμήνευε την ψυχήν
του αυτήν, απαλήν, τρυφεράν ψυχήν νέου χωρικού, ηγλαϊσμένην υπό
του έρωτός της. Κ' ενώ τόρα η Ανθή ανέμενεν εις τόσον άχαρι
εργασίαν την γραίαν, εις επίσκεψιν ασθενούς παιδίου, ηδημόνει,
σχεδόν ανεθεμάτιζε τον άγνωστον εκείνον ο οποίος εντός εκράτει
αυτήν τόσην ώραν! Εύρισκεν ότι αν δεν ήτο αυτός, εκείνη θα είχε
τελειώση τόρα τον επί του παιδίου εξορκισμόν της και η Ανθή θα ήτο
ελευθέρα ν' ακολουθήση απ' οπίσω τον Γεώργιον επιστρέφουσα εις το
σπίτι. Ένας ήτο ο δρόμος των, και ήτο έρημος αυτήν την στιγμήν, εν
τη σκιά της εσπέρας. Ηδύνατο λοιπόν χωρίς να παρατηρηθή από κανένα
να καμαρώση εν ανέσει το λυγερόν κορμί του νέου χωρικού. Αλλ' η
τύχη που είνε ο κυριώτερος παράγων του έρωτος, δεν τα φέρει δεξιά
εις αυτήν . . . Αχ, και να τον ήξευρε ποιος κακομοίρης ήτο
μέσα! . .
— Πώς πάει το παιδί, θυγατέρα; Ηκούσθη αίφνης η φωνή της γοήσσης.
— Πώς να πάη, θειά μου, απήντησεν η λυγερή, αναστρέψασα την
κεφαλήν· το έφερα κι' απόψε να ιδούμε τι θ' απογένη.
Αλλ' αίφνης διεκόπη ιδούσα εξερχόμενον τον Νικολόν, τον υπηρέτην
και μισοσύντροφον του πατρός της εν τω μπακαλεμπορίω. Ήτο
κοντόχονδρος χωρικός, φορών άσχημα ευρωπαϊκά φορέματα εκ ριγωτού
διπλαρίου, από εκείνα που υφαίνουν αι κόραι της Ζακύνθου, κ' έφερε
την αριστεράν χείρα αναπαυμένην εντός κοκκίνου μανδηλίου,
κρεμασμένου από του λαιμού του. Εξερχόμενος ο χωρικός εγύρισε και
απέτεινεν αστείον δήθεν χαιρετισμόν εις την λυγερήν.
— Τ' έχουμε, κυράτσ' Ανθή· δεν φοβάσαι να μην κρυώση ο κώλος
σου; . .
— Ω, σιορ Νικολέτο! . . .είπεν αύτη, μορφάζουσα εμπαικτικώς.
Αλλ' εθύμωσεν, αληθινά εθύμωσεν η νέα μόλις είδεν ότι αυτός ήτο
που εκράτει τόσην ώραν την Κυρά Παγώνα κ' έγεινεν αιτία να μην
απολαύση περισσότερον την όψιν του αγαπημένου της. Πάντοτε ο
Νικολός ήτο ο κακός δαίμων του έρωτός της. Φαίνεται ότι είχεν
εννοήση κάτι και πάντοτ' επέβλεπε τα κινήματα της Ανθής· πάντοτε
διά της παρουσίας του, είτ' εκ προμελέτης είτε τυχέως, παρενέβαινε
μεταξύ των βλεμμάτων αυτής και του Γεωργίου. Μίαν μάλιστα φοράν,
την πρώτην φοράν που ηθέλησε να ομιλήση από το παραπόρτι του κήπου
εις τον Βρανάν, ν' αλλάξουν δύο λόγια διά να ελαφρώση η πονεμένη
των καρδιά, μόλις ήνοιξε το στόμα της κ' αίφνης, εις την μέσην του
ερήμου δρόμου εφάνη αυτός ο Χονδρονικολός, σαν να τον έφερεν ο
διάβολος εμπρός των . . . Να χαθή ο συχαμένος, να χαθή! . . .
— Όλο για τον Νικολό κλώθεις . . . άμ' θάρθ' η ώρα! . . είπεν η
Κυρά Παγώνα προς την Ανθήν, πονηρώς χαμογελώσα.
Κ' επλησίασε το παιδίον, αποπειρωμένη ν' ανοίξη το στόμα του. Αλλ'
είχε τόσο παράδοξον όψιν η γεροντική μορφή της, με τας βαθείας και
πολυγράμμους ρυτίδας, τας ψαράς και κατσαράς τρίχας των κροτάφων,
το μαύρον φακιόλι διά του οποίου συνεκράτει επί της κεφαλής το
φέσι, τ' οξύ και ανεστραμμένον πηγούνι και με τα μεγάλα
ματογυάλια, των οποίων τα άρθρα μόλις συνεκράτουν πολύχρωμα νήματα
επί της πρισμένης της μύτης, ώστε το παιδίον ετρόμαξε κ' έκρυψεν
εις τον κόλπον της Ανθής την κεφαλήν του.
— Ουμ! εψιθύρισεν η γραία μορφάζουσα· δίχως φίλεμμα τίποτα δεν
κάνουμε.
Η Κυρά Παγώνα εγνώριζεν εκ πολυχρονίου πείρας, διά τίνος μέσου
πείθονται τα μικρά να δεικνύουν τα πάσχοντα μέλη των και να
υποφέρουν κάποτε τον πόνον αγογγίστως. Εφρόντιζε ν' αποθηκεύη
πάντοτε διάφορα γλυκίσματα και καρπούς, όσους η γεροντική της
όρεξις και τα δόντια δεν ήσαν ικανά να καταλύσουν. Αφίσασα προς
στιγμήν το παιδίον μετά της Ανθής, εισήλθεν εις το σπίτι και
ήνοιξε μικρόν κιβώτιον από του οποίου οσμή μοσχοβολούσα ανέβη,
κεντήσασα την μύτην της εις ελαφρόν πτάρνισμα. Εις το βάθος του
κιβωτίου υπήρχον διάφοροι καρποί: μήλα με σιγαρόχαρτον επιμελώς
τυλιγμένα· κυδώνια μαραμένα όχι ολιγώτερον της ιδικής της μορφής·
καρύδια σκορπισμένα και αμύγδαλα και σωροί σταφίδος. Η γραία έλαβε
χούφταν καρυδίων κ' επέστρεψε προς το παιδίον, κροταλίζουσα αυτά
εις την παλάμην.
— Έλα, καλώς το· είπε με θωπευτικήν φωνήν.
Το παιδίον έστρεψε την κεφαλήν εις τον κροταλισμόν και διά των
καρυδίων και των λόγων της, επείσθη ν' ανοίξη το στόμα του.
— Πάει να στρίψη· εψιθύρισεν η γραία, βλέπουσα μετά προσοχής.
Το στόμα του παιδίου έπασχε προ ημερών από άφθας, τα υπόλευκα
εκείνα φακοειδή ογκίδια, τ' απαντώμενα συχνά κατά την παιδικήν
ηλικίαν. Η Κυρά Παγώνα διέγνωσεν ασφαλώς το πάθημα και από δύο
ημερών εξώρκιζεν αυτάς καθ' εσπέραν. Και ενώ πριν το μικρόν δεν
ηδύνατο καθόλου να κινήση το στόμα του, ούτε να δεχθή τίποτε εντός
αυτού, τόρα αφότου ανέλαβε την θεραπείαν η γραία, εβελτιώθη
σημαντικώς η θέσις του. Δεν έμενεν ακόμη παρά η εσπέρα εκείνη διά
να συμπληρωθή το τριήμερον, το οποίον απαιτείται διά ν' αποβή
αποτελεσματικός ο εξορκισμός.
