Τότε εφάνη ότι έκαμεν απόφασίν τινα. Η μορφή του έδειξε

συγκίνησιν. Εστέναξε και μοι είπε·

— Δύναμαι να εύρω συνδρομήν εκ μέρους σου, ω γύναι;

— Εξ όλης της ψυχής μου υπόσχομαι να σε συνδράμω, απήντησα εγώ.

Αρκεί να είνε νόμιμος ο σκοπός σου.

— Αλλοίμονον, είπεν ο άγνωστος, και μήπως είνε εύκολον να κρίνη

τις τι είνε νόμιμον και τι δεν είνε εις τας ημέρας μας; Το μόνον

υπέρ ου εγγυώμαι είνε, ότι η υπόθεσις αύτη δεν είνε ιδιοτελής· δεν

είνε, επανέλαβεν ενθέρμως.

— Κ' εγώ ησθάνθην συμπάθειαν διά την μικράν αυτήν, είπον. Αλλά

σοι ομολογώ ότι η περιέργειά μου είνε μεγαλειτέρα και της

συμπαθείας μου.

— Γυναίκες! γυναίκες! είπεν εκείνος· τω όντι διά τα μικρά

πράγματα φροντίζετε πάντοτε μέχρι πάθους.

Εγώ δεν απήντησα. Ο ξένος μοι είπε μετά μικράν παύσιν·

— Μοι ορκίζεσαι ότι δεν θα εξέλθη εξ ακριτομυθίας λόγος εκ του

στόματός σου, αν σοι είπω τι;

— Σοι ορκίζομαι, απήντησα προθύμως, τείνουσα την χείρα.

— Άκουσε λοιπόν. Άμποτε όσα μέλλω να σοι είπω να αποβώσι προς

ευτυχίαν της μικράς ταύτης κόρης.

— Άμποτε, επανέλαβον.

Ο ξένος διετέθη κάλλιον επί του εδωλίου, εφ' ου εκάθητο. Εγώ δε

προσήγγισα το εμόν όπως εγγύτερον ακούω, και ήρχισε να μοι λέγη

ταύτα.

Η Αϊμά, ως να έπραττε καθ' υπαγόρευσιν της Σιξτίνης, έκαμε αυτά.

Ήλθεν εγγύτερον προς αυτήν και ήκουε μετ' εντεταμένης προσοχής.

— Διά τον αυτόν λόγον, μοι είπεν ο ξένος (ήρχισεν η Σιξτίνα), δι'

ον εγώ ήθελον να σώσω ή και να &απολέσω& την κόρην ταύτην, διά τον

αυτόν οι ιππόται (την λέξιν ταύτην απήγγειλε μετ' αλλοκότου

πικρίας) ηθέλησαν να την αποκτήσωσιν. Η παιδίσκη αύτη δεν δύναμαι

να σοι είπω πόθεν κατάγεται, ουδέ πώς ήλθεν εις την θέσιν, εν η

ευρίσκεται σήμερον. Τόσον μόνον μάθε, ότι ευθύς ως εγεννήθη,

έδωκαν περί αυτής χρησμόν &οι θεοί&.....

Ενταύθα του λόγου είχε φθάσει η αδελφή Σιξτίνα και αίφνης ηκούσθη

έξωθεν της θύρας του υπερώου φωνή καλούσα αυτήν ονομαστί·

— Σιξτίνα! Σιξτίνα!

Η μοναχή διέκοψεν αποτόμως την σειράν της διηγήσεώς της και

ηγέρθη.

— Ποίος να είνε; είπεν έμφοβος.

Η νέα κόρη επτοήθη και αυτή, και συνεστάλη άκουσα παρά την γωνίαν

της. Αι ώραι είχον παρέλθει, ήτο ήδη μεσονύκτιον. Η φωνή εκείνη

εξεκάλεσεν αποτόμως τας δύο γυναίκας εκ του φανταστού κόσμου, εν ώ

έπλεον, και επανήγαγεν αυτάς εις τον πραγματικόν κόσμον.

— Σιξτίνα! επανέλαβεν η φωνή.

— Ω Θεέ μου! είνε η ηγουμένη, είπεν η Σιξτίνα, αναγνωρίσασα την

φωνήν εκείνην. Τι να με θέλη;

— Ανοίξατε την θύραν, επανέλαβεν η φωνή.

Η αδελφή Σιξτίνα ουδ' εφαντάσθη να παραβή την διαταγήν ταύτην.

