(ωσεί αποτεινόμενος προς τον ουρανόν:)

Produced by Sophia Canoni

Note: The Table of contents is not included in the book. It has been

created to help the reader.

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The

table with typing mistakes at the end of the book is included, even

though it seems that it bears no relationship to the numbering or the

content of the pages it refers to. Brackets [] within the play are

used by the translator for words not included in the ancient text.

Σημείωση: Ο πίνακας περιεχομένων δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δημιουργήθηκε

προς διευκόλυνση του αναγνώστη.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Τα παροράματα

στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται, αν και δεν φαίνονται να ανήκουν

στο βιβλίο αυτό, γιατί καμία σχέση δεν έχουν με την αρίθμηση και το

περιεχόμενο των σελίδων. Μέσα στο έργο, οι αγκύλες []

χρησιμοποιούνται για λέξεις εκτός αρχαίου κειμένου που χρησιμοποιεί ο

μεταφραστής.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΙΩΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Π. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

I Ω Ν

ΕΜΜΕΤΡΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

(POL ARCAS)

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΥΠΟΘΕΣΙΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ ς'.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ Β’.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'. - ΣΚΗΝΗ Ζ’.

Υ Π Ο Θ Ε Σ I Σ

Η Κρέουσα, βασίλισσα των Αθηνών και θυγάτηρ του Ερεχθέως,

τεκνοποιήσασά ποτε μετά του Απόλλωνος, αφήκε το τέκνον της, εκ φόβου

αποκαλύψεως, εις σπήλαιον εκτός των Αθηνών, παραλαβών δε ο Ερμής

εκείνο μετέφερεν εις το μαντείον των Δελφών, ένθα ανετράφη υπό της

Πυθίας.

Μετά τινα έτη η Κρέουσα, μη αποκτήσασα τέκνον μετά του συζύγου της

Ξούθου, προσέρχεται μετ' αυτού εις Δελφούς, διά να ζητήση χρησμόν περί

μελλούσης τεκνοποιίας. Επί τη ευκαιρία ταύτη ο Απόλλων, διά να

εξασφαλίση το τέκνον του, δίδει χρησμόν εις τον Ξούθον ότι ανήκει εις

αυτόν εκ παλαιάς κλεψιγαμίας του μετά τινος Δελφίδος κόρης, και ούτως

ο Ξούθος δέχεται τον Ίωνα ως υιόν του. Αλλ' η Κρέουσα, θυμωθείσα διά

τούτο και θεωρούσα τον Ίωνα προγονόν, αποφασίζει την δηλητηρίασίν του.

Η επιχείρησις αποτυγχάνει, η Κρέουσα καταδικάζεται εις θάνατον,

σώζεται δε τη μεσολαβήσει της Πυθίας και της Αθηνάς, αι οποίαι

παρέχουν εις την μητέρα δείγματα περί της γνησιότητος του υιού της.

Τοιουτοτρόπως ο Ίων, πραγματικός υιός της Κρεούσης, επανέρχεται εις

Αθήνας και διαδέχεται τον Ξούθον εις την βασιλείαν.

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΕΡΜΗΣ, διάκονος εις το Μαντείον των Δελφών.

ΧΟΡΟΣ θεραπαινιδών Κρεούσης.

ΚΡΕΟΥΣΑ, βασίλισσα των Αθηνών.

ΞΟΥΘΟΣ, σύζυγος της Κρεούσης.

ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ, παιδαγωγός της Κρεούσης.

ΘΕΡΑΠΩΝ Κρεούσης.

ΠΥΘΙΑ, η προφήτις των Δελφών.

ΑΘΗΝΑ

(Η σκηνή εις Δελφούς, εις τα προπύλαια του Μαντείου Απόλλωνος).

[Τα προπύλαια του εν Δελφοίς ναού του Απόλλωνος {1). Εις το βάθος

αριστερά βραχώδι σπήλαια, άνωθεν των οποίων φύονται πυκναί δάφναι και

δεξιώτερον βραχώδης άποψις του Παρνασσού. Εκατέρωθεν της σκηνής σειρά

χιονών απολήγουσα εις πολυτελή θύραν εις το κέντρον του βάθους. — Είνε

πρωία].

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΕΡΜΗΣ (μόνος)

Ο Άτλας, που τον ουρανό, την κατοικία την παληά

των αθανάτων, συγκρατεί στη ράχη του τη χάλκινη,

με μιαν απ' της πολλές θεές εγέννησε τη Μαία,

κι' αυτή εμένα τον Ερμή, των αθανάτων δούλο,

με τον μεγάλο εγέννησε τον Δία. Στων Δελφών τη γη

έρχομ' εδώ, που τραγουδεί ο Φοίβος καθισμένος

στον ομφαλό της, στους θνητούς τα μέλλοντα ορίζοντας

και τα παρόντα. Βρίσκεται μια πόλι στην Ελλάδα

που δεν είν' απ' της άσημες, και τόνομα έχει πάρη

απ' την Παλλάδα τη θεά με το χρυσό κοντάρι, —

εκεί που ο Φοίβος με τη βια, την κόρη του Ερεχθέως

απόλαυσε, την Κρέουσα, στου βράχου της Παλλάδος

του βορεινού τους πρόποδας, στην άκρη της Αθήνας,

που οι άρχοντες της Αττικής Μακρά τη λένε Πέτρα.

Και δίχως ο πατέρας της να ξέρη, --γιατί έτσι

το θέλημα ήταν του θεού, — στα σπλάγχα της κρυφά

το τέκνο της εκράτησε· μα όταν ήλθ' η ώρα,

εγέννησε στο σπίτι της, και το παιδί το επήρε

η Κρέουσα, και τόρριξε στην ίδια τη σπηληά,

εκεί που μέσα στου θεού το απόχτησε την αγκαλιά,

και να πεθάνη τάφησε σε κούνια βαθουλή,

σώζοντας των προγόνων της το έθιμο, κ' εκείνου

του βασιληά Ερεχθόνιου, που βγήκε από τη γη.

Τότε κ' η κόρη του Διός έβαλ' εκεί κοντά του

δυο δράκοντες για φύλακα, κ' ύστερα στης παρθένες

της Αγλαυρίδες το 'δωκε για φύλαξι και πάλι·

γιατί το έχουν έθιμο στου Ερεχθέως τη γενιά,

σε κούνιες με χρυσόφιδα πλεγμένες τα παιδιά τους

να τρέφουν πάντα· και γι αυτό είχε περάσ' η κόρη

εις του παιδιού της το λαιμό ένα στολίδι τέτοιο, —

μα για να δώση θάνατο. Μου λέει τότε ο αδελφός

ο Φοίβος: «Συ, που είσαι μ' εμέ από την ίδια τη γενιά,

τρέχα στον ντόπιο το λαό της ένδοξης Αθήνας,—

ξέρεις την πόλι της θεάς, — και πάρε απ' τη σπηλιά

το νεογέννητο παιδί, και με τα σπάργανά του

και με την κούνια του μαζύ, και φέρνοντας το στους

[Δελφούς,

εκεί που δίνω τους χρησμούς, απόθεσε το κάτω

εις του δικού μου του ναού την είσοδο μπροστά·

κι' όσο για τάλλα πειά, εγώ μονάχος θα φροντίσω,

γιατί δικό μου είν' το παιδί, καθώς καλά το ξέρεις.»

Για χάρι του Απόλλωνος κ' εγώ του αδελφού μου,

παίρνω την κούνια την πλεχτή και το παιδί αποθέτω

μπροστά στης σκάλες του ναού, αυτή την κούνια την πλεχτή

ανοίγοντας, για να φανή πως το παιδί έχει μέσα.

Κ' έτσι έγινε· την ώρα δε που ο καβαλλάρης ήλιος

εφάνηκε στον ουρανό τον κύκλο του να κάνη,

εμβήκε κ' η προφήτισσα μέσ' στο μαντείο του θεού·

μα μόλις το μικρό παιδί στα μάτια της αντίκρυσε,

ετρόμαξε, μήπως καμμιά δυστυχισμένη κόρη

απ' της Ιέρειες των Δελφών εκρυφογέννησεν εκεί

και το παιδί της στου θεού τους τόπους είχε αφήση,

και να το ρίψ' ηθέλησε απ' έξω απ' την θυμέλη·

μα πάλι την σκληρότητα η ευσπλαχνία ενίκησε,

γιατί ο Απόλλων βοηθός εφάνη στο παιδί του

να μη διωχθή απ' το ναό· για τούτο κ' η προφήτισσα

τανάθρεψε, τη μάννα του χωρίς ποτέ να μάθη

κ' εκείνον που το γέννησεν, αν ήτανε ο Φοίβος.

Μα και το ίδιο το παιδί δεν ξέρη τους γονιούς του,

και όσω ήτανε παιδί, έπαιζε κ' εμεγάλωνε

με της τροφές, που άφηναν τριγύρω στους βωμούς·

μα όταν άνδρας γίνηκε, του δώσανε οι Δελφοί

των θησαυρών τη φύλαξι, και 'ς όλα επιστάτη

τον διωρίσανε πιστόν, και στου θεού το ανάκτορο,

στον τόπο αυτό, περνά ζωή σεμνή και τιμημένη.

Μα η Κρέουσα, που το παιδί τώχε κρυφά γεννήση,

τον Ξούθον επανδρεύθηκε για μιαν αιτία τέτοια:

Οι κάτοικοι των Αθηνών και οι Χαλκωδοντίδες,

που κατοικούν την Εύβοια, είχαν πολέμους στήση·

με το να βγη λοιπόν κι' αυτός για συμπολεμιστής

την Κρέουσα γυναίκα του επήρε γι' αμοιβή του

μόλο που ήταν Αχαιός, και όχι απ' την Αθήνα

ντόπιος, και του Αιόλου γυιός, που ήταν γόνος τού Διός.

Κι' όμως αυτός κ' η Κρέουσα με το να μείνουνε καιρό

χωρίς παιδί, και θέλοντας για ν' αποχτήσουν ένα,

εις το Μαντείο ήρθανε του Απόλλωνος κ' οι δυο.

Φαίνεται πως δεν ξέχασε το γυιό του ο Λοξίας,

κι' αυτόν το δρόμο έδωκε μονάχος του στην τύχη.

Κ' έτσι την ώρα που θα μπη ο Ξούθος στο μαντείο,

'ς αυτόν το ίδιο του παιδί θα δώση ο Απόλλων

και θα τον κάνη να πεισθή πως απ' αυτόν γεννήθη·

κ' έτσι όταν η Κρέουσα για γυιό του τον γνωρίση,

και το παιδί θ' ασφαλισθή στο πατρικό το σπίτι,

και του Λοξία οι έρωτες θα μείνουνε κρυφοί.