Η Κυρά Παγώνα, πιστή εις τα σωτήρια μέσα της, ήλθε φέρουσα
ποτήριον γεμάτον νερού εις την αριστεράν χείρα και εις την δεξιάν,
εις σχήμα τρικηρίου, τρεις αναμμένες κληματόβεργες εφτάκομπες. Η
γραία εφρόντιζε δι' όλα ταύτ' από πριν και τ' αποθήκευεν εις τα
ερμάριά της. Το νερόν έπερνε πάντοτε αμίλητο την αυγήν, κρατούσα
οπίσω τας χείρας μετά του αγγείου, όπως και τα διάφορα κούτσουρα,
τα καιόμεν' αδιακόπως εις την γωνίαν της, εσύναζε κατά νύκτας
σεληνοφωτίστους ή σκοτεινάς, ξηράς ή βροχεράς, αναλόγως των
παθήσεων διά τας οποίας της εχρησίμευον. Τα ζώα τα συρόμενα επί
της γης και τα πτηνά τα διασχίζοντα τους αιθέρας· τα κολυμβώντα
εις τα νερά και τα διαβιούντα εις τους βάλτους ή τα κουφώματα των
δένδρων και τας σχισμάδας των πετρών· πάντα τα ξύλα και τα φύλλα·
τους χυμούς και τας ρίζας και τους καρπούς· τους ανέμους όλους·
τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας· τους μαύρους της
νυκτός πέπλους και τας μεσημβρινάς ώρας του καλοκαιρίου· τας
διαφόρους φάσεις της σελήνης και τον χάλυβα και το πυρ και το
χρώμα των εικόνων και το λάδι των κανδηλών, όλα κατώρθωνε να τα
καθυποτάσση η μάγισσα, ν' αλλάζη την φυσικήν των ιδιότητα, να
εξάγη και από τα κακοποιά ακόμη, αγαθά αποτελέσματα διά την
ανθρωπότητα.
Η Κυρά Παγώνα επροχώρησε πλησίον του πηγαδιού, μακράν της νεάνιδος
και του μικρού κ' εστάθη κάτω της σκοτεινής συκής ακίνητος, μόλις
τα χείλη ανακινούσα εις ψιθυρισμόν του εξορκισμού και ατενίζουσα
τον ουρανόν. Ο ήλιος μόλις προ μικρού είχε δύση και ο ουρανός
έλαμπεν όλος, ελεύθερος συνέφου, καταγάλανος υπό της ανταυγείας.
Μόλις πού και πού, εις το αργυρόν ημίφως, ανεφαίνοντο αστέρες
τινές ευάριθμοι, με λευκόν υποτρέμον φως ακόμη, εκ της ατελούς του
ήλιου αφανείας. Η μάγισσα ηρεύνησεν εδώ κ' εκεί τον ουρανόν,
σοβαρά και συλλογισμένη, ως Χαλδαίος θέλων να εμβαθύνη εις τα
μυστήρια της φύσεως. Αίφνης η όψις της ηγαλλίασε και το βλέμμα της
προσηλώθη ατενές εις τον Πολικόν αστέρα, τον αστέρα τούτον των
ναυτιλλομένων και των μαγισσών.
— Τ' άστρι της Κλαδευτήρας κι' ο γιος μου ο γιόκας μου, να
πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα· εψιθύρισε με χαμηλήν φωνήν.
Κ' εβύθισε την μίαν κληματόβεργαν εντός του ποτηρίου. Ηκούσθη
βραχύς συριγμός εκ της επαφής της φωτιάς και του νερού και η γραία
έρριψε την κληματόβεργαν σβυσμένην άνω του ώμου της, προς τα
οπίσω.
— Τ' άστρι της Κλαδευτήρας κι' ο γιος μου ο γιόκας μου, να
πάρουνε την άφτρα, την αρχόντισσα! επανέλαβε πάλιν, στραφείσα εις
αντίθετον διεύθυνσιν.
Κ' έσβεσε την δευτέραν κληματόβεργαν. Αφού δ' έπραξε το αυτό και
διά την τρίτην η Κυρά Παγώνα έφερε το νερόν κ' επότισε το παιδίον.
— Τις γείτσες σου! επευχήθη.
Και χωρίς να προσέξη εις τας ευχαριστήσεις και τας θερμάς δεήσεις,
όσας η νεάνις ευγνωμονούσ' απηύθυνεν εις τον Παντοδύναμον διά την
ψυχήν της, η Κυρά Παγώνα έλαβεν από του παραθύρου μικράν μαύρην
χύτραν κ' επλησίασε το παιδίον. Διότι εκτός των εξορκισμών της η
γραία εις πολλάς παθήσεις εδέχετο συνεπικούρους και αλοιφάς και
φάρμακα διάφορα της δημώδους φαρμακευτικής. Το μικρόν
κατακαπνισμένον σπιτάκι της δεν ήτο μόνον θεραπευτήριον, αλλά και
φαρμακείον και βοτανών αποθήκη. Εντός τριών χαμηλών ερμαρίων
περιέκλειε πάντοτε δέσμας απεξηραμμένων φυτών τα οποία αυτή
ανεκάλυψε· ρίζας βαρυόσμους, των οποίων την θεραπευτικήν δύναμιν
αυτή μόνη εγνώριζεν· εργαλεία χειρουργικά, κατεσκωριασμένα εξ
αιμάτων και πύου· έμπλαστρα διαφόρου μεγέθους, τολύπας βάμβακος
και ξαντού. Μικρά υέλινα δοχεία εφύλασσον επιμελώς το βάλσαμον, τα
μεταξώδη εκείνα λευκά πούπουλα, τ' αποσπώμενα από του στήθους των
αγριοχήνων και ικανά να κρατήσουν το ορμητικώτερον ρεύμα του
αίματος και να επουλώσουν πάσαν πληγήν, κατά τας ιδέας της
δημώδους ιατρικής. Χύτραι μικραί μετά μεγάλων, κατά διαφόρους
στιβάδας, έφερον διάφορα εκχυλίσματα και βάμματα και αλοιφάς
ικανάς να κατατρώγουν τας σαπιμένας σάρκας, να ρευστοποιούν τα
κόκκαλα, ν' αποσυνθέτουν τας τρίχας, να διαχωρίζουν τους υμένας,
να ισοπεδώνουν και τας πλέον παλαιωμένας υπερσαρκώσεις. Η χύτρα
την οποίαν εκράτει τόρα η Κυρά Παγώνα είχε ροδόμελην, τον
υπόξανθον εκείνον και γλυκάζοντα πολτόν, τον οποίον μόνη
κατεσκεύαζε ανακατεύουσα μοσχοκάρυδα και συκάμινα μετά φύλλων
ρόδου και μέλιτος και όξους και αποβράζουσα εν χωματίνω αγγείω.
