είχον καιρόν να την ακούσωσιν. Ο Τρέκλας εκράτει τον εχθρόν του
σφιγκτώς από του λαιμού, και τον είχε καταβάλει ήδη και εγονυπέτει
επί του στήθους του. Ηκούετο το ρογχώδες άσθμα του Σκούντα και οι
απειλητικοί γρυσμοί του αντιπάλου αυτού. Πέριξ δε σκότος, σιγή και
ερημία. Οι κλώνες των δένδρων εσείοντο υπό του ανέμου, ο ρύαξ
κάτωθεν εμορμύριζεν εις την κοίτην του, και τα νέφη εξηκολούθουν
σωρευόμενα άνωθεν εις τον αιθέρα. Μεμακρυσμέναι βρονταί αντήχουν,
και αι ψεκάδες του όμβρου διέλειπον επί μικρόν και πάλιν ήρχιζον
να πίπτωσιν. Ο Τρέκλας ήτο άφωνος και δεν έλεγε το αίτιον της
οργής του. Αλλά στιγμήν τινα ηκούσθη μασσωμένη μεταξύ των οδόντων
του η λέξις·
Άθλιε! μου πήρες την..... Και διεκόπη.
Αλλ' ας σπεύσωμεν να είπωπεν προς τον αναγνώστην το πιθανώτατον
αίτιον της επιθέσεως ταύτης. Δις ή τρις ήδη εν τοις προλαβούσι
κεφαλαίοις ο Τρέκλας ηκούσθη παραπονούμενος ότι η σύζυγός του τον
είχεν εγκαταλίπει. Το μυστικόν τούτο μόνον εις τον Χόμο ηδύνατο να
εμπιστευθή. Αλλ' όμως εβάρυνε την καρδίαν του, και ήτο δι' αυτόν
ως εφιάλτης. Φαίνεται λοιπόν ότι εκ της φωνής του Σκούντα και εκ
της μορφής αυτού, ην κατώρθωσεν επί μίαν στιγμήν να ίδη, τον
ανεγνώρισεν ότι ούτος ήτο ο άρπαξ της συζύγου του· το τραύμα δε
αυτού ήτο πρόσφατον, και η οργή του αφορμήν εζήτει όπως εκραγή.
Ευθύς δ' ως είδε τον Σκούνταν, εξέλαβε τούτον ως δώρον της
Νεμέσεως και ερρίφθη επ' αυτού με την λύσσαν της τίγρεως. Ο
Σκούντας είχεν ίσως τους βραχίονας ισχυροτέρους, αλλ' ήτο
απαράσκευος, και ευρέθη εις θέσιν προχείρου αμύνης. Ο δε Τρέκλας
ήτο θρασύδειλος και σκληρός, και ησθάνθη ότι οι βραχίονες του
ανέλαβαν πρόσκαιρον νευρικήν δύναμιν.
Ο Σκούντας υπέκυψεν εις τον πνιγμόν, και αι χείρες αυτού,
αρπάσαντες κατ' αρχάς τον αντίπαλόν του εκ του πώγωνος, ευθύς
παρελύθησαν. Κατεβλήθη, και το γόνυ του εχθρού του ετέθη επί του
στήθους του.
Η Αϊμά, συνάπτουσα τας χείρας, επτοημένη, έξαλλος, ηθέλησε να
πλησιάση. Αν την έβλεπεν ο Τρέκλας, τις οίδε, ίσως έμελλε να την
εκλάβη αντί της γυναικός αυτού. Ευτυχώς όμως η Αϊμά είχε στρέψει
προς αυτόν τα νώτα.
— Διά τον Θεόν! επανέλαβεν η Αϊμά, τι έχετε;
Ο Τρέκλας ήκουσε την φωνήν ταύτην, και αυτομάτως εστράφη.
Αποσπασθείσης δ' επί μίαν στιγμήν της προσοχής αυτού, εχαλαρώθη
και η περίσφιγξις της χειρός του. Ο Σκούντας ανακουφισθείς μικρόν,
επειράθη να εγερθή. Αλλ' ο Τρέκλας δεν επτοήθη, και επανέλαβε
σφοδρότερον να τω σφίγγη τον λαιμόν. Δεν ηδύνατο δε ο Τρέκλας να
ίδη την Αϊμάν, διότι έστρεφε προς αυτήν τα νώτα. Την στιγμήν
εκείνην επανήλθε και επίκουρος του Τρέκλα ο Χόμο, όστις αφού
εξετέλεσε την περίοδόν του, επανήλθε εκβάλλων φοβεράς υλακάς. Η
Αϊμά οπισθοχώρησε τρέμουσα, αλλ' ο κύων δεν εστράφη κατ' αυτής.
Την μανίαν του κατηύθυνε κατά του θύματος του Τρέκλα, και ορμήσας
ήρχισε να δάκνη μανιωδώς τους ώμους και τας πλευράς αυτού.