Ίωνα θα τον βγάλουνε σε όλην την Ελλάδα

και τόνομά του θα δοθή σε χώρες της Ασίας.

Και τώρ' ας μπω μέσα 'ς αυτές της δαφνοσκέπαστες σπη-

[ληές,

να μάθω τι ωρίσθηκε για το παιδί να γίνη·

γιατί κι' ο ίδιος πρόβαλλεν, ο γόνος του Λοξία,

δάφνης κλαδιά στου ιερού της πύλες ναποθέση.

(προς το μέρος, εκ του οποίου θα εισέλθη ο Ίων).

— Ίων! προτήτερα εγώ απ' όλους τους θεούς

σου παραδίδω τόνομα, οπού θα φέρνης πάντα.

(Αποσύρεται και γίνεται άφαντος εις τους εν τω βάθει της σκηνής

σπηλαιώδεις βράχους. -Εισέρχεται ο Ίων ακολουθούμενος από ιερείς του

Απόλλωνος και θεράπαινες της Κρεούσης, και τάσσεται εις το μέσον

αυτών).

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΙΩΝ.—ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ.—[ΙΕΡΕΙΣ]

ΙΩΝ

Το άρμα το τετράλογο προβαίνει,

και λάμπει όλ' η πλάσι φωτισμένη

από το φως του ήλιου το λαμπρό·

και στην φωτιά ετούτη την αιθέρια

μπροστά, τραβούν και φεύγουνε ταστέρια

μαζύ με το σκοτάδι το ιερό.

Εις τους θνητούς αγγέλλουν την ημέρα

η κορυφές του Παρνασσού κει πέρα

η απάτητες, με όψι λαμπερή,

και ο καπνός που απ' τη σμύρνα βγαίνει

την ξερική, πετάει και ανεβαίνει,

στου Ροίβου τα παλάτια προχωρεί.

Από το θείο τρίποδα η μάντισσα και πάλι

μαντέματα θαρχίση

στους Έλληνας να ψάλλη,

που ο Φοίβος ο θεός θα 'ρθή και θα της τραγουδήση.

Σεις, ιερείς του Απόλλωνος, πηγαίνετε

στης Κασταλίας της πηγής τασημωμένα τα νερά,

και στο ναό να μπαίνετε

λουσμένοι με τα νάματα τ' αγνά και δροσερά.

Το στόμα το καλόλογο κρατείτε

και προφητείες αγαθές να ειπήτε

'ς εκείνον που τα μέλλοντα ζητά

απ' τη δική σας γλώσσα εξηγητά.

Κ' εγώ που ξέρω μόνο να φροντίζω

από τα χρόνια μου τα παιδικά

τον ιερό ναό να καθαρίζω

με τα κλαδιά της δάφνης ταχτικά

και με στεφάνια το έδαφος και δροσερά νερά,

θα πιάσω με το τόξο

και τα πουλιά να διώξω,

που είνε σταναθήματα τα θεία βλαβερά.

Εγώ ποτέ δεν γνώρισα πατέρα και μητέρα,

γι' αυτό στου Φοίβου τους ναούς υπηρετώ εδώ πέρα

όπου με τρέφουνε καιρό.

Έλα λοιπόν, ώ τρυφερό

σάρωθρο, που απ' την όμορφη τη δάφν' είσαι κομμένο,

που καθαρίζεις την θυμέλη των ναών,

κ' είσαι απ' τον κήπο των θεών

τον ιερό βγαλμένο,

εκεί όπου αγνές δροσές μουσκεύουνε τη γη

και πάντοτ' αναβλύζουν

απ' την αστείρευτη πηγή,

και της μυρτιάς το φύλλωμα το ιερό δροσίζουν.

Το έδαφος το θεϊκό ολημερής εγώ

σαρώνω, με λατρεία καθημερινά,

από την ώρα που ο ήλιος ξεκινά

να βγη με το φτερό του το γοργό.

Παιάν! παιάν!

ευλογημένος νασ', ευλογημένος,

συ, που απ' τη Λητώ είσαι γεννημένος!

Ω Φοίβε μου! μ' ευχάριστο τον κόπο

στου παλατιού σου υπηρετώ τον τόπο,

που κάθε μάντεμά σου βγαίνει,

είν' η δουλειά μου δοξασμένη

όπου δουλεύω τους θεούς αυτούς

τους αθανάτους, κι' όχι τους θνητούς·

κι' ούτε κουράζομαι, ούτ' αποκάνω,

σε τέτοιον τιμημένο κόπο απάνω.

Από το Φοίβο εγεννήθηκα εγώ,

τροφήν αυτός μου δίνει, και τον ευλογώ.

Για τούτο και πατέρα μου τον λέω το θεό

το Φοίβο, που λατρεύουνε σε τούτο το ναό.

Παιάν! παιάν!

ευλογημένος νασ' ευλογημένος συ, που απ' τη Λητώ είσαι γεννημένος!

Αυτό της δάφνης το κλαδί θα μείνη εδώ απ' έξω,

και με ταγγείο το χρυσό τη γη θα καταβρέξω,

με το καθάρειο το νερό

όπου κυλά στην Κασταλία,

εγώ, που απ' την αμαρτία

έχω κρεββάτι καθαρό.

Κάνω ευχή παντοτινά το Φοίβο να υπηρετώ,

κι' αν παύσω και καμμιά φορά, ας μου είνε τυχερό κι αυτό.

(Οι ιερείς εξέρχονται.—Παρατηρεί προς το μέρος του Παρνασσού).

Α! τα πουλιά στον Παρνασσό αφήσαν της φωλιές τους·

στα κάγκελλα θα τους ειπώ να μη κοντοζυγώσουν

μήτε και στους χρυσούς ναούς με τόξα θα χτυπήσης,

κήρυκα του Διός εσύ, αϊτέ, που με του ράμφους

τη δύναμι, κάθε πουλί νικάς. Νά ένας κύκνος

που στη θυμέλη έρχεται.— Έ κύκνε, συ! δεν πας

τα κόκκινα ποδάρια σου αλλούθε να κινήσης;

και αν με του Απόλλωνα τη λύρα έχης όμοιο

τραγούδι, απ' τα τόξα μου κι' αυτή δεν θα σε σώση.

Πάρε φτερό και τράβηξε στη λίμνη εκεί της Δήλου,

κι' αν δεν πεισθής 'ς εμένα

θα τραγουδήσης γρήγορα τραγούδια ματωμένα.

Ω! τι καινούργιο είνε πουλί αυτό που τώρα φθάνει;

μήπως να χτίση έρχεται από τη στέγη κάτου

φωλιές για τα μικρά του;

—-Μα θα σου γίνη εμπόδιο του τόξου το τραγούδι.

Έ, δεν ακούς; να πας εσύ κει κάτω να γεννήσης

πουν' τα νερά του Αλφειού, ή στο λιβάδι του Ισθμού,--

αυτά ταφιερώματα δω πέρα να μη βλάψης.

Είν' ο ναός του Φοίβου εδώ· δεν θέλω να σκοτώσω

εσάς, που λέτε στους θνητούς τη βούλησι τη θεϊκή.

Μα σύμφωνα με τη δουλειά, που εκτελώ εδώ πέρα,

το Φοίβο θα δουλεύω,

κ' εκείνους που με τρέφουνε θα τους υπηρετώ.

(Καθαρίζει με το σάρωθρον της δάφνης και καταβρέχει τα προπύλαια του

Ναού).

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (στροφή).

Στας θείας Αθήνας δεν είνε μονάχα

με ώμορφες στήλες ναοί των θεών

και δρόμων λατρείες.

Αλλά κ' εδώ πέρα' ς αυτόν τον ναόν

του θείου Λοξία, του γυιού της Λητούς,

που λάμπει το φως στο διπλό πρόσωπό του.

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ

Νά, κύττα την εικόν' αυτή,

όπου την Ύδρα τη Λερναία

σκοτώνει του Διός ο γυιός

μ' ένα χρυσό δρεπάνι, —

κύτταξε, φίλη, κύτταξε!

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (αναστροφή).

Ναι, βλέπω και κοντά 'ς αυτόν

είν ένας άλλος που κρατεί

ένα δαδί αναμμένο.

Δεν έχουν τον Ιόλαο ζωγραφισμένο

απάνω στο πανί,

αυτόν που αγωνίσθηκε

μαζύ με του Διός το γυιό;

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ

Κύττα το παλληκάρι αυτό

που είν' ανεβασμένο

στο άλογο το φτερωτό·

και κόβει τη ζωή

της Χίμαιρας της τρίσωμης,

πούχε φωτιά γι' αναπνοή.

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ (στροφή).

Το μάτι μου γυρνώ όπου κι' αν τύχη·

κύτταξε και τη μάχη των Γιγάντων

ζωγραφιστή στα πέτρινα τα τείχη.

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ

Ω φιλενάδες, κι' από δω κυττάτε!

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ

Νά, βλέπεις τη θεά την Αθηνά

που τον Εγκέλαδο χτυπάει

και την πλεχτή ασπίδα πάλλει

με της γοργόνας το κεφάλι;

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ

Ναι, βλέπω την Παλλάδα την θεά μου.

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ

Και πώς; δεν βλέπεις και τον κεραυνό

πούχει φωτιά κι' από τα δυο τα μέρη,

και του Διός από τον ουρανό

το τρομερό τον ρίχνει χέρι;

ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ

Τον βλέπω, να, τον Μίμαντα

τον καίει με τη φωτιά·

κι' ο Βάκχος άλλον γίγαντα

με το ραβδί το ειρηνικό

κτυπά, που είνε γύρω

πλεγμένο με κισσό.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (προς τον Ίωνα)

Σ' εσένα πούσαι στου ναού την είσοδο μιλώ·

Αυτό το ιερό μπορώ να το πατήσω τάχα

με το λευκό ποδάρι μου;

ΙΩΝ

Ω ξένες, δεν μπορείτε.

ΧΟΡΟΣ

Μπορούμ' αυτό που θέλουμε να μάθουμ' από σένα;

ΙΩΝ

Πες τι λοιπόν, τι θέλετε.

ΧΟΡΟΣ

Νά, είνε αλήθεια τάχα

το πώς του Φοίβου ο ναός είναι στον ομφαλό της γης;

ΙΩΝ

Είνε στεφάνια μέσα του και γύρωθε Γοργόνες.

ΧΟΡΟΣ

Το ίδιο λέει κ' η φήμη του

ΙΩΝ

Αν κάνατε θυσία

με ιερό ψωμί, μπροστά στης πύλες του ναού του,

και κάτι τι γυρεύετε να μάθετε απ' το Φοίβο,

περάστε μέσ' στο ιερό· μ' αν δεν έχετε σφάξη

αρνιά, δεν θα περάσετε μέσ' στου ναού το βάθος.