Δι' αυτής η γραία, της στυπτικής και καυτηριώδους αλοιφής, επέχριε
μετά τον κατάλληλον εξορκισμόν τους πάσχοντας λαιμούς και τας
άφθας.
Μόλις η Κυρά Παγώνα επεράτωσε την επίχρισιν του στόματος του
παιδίου και η Ανθή εσηκώθη να φύγη.
— Όχι· κάτσε, καϋμένη, λιγάκι· είπεν η γραία με θωπευτικήν φωνήν·
θα σου 'πω γι' αυτό που συλλογιέσαι.
Και την ητένισε με βλέμμα παραδόξου εκφράσεως, μ' ένα χαμόγελο
σατανικόν εις τα χείλη, το οποίον εκάρφωσεν επί του κατωφλίου την
λυγερήν. Εντροπή κατέλαβεν αίφνης αυτήν και η καρδία της ήρχισε να
βροντοκτυπά εν προσδοκία υψίστη. Δι' αυτό που συλλογίζεται θα της
ομιλήση αληθινά! Ρίχνει λοιπόν εις τ' άστρα η Κυρά Παγώνα και
μανθάνει τα κρυφά συναισθήματα των ανθρώπων! Πώς ήτο δυνατόν να
γνωρίζη εκείνο που αυτή συλλογίζεται κατ' εκείνην την στιγμήν!
εκείνο που έχει εις της καρδίας τα βάθη και δεν τολμά ουδ' αυτή η
ιδία να φέρη εις τα χείλη της! Και τι τάχα θα της είπης τι μέλλει
ν' ακούση από το στόμα εκείνο που δεν ανοίγει παρά μόνον διά να
τινάξη ορμαθόν εξορκισμών. Τι μέλλει ν' ακούση περί του αγαπημένου
της; Ήτο αληθινά περίεργος να μάθη. Εφοβείτο όμως μήπως ομιλήση
πολύ ελευθέρως περί του Γεωργίου, περί του έρωτός της η γραία κ'
εκυμαίνετο μεταξύ της ιδέας να μείνη και να μη μείνη, προτιμώσα το
έν και το άλλο διαδοχικώς.
— Όχι, θα πάω, θεια μου· θα πάμε 'ς` το πανηγύρι αύριο κ' έχουμε
δουλιές· είπε πηδήσασα αίφνης ορθία.
— Τα βαφτίσια θάχετε;
— Ναι.
Αλλ' ενώ έλαβε την απόφασιν να φύγη εκοντοστέκετο μετανοούσα κ'
ευχομένη όπως την κρατήση η γραία και της ομιλήση δι' εκείνο που
της υπεσχέθη εις την αρχήν. Η Κυρά Παγώνα εμάντευσεν ευθύς την
παλιμβουλίαν της λυγερής κ' εχαμογέλασε προσβλέπουσα αυτήν
σταθερώς. Η Ανθή εθύμωσε διά τούτο κ' εκοκκίνησεν ακόμη
περισσότερον, εννοήσασα ότι απεκαλύφθη η αδυναμία της. Μα πώς τα
μαντεύει αυτά που έχει σφαλισμένα μέσα της, η μάγισσα! ε;
— Άκουσε, κόρη μου· το καλό που σου θέλω, ν' αφήσης αυτήν την
πετριά· ο Νικολός είνε γαμβρός κι' όπου καλό μου θέλει!
Έτσι απήντησεν η Κυρά Παγώνα εις την ενδόμυχον εκείνην ερώτησιν
της λυγερής. Και το γραώδες ερευνητικόν βλέμμα της έφερεν άνω κάτω
τον νουν της παρθένου. Πετριάν; ποίαν πετριάν έλεγεν η γραία;
Μήπως επρότεινεν εις αυτήν ν' ανταλλάξη τον Γεώργιον με τον
Νικολόν;
— Αφ' ς τα λόγια, θεια Παγώνα! εψιθύρισεν η λυγερή εν αδημονία.
— Γιατί, θυγατέρα; του σπιτιού σας άνθρωπος ο Νικολός!
Η Ανθή έμεινε κατάπληκτος εις το επιχείρημα τούτο. Δεν το είχε
σκεφθή ποτέ πριν ότι ο Νικολός, ένα εξευτελισμένον μπακαλόπαιδο,
ηδύνατο να έχη δικαιώματα επ' αυτής, απλώς και μόνον διότι ήτο
άνθρωπος του σπιτιού της. Αλλ' η Κυρά Παγώνα ήρχισε να υποστηρίζη
ότι τούτο ήτο αρκετή υποχρέωσις. Και μετ' ολίγον ανέλαβε πρόσωπον
προξενητρίας και ήρχισε να ομιλή με σοβαρότητα αξίαν του θέματος,
περί του μέλλοντος γαμβρού, πλουτίζουσα αυτόν με παντός είδους
αρετάς· ευρίσκουσα χάριν και κομψότητ' απαράμιλλον εις όλα: εις το
κοντόν ανάστημα, την εξέχουσαν κοιλίαν, την κολοκυθένιαν μύτη, το
εξανθηματικόν πρόσωπον του Νικολού.
Αι προξενήτριαι έχουν την χάριν του λόγου και την πειστικότητα
φυσικήν, ως να εγεννήθησαν επίτηδες δι' αυτό το έργον. Έχουν
πάντοτε την καλωσύνην να ομολογούν ότι αυταί είνε οι μόνοι
καλοθεληταί των ανθρώπων. Κοπιάζουν, όχι διά τίποτε άλλο παρ'
απλώς διά να κάμουν ένα καλό που περνά από τα χέρια των, εις τους
προξενευομένους. Βλέπουν τον γαμβρόν τόσον καλόν· γνωρίζουν την
νύμφην τόσον αγαθήν κ' έχουν πεποίθησιν ότι αυτοί οι δύο θα κάμουν
ένα αγγελικόν ανδρόγυνον. Διατί λοιπόν, Θεέ μου και Κύριέ μου, να
μη φροντίσουν να το τελειώσουν! Θα κάμουν ένα καλό, μεγάλο καλόν
εις τους νέους, εις τας οικογενείας των και θ' αναπαύσουν και
αυταί την ψυχήν των. — Διότι πάντοτ' αι προξενήτριαι διά την ψυχήν
των εργάζονται. Μία γωνία εξασφαλισμένη από πριν εις τον
Παράδεισον είνε μικρόν πράγμα; Η ιδέα μόνη ότι θα ζη η ψυχή μεταξύ
πτερωτών αγγέλων και θα πλανάται αμέριμνος και ήσυχος εις τερπνούς
λειμώνας, μεταξύ αγνών εκ γάλακτος και μέλιτος ποταμών, αντί να
διαιτάται μαζί με κερασφόρους δαίμονας και δυστυχείς αμαρτωλούς,
δεν είνε αρκετή αμοιβή διά μίαν αμαρτωλήν προξενήτριαν; Χωρίς να
υπολογήση κανείς και τα υλικά κέρδη εις τον επάνω κόσμον· τα δώρα
που θα της προσφέρουν η νύμφη και οι συγγενείς και ο γαμβρός, άμ'
αποπερατωθή το συνοικέσιον. Και τροχίζουν αι γραίαι την γλώσσαν
των και κινούν τους πόδας και τρέμουν από του ενός εις το άλλο
σπίτι· από του ενός ενδιαφερομένου εις τον άλλον ακούραστοι, μ'
ένα μυστηριώδες ύφος, με την εχεμύθειαν επί του προσώπου
ζωγραφισμένην και λέγουν και όλο λέγουν. Σφυρηλατούν τους λόγους
των μετά μεγάλης δεξιότητος· προφέρουν τας φράσεις των μετά
μειλιχίου τόνου και δίδουν εις αυτάς, εν αγνοία των ίσως, ύφος
άντικρυς αντίθετον προς την χωρικήν αυτών και αγροίκον ιδιότητα.