Συγχρόνως δε εκ του οικίσκου εξήλθε και άλλο τι πρόσωπον. Ανήρ
υψηλός, σκυθρωπός και σιωπηλός ήλθε και έστη ως φάντασμα πλησίον
της Αϊμάς. Η νέα ετρόμαξε και αφήκε κραυγήν.
— Θεέ μου! ποίος είσαι;
Ο άνθρωπος εκείνος ανεγνώρισε την φωνήν ταύτην, και αποτείνας τον
λόγον προς την νέαν τη είπε·
— Συ είσαι, η Αϊμά;
— Ω Θεέ μου! εψιθύρισεν η κόρη.
— Υπάγωμεν, Αϊμά, είπε παραδόξως ο άνθρωπος εκείνος. Τώρα αυτοί
θα σκοτωθούν.
— Ο Μάχτος;. . . είπε διστακτικώς η Αϊμά δεικνύουσα τον υπό τον
πνιγμόν του Τρέκλα εκπνέοντα.
— Δεν είνε ο Μάχτος, είπεν ο άνθρωπος εκείνος. Ποίος σοι τω
είπεν;
Η Αϊμά ανέπνευσεν.
— Υπάγωμεν, Αϊμά, επανέλαβεν ο υψηλός άνθρωπος.
Και έσυρε την νέαν μεθ' εαυτού. Αύτη δεν είχεν ουδέ δύναμιν
ναντιστή. Άλλως δε αι τοιαύται συγκινήσεις την είχαν νεκρώσει. Εν
τούτοις πριν ή κάμη βήμα εδοκίμασε να είπη·
— Δεν τον βοηθούμεν; και εδείκνυε πάλιν τον καταβεβλημένον υπό
του Τρέκλα άνθρωπον.
— Να τον βοηθήσωμεν; είπε μετά ψυχρού σαρκασμού ο μυστηριώδης
άνθρωπος. Έλα στο νου σου, Αϊμά.
Δεν ήτο δε ίσως και επίκουρος η τοιαύτη βοήθεια. Ο Σκούντας ήτο
άδηλον αν έζη εισέτι. Η μανιώδης περίσφιγξις του Τρέκλα, και τα
δήγματα του Χόμο, τον είχαν καταβάλει.
Εν τούτοις ουδείς μάρτυς παρέστη εις το τέλος της σκηνής ταύτης. Η
χλόη εφαίνετο πεπατημένη την επαύριον, και χώμα είχε σωρευθή
ενιαχού όπως καλύψη το αίμα, όπερ έκαμαν να ρεύση τα δήγματα του
Χόμο. Όπισθεν δε του ερήμου νερομύλου, εις μέρος απάτητον και
απρόσιτον, μεταξύ θάμνων και βάτων, μέγας σωρός χώματος ομοιάζων
με τάφον είχεν εγερθή. Αλλά το μέρος εκείνο ήτο αόρατον από
ατραπού και ουδείς ουδέν ηδύνατο να υποπτεύση.
Την επαύριον περί την μεσημβρίαν, ότε ο Τρέκλας διετάχθη να υπάγη
εις το άντρον του Πλήθωνος, όπως κομίση την είδησιν περί της
αποδράσεως της Αϊμάς εκ του μοναστηρίου, ουδέν ίχνος της
νυκτερινής πάλης, πλην αμυχών τινων, εφαίνετο επί του προσώπου του
Τρέκλα. Ήτο μάλιστα εύθυμος, και είχε διάθεσιν προς φλυαρίαν, ως
να ήτο έωλος εξ οίνου. Αι δε αμυχαί εκείναι, λαμβανομένου υπ' όψιν
του επαγγέλματος του κηπουρού, όπερ μετήρχετο, ηδύνατο να
νομισθώσιν ότι προήλθον εκ των βάτων και ακανθών, καθ' ων επάλαιεν
όπως καλλιεργήση τους από πολλού χέρσους κήπους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Νυξ εν τη ερημία.