ΧΟΡΟΣ

Κατάλαβα· και του θεού το νόμο δεν πατώ·

θα μείνω εδώ και θα θωρώ αυτά που είν' απ' έξω.

ΙΩΝ

Ό,τι μπορεί το μάτι σας να βλέπη, ας το βλέπη.

ΧΟΡΟΣ

Μ' εστείλανε ταφεντικά του Φοίβου το ναό να ιδώ.

ΙΩΝ

Και τάχα σε ποιο ένδοξο υπηρετείτε σπίτι;

ΧΟΡΟΣ

Ταφεντικά μου κατοικούν στην πόλι της Παλλάδος

κ' έχουν εκεί παλάτια.

(Εισέρχεται η Κρέουσα).

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΚΡΕΟΥΣΑ — ΙΩΝ — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ

ΙΩΝ (προς την Κρέουσαν:)

Από την περηφάνεια σου κι' απ' τους καλούς τους τρόπους

που έχεις, νοιώθω εύκολα ποια είσαι, ω γυναίκα.

Κι' από την όψι μοναχά μπορεί κανείς να νοιώση

κατά πολλά τον άνθρωπο που ευγενικός γεννήθη.

Αλλά παραξενεύομαι γιατί τα μάτια σου κρατείς

χαμηλωμέν' απ' τη στιγμή που είδες τα μαντεία,

και δάκρυα τα ευγενικά τα μάγουλά σου βρέχουν.

Ποιά σκέψι στον ναόν αυτόν σε φέρνει, ω γυναίκα;

Εδώ που άλλοι χαρωποί βλέπουν τους τόπους του θεού,

εδώ θα χύση δάκρυα το μάτι το δικό σου;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Άγνωστε, δεν γελάσθηκες και άδικο δεν έχεις

για τα δικά μου δάκρυα, που βλέπεις, ν' απορήσης.

Τούτον θωρώντας το ναό του Φοίβου, μέσ' στο νου μου

κάποια παληάν ανάμνησι θυμήθηκα και πάλι,

κ' ενώ εγώ βρίσκομ' εδώ, στο σπίτι ο νους μου τρέχει.

— Ω σεις γυναίκες δύστυχες! ω πράξεις τολμηρές θεών!

και πώς; και που το δίκηο μας να βρούμε θα μπορέσουμε,

όταν καταστρεφόμαστε από της αδικίες

των δυνατών;

ΙΩΝ

Ποιά μυστική αιτία σε λυπεί;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Τίποτα· εξεθύμωσα·—γι' αυτό κ' εγώ σωπαίνω,

και συ να μάθης μη ζητάς.

ΙΩΝ

Ποιά είσαι; πούθεν ήλθες;

πατέρας ποιος σ' εγέννησε και ποιό είνε τόνομά σου

που πρέπει να σου λέμ'εδώ;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Κρέουσα μ' ονομάζουν,

ο Ερεχθεύς μ' εγέννησε, πατρίδα μου η Αθήνα.

ΙΩΝ

Ω συ, όπου στην ένδοξη την πόλι κατοικείς,

και που γονειοί σ' ανέθρεψαν γενναίοι, ω γυναίκα,

πώς σε θαυμάζω!

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ως εδώ η ευτυχία φθάνει,

ω άγνωστε, μα δεν τραβά κι' ακόμη παρά πέρα.

ΙΩΝ

Αυτά που λεν' οι άνθρωποι αληθινά είνε τάχα;

Πες μου, για όνομα θεού!

ΚΡΕΟΥΣΑ

Για ποιό ρωτάς, ω ξένε;

πες μου να μάθω.

ΙΩΝ

Απ' τη γη εβγήκε του πατέρα σου

ο πρόγονος;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αληθινά· ο Ερεχθόνιος ήταν

αλλά το γένος τι ωφελεί;

ΙΩΝ

Η Αθηνά τον έβγαλεν

από τη γη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Στα χέρια της τον πήρε τα παρθένα

χωρίς να τον γεννήση αυτή.

ΙΩΝ

Τον είχε παραδώση

κατά που ιστορήθηκε, σε μιαν εικόνα απάνου;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Τον έδωκε στου Κέκροπος της κόρες, δίχως όμως

εκείνες να τον βλέπουνε.

ΙΩΝ

Άκουσα που η παρθένες

άνοιξαν το κιβώτιο της Αθηνάς κρυφά.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Γι' αυτό χαθήκανε κι' αυτές και με τα αίματά τους

τους βράχους χρωματίσανε.

ΙΩΝ

Έτσι το λεν, αλήθεια.

Και τούτο είν' αληθινό ή άδικα το λένε;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Για ποιό ρωτάς; μένει καιρός να σου το ειπώ τούτο.

ΙΩΝ

Αν ο πατέρας σου Ερεχθεύς της αδελφές σου εσκότωσε.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Να σώση την πατρίδα του εσκότωσε της κόρες.

ΙΩΝ

Και πώς εσώθης μόνο εσύ από της αδελφές σου;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Είχα παιδί στην αγκαλιά, κ' είχα μητέρα γίνη.

ΙΩΝ

Αλήθεια τον πατέρα σου πώς τον κατάπιε η γη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Του Ποσειδώνα η Τρίαινα με της πληγές τον σκότωσε.

ΙΩΝ

Πέτρες Μακρές τον τόπο αυτόν, που εθάφτηκε, τον λένε;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Το πράμα τι το ξαναλές; και τι μου το θυμίζεις;

ΙΩΝ

Τον τόπο εκείνον τον τιμά ο αστραφτερός Απόλλων;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ναι, τον τιμά χωρίς τιμή, κάλλιο να μη τον είχε ιδή!

ΙΩΝ

Οσ' αγαπάει ο θεός εσύ τα καταριέσαι;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Όχι· μα έγιν' έγκλημα μέσα σ' εκείνη τη σπηληά.

ΙΩΝ

Από τους Αθηναίους ποιός σε πήρε για γυναίκα;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Δεν είνε ντόπιος· ήλθε εκεί από πατρίδα ξένη.

ΙΩΝ

Ποιός; νάνε κάποιος ευγενής απ' τη γενειά του πρέπει.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ο Ξούθος, του Αιόλου γυιός, που ήταν γόνος του Διός.

ΙΩΝ

Και ξένος αφού ήτανε πώς πήρε σε την ντόπια;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Υπάρχει πόλις Εύβοια κοντά εις την Αθήνα.

ΙΩΝ

Λένε πως έχει σύνορα τριγύρω από νερά.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Στους Κεκροπίδες σύμμαχος ο Ξούθος, την εγκρέμισε.

ΙΩΝ

Σύμμαχος ήλθε; κ' ύστερα γυναίκα του σε πήρε;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Του κονταριού του αμοιβή και προίκα του πολέμου.

ΙΩΝ

Και ήλθες με τον άνδρα σου για τους χρησμούς ή μόνη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Μ' αυτόν και τώρα βρίσκεται στου Τροφωνίου το ιερό.

ΙΩΝ

Ήλθε στον τόπο αυτό να ιδή, ή μάντεμα να πάρη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Από τον Φοίβο κι' απ' αυτόν να πάρη ένα λόγο.

ΙΩΝ

Για τους καρπούς ήλθε της γης ή για παιδί να μάθη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Πολύν καιρό ζούμε μαζύ χωρίς παιδί κανένα.

ΙΩΝ

Ποτέ δεν γέννησες εσύ, κι' άτεκνος είσαι πάντα;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ο Φοίβος ξέρει μοναχά γιατί παιδί δεν έχω.

ΙΩΝ

Δύστυχη! μ' όλο που ευτυχείς, δεν είσαι ευτυχισμένη.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ποιός είσαι, που μακάρισα τη μάννα που σ' εγέννησε;

ΙΩΝ

Λέγομαι δούλος του θεού και είμαι, ω γυναίκα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Η πόλις σ' αφιέρωσε, ή δούλο σ' αγοράσανε;

ΙΩΝ

Ετούτο ξέρω μοναχά: δουλεύω το Λοξία.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Όσο για 'μένα, αισθάνομαι συμπάθεια σε σένα.

ΙΩΝ

Ίσως γιατί δεν γνώρισα και μάννα και πατέρα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Μένεις σε τούτο το ναό, ή κατοικείς σε σπίτι;

ΙΩΝ

Δικός μου είν' όλος ο ναός κι' όπου νυστάζω πέφτω. . .

ΚΡΕΟΥΣΑ

Σε φέρανε μικρό παιδί, ή νέος έχεις έλθη;

ΙΩΝ

Όσοι θαρρούν πως ξέρουνε, λένε παιδί πως ήλθα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Κι' απ' της γυναίκες των Δελφών ποιά σ' έθρεψε με γάλα;

ΙΩΝ

Δεν ξέρω στήθος γυναικός· εκείνη μ' έχει θρέψη.

(Δεικνύει προς τα βάθος του Ναού).

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ποιά; στη δική μου συμφορά, ευρήκα κι' άλλες όμοιες!

ΙΩΝ

Του Φοίβου την προφήτισσα εγνώρισα για μάννα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Και πώς λοιπόν ετράφηκες κ' έγινες τέτοιος άνδρας;

ΙΩΝ

Ετράφηκα με της τροφές που μού φέρναν οι ξένοι.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Κ' η δύστυχη μητέρα σου σαν ποιά να ήταν τάχα;

ΙΩΝ

Κάποια γυναίκα που ‘σφαλε κ' εγέννησεν εμένα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Έχεις τα μέσα για να ζης; τριμμένα έχεις ρούχα.

ΙΩΝ

Φορώ τα ρούχα του θεού, 'δω πέρα που δουλεύω.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Και δεν εξέτασες ποτέ να μάθης τους γονειούς σου;

ΙΩΝ

Όχι· σημάδι γνωριμίας δεν μου τυχε κανένα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αλλοίμονο!—

Κι' άλλη γυναίκα έπαθε τα ίδια με τη μάννα σου.

ΙΩΝ

Ποια είνε; πόσο θα χαρώ, αν με βοηθήσης να τη βρω!

ΚΡΕΟΥΣΑ

Για 'κείνην ήλθα εγώ ιδώ, ο άνδρας μου πριν έλθη.

ΙΩΝ

Σαν τι γυρεύει; πες μου το να την υπηρετήσω.

ΚΡΕΟΥΣΑ

θέλει ένα μάντεμα κρυφό να μάθη από το Φοίβο.

ΙΩΝ

Για πες μου συ, κ' εγώ μπορώ να σε βοηθήσω στάλλα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Άκου λοιπόν το ιστορικό. . . μα ' ντρέπομαι να σου το ειπώ.