Αι περίοδοι της ομιλίας των άλλοτε είνε έντονοι· άλλοτε εις
αδύνατον ψιθυρισμόν απολήγουσαι, κατά τας περιστάσεις πάντοτε και
την εντύπωσιν την οποίαν είνε ανάγκη να προξενήσουν εις τους
ακούοντας. Αι λέξεις εξάγονται συνεσφιγμέναι από τα χείλη των
συνδεδεμέναι αρρήκτως η μία μετά της άλλης, ώστε το υποθετικόν «αν
πάρη» ο προξενευόμενος να εκλαμβάνεται παρά των συγγενών της
νύμφης ως «αμπάρι» — δηλαδή αποθηκών σίτου και κριθής κάτοχον τον
γαμβρόν των. Κ' ενώ ομιλούν αίφνης προς την μητέρα με μυστικότητα,
προσβλέπουν και την κόρην με βλέμμα συμπαθείας, προστασίας
περισσής, ως να της λέγουν ότι δι' αυτήν κοπιάζουν και της έχουν
ένα καλόν γαμβρόν, — καλόν σαν το χρυσάφι και ωραίον σαν το
βασιλόπουλο! . . .
Έτσι ωμίλει τόρα και η Κυρά Παγώνα εις την λυγερήν. Με ποιητικήν
έξαρσιν η οποία εζωογόνει κάπως το μαραμμένον πρόσωπόν της· με
μάτια σουβλερά κ' εκφραστικά· με κινήσεις των χειρών παραστατικάς
και διά ζωηρού λόγου, γεμάτου από θελκτικάς εικόνας της ζωής,
κατεπλούτιζε το είδωλόν της κ' επέμενε ν' αναστηλώση τούτο επί της
καρδίας της παρθένου.
Αλλ' γραία πολύ εβράδυνε να έλθη. Την θέσιν κατείχεν άλλο είδωλον,
αγνόν και άσπιλον είδωλον, και όχι εκείνο το ευτελές και
παλαιωμένον, το οποίον περισσότερον έκαμνον απαίσιον αι βαφαί και
οι ψευδείς λίθοι, με τους οποίους το εστόλιζεν η προξενήτρια. Η
Ανθή ήσυχος, έχουσα την ψυχήν πλημμυρισμένην από τον έρωτα του
Γεωργίου, γνωρίζουσα την καρδίαν της απροσπέλαστον εις πάσαν
επιβουλήν, είχεν όρεξιν κατ' αρχάς να γελάση, ακούουσα τους
φουσκωμένους λόγους της Κυράς Παγώνας και από καιρού εις καιρόν
έλεγε με εμπαικτικόν θαυμασμόν:
— Έτσι ε, θεια μου! . .
Aφού όμως είδεν ότι εκείνη επέμενεν εις τον σκοπόν της, ήρχισε να
καταστενοχωρήται. Τα στήθη της εξωγκούντο από αγανάκτησιν διά το
άσχημον εκείνον άτομον, το οποίον η προξενήτρια κατεφόρτωνε με όλα
τα χαρίσματα και μετέβαλλεν εις υπερφυσικήν τελειότητα. Αν δεν
εγνώριζε καλά τον Νικολόν, μέχρι και των ελαχίστων λεπτομερειών,
θα τον παρεδέχετο ως αυτό το βασιλόπουλον του παραμυθιού, που
εφανερώνετο εκάστην νύκτα, αστράπτον εις καλλονήν και
χρυσοϋφάντους στολάς, εμπρός εις την έπληκτον βοσκοπούλαν. Τόσον
τεχνικοί και πειστικοί ήσαν οι λόγοι της Κυράς Παγώνας! Αλλ' εις
την Ανθήν δεν έκαμνον άλλο παρά να φανερώνουν την επιτηδειότητα,
την οποίαν είχεν εις το ψεύδος η γόησσα. Κ' επειδή πριν, όπως και
οι άλλοι χωρικοί, εθεώρει αυτήν είδος αγίας, άμωμον καθ' όλα και
ανελλιπή, αψευδή τύπον χριστιανής, τόρα εξεπλήσσετο, διότι την
εύρισκεν άλλην. Από αυτήν, καθό φίλην της αληθείας, σχεδόν
απόστολον του θεού επί της γης, του θεού που τιμωρεί το ψεύδος,
επερίμενεν η λυγερή ν' ακούση επαίνους μάλλον περί του Γεωργίου,
αν υποτεθή ότι εγνώριζέ τι, και όχι περί του Νικολού. Ποιος
ημπορεί να ειπή ότι το φεγγάρι λάμπει καλήτερα από τον ήλιον;
Έλεγον όλοι ότι αυτή θέλει ν' ακούη τα σύκα-σύκα και την σκάφην-
σκάφην· διατί τάχα δεν θέλει και να τα λέγη; . . .
— Άφ' ς τα, θεια Γιάννου . . .πάψε πια! . . είπε τέλος προς την
γραίαν με μορφασμόν, ως να έλεγεν ότι την αηδίασε.
— Γιατί, θυγατέρα; δε σ' αρέσει ο άγγουρος;
Και η γραία έλαβεν αίφνης απαισίαν έκφρασιν, εκείνην που λαμβάνουν
πάντοτε τα μαραμμένα λαδικά, όταν προσβληθούν· — έκφρασιν οργής
και χλεύης και χαιρεκακίας και απειλής συγχρόνως. Η ατυχής
παρθένος ευθύς εσυμμαζεύθη, φοβηθείσα μήπως η αγανάκτησις την
έκαμε να υπερβή τα όρια του σεβασμού, τον οποίον ώφειλε να τηρή
προς την γραίαν μάγισσαν. Εγνώριζεν ότι η οργή τοιούτου πλάσματος
δεν είνε ακίνδυνος διά τους ανθρώπους και κατ' εξοχήν διά τας
γυναίκας. Καλήτερον να έχη κανείς να κάμη με τον διάβολον παρά με
τοιαύτα όντα. Η Κυρά Παγώνα ηδύνατο αν ήθελε να εκδικηθή αυτήν, να
καταστρέψη όλην της την τύχην να μαράνη όλην της την ζωήν. Τι θα
έχανε τάχα; Ένα λόγον ήρκει να εκστομίση, από εκείνους που έχει
εις την κατοχήν της και προ των οποίων αι ασθένειαι κρημνίζονται
φοβισμέναι εις τα σκοτεινά λαγκάδια και τα σπήλαια, μακράν των
ακτίνων του ηλίου· ένα κόμβον να δέση, είτ' ένα καβαλιστικόν
ψηφίον να χαράξη εις το τρίστρατον κ' ετελείωναν όλα διά την
Ανθήν. Από εύμορφην, όπως εσυνείθισαν να την θεωρούν όλοι εις την
κωμόπολιν, θα την έβλεπον πλέον δυσειδή και φρθειριώσαν και κανείς
δεν θα ήθελε την σχέσιν της. Ούτε οι γονείς της· ούτε αυτός ο
Γεώργιος! . . . ο Γεώργιος Βρανάς του οποίου και την ζωήν ήτο
ικανή να επιβουλευθή η γραία, αφού εγνώριζε την αγάπην των! Και
εις την σκέψιν αυτήν ανετριχίασεν ολόκορμος η λυγερή κ' εσκέφθη να
ζητήση τρόπον συμβιβασμού.