Κατ' αρχάς εσκέφθη να κρυβή υπό την κλίνην της Αϊμάς, αλλ' είτα

ενόησεν ότι τούτο θα ήτο ανωφελές διότι, αφού η ηγουμένη είχεν

υποψίας, ευκόλως έμελλε να την ανακαλύψη, και τούτο θα ήτο το

χείριστον. Όθεν έσπευσεν ανδρείως εις την θύραν και ήνοιξεν.

Εισήλθεν η ηγουμένη. Ήτο γυνή πεντηκοντούτις, υψηλή, λευκή και

κάτωχρος. Είχεν ήθος σοβαρόν και ψυχρότατον· η παρουσία της μόνη

προυξένει παγετόν εν καιρώ φθινοπώρου.

— Τι θέλεις εδώ; είπε προς την Σιξτίναν ευθύς ως εισήλθεν.

— Ήλθα να υπηρετήσω την ξένην, απήντησε τρέμουσα η μοναχή.

— Τέτοια ώρα; Μεσάνυκτα;

— Είνε μεσάνυκτα; είπεν αυτομάτως η Σιξτίνα, αγνοούσα πράγματι τι

ώρα ήτο.

— Λοιπόν τέτοια ώρα κάμνεις τας επισκέψεις σου; επανέλαβεν

αγερώχως η ηγουμένη.

— Ήλθα ενωρίς, είπεν αναλαβούσα εν τω μεταξύ η Σιξτίνα, και

επειδή την ελυπήθην, έμεινα να της κάμω συντροφιάν. Δεν είξευρα

όμως αν είχε περάσει τόσον η ώρα.

— Άλλοτε να προσέχης εις τας ώρας, αδελφή Σιξτίνα, είπε ξηρώς η

ηγουμένη. Αι ώραι του βίου περνούν τόσον γρήγορα, όσον και αι ώραι

του ημερονυκτίου, και μία μοναχή, ήτις δεν τας μετρεί, θα ειπή δει

είνε αμελής εις τα χρέη της.

Η Σιξτίνα υπεκλίθη και ανάψασα το δέλετρον ητοιμάσθη ναποχωρήση. Η

ηγουμένη τη έδωκε το κλειδίον του ναού ειπούσα αυτή·

— Πάρε το κλειδί, και ύπαγε νανοίξης. Είνε η ώρα του όρθρου. Θα

περάσης από το κελλί της αδελφής Φεβρωνίας. Εξύπνισέ την διά να

σημάνη τους κώδωνας.

Η αδελφή Σιξτίνα εξήλθε σιωπηλή. Μείνασα η ηγουμένη μετά της Αϊμάς

τη είπε·

— Τι σου έλεγε, κόρη μου, η Σιξτίνα;

— Τίποτε, απήντησεν αδημονούσα η Αϊμά.

— Πώς τίποτε, ενώ ωμιλούσατε τόσαις ώραις μαζή;

— Ελέγαμεν το ένα, το άλλο, είπεν η Αϊμά, διά να περάση η ώρα.

— Είσαι φιλαλήθης; είπεν αποτόμως η ηγουμένη.

Η Αϊμά κατένευσε.

— Λοιπόν είνε αδύνατον να με απατήσης. Δεν ειμπορούσε η Σιξτίνα

να παραβή απλώς και ως έτυχε τους κανόνας, και να μείνη τόσας ώρας

μαζή σου. Η εντολή της ήτο να σου φέρη την τροφήν σου και να φύγη.

Η Αϊμά δεν απήντησε.

— Διά να μείνη λοιπόν τεσσάρας ώρας κατά συνέχειαν μετά σου,

παρέβη τα χρέη της, και διά να τα παραβή, θα ειπή ότι είχε λόγους.

Τους λόγους λοιπόν τούτους επιθυμώ κ' εγώ να μάθω.

Η Αϊμά παρετήρει έκπληκτος.

— Ειξεύρεις έν πράγμα; επανέλαβεν η ηγουμένη. Και συ υπόκεισαι

σήμερον εις τους κανόνας του μοναστηρίου, καθώς εκείνη. Ενόσω

μένεις εδώ, κανείς νόμος ούτε θείος ούτε ανθρώπινος δεν δύναται να

σε εξαιρέση εκ της εδικής μου εξουσίας. Δύναμαι να σε τιμωρήσω, αν

θέλω. Θα υπακούσης ως καλή κόρη, να μοι είπης αυτό οπού σ' ερωτώ;

Η ατυχής Αϊμά περιήλθεν εις αμηχανίαν και ηγνόει τι ώφειλε να

πράξη. Αι τοσαύται αντιφατικαί απαιτήσεις επροξένουν αύτη ίλιγγον.