ΙΩΝ

Τότε δεν κάνεις τίποτε· γιατ' η ντροπή είν' οκνηρή.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Έμεινε κάποια φίλη μου μητέρα με το Φοίβο.

ΙΩΝ

Μητέρα με το Φοίβο! μπα! μη λες το λόγο τούτο.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Κι' απ' τον πατέρα της κρυφά είχε παιδί γεννήση.

ΙΩΝ

Αδύνατο· κάποιου θνητού αδίκημα έχει κρύψη.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Όχι· την έπαθε σωστή τη συμφορά που λέει.

ΙΩΝ

Και ύστερα τι έκαμε, που το θεό εγνώρισε;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Έρριψε το παιδάκι της από το σπίτι μακρυά.

ΙΩΝ

Και το παιδί που έρριψε βλέπει το φως ακόμη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Κανείς δεν ξέρει· τούτο νά, γυρεύω απ' το μαντείο.

ΙΩΝ

Κι' αν δεν υπάρχη το παιδί, με ποιόν εχάθη τρόπο;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Το δύστυχο! θεριά θαρρώ θα τόχουν σκοτωμένο.

ΙΩΝ

Υπάρχει κάποιο γνώρισμα για νάχη τέτοιο φόβο;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Επήγ' εκεί που το 'ριψε και δεν το ξαναβρήκε.

ΙΩΝ

Ευρήκε από το αίμα του σταλαγματιές στο χώμα;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Δεν βρήκε, λέει, κ' έψαξε πολλές φορές τον τόπο.

ΙΩΝ

Κι' απ' τον καιρό, που γίνηκαν αυτά, πέρασαν χρόνια;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αν ζούσε, θάχε σαν κι'εσέ την ίδιαν ηλικία.

ΙΩΝ

Α, ο θεός είν'άδικος, η μάννα του αθλία.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Κατόπιν δεν εγέννησεν άλλο παιδί κ' εκείνη.

ΙΩΝ

Ποιος ξέρει αν ο Απόλλωνας κρυφά δεν τόχει πάρη.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Μόνος του νάχη την χαρά, αυτό δεν είνε δίκηο.

ΙΩΝ

Αλλοίμονον! ο πόνος μου ευρήκεν κι'άλλον όμοιο.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αποζητάς και συ, θαρρώ, τη μάννα σου τη δόλια.

ΙΩΝ

Μη μου θυμίζης θλιβερά, που θέλω να ξεχάσω.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Σωπαίνω· αλλά τελείωσε αυτό που σε ρωτούσα.

ΙΩΝ

Ξέρεις ποιό είνε θλιβερό περσότερο απ' όσα λες;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ότι κ' εκείνη η δύστυχη το ίδιο υποφέρει;

ΙΩΝ

Πώς θα ειπή τάχα ο θεός, ό,τι ήθελε να κρύψη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Σαν κάθεται στον τρίποδα πούνε κοινός για όλους.

ΙΩΝ

Μη τα γυρεύης, άφησ'τα' φέρνει ντροπή το πράμα.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αλλά κ' εκείνη που 'παθε, πονεί για αυτή την τύχη.

ΙΩΝ

Τέτοια μαντέματα, ναός δεν θα βρεθή να δώση·

γιατί στον ίδιο του ναό, ν' ακούση κατηγόρια

ο Φοίβος, με το δίκηο του σκληρά θα τιμωρήση

αυτόν που θα την πη. Γι' αυτό, γυναίκα, παραιτήσου·

δεν δίνει ο θεός χρησμό κατά του εαυτού του.

Ανοησία θάτανε να θέλουμ' από τους θεούς

να λένε, ό,τι δεν θέλουνε, πρόβατα θυσιάζοντας

μπρος στους βωμούς, ή βλέποντας το πέταγμα πουλιών.

Γιατί αν ζητάμε με τη βια, χωρίς να θέλουν οι θεοί,

ανώφελα θαν' τ αγαθά που θάβρουμε, ω γυναίκα,

κι ωφέλιμα σαν έρχωνται από τη θέλησί τους.

ΧΟΡΟΣ

Πολλές για τους θνητούς η συμφορές,

κ' έχουνε μόνο στη μορφή διαφορά·

μόλις μπορεί ο άνθρωπος να ειπή

πως έγιν' ευτυχής για μια φορά!

ΚΡΕΟΥΣΑ

Φοίβε! κ' εκεί όπως κ' εδώ το δίκηο δεν το δίνεις

για τη γυναίκα που μιλώ. . .

(Ανακόπτεται παρατηρούσα τον Ίωνα και τους χορούς:)

Κ' εδώ δεν είνε τώρα!

Το γυιό σου συ δεν έσωσες που 'πρεπε να τον σώσης,

ούτε στη μάννα που μιλεί· μόλο που μάντις είσαι,

τίποτε δεν μαντεύεις συ· τάφο να του σηκώση,

Αν ίσως και της πέθανε, αν ίσως ζη ακόμη

ας βγη και πάλι μια φορά στης μάννας του την όψι.

Κι' όμως αλλοιώς δεν γίνεται, αν ο θεός δεν θέλη

να μάθω αυτά που θέλω εγώ· μα βλέπω, ξένε, τώρα

ο σύζυγος μου ο ευγενής πως έρχεται εδώ πέρα,

ο Ξούθος, όπου άφησε του Τροφωνίου το άντρο.

Τα λόγια που είπαμε μαζύ στον άνδρα μου μην πης,

μήπως μου 'ρθή καμμιά ντροπή πούχω απ' αυτόν κρυφά·

σε πλειότερ' απ' ο,τ' είπαμε μην πάρη ο λόγος δρόμο,

γιατ' είνε πάντα δύσκολη η θέσι της γυναίκας

μπροστά στον άνδρα· κ' η κακές γυναίκες κ' η καλές

το ίδιο μέτρο έχουμε στο μίσος τους απάνω·

έ, έτσι γεννηθήκαμε, δυστυχισμένες όλες {2)!

** (Εισέρχεται ο Ξούθος).

ΣΚΗΝΗ Γ'.

ΞΟΥΘΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΞΟΥΘΟΣ

Τον πρώτο μου χαιρετισμό προς το θεό τον στέλνω,

και ύστερα, γυναίκα μου, 'ς εσένα· μήπως τάχα

που άργησα τόσο πολύ, αισθάνθης στενοχώρια;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Α, όχι· ήλθες έγκαιρα για να μου την προλάβης.

Μα πες μου, τι μαντέματα απ' τον Τροφώνιο φέρνεις,

πώς θαποχτήσουμε παιδιά εμείς, και με ποιόν τρόπο;

ΞΟΥΘΟΣ

Δεν μ' εύρεν άξιον ο θεός το μάντεμα να πάρω

και τούτο είπε μοναχά: στο σπίτι δεν θα πάμε

χωρίς παιδί κ' εγώ και συ απ' το μαντείο τούτο.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ας έχουμ' έλθη για καλό, του Φοίβου θεία μητέρα!

και δόσε να πετύχουμε από το γυιό σου τώρα,

όπως το είπε κι' ο χρησμός, μια τύχη πειό καλή.

ΞΟΥΘΟΣ

Έτσι θα γίνη.

(Προς τον Ίωνα)

— Αλλά ποιος είν' ο προφήτης του θεού;

ΙΩΝ

Μόνο στα έξω είμ' εγώ· στα μέσα είνε άλλοι,

είνε οι πρώτοι των Δελφών, που κάθονται τριγύρω

στον τρίποδα το μαντικό, και βγαίνουν με τον κλήρο.

ΞΟΥΘΟΣ

Καλά· όσα χρειάζονται να μάθω, τάχω μάθη·

πηγαίνω μέσα στο ναό· γιατί, καθώς ακούω,

άνοιξε στο ναό μπροστά χρηστήριο κοινό

για κάθε ξένο· και 'ς αυτή την ευτυχή τη μέρα,

θέλω κ' εγώ του Απόλλωνος το μάντεμα να πάρω.

Και συ, γυναίκα, στους βωμούς κοντά, κλωνάρια δάφνης

παίρνοντας, παρακάλεσε, για ν' αποχτήσουμε παιδί,

ναν' οι χρησμοί καλόμοιροι, που απ' το ναό θα φέρω.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Θα κάμω, ναι, θα κάμω αυτό·

(Ο Ξούθος εισέρχεται εις τον ναόν).

Κι' αν ο Λοξίας θέλη

στην αμαρτία την παληά διόρθωσι να δώση,

βέβαια φίλος δεν θα ειπή πως έγινε για μένα,

μα, με το νάνε πια θεός, θα τη δεχθώ τη χάρι.

(Γονυπετεί προ των προπυλαίων και προσεύχεται). (**)

ΙΩΝ (καθ' εαυτόν:)

Με λόγια πλάγια και κρυφά γιατί ετούτ' η ξένη,

κατηγοράει το θεό; για φιλενάδα τάχα

ζητεί να πάρη το χρησμό, ή μήπως και μας κρύβη

κάτι που πρέπει ναν κρυφό;. . . Μα για του Ερεχθέως

την κόρη, τι με μέλει εμέ; τι σχέσι έχει μ' εμένα;. . .

Ας τον ραντίσω το ναό με το χρυσό ταγγείο.

(Λαμβάνει χρυσούν δοχείον και καταβρέχει. Μετά στιγμήν σταματά και

σκέπτεται).

Μα ο Φοίβος θέλει επίπληξι μ' αυτά που πάει και κάνει!

Πιάνει της κόρες με τη βια κ' ύστερα της προδίνει,

κι' όσα παιδιά κλεφτογεννά ταφίνει και πεθαίνουν!

(ωσεί αποτεινόμενος προς τον ουρανόν:)

Δεν είνε πράματα για σε και με το νάχης δύναμι

φρόντιζε νάχης κι' αρετή· γιατί όποιος γεννηθή κακός

απ' τους θνητούς, πάντα οι θεοί του δίνουν τιμωρίες.

Και είνε δίκηο τάχα, σεις, που δώσατε τους νόμους

εις τους θνητούς, να πέφτετε οι ίδιοι 'ς ανομίες;

Γιατί, —δεν είν' αληθινό, αλλά το φέρνει ο λόγος, —

γιατί αν τιμωρήσετε ανθρώπους, όταν κάνουν

με βια τους γάμους των, και συ, κι' ο Ποσειδών, κι' ο ίδιος

ο Ζευς, πουν' άρχων τουρανού, το κάθε αδίκημά σας

αν πληρωθή, ε, γρήγορα θαδειάσουν οι ναοί σας.

Να βάζετε την ηδονή πειό πρώτ' απ' τη σοφία,

είν' έγκλημα· και δίκηο πειά δεν είνε, τους ανθρώπους

κακούς να λέμε, σαν αυτοί μιμούνται τους θεούς των!. . .