— Καλός και τίμιος είνε, εψιθύρισεν εντροπαλή κάπως· μα εγώ δεν
είμαι σε καιρό ακόμη.
— Ποιος το λέει; είπεν η Κυρά Παγώνα γελώσα απαισίως· άμ' έννοια
σου, καλότυχη, κι' ο κύρις σου τα τέλειωσε . . .
Η Ανθή επήδησεν εις την τελευταίαν λέξιν, εξαφνισθείσα.
Ητένισε την γραίαν με βλέμμα οργίλον και αρπάσασα εις την αγκάλην
το παιδίον έφυγε δρομαία εκείθεν.
Η Κυρά Παγώνα εξεκαρδίσθη γελώσα και κινούσα την κεφαλήν μ'
έκφρασιν πίστεως ακραδάντου εις τα θελήματα και τας δυνάμεις της.
Φθάνει να το θελήση αυτή και τότε βλέπουμε! . . Έπειτα στρέψασα
και ιδούσα τ' ασπρόρρουχα, ακόμη απλωμένα εις μίαν γειτονικήν
αυλήν, εφώναξε με φωνήν επιπλήττουσαν:
— Μωρή Μαρία, Μαρία! . . . Έβγα, μωρή, γλήγορα να μαζώξης τα
ρούχα! Θ' αστερωθούν, κακομοίρα και θα γιομίσετε εξανθήματα! . . .
Β'
Ο ΔΙΒΡΙΩΤΗΣ
— Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί! . . .
Ήτο συχνή αναφώνησις θαυμασμού, η αναφώνησις αυτή του κυρ
Παναγιώτη Στριμμένου διά τον Νικολόν Πικόπουλον, τον υπηρέτην του
καταστήματός του. Και τόρ' ακόμη ενώ εκάθητο συμμαζεμένος όπισθεν
του πάγκου του, παίζων εις την μίαν χείρα το μακρύ κομβολόγι του,
σύμβολον του εν Πελοποννήσω αρχοντολογίου — και με την άλλην
κρατών την κεφαλήν του, τας αυτάς στερεοτύπους ιδέας εγύριζεν εν
τω εγκεφάλω του και τας αυτάς λέξεις εις τα χείλη του:
— Τι παιδί, τι έξυπνο παιδί! . . .
Και αληθινά ήτο έξυπνον παιδί ο μεσόκοπος ούτος Διβριώτης. Ο γέρων
εβεβαιούτο ατενίζων το ενώπιόν του ογκώδες κατάστιχον, το
κατεσχισμένον και απόζον εξ όλων των ειδών του εμπορίου, αλλά
πλήρες αριθμών και ονομάτων και το πλήθος των πέριξ του
πραγματειών. Από της οροφής εκρέμοντο εις πυκνάς τάξεις μαντήλια
διαφόρων χρωμάτων και ζεύγη τσαρουχίων· ζεύγη καλτσών· σελάχια·
ζωνάρια μάλλινα διά τους φουστανελοφόρους· καπιστράναι και αλύσεις
διά τους ίππους· φέσια και ψιαθωτά σκιάδια· ένα πιτούρι ανδρικόν
εδώ με ανοικτά σκέλη· ένα κοντογούνι γυναικείον εκεί με απλωμένας
αγκάλας, υπόλευκον εκ της πολυκαιρίας· κ' εναλλάξ πλέκτραι
κρομμύων, δέσμαι ξυλοκανάτων και ξυλοπινακίων και απεξηραμμέναι
ρίζαι εντός χαρτοδεμάτων. Ανά τας γωνίας παρετάσσοντο επιδεικτικώς
επί υψηλών κιβωτίων σάκκοι ζάχαρης και καφέ, σησάμου και ορύζης,
αμυγδάλων και φακής, φασολίων και ριζαρίου με τις σέσσουλες εντός.
Μίαν πλευράν κατείχε το καπνοπωλείον, διά πολυχρώμων χαρτίνων
κροσσών φιλοκάλως διεσκευασμένον· με μαρμάρινον επίστρωμα επί του
πάγκου και την ζυγαριάν αποστράπτουσαν εκ της καθαριότητος, και
τας πυραμίδας του καπνού, χρυσιζούσας και πεντοβολούσας
προκλητικώς επί των ραφίων. Ετέραν πλευράν κατείχον τα
οινοπνευματώδη ποτά, με μίαν στοίβαν χρωματιστών βαρελίων εις την
άκραν· με τα ράφια πλήρη φιαλών μακρολαίμων, επιδεικνυουσών
ποικιλίαν χρωμάτων κ' ένα μεγάλον καθρέπτην εις το μέσον διά να
καθρεπτίζωνται οι προσερχόμενοι και δίδουν αρειμάνιον ήθος εις το
αναμμένον υπό του ποτού πρόσωπόν των οι λεβέντες· μ' ένα πάγκον
εμπρός πλήρη φιαλών στρογγύλων και ποτηρίων και νερών αφθόνων. Εις
την τρίτην παρετάσσοντο επί των ραφίων τα λεπτά είδη του εμπορίου:
πανία και κασμίρια· χάρτινοι κύλινδροι με χρυσές επιγραφάς και
χρωματιστάς ταινίας· δοχεία κιννίνης και φιαλίδια ενέχοντα πολλάς
φαρμακευτικάς ουσίας· ραβδίσκοι γιάμπελης και δέσμαι βουρτσών και
η κάσσα πλησίον και τα κατάστιχα. Εις την προς τον δρόμον τέλος,
ανοικτήν όλην, εξετίθεντο όλα τα χονδρά είδη της μπακαλικής. Και
τι εδείκνυον ταύτα, παρά την ακμήν του καταστήματός του; Τι
εμαρτύρουν παρά την εμπορικήν ικανότητα του Νικολού; Ο κυρ
Παναγιώτης ηδύνατο ανερυθριάστως να τ' ομολογήση ότι η ακμή αυτή
δεν ήτο ιδικόν του δημιούργημα· ότι δεν συνεισέφερεν ούτος άλλο τι
παρά το χρήμα. Αλλά και το χρήμ' αυτό πώς επολλαπλασιάσθη κ'
έγεινε τόσον, ώστε να επαρκή τόρα εις το ανοικτόν εμπόριόν του,
παρά διά της αξίας του Πικοπούλου; Τι τάχα; είνε ανάγκη να τα λέγη
κανείς! Ο Στριμμένος ήτο όπως όλοι οι εντόπιοι έμποροι: νωθρός,
ολιγαρκής, ασκών το πνεύμα του μάλλον εις χονδράς ευφυολογίας, εις
αστειότητας κενάς ή εφευρέσεις κακολόγους διά τους ομοίους του·
παρά εις εμπορικά τερτίπια. Παρεδέχετο ότι δεν ήτο προωρισμένος
διά τοιαύτα πράγματα! Δεν του ήρεσεν ο θόρυβος του εμπορίου·
εκείνη η διψαλέα και ωσεί εξ ενέδρας διαρπαγή του χρήματος και η
αδιάκοπος βήμα προς βήμα πάλη μεταξύ των συναδέλφων του. Τον ήθελε
τον κυρ Παναγιώτην αυτός. Άλλην μίαν φοράν δεν τον εγέννα η μάννα
του. Ηγάπα το κέρδος, δεν είνε ζήτημα· αλλά πολύ περισσότερον
ηγάπα την ησυχίαν του. Άλλως τε το κέρδος ήρχετο τότε μόνον του.