Ο Πρωτόγυφτος, όστις είχε γείνει άφαντος από πολλών ημερών, δεν
έμελλεν επί μακρόν χρόνον να μείνη αόρατος. Την νύκτα εκείνην και
τας προλαβούσας είχε φιλοξενηθή παρά του Τρέκλα, και ευρέθη
επικαίρως παρών όπως οδηγήση και προστατεύση την Αϊμάν. Αλλά πώς
συνέβη τούτο; Ο Πρωτόγυφτος είχε λάβει από τινος χρόνου την έξιν
του να παρέχη υπηρεσίας, όπως μη είνε παντελώς άχρηστος εις τον
πρόσκαιρον κόσμον. Γινώσκων λοιπόν πού ευρίσκετο η Αϊμά, ενόμισεν
ότι ώφειλε να περιφοιτά τακτικώς εις τα μέρη εκείνα, και τούτο
όπως μανθάνη εγκαίρως παν καινόν δυνάμενον να συμβή. Ηδύνατο δε
λίαν επωφελώς, ως επίστευε, να αναγγέλλη τούτο εις τους περί τον
Πλήθωνα, αν και ουδεμίαν παραγγελίαν είχε λάβει προς τούτο. Την
ημέραν ο Πρωτόγυφτος ουδαμού εφαίνετο. Πιθανώς έμενε κεκρυμμένος
έν τινι τρώγλη. Την δε νύκτα ανέβαινεν εις την επιφάνειαν και
περιήρχετο ως πενθούσα σκιά περί τα τείχη του μοναστηρίου. Εις
μάτην περιέμενε τον Βούγκον να έλθη να τον εύρη. Ο δυστυχής νέος
δεν είχεν εννοήσει την παραγγελίαν του πρώτου των Γύφτων, και
έμενεν αδρανής, προσπαθών να παρηγορήση την μητέρα του, ήτις
έκλαιε καθ' εκάστην πρωίαν την στέρησιν του συζύγου. Την νύκτα
εκείνην ο Πρωτόγυφτος ιδών το θυελλώδες του καιρού, ετόλμησε να
ζητήση φιλοξενίαν παρά του Τρέκλα. Ότε δ' ευρίσκετο εις τον τρίτον
και τελευταίον ύπνον, τον αφύπνισεν αποτόμως ο θόρυβος της
συμπλοκής. Ο Πρωτόγυφτος ηγέρθη, έτριψε τους οφθαλμούς, επλησίασεν
εις την θύραν και διασκελίσας τους δύο παλαίοντας, οίτινες έκειντο
ο έτερος επί του ετέρου αποφράττοντες την είσοδον, εξήλθεν. Είδε
τότε ορθίαν ενώπιον αυτού την Αϊμάν. Την ανεγνώρισε δε σχεδόν εξ
ορμεμφύτου. Τη απέτεινε τον λόγον μετά δισταγμού, αλλ' εκ του ήχου
της φωνής της, ότε αύτη απήντησε, την ανεγνώρισεν εντελώς. Η
νεάνις παρεσύρθη υπ' αυτού μη έχουσα δύναμιν ίν' αντισταθή, και
απεμακρύνθησαν.
Ο Γύφτος ωδήγησε την Αϊμάν εις λόχμην τινά, γνωστήν εις αυτόν,
διότι κατά τας προλαβούσας ημέρας είχε κατοπτεύσει το έδαφος, και
πολλά είχεν ανακαλύψει. Τη έδειξε κόγχην τινά υποκάτω ενός βράχου,
και τη είπε να κοιμηθή. Η νέα συνεστάλη εντός του κοιλώματος
εκείνου και ο Γύφτος εκάθισε πλησίον αυτής. Το μέρος ήτο υπήνεμον
και εσκέπαζε την Αϊμάν από των σταγόνων της βροχής, ήτις κατά
διαλείμματα έπιπτεν. Άνωθεν σκοτεινός αιθήρ επέκειτο, και αστραπαί
διέσχιζαν τον αέρα. Η βροντή εμυκάτο και ο άνεμος εγόγγυζε διά
μέσου των κλώνων των δένδρων. Η νέα περιετυλίχθη εντός του
επενδύτου της, αλλά δεν είχε σκοπόν να κοιμηθή· εφοβείτο. Άγνωστα
αισθήματα αποστροφής και οδύνης συνέθλιβον την καρδίαν της.
Διετέλει εν αμηχανία και δεν είξευρε τι να σκεφθή περί του Γύφτου,
ή τι να τω είπη. Ανεμιμνήσκετο ότι ο άνθρωπος ούτος την είχε
πωλήσει. Η νέα είχεν εννοήσει καλώς τούτο. Και τώρα κατά παράδοξον
της τύχης προδοσίαν έπιπτεν εκ νέου εις τους όνυχάς του. Η
περίστασις ηδύνατο να χρησιμεύση διά τον Πρωτόγυφτον ως αφορμή
όπως επιδείξη την εμπορικήν πίστιν και αρετήν αυτού, παραδίδων εκ
δευτέρου την κόρην εις τας χείρας των αγοραστών. Πλην τούτου
ηδύνατο να ελπίση και προσθέτου τιμήματος απολαβήν, αν έπραττε
τούτο. Ήτο δε τοσούτω φοβερώτερος ο κίνδυνος ούτος, όσω η Αϊμά, ως
πάντες, ηγνόει ποίοι τινες ήσαν οι αγορασταί και τις ο σκοπός των.
Όσον διά τον Πρωτόγυφτον, ούτος εκάθητο ήσυχος εγγύς αυτής, και
ουδ' υποπτεύων υπό ποίων λογισμών κατείχετο η νέα. Δεν ησθάνετο
την ανάγκην του ν' απολογηθή προς την Αϊμάν, αλλά τη έλεγεν ηρέμα·
— Τώρα πλέον θα πάμε 'στό σπήτι μας, Αϊμά.. .. χμ..· θα ζήσωμεν
ήσυχα από 'δώ κ' εμπρός. Κανένας δεν θα μας πειράξη. Πέρασες καλά
αυταίς ταις ημέραις;
Η Αϊμά δεν απήντησε.