(Εξέρχεται καταβρέχων).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (προσευχόμενος){3).

(Α' ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ)

Σένα, που δεν ένοιωσες μέσ' στα σωθικά σου

κάθε πόνο φοβερό, όπου φέρν' η γέννα,

σένα, που απ' την κεφαλή του Διός ξεγέννησε

ο Τιτάνας Προμηθεύς, Αθηνά παρθένα! —-

στης Πυθίας τον ναόν, ω μακάρια Νίκη,

εδώ πέρα πέταξε με γοργό φτερό,

από τα Ολύμπια τα χρυσά παλάτια

εις τον ομφαλό της γης, —όπου με χορό

τριγυρίζει ο Τρίποδας στην εστία κάτου.

οπού της μαντείες της δίνει της κρυφές. —

Συ, κ' η κόρη της Λητούς, δύο θεές παρθένες,

και σεμνές του Απόλλωνος δύο αδελφές.

(Β'. ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ)

Του Ερεχθέως το παληό το γένος,

μαντέματα να πάρη καθαρά,

παρακαλέστε σεις, και να ξανάρθη

η γονιμότης πούχε μια φορά.

Αιτία είνε ακλόνητη ευτυχίας

μεγάλης, όταν λάμπουνε μια μέρα

νέα παιδιά στο σπίτι, για ν' αφήσουν

'ς άλλα παιδιά τα πλούτη του πατέρα.

Είν' τα παιδιά στη δυστυχία δύναμι,

στην ευτυχία είνε χαράς πηγή,

και με τα όπλα δύναμι σωτήρια

εις της πατρίδος φέρνουνε τη γη.

Πειό πρώτ' απ' τα παλάτια κι' απ' τον πλούτο

τα προτιμώ τα φρόνημα ταγέρια·

εγώ χωρίς παιδιά μισώ το βίο,

κι' όποιος τον θέλει, νάχη κατηγόρια.

Ας κάνω εγώ παιδιά, παιδιά καλά,

κι' ας λείψουνε τα πλούτη τα πολλά.

(Α'. ΗΜΙΧΟΡΙΟΝ)

Ω συ, του Πανός ναέ, και γειτονικέ

βράχε, πούσαι στης Μακράς τη σπηληά κοντά,

πούρχονται η τρίδυμες της Aγραύλου κόρες

στης Παλλάδος Αθηνάς τους ναούς μπροστά,

και σε μέρη χλοερά, και πηδούν, στους ύμνους

που αφίνουν ελαφρές των αυλών λαλιές,

όταν συ, ω θεέ Πάν, παίζεις με συρίγματα

τους δικούς σου τους αυλούς μέσα στης σπηληές —

εκεί κάτω στη σπηληά, όπου μια παρθένα,

γέννα με το Φοίβο κάνοντας κρυφή,

το παιδί της, σαν ντροπή πικραμένου γάμου,

ματωμένη τώρριξε στα πουλιά τροφή.

Ούτε ιστορήθηκε σε υφαντήν εικόνα,

ούτε λόγος στάθηκε, πως ποτέ η ζωή

ευτυχής εγίνηκε των παιδιών, που ως τώρα

στους θνητούς οι αθάνατοι τα 'δοσαν θεοί.

(Εισέρχεται ο Ίων).

ΣΚΗΝΗ Ε'.

ΙΩΝ — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ και μετά μικρόν ΞΟΥΘΟΣ.

ΙΩΝ

Γυναίκες σεις θεράπαινες, όπου εδώ φυλάτε,

μπροστά στης σκάλες του ναού της μοσχομυρισμένες,

και νάρθη ο αφέντης σας προσμένετε, — ο Ξούθος

τον άφησε τον Τρίποδα και των χρησμών τον τόπο,

ή έχει μείνη στο ναό, κι' ακόμα μολογάει

την ακληριά του;

ΧΟΡΟΣ

Ξένε μου, ο Ξούθος είν' ακόμα

μέσ' στον ναό· δεν πέρασε τον τόπο αυτόν να βγη·

μα στάσου, κρότον άκουσα. . .. η πύλες σαν ν' ανοίγουν

κάποιος να βγη. . .. Νά, κύτταξε, που ο αφέντης βγαίνει.

(Εξέρχεται ο Ξούθος από τον Ναόν).

ΞΟΥΘΟΣ

Χαίρε, παιδί μου· ναν' αυτός πρώτος μου λόγος πρέπει.

ΙΩΝ

Εγώ χαρούμενος, και συ σοφός, έτσι κ' οι δυο μας

ευτυχισμένοι θα' μαστε.

ΞΟΥΘΟΣ

Δόσε μου να φιλήσω

το χέρι σου, και το κορμί στην αγκαλιά να σφίξω.

(Προσπαθεί να εναγκαλιασθή τον Ίωνα).

ΙΩΝ(έκπληκτος).

Είσαι καλά, ή χάλασε κάποιος θεός το νου σου;

ΞΟΥΘΟΣ

Είμαι τρελλός; που εύρηκα και θέλω να φιλήσω

ό,τι αγαπούσα πειό πολύ;

(Προσπαθεί να τον εναγκαλισθή).

ΙΩΝ

(Προφυλάσσων τον επί της κεφαλής του στέφανον).

Στάσου, μήπως εγγίζοντας το ιερό στεφάνι

το σπάσης.

ΞΟΥΘΟΣ (επιμένων).

Θέλω μοναχά να σ' αγκαλιάσω, κι όχι

να σου το πάρω· εύρηκα εκείνο που αγαπούσα.

ΙΩΝ (αμυνόμενος).

Μ' αφίνεις, ή το τόξο μου θα πάρω, να τρυπήσω

τα στήθια σου.

ΞΟΥΘΟΣ.

Γιατί λοιπόν μου φεύγεις, αφού βρίσκεις

εκείνο που αγαπάς και συ;

ΙΩΝ

Εγώ δεν αγαπάω

τους ξένους τους μανιακούς και τους ξεμυαλισμένους.

(Αναλαμβάνει μετά σπουδής το τόξον).

ΞΟΥΘΟΣ

Και σκότωσε και κάψε με· μα ξέρε: αν με σκοτώσης,

θα γίνης του πατέρα σου φονηάς.

ΙΩΝ

Εσύ πατέρας

δικός μου! είνε να γελώ μ' αυτά που ακούν ταυτιά μου.

ΞΟΥΘΟΣ

Όχι· μ' αυτά που θα σου είπω, καλά θα καταλάβης.

ΙΩΝ

Τι θα μου ειπής;

ΞΟΥΘΟΣ

Πατέρας σου πως είμαι και συ γυιός μου.

ΙΩΝ

Ποιός είπε τούτο;

ΞΟΥΘΟΣ

Το είπε αυτός, που σ'έθρεψεν εσένα,

ενώ δικός μου ήσουνα· το είπεν ο Λοξίας.

ΙΩΝ

Δεν έχεις άλλο μάρτυρα από τον εαυτό σου

ΞΟΥΘΟΣ

Το λέω, αφού τώμαθα από του Λοξία τους χρησμούς.

ΙΩΝ

Ακούοντας λόγια στρυφνά έκαμες λάθος.

ΞΟΥΘΟΣ

Τάχα

λόγια σωστά δεν άκουσα;

ΙΩΝ

Κι' ο Φοίβος τι σου είπε;

ΞΟΥΘΟΣ

Πως όποιον απαντήσω εγώ. . .

ΙΩΝ

Πού θα τον απαντήσης;

ΞΟΥΘΟΣ

Την ώρα που απ' του θεού θα βγαίνω το ναό.

ΙΩΝ

Τί θαν' εκείνος που θα βρης;

ΞΟΥΘΟΣ

Εκείνος θαν' ο γυιός μου.

ΙΩΝ

Πώς; γεννημένος από σε; ή γυιός θετός θα γίνη;

ΞΟΥΘΟΣ

Θετός, δοσμένος κι' από εμέ.

ΙΩΝ

Και πρώτα-πρώτα εμένα

βγαίνοντας συναπάντησες;

ΞΟΥΘΟΣ

Παιδί μου, κανέν' άλλον.

ΙΩΝ

Και τούτ' η τύχη από πού;

ΞΟΥΘΟΣ

Ιδία μας βρήκε τύχη.

ΙΩΝ

Ποιά μάννα μ' έδωκε 'ς εσέ;

ΞΟΥΘΟΣ

Να σου το ειπώ δεν ξέρω.

ΙΩΝ

Ούτε ο Φοίβος το είπε αυτό;

ΞΟΥΘΟΣ

Απ' την πολλή χαρά μου

δεν τον ερώτησα.

ΙΩΝ

Και πώς; από τη γη γεννήθηκα;

ΞΟΥΘΟΣ

Το χώμα δεν γεννά παιδιά;

ΙΩΝ

Πώς είμ' εγώ δικός σου;

ΞΟΥΘΟΣ

Δεν ξέρω. Τον θεόν γι' αυτό θα τον ρωτήσω πάλι.

ΙΩΝ

Ας πούμε γι' άλλα πράματα.

ΞΟΥΘΟΣ

Αυτά είνε τα πειό καλά,

παιδί μου.

ΙΩΝ

Σε παράνομο μην τύχη κ' ήλθες γάμο;

ΞΟΥΘΟΣ

Ε, πάντα ο νηός είνε τρελλός.

ΙΩΝ

Πριν πάρης του Ερεχθέως

την κόρη;

ΞΟΥΘΟΣ

Πριν, όχι ύστερα

ΙΩΝ

Λοιπόν μ' έχεις γεννήση

προτήτερ' απ' το γάμο σου;

ΞΟΥΘΟΣ

Τα χρόνια συμφωνούνε

και με την ηλικία σου.

ΙΩΝ

Πώς βρέθηκα δω πέρα;

ΞΟΥΘΟΣ

'Σ αυτό δεν ξέρω τι να ειπώ;

ΙΩΝ

Πώς πήρα τόσο δρόμο;

ΞΟΥΘΟΣ

Παραξενεύομαι κ' εγώ.

ΙΩΝ

Μην τύχη στης Πυθίας

κ' ήλθες το βράχο πειο μπροστά;

ΞΟΥΘΟΣ

Εις της γιορτές του Βάκχου.

ΙΩΝ

Σε τίνος σπίτι έμεινες;

ΞΟΥΘΟΣ

'Σ εκείνον που με γνώρισε

με τα κορίτσια των Δελφών.

ΙΩΝ

Εις τα μυστήριά τους,

ή θέλεις για να ειπής κι' αλλού;

ΞΟΥΘΟΣ

Εις των Μαινάδων τη γιορτή.