Ήρκει να κρεμάση κανείς μίαν ζυγαριάν, να ράψη ένα κατάστιχον και
ν' ανοίξη ολίγον το χέρι του εις τους χωρικούς διά να κάμη την
δουλειάν του. Οι χωρικοί τρέχουν εις τα δάνεια όπως οι πεταλούδες
εις το φως!
Αλλ' εις την ανάμνησιν αυτήν φρικίασις εκυρίευσε τον γέροντα και
προσήλωσεν επιμονώτερον τα μάτια επί των πραγματειών, θέλων να
λησμονήση τους παλαιούς εκείνους καιρούς. Όχι· ο κυρ Παναγιώτης
δεν ήτο πλέον ο προ εικοσαετίας νωθρός και ολιγαρκής έμπορος. Παρά
την ηλικίαν του, το σώμα κατείχετο υπό πυρετού ενεργείας τόρα, το
δε πνεύμα του έτρεχεν ακούραστον κ' εν δαιμονιώδει φορά κατόπιν
του κέρδους. Εβαρύνετο πλέον το στάσιμον και βραδύ εμπόριον
απέστεργε μετ' αηδίας την εποχήν, ότε μόνος διηύθυνε το κατάστημά
του. Τι να ενθυμηθή κανείς και να μην αηδιάση; Το μαγαζί του ήτο
μικρόν τότε, μόλις το ήμισυ του σημερινού, με τοίχους γυμνούς και
απόζοντας υγρασίας· με τας γωνίας ανεσκαμμένας υπό των ποντικών με
την οροφήν πλήρη αραχνών· με δεμάτια τινά γλυκορρίζης και πλατείας
ταινίας κρεμαμένας από γωνίας εις γωνίαν χιαστί διά ν' αναπαύονται
οι μύγες και μη ταράττουν τους περί μακαριότητος συλλογισμούς του.
Ένα ράφι μόνον έφερε κατασκονισμένα τινά φιαλίδια μετά πηλίνων
πινακίων κ' ένας πάγκος δύο τρεις φιάλας μισοσπασμένας, εντός των
οποίων εφυλάσσετο οινόπνευμα, το οποίον έχασε και χρώμα και οσμήν
εκ της πολυκαιρίας. Τα συνήθη είδη του εμπορίου του ήσαν η ζάχαρη
εις δεκάλεπτα χάρτινα χωνία, μετά περισσής φιλοκαλίας τυλιγμένα·
το θειαφοκέρι, των εννιά αδερφών το αίμα, η θεριακή, η γιάμπελη, η
θειάφη προς χρήσιν των βρεφών· η αλογόπετρα· είδη τινά της βαφικής
και η κάμφουρα. Η δε πελατεία του συνέκειτο από τα μικρά παιδία,
τα οποία τον ηπάτων πολλάκις διά κιβδήλων νομισμάτων κατατρώγοντα
τα ξηρά σύκα του· και από τας μαίας και ιάτρισσας εις τας οποίας
εχορήγει ευκολίας και πιστώσεις. Και όμως ήτο πολύ ευτυχής αν
εκέρδαινε μία σβάντζικα την ημέραν!
— Ε, γυναίκα· βγάλαμε σήμερα το ψωμί μας· αύριο έχει ο θεός·
έλεγεν επιστρέφων το εσπέρας εις το σπίτι του.
Τόρα όμως ηπόρει και αυτός πώς συνέβαινε τούτο. Εγέλα διά την
εμπορικήν του εκείνην ελαφρότητα· επείσμωνε μάλιστα πολλάκις διότι
δεν εγνώρισε να ωφεληθή από την περίστασιν. Ήτο εποχή τότε! Ο
συναγωνισμός εκοιμάτο και μαζί μ' αυτόν έρρεγχον μακαρίως και οι
γεννάδαι έμποροι της κωμοπόλεως. Τόρα μόνον εξύπνησαν όταν
επέδραμον οι ορεινοί, οι Διβριώται προ πάντων και κατέλαβον το
κυριώτερον κέντρον της αγοράς κ' εννόησαν τας ανάγκας του τόπου κ'
εσχημάτισαν περιουσίας! Αλλά τόρα είνε ακριβόν το χρήμα και
κατήντησε σπανιώτερον το κέρδος! Οι εντόπιοι έμποροι ματαίως
τρίβουν τα μάτια των, έκπληκτοι διά την πρόοδον των επιδρομέων και
τεντόνονται ν' αποσείσουν την νάρκην και προσπαθούν να
συναγωνισθούν· δεν είνε πλέον καιρός. Και ευτυχώς διά τον
Στριμμένον ότι είχεν ένα ορεινόν, ένα Διβριώτην. Οι ρευματισμοί
και τα γηρατειά ήλθον πάντοτ' εγκαίρως και τον ηνάγκασαν να
προσλάβη εις την υπηρεσίαν του τον Νικολόν. Άλλως τε αυτός θα
έμενεν ακόμη εις την πενιχράν κατάστασίν του, με τα βάζα της
θεριακής και τους ραβδίσκους της γιάμπελης και ο έξυπνος Διβριώτης
θα εδαπάνα την εμπορικήν του ικανότητα διά το συμφέρον άλλου
τινος.
— Και πώς δεν τον έδιωξα! . . . εσυλλογίσθη αίφνης ανήσυχος ο κυρ
Παναγιώτης.
Και αληθινά ολίγον έλειψε να διώξη από το κατάστημά του τον
Νικολόν. Εφ' όσον είχε τους ρευματισμούς, ανείχετο ο γέρων να
τρώγη ο χωρικός το ψωμί του. Αφ' ού όμως έγεινε καλά, εσκέφθη ότι
του ήτο όλος περιττός και δεν θα έκαμνε κακά να τον έστελλε να
ζήτηση αλλού τύχην. Δεν το έκαμεν ευθύς, διότι μόλις ήλθεν ο
χωρικός ηναγκάσθη να τον παπουτσώση. Απεφάσισε λοιπόν να τον
κρατήση επί τινα καιρόν, μέχρις ου πληρωθούν διά της υπηρεσίας του
τα παπούτσια. Αυτός όμως ο ολίγος καιρός ήρκεσεν εις τον Νικολόν
ν' αποδείξη τα σπάνια εμπορικά προσόντα του. Μόλις εζώσθη την
ποδιάν ο πονηρός Διβριώτης έγεινεν άλλος ευθύς. Μετά δύο ημέρας,
αν εισήρχετο καθείς δεν θ' ανεγνώριζε πλέον την εμπορικήν εκείνην
τρώγλης του κυρ Παναγιώτη Στριμμένου. Όλα τα παλαιά ζαχαροβάρελα·
όλ' αι σαρδελοκαδούλαι· οι κατατρυπημένοι σάκκοι, όσοι εσήποντο
άχρηστοι προ ετών εις το κατώγι του σπιτιού του, τόρα παρετάσσοντο
κατά στοίβας υψηλάς εν τω καταστήματι, ώστε δεν εύρισκε κανείς
θέσιν να σταθή.