— Ο Βούγκος και ο Μάχτος, επανέλαβεν ο Πρωτόγυφτος, είνε καλά,
έμαθα, τα δύο μας παιδιά. Να δουλεύουν τάχα το αργαστήρι, ή μη το
παράτησαν; Εκείνη η στρίγλα η μάννα τους τα φταίγει όλα. Συ δεν
της μοιάζεις, είσαι καλό κορίτσι, Αϊμά.
— Ο Μάχτος, εψιθύρισεν η νέα. Αλήθεια πως δεν ήτον ο Μάχτος
αυτός;
— Ποίος;
— Εκείνος.
Και η Αϊμά εδείκνυε μόνον διά της χειρός την διεύθυνσιν προς ην
έκειτο ο μύλος, όθεν είχον αναχωρήσει. Εφαίνετο δε μη έχουσα την
δύναμιν να εξηγηθή διά λέξεων. Ο Πρωτόγυφτος απήντησε·
— Λέγεις εκείνους τους δύο που μάλωναν;
— Ναι.
— Δεν ήτον ο Μάχτος. Ποιος σου το είπε;
Ο Πρωτόγυφτος ηδύνατο εκ του διαλόγου τούτου να λάβη αφορμήν, όπως
την ερωτήση πώς ευρέθη εκεί, και πώς κατώρθωσε να εξέλθη εκ του
Μοναστηρίου, ακολουθήσασα τον άνθρωπον εκείνον. Αλλ' όμως δεν
έπραξε τούτο. Ίσως επεθύμει ν' αποφύγη πάσαν αφορμήν προς
εξήγησιν. Η Αϊμά τον ηρώτησε·
— Και ποιος ήτον;
— Δεν τον γνωρίζω.
Ο Γύφτος έλεγε την άλήθειαν. Δεν είχεν αναγνωρίσει τον Σκούνταν,
άδηλον δε και αν τω ήτο εξ αρχής γνωστός.
Η Αϊμά δεν απηύθυνεν άλλην ερώτησιν.
— Κοιμήσου, της είπε και εκ δευτέρου ο Πρωτόγυφτος, και αύριον
πρωί θα πάμε εις το σπήτι μας.
Αλλ' η Αϊμά πολύ απείχε του να υπακούση εις την παρακέλευσιν
ταύτην, και εβυθίσθη εις αντιφατικούς διαλογισμούς. Εσκέπτετο ότι
εις τον άνθρωπον τούτον θα ώφειλεν επί τέλους σέβας και
ευγνωμοσύνην, διότι εις τον οίκον αυτού ανετράφη και ηυξήθη τη
ηλικία. Αλλ' όμως την επώλησεν. Ηδύνατο άρα η ευγνωμοσύνη να
νικήση την αγανάκτησιν; Αλλ' όμως μετ' ολίγον απέκρουσε τους
διαλογισμούς τούτους ως προώρους. Η νυν θέσις της δεν ήτο ασφαλής.
Περιέμενε την πρωίαν ν' ανατείλη. Ηγνόει τι έμελλε να πράξη.
Ηδύνατο εκουσίως ν' ακολουθήση τον Πρωτόγυφτον, ή διά της βίας θα
τον ηκολούθει; Έπρεπε να επανέλθη εις την οικίαν αυτού, αφού
παρεβίασε το ιερόν της στέγης και της εστίας διά της πωλήσεως; Και
αν ηρνείτο να μεταβή εκείσε, πού είχε να καταφύγη; Τρομεραί αι
απορίαι αύται διά την ατυχή νέαν. Ήλθε στιγμή τις καθ' ην μικρού
δειν μετενόει διατί να φύγη εκ του μοναστηρίου. Διότι ουδέν τω
όντι είχε καταφύγιον.
Ούτω παρήλθεν η νυξ εκείνη. Μετά τρεις ώρας υπέφωσκεν η ηώς. Η
Αϊμά δεν είχε κλείσει τους οφθαλμούς, ο δε Πρωτόγυφτος απεκοιμήθη
καθήμενος και έρρεγχεν. Εις την Αϊμάν είχεν επέλθει η ιδέα να
σηκωθή και να φύγη εγκαταλείπουσα τον Πρωτόγυφτον, αλλά δεν είχε
σθένος φυσικόν ή ηθικόν να πράξη ούτω. Ο κάματος, η έκλυσις των
δυνάμεων, ο φόβος υφ' ου κατείχετο, το αμυδρόν αλλ' επίμονον
αίσθημα της ερημίας και της ελλείψεως ασύλου την ημπόδιζον,
αποτελούντα φραγμόν εις τα διαβήματα αυτής. Ότε η πρώτη ακτίς της
ηούς εφάνη, διαφωτίσασα το βαθύ σκότος της θυελλώδους νυκτός, τότε
ήνοιξε και ο Πρωτόγυφτος τους οφθαλμούς.
— Δεν εκοιμήθης, Αϊμά; τη είπεν.