ΙΩΝ

Είχες σωστή τη' γνώσι σου, ή μεθυσμένος ήσουν;

ΞΟΥΘΟΣ

Επαραδόθηκα μ' αυτές στης ηδονές του Βάκχου.

ΙΩΝ

Τότε με γέννησες εμέ.

ΞΟΥΘΟΣ

Και σ' εύρε η τύχη, γυιέ μου.

ΙΩΝ

Πώς ήλθα στο ναό αυτό;

ΞΟΥΘΟΣ

Θα σ' άφησεν η κόρη.

ΙΩΝ

Δούλος για αυτό δεν έγινα.

ΞΟΥΘΟΣ

Τώρα λοιπόν, παιδί μου

δέξου με για πατέρα σου.

ΙΩΝ

Δεν πρέπει ν' απιστήσω

στο λόγο που είπεν ο θεός.

ΞΟΥΘΟΣ

Πολύ καλά το εσκέφθης.

ΙΩΝ

Τι άλλο ήθελα απ' αυτό;

ΞΟΥΘΟΣ

Το πράμα τώρα βλέπεις

όπως σου πρέπει να το ιδής.

ΙΩΝ

Να ήμ' εγώ παιδί αυτού, που είνε γόνος του Διός!

ΞΟΥΘΟΣ

Αυτό για σένα ήτανε.

ΙΩΝ

Και θα μπορέσω τάχα

εκείνους που μ' εγέννησαν στην αγκαλιά να σφίξω;

ΞΟΥΘΟΣ

Αν δώσης πίστι στο θεό.

ΙΩΝ (εναγκαλιζόμενος τον Ξούθον)

Χαίρε λοιπόν, πατέρα!

ΞΟΥΘΟΣ

Αυτός ο λόγος που άκουσα τι ευχάριστος που είνε!

ΙΩΝ

Όπως κ' η μέρα η σημερινή. . .

ΞΟΥΘΟΣ

Την ευτυχία μου δίνει

ΙΩΝ

Αγαπητή μητέρα μου! πότε θα ιδώ κ' εσένα;

τώρα ποθώ για να σε ιδώ περσότερο από πρώτα.

μα τι να κάνω τώρα πεια, αν ήσαι πεθαμένη!

ΧΟΡΟΣ

Η χαρά του σπιτιού, που δουλεύουμε

και για μας είνε τώρα χαρά.

Μα πως ήθελα μέσ' στου Ερεχθέως

τα παλάτια να ζη ευτυχισμένη

με δικά της παιδιά κ' η κυρά.

ΞΟΥΘΟΣ

Παιδί μου, για να σ' εύρω εγώ, ήτανε δίκηα η κρίσι

που έκαν' ο θεός, και συ μ' εμέ συναπαντήθης,

και βρήκες τον πατέρα σου, που πρώτα δεν τον ήξερες.

Ό,τι εγύρευες και συ, αυτό κ'εγώ ποθούσα:

να βρούμε τη μητέρα σου που σ' έδωκε'ς εμένα,

ας μπιστευθούμε στον καιρό, κ' ίσως κι' αυτή τη βρούμε.

Άφησε τώρα το ναό και τη δουλειά που κάνεις

και, όπως ο πατέρας σου ποθεί, εις την Αθήνα

έλα να πάμε, γιατί εκεί χαρά σε περιμένει,

πλούτος πολύς, και μ' όλ' αυτά το σκήπτρο του γονειού σου

Κανείς ποτέ δεν θα σε ειπή πως άνομα εγεννήθης,

ούτε φτωχός· μα θα' χης συ κ' ευγένεια και πλούτη.

(Ο Ίων καταβιβάζει την κεφαλήν και σιωπά).

Σωπαίνεις; Μα γιατί στη γη τα μάτια χαμηλώνεις

και μπαίνεις σε συλλογισμούς, και τη χαρά, που πήρεν

ως τώρα ο πατέρας σου, σε λύπη τη γυρίζεις;

ΙΩΝ

Τα πράματα δεν έχουνε ποτέ την ίδιαν όψι,

όταν τα βλέπης μακρυά, κι' όταν κοντοζυγώνουν.

Κι' όσο για τη συνάντησι, πολλή χαρά μου φέρνει,

που βρήκα σε, πατέρα μου. Μ' άκουσε αυτό που ξέρω:

Λέγουν ότι στην ένδοξη Αθήνα είνε ντόπιες

και όχι ξένες η γενειές, και δυο κακά θα μ' εύρουν!

ξένος θαν' ο πατέρας μου και νόθος θαμ 'εγώ.

Έχοντας τούτη τη ντροπή, αδύνατος θα μείνω,

και θα με λένε τίποτα, χωρίς καμμιάν αξία.

Μα κι αν θελήσω μια φορά στην πόλι πρώτος να φανώ,

όλ' οι κατώτεροι από εμέ θα με μισήσουν, όλοι,

γιατ' ό,τι νοιώθουν πειο τρανό, πολλή τους φέρνει λύπη.

Μα κ' οι πολίτες οι καλοί, που γνώσι μπορεί νάχουν,

και όμως από την αρχή γυρεύουνε ν' απέχουν,

μαζύ μου θα γελάσουνε, και θα με ειπούν τρελλό,

που σε μια πόλι ανήσυχη, γεμάτην από φόβους,

εγώ την ησυχία μου δεν είχα προτιμήση.

Μαζύ με το αξίωμα, πρέπει να φυλαχθώ

απ' τον καθένα ισχυρό πούχει στο λόγο δύναμι·

γιατί αυτά, πατέρα μου, στους άρχοντες συμβαίνουν:

όπου εκείνοι έχουνε αξίωμα στης πόλεις,

μεγάλο βρίσκουν πόλεμον από τους αντιζήλους.

Όταν λοιπόν θα 'ρθώ εγώ σε ξένο σπίτι, ξένος,

που κ' η γυναίκα είν' άτεκνη, όπου της ίδιες λύπες

είχε κι' αυτή προτήτερα με σένα δοκιμάση,

βαρειά θα φέρνη πάντοτε την τύχη τη δική σου

μπροστά στην ατυχία της, που συ παιδί ευρήκες.

Πώς τάχα με το δίκηο της δεν θα μισήση εμένα,

όταν εγώ θα βρίσκωμαι στα πόδια σου μπροστά,

κ' εκείνη, όντας άτεκνη, καταφαρμακωμένη

θα βλέπη την αγάπη σου 'ς εμένα; Όπου τότε,

ή θα μ' αφήσης έρημον να την ευχαριστήσης,

ή θα κρατής για χάρι μου σε ταραχή το σπίτι.

Πόσες σφαγές δεν κάμανε, και πόσα φαρμακώματα

στους άνδρες η γυναίκες τους, για την καταστροφή τους!

Λυπάμαι τη γυναίκα σου που άκληρη γερνάει·

δεν ήταν άξια να πονή χωρίς παιδιά, που είνε

από γενειά τόσο λαμπρή· άδικα μου παινεύεις

της βασιλείας ταγαθά, πούνε γλυκειά στην όψι,

μα μέσ' στο σπίτι θλιβερή· ποιος είν' ευτυχισμένος

κι' αφρόντιστος, όταν περνά με φόβους τη ζωή του

και δυσπιστίες; ήθελα να ήμ' ευτυχισμένος

απλός πολίτης πειο καλά, παρά να βασιλεύω,

και νάχω πάντα τους κακούς για φίλους μου τριγύρω,

και τους καλούς να τους μισώ, και φόβο να τους έχω

μη με σκοτώσουν. Ίσως πης πως το χρυσάφι τον νικά

τον κάθε φόβο, και γλυκό πως είνε πράμα ο πλούτος·

μα δεν μ' αρέσει ν' αγροικώ στ'αυτιά μου κατηγόριες,

κ' εγώ τον πλούτο να κρατώ, ούτε και λύπες νάχω·

μ' αρέσει μέτρια ζωή, που λύπες να μην έχη·

ποιες ευτυχίες έχω εδώ, πατέρα μου, άκουσε τες:

πρώτα την ησυχία μου που οι άνθρωποι τη θέλουν·

λίγες φροντίδες, και κακός ποτέ κανείς δεν ήρθε

να με ταράξη· κι' ούτε αυτή την αηδία αισθάνομαι

να σταματώ το βήμα μου μπρος στους κακούς ανθρώπους·

κάνοντας στους θεούς ευχές, ή με θνητούς μιλώντας,

υπηρετώ τους ευτυχείς κι' όχι τους λυπημένους·

και όταν τούτοι φεύγουνε, εκείθε φθάνουν άλλοι

που με καινούργιους να μιλώ ευχαριστούμαι πάντα·

κι' αυτό που πρέπει ο άνθρωπος, και όταν δεν το θέλη

να τόχη, πούνε σύμφωνο και με τη φύσι,—ο νόμος,—

δίκαιον πάντα με κρατεί 'μπρος στου θεού τα μάτια·

αυτά συλλογιζόμενος, θαρρώ πως είνε πειο καλά

ετούτα εδώ, απ' όσα εκεί έχετε σεις, πατέρα.

Για εμέ τον ίδιον αγαπώ να ζω, και άφησέ με·

ευτυχισμένος είν κι' αυτός που για μεγάλα χαίρεται,

ευτυχισμένος είν' κι' αυτός που τα μικρά του φθάνουν.

ΧΟΡΟΣ

Καλά τα είπες, αν μ' αυτά εκείνοι που αγαπώ εγώ

θα τύχη από τα λόγια σου να βγουν ευτυχισμένοι·

ΞΟΥΘΟΣ

Άφησε συ τα λόγια αυτά και μάθε να ευτυχήσης·

θέλω, τώρα που σ' εύρηκα, να κάμω ένα τραπέζι,

παιδί μου, κι' όσες μια φορά, την ώρα που εγεννήθης,

θυσίες δεν εκάναμε, να γίνουν όλες τώρα.

Σε προσκαλώ για ξένο μου σε φιλικό τραπέζι

στο σπίτι μου, θάρθης μαζύ μ' εμένα στην Αθήνα,

τάχα σαν νάσαι θεατής, κι όχι παιδί δικό μου·

γιατί δεν θέλω, ευτυχής εγώ, τη σύζυγό μου,

που είν ως τώρα άτεκνη, σε λύπες να την ρίξω.

Κι' όταν περάση ο καιρός, θα σε παρουσιάσω

'ς αυτήν, όπου της χώρας μου το σκήπτρο θα σου δώσω.

Ίωνα τώρα σε καλώ, στην τύχη σου όπως πρέπει,

σαν μόλις βγήκα απ' το ναό, εσένα πρωτοβρήκα.

Τώρα τους φίλους κάλεσε, και πες τους, στη θυσία

νάρθουνε μ' ευχαρίστησι, προτού αφήσης τους Δελφούς. . .