— Τ' είνε τούτο πώκαμες, μωρέ; είπεν ο κυρ Παναγιώτης, μειδιών
διά την ελαφρότητα του νέου· μου γιόμισες το μαγαζί με άδεια
βαρέλια!
— Μην κυττάς τ' είνε — τι φαίνονται· απήντησεν ούτος.
Και αληθινά διά της τέχνης του ο Διβριώτης απεκάλυπτε την άλλην
ημέραν εις τους πελάτας του Στριμμένου ανοικτά τα στόματα των
βαρελίων και γεμάτ' από ζάχαρην, άλμης γεμάτα και άλατος κ'
ευωδιαζούσης σαρδέλας τα βαρέλια και τους σάκκους όλους μεστούς
ορύζης και καφέ. Και όταν ο αφέντης του, υπομειδιών ακόμη
δυσπίστως, είπεν ότι ήρκει κανείς πελάτης να κτυπήση με το πόδι τα
βαρέλια διά να προδοθή το κενόν αυτών· ούτος υπέδειξεν ευθύς
πάγκους και κιβώτια τα οποία είχεν έτοιμα να παρατάξη πέριξ, ως
προτείχισμα εμποδίζον καθένα να πλησίαση προς αποκάλυψιν του
μυστικού του.
Και δεν περιωρίσθη εις αυτά μόνον ο Νικολός· αλλά κατώρθωσε μικρόν
κατά μικρόν να καταστήση πραγματικήν την φαινομενικήν εκείνην
σωρείαν των εμπορευμάτων. Είνε αληθές ότι ο κυρ Παναγιώτης κατ'
αρχάς αντεστάθη πεισματωδώς εις το ελεύθερον εμπόριον, όπου εζήτει
να τον παρασύρη ο Διβριώτης. Δεν ήθελεν αυτός τόρα, γέρων
άνθρωπος, τόσας πολλάς συναλλαγάς. Αρκετή ήτο η σκοτούρα που
είχεν. Αλλ' ο Νικολός ήτο διαβολεμένος νους. Παρίστανε το κέρδος
τόσον φανερόν· σχεδόν έρριπτε το χρήμα θαμβωτικόν και απαστράπτον
τόσον εις τα θυλάκια του γέροντος εμπόρου, ώστε τον κατήντησε
ολίγον κατ' ολίγον αδύνατον εις πάσαν άρνησιν. Ο Νικολός ήτο η
ψυχή και αυτός η χειρ μόνον εις το εμπόριον.
— Μπάρμπα, να φέρουμε και τούτο — βγάνει το ένα άλλο ένα . . .
Μπάρμπα, φεύγει σήμερα ο Κράγκαρης. — γράψε να μας φέρη κ'
εκείνο . . .
Κ' έγραφεν, έγραφε τόρα ο κυρ Παναγιώτης εις τους εν Πάτραις
εμπόρους «στείλατέ μου τούτο, στείλατέ μου εκείνο»· και καθ'
ημέραν έβλεπον έκπληκτοι οι χωρικοί τους καρρολόγους ξεφορτώνοντας
πλήθος εμπορευμάτων προ του καταστήματός του. Και το μικρόν
ολιγόφυλλον εκείνο δευτέρι, όπου εσημείωνε πριν την θηριακήν της
Κυρά Κανέλλας και το καμένδριο της Κυράς Γιαννούς και την βαφήν
της θείας Λάμπραινας, μετεβλήθη τόρα εις βαρύ και ογκώδες
κατάστιχον, όπου εγράφοντο ως χρεωφειλέται όλοι οι νοικοκυραίοι
της κωμοπόλεως. Ω, ήτο διαβολεμένος άνθρωπος αυτός ο Νικολός του!
Και δεν το έλεγε μόνον ο κυρ Παναγιώτης· τ' ωμολόγουν όλοι οι
έμποροι, των οποίων έσυρεν ως ιξόβεργα ένα-ένα τους πελάτας και
ανεκήρυσσον έκπληκτοι, εμπορικήν εξοχότητα τον Διβριώτην.
— Τσαχπιναριό του διαβόλου! έλεγον μεταξύ των.
Ήρχισαν δε να διασπείρουν διαβολάς, ζητούντες με κάθε τρόπον ν'
αποσπάσουν αυτόν από την υπηρεσίαν του γέροντος. Ο Νικολός ήτο δι'
αυτούς ο βουκόλος του παραμυθιού, τον οποίον η Τύχη ηυνόησε τόσον
ώστ' εκείνο που εγγίζει να μεταβάλλετ' αίφνης εις χρυσόν· και ο
γέρων έμπορος ήτο ο έξυπνος χωρικός, που επήρε εις το σπίτι του
τον βουκόλον κ' εθησαύριζεν εκ της αφελείας του. Αλλά τον βουκόλον
εκείνον είχεν αδικήση η Γνώσις. Η πολύτιμος θεά, εκ πείσματος προς
την αδελφήν της, είχεν αρνηθή εις αυτόν τα μεγάλα δώρα της, διά
των οποίων θα καθίστατο ικανός να γνωρίση την τιμήν του χρυσού και
να τον περιμαζεύση. Ενώ τον Νικόλαον Πικόπουλον ηυνόει τουναντίον
και εις απίστευτον μάλιστα βαθμόν. Διατί λοιπόν να δαπανά την
εύνοιαν αυτής προς όφελος άλλου και όχι του εαυτού του;
Αλλ' ο γέρων έμπορος εγνώριζε πλέον το συμφέρον του· ανέπτυσσε
καταπληκτικήν δεξιότητα εις τας εμπορικάς συναλλαγάς. Την πρώτην
λοιπόν ωφελιμωτέραν συναλλαγήν την οποίαν έκαμεν ευθύς μόλις
ενόησε τον σκοπόν των αντιπάλων του, ήτο να βάλη εις μερίδιον τον
Νικολόν, δεχόμενος ως κεφάλαια τους γλίσχρους μισθούς και την
μεγάλην ικανότητα του υπηρέτου του. Κ' ενώ υπομειδιών τόρα
εγύριζεν αυτά εις τον νουν του, εύρισκεν ότι μία ακόμη συναλλαγή
τοιαύτη του έμενε να κάμη και ο εμπορικός του οίκος εξησφάλιζε διά
παντός την προκοπήν του. Βέβαια η εμπορική ευφυία του Νικολού και
η τύχη της οικογενείας του έμενον πλέον αρρήκτως συνδεδεμέναι, αν
έδιδεν εις αυτόν την Ανθήν την μοναχοκόρην του!
Είνε αληθές ότι πριν γνωρίση τον Νικολόν, το μόνον μέλημα του
Στριμμένου ήτο η ευτυχία της Ανθής του, μικράς τότε και
χαριτωμένης κορασίδος. Αφ' ης όμως ημέρας ο Νικολός εισήλθεν εις
τον εμπορικόν βίον του και παρέσυρεν αυτόν εις την ορμητικήν δίνην
της συναλλαγής και του κέρδους, έγεινε τούτο δευτερεύον ζήτημα.