— Εκοιμήθην, απήντησεν η νέα.
Ο Πρωτόγυφτος ανωρθώθη, περιήλθε δις ή τρις περί τον βράχον, και
είτα τη είπε·
— Σηκώσου να πάμε.
Η Αϊμά υπήκουσε. Τότε ήρχισαν να οδοιπορώσι διά μέσου των
δρυμώνων. Η Αϊμά δεν εγίνωσκε τας οδούς και ηγνόει προς ποίαν
διεύθυνσιν έπρεπε να μεταβώσι, και πού έκειτο η Μονεμβασία. Τον
ηκολούθει δε μηχανικώς.
Ο Γύφτος εφαίνετο γνωρίζων κατά σπιθαμήν το έδαφος, την ωδήγει δε
διά των πλαγίων ατραπών και των φαράγγων, αποφεύγων να συναντήση
διαβάτην. Ήτο ήδη ημέρα. Ότε ήκουον μακρόθεν βήματα, ο Γύφτος την
έσυρε προς απότομόν τι μέρος, και εκρύπτοντο εκεί. Είτα ο
Πρωτόγυφτος την ηρώτα·
— Είσαι κουρασμένη;
— Όχι, απήντα η Αϊμά. Τω όντι δε τα μέλη του σώματος της
εφαίνοντο απολέσαντα την αίσθησιν του καμάτου.
— Αν είν' έτσι, πάμε, έλεγεν ο Γύφτος.
Και η Αϊμά ηγείρετο και τον ηκολούθει. Ότε έφθασαν εις λόφον τινά,
ου αντικρύ εφαίνετο κώμη τις, ο Πρωτόγυφτος τη είπε·
— Πεινάς;
— Όχι, απήντησεν η Αϊμά. Ουδ' ησθάνετο δε την πείναν, αν και
ουδέν είχε φάγει από δύο ημερών.
— Δεν γίνεται, είπεν ο Γύφτος· κ' εγώ πεινώ. Περιμένεις εδώ, να
υπάγω αντικρύ να αγοράσω ψωμί;
— Περιμένω, είπεν η Αϊμά.
Εις τον Πρωτόγυφτον επήλθεν η ιδέα ότι η Αϊμά ηδύνατο ευκόλως να
φύγη, αν την άφηνε μόνην. Μεταμεληθείς λοιπόν είπε·
— Ειμπορεί να φοβήσαι να σ' αφήσω μοναχήν. Καλλίτερα να έλθης
μαζή μου. Αυτοί οι χωριάταις δεν μας γνωρίζουν. Πάμε μαζή;
— Πάμε, είπε μετ' αδιαφορίας η Αϊμά.
Και καταβάντες τον λόφον, επλησίασαν εις τα πρόθυρα του χωρίου.
Ουδείς παρετήρησεν αυτούς. Μία μόνον γυνή, ήτις εκάθητο υπό
δένδρον τι παρά την θύραν της καλύβης της, κρατούσα ηλακάτην,
έστρεψε το βλέμμα προς αυτούς.
— Από πού έρχεσθε; τους ηρώτησε.
— Από το χωριό μας, απήντησεν ο Γύφτος
— Και τι θέλετε;
— Περαστικοί είμασθε απ' εδώ.
— Και πού πάτε τάχατες;
— Στα χωράφια μας, είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Έχετε δω σιμά χωράφια; Εγώ δεν σας είδα άλλην φοράν.
— Τώρα γρήγορα ταγοράσαμε.
— Δεν μοιάζετε για χωραφάδες, είπεν η γυνή, παρατηρούσα το
μαυρισμένον πρόσωπον και τας μολυβδόχρους χείρας του Γύφτου.
— Σαν τι μοιάζομε;
— Φαίνεσθε σαν Ατσίγγανοι.
— Ειμπορεί να είμασθε κι' όλας, εμορμύρισε δυσμενώς ο
Πρωτόγυφτος. Σε πειράζει τούτο τίποτες;
— Όχι.
— Τότε γιατί ρωτάς;
— Και αυτή τι την έχεις; επανέλαβεν η γυνή δεικνύουσα την Αϊμάν.
— Είνε κόρη μου.
— Σαν άρρωστη μου φαίνεται, είπεν η φιλοπράγμων γυνή.
Ο Πρωτόγυφτος εμυρμύρισε·
— Πάμε, Αϊμά.
Και λαβών εκ της χειρός την νέαν προυχώρησεν, όπως αποφύγη τας
φορτικάς ερωτήσεις της γυναικός εκείνης. Αύτη ηκολούθησεν αυτούς,
ανυπόδητος και με την ηλακάτην όπως ήτο, βαδίζουσα τριάκοντα
βήματα όπισθεν αυτών. Ο Γύφτος και η Αϊμά διευθύνθησαν εις το
κέντρον του χωρίου, όπου ηγόρασαν τροφάς και εξήλθον εκείθεν
σπεύδοντες. Η γυνή σταθείσα παρά τινα γωνίαν παρετήρει αυτούς
μακρόθεν. Ιδούσα δε γειτόνισσάν τινα, την έκραξε·
— Βλέπεις εκεί;
— Ποίος είνε;
— Εκείνος ο άνθρωπος με το κορίτσι που σέρνει από το χέρι...