— Και σεις, ώ δούλες, σιωπή κρατείτε, κι' όσα ακούσατε

αν 'πήτε στη γυναίκα μου, το θάνατο θα βρήτε.

ΙΩΝ

Πηγαίνω· μ' απ' την τύχη μου ακόμα λείπει κάτι:

εκείνην που μ' εγέννησεν, αν δεν ευρώ, πατέρα,

θαν' η ζωή μου άχαρη· κι' αν πρέπει μια ευχή

να κάνω, θάνε η μάννα μου να είνε απ' την Αθήνα,

νάχω τουλάχιστο απ' αυτή το θάρρος του πολίτη·

γιατί όποιος κι'αν βρεθή ποτέ σε ξένη πόλι ξένος,

όσο κι'αν γίνη νόμιμος πολίτης, πάντα μένει

δούλος στη γλώσσα και ποτέ δεν πρέπει να μιλή.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ς'.

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ (μόνος:)

Τα δάκρυα βλέπω και τους στεναγμούς της

και τα κλαψίματα, σαν η κυρά μου ιδή,

νάχη παιδί ο άνδρας της δικό του,

κ' εκείνη νάνε στείρα και χωρίς παιδί.

Γυιέ της Λητούς προφητικέ! ποιά προφητεία

από το στόμα σου ετραγουδήθη;

πώς το παιδί ετράφη στο ναό σου,

και από ποιά γυναίκα εγεννήθη;

Γιατί αυτό το μάντεμα σου όλο

δεν με ησυχάζει· κάποιον θάχη δόλο·

φοβάμαι απ' αυτό, καμμιά φορά

μεγάλη μη μας εύρη συφορά.

Είνε ο λόγος του θεού παράξενος

και παράξενη μου δίνει σκέψι·

είν'από ξένη το παιδί αυτό γενηά, —

ποιός τάχα τούτο δεν θα το πιστέψη;

(Αντιστροφή)

Πώς, φιλενάδες, στην κυρά μας τούτο

δεν θα το ειπούμε με τρανή φωνή,

πούχε στον άνδρα όλες της ελπίδες,

μα κ' έχει τόσο δύστυχη γενή;

Τώρα εκείνη λυώνει από τη συφορά

και η χαρά για κείνον θανατείλη.

έπεσε εκείνη στα λευκά γεράματα,

κι αυτόν θα τον περιφρονούν οι φίλοι.

Ο άθλιος! όπου τη θύρα εχτύπησε

στο σπίτι μας, πούχ' ευτυχία, μα χαρά

— που να χαθή! που να χαθή! — δεν έφερε

καμμιά, κ' έχει γελάση μόνο την κυρά, —

που οι θεοί να μη δεχθούν, όταν θα κάνη

θυσία μ' ευκολάναφτο λιβάνι.

Μα εγώ θα δείξω τώρα πόσον αγαπώ

το σπίτι το βασιλικό— [και θα τα ειπώ] {4).

(Στροφή).

Τώρα ο πατέρας και ο νηός ο γυιός του

νέο τραπέζι ετοιμάζουνε τρανό

στου Παρνασσού τους βράχους, όπου σχίζονται

και ανεβαίνουν ως τον ουρανό, —

όπου ο Βάκχος ο θεός, κρατώντας

της πεύκινες και δίφωτες λαμπάδες,

της νύχτες ελαφρά χοροπηδάει

μαζύ με της νυχτερινές Μαινάδες.

Ποτέ του να μη φθάση μέσ' στην πόλι,

και μ' όλα του τα νηάτα να πεθάνη!

γιατί στην πόλι αν έμβη ένας ξένος

μεγάλη στενοχώρια θα μας κάνη.

Καλήτερα ο Ερεχθεύς να μείνη,

που πρώτος βασιληάς μας είχε γίνη.

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

(Σκηνογραφία η αυτή. — Εισέρχεται η Κρέουσα ακολουθουμένη από τον

Πρεσβύτην.

ΣΚΗΝΗ Α'.

ΚΡΕΟΥΣΑ. — ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ. — ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΑΠΑΙΝΩΝ.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Γέρο, που του πατέρα μου ήσουν' παιδαγωγός

του Ερεχθέως μια φορά, που ήταν στο φως ακόμα,

σύρε στον τόπο του θεού που δίνει τους χρησμούς του,

να πάρης ευχαρίστησι και συ μαζύ μ' εμένα,

αν τύχη και ο βασιληάς Λοξίας αποκρίθη

με το χρησμό του, πως παιδιού μητέρα θα γενώ.

Η ευτυχία είνε γλυκειά σαν μοιρασθή με φίλους·

κι' αν ίσως, — που να μη γενή — κάτι κακό μας τύχη,

βρίσκει κανείς παρηγοριά, βλέποντας μέσ' στα μάτια

ανθρώπου που μας συμπαθεί· μ' όλο πούμαι κυρά σου,

όπως και τον πατέρα μου συ μια φορά τιμούσες,

έτσι τιμώ κ' εγώ εσέ.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Ώ κόρη, είσαι άξια

των άξιων των γονέων σου· τα έθιμα φυλάττεις,

και τους παληούς προγόνους σου δεν ντρόπιασες ποτέ σου.

Φέρε με, φέρε στο ναό και υποστήριξε με·

είνε δυσκολοδιάβατος ο δρόμος του μαντείου,

και γίνου στήριγμα εσύ για τα γεράματά μου.

ΚΡΕΟΥΣΑ (λαμβάνουσα αυτόν εκ της χειρός).

Έλα μαζύ και πρόσεξε το πόδι που πατάς.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προχωρών).

Νά· είν' αργό το πόδι μου, μα γρήγορ' η ψυχή μου.

ΚΡΕΟΥΣΑ

'Σ αυτόν τον τόπο τον στενό στηρίξου στο ραβδί σου.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Είνε τυφλό και το ραβδί σαν δεν καλοθωρούμε.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Καλά το είπες, αλλά μη σε κυριεύη ο κόπος.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Το θέλω εγώ; τη δύναμι δεν έχω τη χαμένη.

(Προχωρεί οδηγούμενος υπό της Κρεούσης μέχρι του άκρου της σκηνής και

εξέρχεται. — η Κρέουσα επανέρχεται).

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο τ' ήταν γραφτό!

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ο πρώτος σας ο λόγος

ευχάριστος δεν φαίνεται.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο, η δόλια!

θλίψιν αισθάνομαι βαρειά για το χρησμό που εδόθη

στ' αφεντικά μου. Τι λοιπόν να κάμω τώρα πρέπει;

Με φοβερίζει ο θάνατος.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Γιατί ο λόγος τούτος;

κι' ο φόβος σας αυτός γιατί;

ΧΟΡΟΣ

Τι τάχα: να το ειπούμε

ή να το σιωπήσουμε; Να κάνουμε τι τάχα;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Πες μου, μην έχης συφορά καμμιά να ειπής για μένα;

ΧΟΡΟΣ

Θα σου το ειπώ και δυο φορές ακόμα κι' αν πεθάνω.

Για σένα δεν εγράφτηκε, κυρά, στην αγκαλιά σου

να ιδής παιδί, ούτε ποτέ στο στήθος σου να γύρη.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αχ! θα πεθάνω, αλλοίμονο!

(Εισέρχεται ο Πρεσβύτης εκ νέου)

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Κόρη μου!

ΚΡΕΟΥΣΑ

Φιλενάδες!

Τι συφορές που η δύστυχη επήρα στη ζωή μου!

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Παιδί μου, εχαθήκαμε!

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αλλοί! αλλοίμονο μου!

Ποιά λύπη τώρα φοβερή τρυπάει τα σωθικά μου!

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Όχι ακόμα στεναγμός, —

ΚΡΕΟΥΣΑ

Μα η συφορά έχει φθάση.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Πριν μάθουμε, —

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ποιά είδησι λοιπόν να μάθω πρέπει;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Αν ίσως και ο άνδρας σου θα μοιρασθή μαζύ σου

τη λύπη, ή μονάχα εσύ θα βγης δυστυχισμένη.

ΧΟΡΟΣ

Σε κείνον έδωκε παιδί, ω γέροντα, ο Λοξίας,

κ' είνε μονάχος του ευτυχής χωρίς κι' αυτή να ήνε.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αυτά που είπες φθάνουνε να βαρειαναστενάζω

για το μεγάλο το κακό.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον Χορόν:)

Και το παιδί που είπες,

τάχ' από ποιά θα γεννηθή γυναίκα, ή εγεννήθη;

ΧΟΡΟΣ

Τον είδα, έχει γεννηθή· είν' ένα παλληκάρι

ο νηός, όπου του έδωκε για γυιό του ο Λοξίας.

ΚΡΕΟΥΣΑ (προς τον Χορόν:)

Τι λες; μα είν' απίστευτος, απίστευτος ο λόγος

που βγήκε από το στόμα σου.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ (προς τον Χορόν:)

Το ίδιο και για μένα.

Ποιό τέλος έχει ο χρησμός; πειο καθαρά για πες μας·

και το παιδί πειο είν' αυτό, [που του δωκε ο Λοξίας];

ΧΟΡΟΣ

Την ώρα που άνδρας σου απ' το ναό θα βγαίνη,

αυτός, που πρώτον ήθελε μπροστά του απαντήση,

θα είν' ο γυιός που ο θεός Λοξίας τούχει δώση.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αλλοίμονο μου! άτεκνη, άτεκνη εγώ θα μείνω,

κι' ωρφανεμένο κ' έρημο θα κατοικήσω σπίτι

'ς όλη μου τη ζωή.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Μα ποιός να ήν' εκείνος τάχα

που τον φανέρωσε ο χρησμός; της δύστυχης ο άνδρας

με ποιόν συναπαντήθηκε, και πού λοιπόν τον είδε;

ΧΟΡΟΣ

Αγαπημένη μου κυρά, αυτόν τον νηόν τον ξέρεις

οπού σαρώνει το ναό; αυτός είν' το παιδί του.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ποια συφορά! ποια συφορά, ώ φίλες, έχω πάθη!

να πέταγα καλήτερα εις τον υγρόν αγέρα

απ' την Ελλάδα μακρυά, στης δύσεως ταστέρια.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Κι' όνομα ποιό εις το παιδί έχει ο πατέρας δώση;

ξέρεις, ή μήπως μυστικό και τόνομά του μένει;

ΧΟΡΟΣ

Τον είπ' εκείνος Ίωνα, γιατ' ήτανε κι' ο πρώτος

οπού με τον πατέρα εδώ συναπαντήθη·

ποια μάννα τον εγέννησε, να σας ειπώ δεν ξέρω·

Μα για να μάθης, γέροντα, όσα κ' εγώ γνωρίζω,

σου λέω πως εβγήκε αυτός και πάει να θυσιάση,

για του παιδιού τη γέννησι και τη φιλοξενία,

μέσ' στης σκηνές της ιερές απ' τη γυναίκα του κρυφά,

και με το νέο του παιδί να κάνη ένα τραπέζι.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Κυρά, επροδοθήκαμε! πονώ κ' εγώ μαζύ σου!