Δεν ήτο όμως λόγος ότι δεν εσκέπτετο πάντοτε να δώση ένα καλόν
γαμβρόν εις την κόρην του. Κ' εύρισκε τόρα ότι είχεν όλα τα
προσόντα καλού γαμβρού ο Νικολός Πικόπουλος. Μαλακόν τρόπον ώστε
να μη δυσαρεστή ποτέ την γυναίκα του και αρκετήν
επιχειρηματικότητα πνεύματος διά ν' αυξήση καταπληκτικώς την
περιουσίαν που θα εκληρονόμει. Κ' επειδή εις αυτόν και μόνον τον
κύκλον εστρέφοντο όλαι αι ιδέαι του κυρ Παναγιώτη, έμεινεν ευθύς
κατευχαριστημένος μόλις το εσκέφθη. Διότι δεν ήτο σήμερον η πρώτη
φορά που το εσκέπτετο. Προ πολλού είχε ριζώσει η ιδέα αυτή εις τον
εγκέφαλόν του και τόρα, κατ' αυτήν ίσως την στιγμήν, ήλπιζεν ότι
όλα ετελείωναν! . . .
Ο κυρ Παναγιώτης έτριψεν ευχαρίστως τας παλάμας, περιέπλεξε το
κομβολόγι του εις τον καρπόν της δεξιάς χειρός κ' έλαβε πρέζαν
ταμβάκου από μεταλλίνης ταμβακοθήκης. Αι, ναι, διάτανε! όλα θα
τελειώσουν αυτήν την στιγμήν! Πάλιν καλά το έπλεξε το τερτίπι ο
έμπορος! Κ' επταρνίσθη θορυβωδώς, θριαμβευτικώς, όπως όταν
επετύγχανε καμμία εμπορική του επιχείρησις. Διότι αληθινά ήτο
τερτίπι και αυτό. Δεν ηθέλησεν να είπη τίποτε εις τον Νικολόν περί
του σχεδίου του· είχε πλήρη βεβαιότητα ότι οποίαν δήποτε ώραν και
αν του το επρότεινε, θα έπιπτε να του φιλήση τα πόδια από
ευγνωμοσύνην. Πρώτον διότι εις αυτόν ώφειλε την θέσιν του. Έπειτα
διότι από μικρός και άσημος υπηρέτης έφθανε μέχρι του κυρίου του
κ' έπερνε γυναίκα την θυγατέρα του. Αυτόν τον ίδιον Στριμμένον,
από αφέντην θα τον καλή πατέρα εις το εξής. Ήσαν τάχα μικρά
πράγματα αυτά;
Το ζήτημα ήτο πώς να προταθή το συνοικέσιον εις την Ανθήν. Ο γέρων
έμπορος δεν ήθελε να γίνη η πρότασις απ' ευθείας παρ' αυτού, ούτε
παρά της γυναικός του. Μία τοιαύτη ομολογία δίδει θάρρος εις την
κόρην· χαλαρώνει τον οφειλόμενον σεβασμόν και βραχύνει την
απόστασιν, η οποία πρέπει πάντοτε να υπάρχη μεταξύ τέκνου και
γονέων. Άμα είπη κανείς εις την κόρην του, ευθύς και αποτόμως ότι
θέλει να της δώση άνδρα, θα λάβη κ' εκείνη το θάρρος να δείξη τον
άνδρα τον όποιον θέλει. Αλλά τούτο είνε αντίθετον προς την
οικογενειακήν υπεροχήν του χωρικού· συγχίζει την οικιακήν του
αρμονίαν. Ο κυρ Παναγιώτης ήθελε να μάθη η κόρη του το
συνοικέσιον, χωρίς όμως να δώση εις αυτήν να εννοήση ότι ο πατήρ
της το εσκέφθη κ' εργάζεται δι' αυτό.
Αλλ' η κυρά Παναγιώταινα η γυναίκα του, τον απήλλαξεν αυτού του
εφιάλτου. Είνε αληθές ότι η γραία δεν ήθελε τον Νικολόν διά
γαμβρόν της· ένα ασχημάνθρωπον εκεί που θα κάμη να φιλήση και θ'
απειλή να χάψη το καϋμένο το κοριτσάκι της! Αλλ' έτρεφεν άμετρον
σεβασμόν και υπακοήν εις τον γέροντά της και ό τι απεφάσιζεν ούτος
παρεδέχετο ανεξετάστως εκείνη. Εσκέφθη λοιπόν και ανέθεσε την
εντολήν εις την Κυρά Παγώναν. Εις την κωμόπολιν εφημίζετο αυτή ως
προξενήτρια όπως και ως γόησσα. Ήτο ικανή, έλεγον, να περάση την
κουκουβάγια για πέρδικα κ' επετύγχαναν τα συνοικέσια όσα
ανελάμβανεν όπως και τα γόητρά της. Συνεφωνήθη λοιπόν μεταξύ του
ανδρογύνου ενώ ούτος θα έστελλε τον Νικολόν εις το σπίτι της
γραίας, διά να εξορκίση την χείρα του, αυτή να στείλη την Ανθήν με
το παιδίον της Φρόσως εκεί. Τάλλα έμενον πλέον εις την ικανότητα
της γοήσσης.
Και ο κυρ Παναγιώτης κατείχετο τόρα υπό μεγάλης ανυπομονησίας,
μέχρις ου μάθη το αποτέλεσμα της επινοήσεώς του. Ω βέβαια· ότι
επέτυχε δεν υπήρχεν αμφιβολία. Άλλως τε τι θα έκαμνε τόσην ώραν
εκεί ο Νικολός;
— Έλα δος μου τυρί!
— Κουβαράκια έχετε;
— Βάλε μου λάδι! . .
Αι φωναί των αγοραστών διέκοψαν αίφνης τας ευχαρίστους σκέψεις του
και τον εκάλεσαν εις την πραγματικότητα. Κανείς όμως άνθρωπος δεν
μετέπεσεν από τας σκέψεις εις την πραγματικότητα μετά τόσης
αταραξίας, όσον τόρα ο γέρων έμπορος. Διότι η πραγματικότης εις
την οποίαν ανεκλήθη δεν ήτο ταπεινωτέρα των σκέψεων του. Έτρεξε
πρόθυμος εις τας φωνάς των αγοραστών. Αλλά πού να προφθάση τόσους!
Ο ένας εζήτει καπνόν, άλλος πιπέρι, άλλος καφέ, κ' εσκοτίσθη ο κυρ
Παναγιώτης και δεν ήξευρε τι να πρωτοκάμη:
— Αμέσως, παιδιά, αμέσως· έλεγε μετά νεανικής προθυμίας εις τους
πελάτας του.
Αλλ' έφθασεν αίφνης ο Νικολός και εις πέντε λεπτά όλους τους
ηυχαρίστησε και το φανάρι ήναψε και ρακήν επότισε τους εργάτας·
και όλα με το ένα του χέρι μόνον. Τόρα εγέμιζε λάδι την φιάλην την
οποίαν έστειλεν η Κυρά Παγώνα, ως πρώτην αμοιβήν των υπηρεσιών
της. Με το ένα χέρι και να δίδη λάδι! μα δεν λέγεται η σβελτοσύνη
του Νικολού!
Ο Στριμμένος έβλεπε κ' εθαύμαζε τον μέλλοντα γαμβρόν του.