— Βλέπω.
— Μου φαίνεται παράξενο.
— Διατί;
— Σήμερα το πρωί επέρασ' απ' εδώ ένας άνθρωπος κουτσός.
— Ποίος;
— Ένας γνώριμος του ανδρός μου. Και μας είπεν ότι χθες βράδυ
έγεινεν άφαντη από το μοναστήρι των καλογραιών μία νέα γυφτοπούλα.
— Αι, και τι μ' αυτό;
— Λοιπόν αυτός ο γέρος εκεί είνε γύφτος, μου φαίνεται. Και η νέα
ειμπορεί να είνε εκείνη η γυφτοπούλα, όπου έφυγεν από το
μοναστήρι.
— Αι, και τι μας μέλει;
— Δεν λέγω πως με μέλει, αλλά σου λέγω τάχατες διά να το ξεύρης
και συ.
— Ώρα καλή!
Και η γειτόνισσα στρέψασα τα νώτα απεμακρύνθη.
Εν τούτοις οι δύο οδοιπόροι εξήλθον εκ της κώμης, και επανέλαβον
την πορείαν των. Ο Γύφτος δεν είπε πλέον προς την Αϊμάν να φάγη,
αλλά την εβίαζε να σπεύδη το βήμα, η δε κόρη τον ηκολούθει
αγογγύστως. Φαίνεται ότι αι επίπονοι εξετάσεις της χώρας εκείνης
είχον εμποιήσει ανησυχίαν εις τον Πρωτόγυφτον. Ότε δε
απεμακρύνθησαν παραπολύ, τότε μόνον τη επρότεινε να καθίσωσιν εις
μέρος τι και να αριστήσωσιν.
Είτα δε τη είπε·
— Τώρα είνε ανάγκη να καθίσωμε 'δω, που είνε παράμερα. Κοντεύομε
να φθάσωμεν εις το χωριό μας. Δεν πρέπει να φανώμεν εκεί την
ημέραν, μη μας ιδούν. Όταν νυχτώση, τότε θα πάμε.
Η Αϊμά δεν απήντησεν, αλλ' υπετάχθη σιωπηλώς. Έκλινε δε προς την
δύσιν η ημέρα. Ότε επήλθεν η νυξ, τότε ο Πρωτόγυφτος τη λέγει·
— Σηκώσου τώρα. Είνε καιρός να πηγαίνωμε.
Και η νέα υπήκουσε. Διήλθον πολλών μιλίων οδόν. Η Αϊμά εβάδιζε
μετ' απιστεύτου καρτερίας. Άλλως δε είχεν αναπαυθή κατά τον
τελευταίον σταθμόν, και η λιτή τροφή, ην έλαβε, τη απέδωκε τας
δυνάμεις της. Ήτο δε βαθύ σκότος. Ο καιρός είχε μεταβληθή από της
πρωίας, και ήτο ευδία. Ο Γύφτος εγίνωσκε καλώς τας οδούς, και
ωδήγει την Αϊμάν. Ότε όμως είχον αναβή εις απότομόν τινα ακρώρειαν
του Ταϋγέτου, ο Γύφτος εστάθη αίφνης διστάζων. Εκύτταζε δεξιά και
αριστερά, ως να διετέλει εν αμηχανία.
— Τι είνε; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Δεν ξέρω, μου φαίνεται σαν να έχασα τον δρόμο.
— Αλήθεια; Εγώ και πρωτήτερα θα σου το έλεγα, είπεν η Αϊμά.
— Πώς; γνωρίζεις εσύ τους δρόμους; είπε με σκληρόν τόνον ο
Πρωτόγυφτος.
— Δεν τους γνωρίζω, αλλά δεν ξέρω πώς μου εφάνη πως είμεθα πολύ
μακρυά από το χωριό μας.
— Α! έκαμε πτοηθείς ο Γύφτος. Και πώς εκατάλαβες ότι είμασθε
μακρυά;
— Έτσι μου εφάνη.
— Έχεις λάθος, πρωτήτερα επηγαίναμε πολύ καλά, κορίτσι μου. Τώρα
όμως . . .
— Τώρα;
— Δεν ξεύρω αν θα μείνωμε και άλλην μίαν βραδειά εις το βουνό να
ξενυχτίσωμεν.
— Ω!...
— Και εις αυτό το μέρος λέγουν πως είνε λύκοι.
— Λύκοι! είπε μετά τρόμου η Αϊμά.
— Σου λέγω, ο δρόμος μας είνε χαμένος, επανέλαβεν ο Γύφτος.
— Και τώρα τι να κάμωμεν; είπεν η Αϊμά συνάπτουσα τας χείρας.