ο άνδρας σου μας πρόσβαλε, κι' από του Ερεχθέως,

με κάθε τρόπο δολερό, το σπίτι θα μας διώξη·

δεν θέλω μ' όσα θα σου ειπώ τον άνδρα σου να βρίσω.

Μα σ' αγαπώ περσότερον εσένα κι' από κείνον, —

που ξένος μέσ' στην πόλι μας εμβήκε και σε πήρε,

μαζύ και με το σπίτι σου και την κληρονομιά σου,

ενώ εκρυφογένναγε παιδιά μ' άλλη γυναίκα·

τον τρόπο αυτό τον μυστικό θα σου τον εξηγήσω:

με το να νοιώση πως εσύ ήσουν γυναίκα στείρα,

δεν ήθελε να μοιρασθή την τύχη τη δική σου·

παίρνοντας μυστικά λοιπόν από της δούλες κάποια

έκαμε τούτο το παιδί, και τόστειλε μακρυά του

να του το θρέψουν στους Δελφούς· έτσι λοιπόν εκείνο

αφού αφέθη στο ναό, και μόρφωσιν επήρε,

σαν έννοιωσε πως το παιδί έγινε παλληκάρι,

σ' έπεισε 'δω να έλθετε, τάχα για σένα μόνο,

οπού δεν έκανες παιδιά· αυτός είπε το ψέμμα

πούτρεφε το παιδί κρυφά, και όχι ο Απόλλων,

κ' έφτιανε τέτοιες πονηριές· αν ήθελε πιασθή,

το γυιό του θ' αφιέρωνε εις το θεό, κι' αν ίσως

κατώρθωνε για να κρυφθή, το χρόνο να κερδίση

που πέρασε, θα του 'δινεν ευθύς τη βασιλεία

της χώρας· μα και τόνομα αυτό που τούχει δώση

το είχε φτιάση από καιρό, και Ίωνα τον είπε,

τάχα πως τον συνάντησε σαν έβγαινε απ'το ναό.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο! πώς τους μισώ τους πονηρούς τους άνδρες,

που φτιάνουνε το άδικο, κ' έπειτα το στολίζουν

με πονηριές· μα προτιμώ καλήτερα ένα φίλον

ανόητο, παρά κακόν οπού σοφός να ήνε.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Κ' είνε το πειο τρανό κακό αυτό που συ θα πάθης:

θα φέρης μέσ' στο σπίτι σου γι' αφέντη έναν άνδρα

χωρίς μητέρα, γέννημα κάποιας γυναίκας δούλας

και απολιτογράφητον· λιγώτερο θα ήταν

βέβαια το τούτο κακό, αν έφερνε στο σπίτι

από γυναίκα ευγενικιά παιδί, και σ' είχε πείση

ότι μ' εκείνη τόκανε, αφού εσύ ήσουν στείρα·

κι' αν ίσως πάλιν ήτανε τούτο πικρό για σένα,

άλλη γυναίκα ας εύρισκε στο γένος του Αιόλου.

Πρέπει λοιπόν εκδίκησι να εύρης γυναικεία

για όλα τούτα, ή σπαθί στο χέρι σου να πάρης,

η δόλια, ή με φάρμακα τον άνδρα να σκοτώσης

και το παιδί, προτού να βρης το θάνατο από κείνους.

Εάν δειλιάσης συ γι' αυτό, θα χάσης τη ζωή σου·

γιατί όταν έλθουν δυο εχθροί μέσα στο ίδιο σπίτι,

θα καταντήση δυστυχής ο ένας ή ο άλλος.

Επιθυμώ λοιπόν κ' εγώ ν' αγωνισθώ μαζύ σου,

και να σκοτώσουμε μαζύ το γυιό του, εκεί μέσα,

στο σπίτι εκείνο μπαίνοντας που κάνει το τραπέζι.

Έτσι κ' εγώ πεθαίνοντας, την υποχρέωσί μου

θα βγάλω στους αφέντες μου, που χρόνια μ' έχουν θρέψη,

ή ζωντανός να μοιρασθώ μαζύ τους τη χαρά τους.

Γιατί ένα μόνο, τόνομα, φέρνει ντροπή στους δούλους·

μα σαν ο δούλος είν' καλός, από τους ελευθέρους

δεν είνε πειο χειρότερος.

ΧΟΡΟΣ

Κυρά μου αγαπημένη,

θέλω τη συφορά κ' εγώ να μοιρασθώ μαζύ σου,

κ' ή να πεθάνω, ή κ' εγώ να ζήσω ευτυχισμένη.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Ψυχή μου! πώς να σιωπήσω

και πώς ν' αφήσω τη ντροπή,

τους έρωτες να φανερώσω

τους σκοτεινούς;. . . τι μ' εμποδίζει;. . .

Την αρετή για ποιόν κρατούμε

όταν ο άνδρας μας προδίνη;

Σπίτι δεν έχω, παιδιά δεν έχω

και η ελπίδες μου πάνε χαμένες

που δεν εμπόρεσα να της κρατήσω,

και για τα τέκνα εσιωπούσα

και για το γάμο το θλιβερό.

Μα όχι! στου Διός θα ορκισθώ

το θρόνο τον πολύαστρο, κι ακόμα

στην Αθηνά, των βράχων μου θεάν,

μα και στο ακρογιάλι το ιερό

του Τρίτωνος της λίμνης, πως θα κάνω

το σφάλμα μου γνωστό, να ελαφρώσω

τα στήθηα μου από το βάρος τους αυτό.

Από τα μάτια μου σταλάζει δάκρυ

και η ψυχή μου πόνον έχει πάρη

απ' τους ανθρώπους και απ' τους αθανάτους,

που αχάριστους θα τους αποδείξω,

προδότες της συζυγικής αγάπης.

Ώ, που με της εφτάφωνης κιθάρας

το άψυχο το κέρας τραγουδάς

τους ύμνους τους αρμονικούς στης μούσες,

γυιέ της Λητούς! σε σένα θα μιλήσω:

ήλθες 'ς εμέ με τα χρυσά μαλλιά σου

αστράφτοντας, όταν εγώ τα στήθια

εστόλιζα με κίτρινα λουλούδια,

όμοια με τα χρυσά φορέματά μου.

Μ' άρπαξες απ' τα χέρια τα λευκά μου,

και μ' έσυρες στο βάθος της σπηληάς,

ενώ εγώ τη μάννα μου ζητούσα,

και συ, θεός, επλάγιασες μαζύ μου

ερωτικά και με χωρίς ντροπή.

Η δύστυχη! σου γέννησα παιδί,

που τ' άφησ' απ' της μάννας μου το φόβο

εκεί, όπου εσμίχθηκα με σε.

Αλλοίμονο μου! το φτωχό παιδί,

που ήτανε δικό μου και δικό σου,

τα όρνυα μού τ' αρπάξανε κ' εχάθη,

και συ κιθάρες παίζεις, τραγουδείς!

Ώ ναι! εις της Λητούς το γυιό μιλώ,

εσένα, ——όπου κάθεσαι στης γης

τη μέση και στους θρόνους τους χρυσούς,

κι' αφίνης τα μαντέματα να——φθάση

έως την ακοή σου η φωνή μου.

Αχ! εραστή κακέ! που δίνης τώρα

στον άνδρα τον δικό μου ένα παιδί,

χάρι που δεν αξίζει, και το φέρνεις

στο σπίτι μου· κι ο γυιός μου, πούνε γυιός σου,

χωρίς κανείς να ξέρη, εφαγώθη

από τα όρνυα μέσ' στα σπάργανά του,

που η μάννα του τον τύλιξεν——εγώ!

Η Δήλος σε μισεί· μα και της δάφνης

οι κλώνοι με το φοίνικα μαζύ

το φουντωτό, εκεί που με τον Δία

σ' εγέννησε η σεμνή Λητώ!

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο! ποια άβυσσος μεγάλη τώρ' ανοίγεται,

με συφορές, όπου γι αυτές καθένας θα δακρύση.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Το πρόσωπό σου βλέποντας η θλίψι με γεμίζει,

ώ κόρη μου, και γίνομαι έξ' απ' τον εαυτό μου.

Το ένα κακό δεν πέρασε που έλυωσε την ψυχή μου,

και τώρα με τα λόγια σου άλλο κακό με δέρνει

σαν κύμα, που σε συφοράς εμπήκες νέους δρόμους

απ' τα σημερινά κακά. Τι λες; ποιάν αμαρτία

κατηγορείς του Απόλλωνος; ποιό γυιό έχεις γεννήση;

σε ποιά μεριά της πόλεως το αγαπητό παιδί σου

έγινε θύμα των θεριών; για ξαναπές το πάλι.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Σε ντρέπομαι, ω γέροντα, μα όμως θα μιλήσω.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Ξέρω των φίλων τα κακά να μοιρασθώ μαζύ τους.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Άκουσε· ξέρεις συ καλά στου Κέκροπος το βράχο

το άντρο εκεί το πρόσβορρο, όπου Μακρές το λέμε;

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Ξέρω, στο άντρον του Πανός πούνε βωμοί κοντά του.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Αχ! εδοκίμασα εκεί λαχτάρα εγώ μεγάλη.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Λαχτάρα, ποιάν; στα λόγια σου τα δάκρυα μου τρέχουν.

ΚΡΕΟΥΣΑ

Δύστυχο γάμο άθελα έκαμα με το Φοίβο.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Κόρη μου! τάχα ναν' αυτό που είχα καταλάβη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Δεν ξέρω· την αλήθει' αν λες, θα σου τ' ομολογήσω.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Και την αρρώστια την κρυφή πότε είχες υποφέρη;

ΚΡΕΟΥΣΑ!

Τούτο θα ειπώ, τη συφορά να σου τη φανερώσω.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Και πώς τον κράτησες κρυφό του Απόλλωνος το γάμο;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Εγέννησα· περίμενε και θα τ' ακούσης, γέρο.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Πού, ποιός σε ξεγέννησε; εγέννησες μονάχη;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Μονάχη, μέσα στη σπηληά που είχα γνωρίση εκείνον.

Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ

Που είνε το παιδί,—να ειπής και συ παιδί πώς έχεις;

ΚΡΕΟΥΣΑ

Πέθανε, γέρο· στα θεριά μονάχο το είχ' αφήση.

Ίων · 第 1 / 3 段