Ο Γύφτος περιέβλεψεν εισέτι επί τινα χρόνον εξετάζων τα πέριξ,
περιήλθε το μέρος, και επέστρεψε προς την Αϊμάν.
— Φαίνεται φως εκεί πέρα, είπε.
— Πού;
— Έλα να το ιδής αν θέλης.
Η Αϊμά τον ηκολούθησεν εις στροφήν τινα της ατραπού, και είδε τω
όντι φως λάμπον εν μέσω των θάμνων, εις χιλίων βημάτων απόστασιν.
— Και τώρα θέλεις να πάμε εκεί να τους παρακαλέσωμεν να μας
δεχθούν απόψε διά την νύκτα;
— Όπως θέλεις, απήντησεν η Αϊμά.
Επροχώρησαν. Το φως ήτον εις την ρίζαν ενός βράχου, και όσον
επλησίαζον, τόσον ευκρινέστερον καθίστατο. Ότε ήλθον εγγύτερον, ο
Πρωτόγυφτος είπε·
— Κάθησαι συ εδώ, να υπάγω εγώ μίαν στιγμήν να ιδώ τι άνθρωπος
είνε, και γυρίζω και σε παίρνω.
— Ας είνε, είπεν η Αϊμά.
Ήδη μόλις απείχον περί τα εκατόν βήματα. Ο Γύφτος καταλιπών την
Αϊμάν, έσπευσε προς το μέρος εκείνο με ελαφρόν και σταθερόν βήμα,
ως να ήτο εξωκοιωμένος από πολλού να βαδίζη επί του εδάφους
τούτου. Έκρουσε δε ασφαλώς και μετά πολλού θάρρους την θύραν της
κατοικίας εκείνης.
— Ποίος είνε; ηρώτησεν ένδοθεν.
— Εγώ ο Πρωτόγυφτος
Η θύρα ανεώχθη, και άνθρωπός τις επαρουσιάσθη εις το διάκενον.
— Πού ευρέθεις εδώ; ηρώτησε.
— Ήλθα να περάσω εδώ την νύκτα.
— Και εκείνη έφυγε! τω είπε μετά μεμπτικού τόνου ο άνθρωπος.
— Έφυγεν, αλλ' ήλθεν.
— Ήλθε;
— Βέβαια.
— Πού είνε;
— Εκεί.
— Αλήθεια;
— Αλήθεια.
— Δεν με γελάς;
— Ο Πρωτόγυφτος δεν λέγει ψεύματα.
— Και πώς έγεινε τούτο;
— Θα σοι το διηγηθώ άλλην φοράν.
— Και τώρα;
— Τώρα να φύγης απ' εδώ, και να μας παραχωρήσης την φωλεάν σου.
— Διατί;
— Διά να μη σε γνωρίση.
— Έχεις δίκαιον.
— Και ο αφέντης πού είνε; ηρώτησεν ο Πρωτόγυφτος.
— Προ μιας ώρας ανεχώρησε διά την Σπάρτην.
— Λοιπόν θα υπάγης και συ εκεί;
— Αύριον πρωί.
— Ναι, αλλά φύγε απ' εδώ να μη σε ιδή.
Ο άνθρωπος εξελθών, εστράφη περί τον βράχον, και απεμακρύνθη
ταχέως. Ο Γύφτος επανήλθε προς την Αϊμάν και τη είπε·
— Πάμε, κόρη μου.
— Μας δέχονται; ηρώτησεν η νέα.
— Μας δέχονται. Είνε καλοί άνθρωποι. Πολύ καλοί άνθρωποι.
Και προπορευομένου του Γύφτου, εισήλθεν η Αϊμά εις το ερημικόν
εκείνο οίκημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Κατόπιν εορτής.
Την εσπέραν της αυτής εκείνης ημέρας, καθ' ην ο Τρέκλας είχε
κομίσει εις τον Πλήθωνα το άγγελμα της αποδράσεως της Αϊμάς, ο
φιλόσοφος είχεν αναχωρήσει εκ του άντρου και μετέβη εις Σπάρτην. Ο
αναχωρητής ούτος περιεσπάτο υπό πολλών φροντίδων. Μία τούτων ήτο η
περί της στρατολογίας των επικούρων... Φευ! οψέ, λίαν οψέ,
εμερίμνων εν Ελλάδι προς εκπλήρωσιν της ιεράς ταύτης οφειλής. Ήτο
ήδη περί το τρίτον δεκαήμερον του Μαΐου του έτους ,αυνγ'. Και η
βασιλεύουσα μετ' ολίγας ημέρας... Την επαύριον της ημέρας εκείνης
συνέβη εν Σπάρτη η στρατολογία εκείνη και η χρηματική διανομή, ην
περιεγράψαμεν διά βραχέων εν τοις προηγουμένοις. Μεταξύ των
αυτοκλήτων ή αιρετών αρχηγών του κινήματος τούτου υπήρχον βεβαίως
άνθρωποι μικρού άξιοι, κερδοσκοπούντες επί της δεινής εκείνης
ανάγκης. Αλλ' υπήρχον και χρηστοί άνδρες, δυνάμενοι να
συντελέσωσιν εις αγαθόν τι υπέρ του προκειμένου τότε αγώνος, αν η
κίνησις εγίνετο δύο ή τρεις μήνας πρότερον. Ονόματά τινα
αναφέρονται εν τοις χρονικοίς τα εξής: Ιωάννης Κομνηνός, όστις
ήλθεν εκ της βασιλευούσης έχων παρά του βασιλέως εντολήν προς
στρατολογίαν. Κωνσταντίνος ο Βεράτιος, ανήρ πολλάκις πολεμήσας και
διαπρέψας. Ούτος εστρατολόγησεν εκ Μεσσηνίας πλείονας των
διακοσίων ανδρών. Γεώργιος ο Πύλιος, πολεμήσας προς τους Βενετούς
κατά θάλασσαν. Ο Αλβανός Ματθαίος Αρκουλάς, όστις ελάμβανεν εξ
υπαμοιβής το άροτρον και την σπάθην, και εθέρισεν εκ των αγρών
τόσους μεδίμνους σίτου, όσα σώματα εχθρών εν τοις στρατοπέδοις της
Αλβανίας και της Βορείου Μακεδονίας. Είχε δ' εξορισθή εις
Πελοπόννησον ένεκα μηχανορραφίας των εχθρών του εναντίον αυτού.
Τέλος ο Αννίβας Βελμίννης, περί ου διηγούνται παράδοξα οι
σύγχρονοι. Ούτος είχε γεννηθή εν Κεφαλληνία εκ πατρός Βενετού.
Παις ων, ημέραν τινά ενώ ηλίευε παρά τας ακτάς της Ακαρνανίας
είχεν αιχμαλωτισθή υπό των Βαρβαρέζων, οίτινες κατέστησαν αυτόν
πιστόν Μουσουλμάνον και τολμηρόν πειρατήν. Είτα εφόνευσε τον
κύριόν του και εδραπέτευσεν. Αλλ' επειδή ευκόλως δεν ηδύνατο ν'
απομάθη την τέχνην ην είχε διδαχθή, κατώρθωσε να οπλίση, ή κατ'
άλλους ν' αρπάση έκ τινος ναυστάθμου, πλοίον εσκευασμένον και
έτοιμον καθ' όλα, και μετήρχετο την πειρατείαν δι' ίδιον
λογαριασμόν. Και εν όσω μεν η τύχη τον ευνόει και εύρισκε λείαν
δι' εαυτόν και τους συντρόφους του, καλώς είχε το πράγμα. Αλλ' έν
έτος συνέβη να επέλθη αφορία κατά θάλασσαν, ή μάλλον απραξία
εμπορική, και ο Βελμίννης δεν είχε να πληρώση τους μισθούς των
συντρόφων του. Τότε και εκείνοι, οίτινες από πολλού αφορμήν μόνον
εζήτουν όπως στασιάσωσι, τον έδεσαν οπισθάγκωνα επί του ιστού, και
γυμνώσαντες το πλοίον απήλον διά της λέμβου. Εις μάτην ο δυστυχής
Βελμίννης έκραζεν επικαλούμενος έλεος, λέγων ότι καλλίτερον ήτο να
τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν ν' αποθάνη τον οικείον εις τους
ναυτικούς θάνατον, αλλά τα θηρία τον άφησαν δέσμιον και απήλθον.
Το πλοίον εφέρετο επί των κυμάτων εική, όπου το ώθουν οι άνεμοι,
ψυχή άλλη δεν υπήρχεν επ' αυτού, και ο Βελμίννης δέσμιος επί του
ιστού δεν είχε τουλάχιστον την παρηγορίαν του να αποθάνη ελεύθερος
και αγωνιζόμενος τον υπέρ της ζωής αγώνα.
Ο δεσμώτης ελύσσα, εφρύαττεν, έδακνε τας αλύσεις, αλλά δεν είχεν
υπεράνθρωπον δύναμιν όπως διαρρήξη αυτάς. Τα κύματα έπληττον
προκλητικώς τας πλευράς του σκάφους, ως να ενέπαιζον σκληρώς την
αγωνίαν και απόγνωσιν του δυστυχούς τούτου. Είχε περιέλθει εις το
έσχατον σημείον της απογνώσεως, και θαύμα μόνον ηδύνατο να τον
σώση. Και το θαύμα τούτο συνέβη πράγματι. Τουλάχιστον ο Βελμίννης
διηγείτο τούτο, και εφαίνετο πιστεύων εν πεποιθήσει ότι είχε
συμβή. Ο ανήρ ούτος είχε καταστή οπαδός της νέας παλαιάς
θρησκείας, της εγκαινισθείσης υπό του Γεωργίου Γεμιστού, και είτε
επίστευεν αυτός είτε όχι τα θαύματα των επανιδρυθέντων θεών,
επεθύμει όμως να κάμη τους άλλους να τα πιστεύσωσι.