Ένθεν μεν η Βεάτη διά της οπής του κλείθρου είχε παραγγείλει αύτη

αφ' εσπέρας να φυλαχθή από της Σιξτίνης και να μη εμπιστευθή τι

εις αυτήν. Είτα δε ήλθεν η Σιξτίνα, ης αι προτάσεις και αι

αναμνήσεις ήσαν λίαν δελεαστικαί, ώστε υπεράνθρωπον κατόρθωμα θα

ήτο διά την άπειρον νέαν να ενθυμηθή τας συστάσεις εκείνας και να

μη ενδώση εις τας υπό της Σιξτίνας διδομένας αυτή νύξεις. Τέλος

ήρχετο η μήτηρ Πια, η ηγουμένη, ήτις εζήτει να ματαιώση πάσαν

εντύπωσιν εκ της δευτέρας προερχομένην και ν' ανατρέψη πάντα

υπολογισμόν της πτωχής κόρης.

Η μήτηρ Πία έν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι είχε τελείαν την

εξωτερικήν επίφανσιν της αρετής. Αν έμενον χάσματα εις τον

ομοιόμορφον κίτρινον χιτώνα, ον εφόρει από της κορυφής μέχρι των

ονύχων, θα ήτο αστειότατον θέαμα. Δεν εννοούμεν δε να υπήρχον τα

χάσματα ταύτα φύσει, αλλά θέσει, επί της εσθήτος της μητρός Πίας.

Την μεν γλαφυρότητα των μελών του γυναικείου σώματος απηθανάτισεν

ήδη η πλαστική και εξυμνεί καθ' ημέραν η ποίησις, αν επιδημή

εισέτι αύτη και δεν απήλθεν εις απροσίτους και αιθερίους χώρας, η

δε δύστηνος λογογραφία μόλις τολμά να έρπη περί τα κράσπεδα της

ποδήρους εσθήτος. Δυστυχώς ο κίτρινος χιτών ήτο ακέραιος, συνεχής

και άνευ πτυχών σχεδόν, ώστε ουδέν ηδύνατό τις να διίδη εκ του

παραδόξου τούτου φαινομένου. Έβλεπε μόνον έν όλον μονότονον και

απερίγραπτον, τα δε μέρη διέφευγον και το προσεκτικώτατον

εταστικόν βλέμμα. Η μήτηρ Πία ωμοίαζεν ουχί απροσφυώς με αγριόν τι

άνθος, ου το όνομα εκφεύγει την μνήμην ημών, άνθος λευκόν, άοσμον

και άμορφον. Το όλον του σώματός της είχε σχήμα κώδωνος. Δεν είχε

λαιμόν, δεν είχεν οσφύν, δεν είχε πύελον. Τα κάτω μόνον του

σώματός της ήσαν πλατύτερα των άνω, αλλ' αγνοείται αν τούτο ήτο

του σώματος ή του ενδύματος ίδιον. Διά να την περιλάβη τις με το

βλέμμα, ηναγκάζετο να χαράξη εις το κενόν καμπύλα γεωμετρικά

σχήματα, και πάλιν θα ευρίσκετο εις αμηχανίαν αν ακριβώς

επετύγχανε της αντιλήψεως.

Η μήτηρ Πία είχεν ενδυθή το μοναχικόν σχήμα κατ' εκλογήν και

ησθάνετο εν εαυτή την προς τούτο κλήσιν. Κατώρθωσε δε να γείνη

ηγουμένη από πολλών ετών. Ηδύνατο ουχί αφυώς να γείνη και

προμνήστρια, αν αι περιστάσεις ετύγχανον ευνοϊκαί, αλλ' εις τα

πρώτα βήματα είχε ναυαγήσει. Εμίσει φοβερώς τους άνδρας, και δεν

ηδύνατο να υποφέρη την παρουσίαν μύστακος. Μόλις ηνείχετο τας

αγενείους γνάθους, αλλ' υπό τον όρον του να μη είνε αύται λίαν

ευτραφείς. Από δέκα ετών και επέκεινα μόνον κατ' όναρ έβλεπε

μύστακας στρημμένους, καθ' ύπαρ δε ουδέν άλλο ή τους βαθυπώγωνας

αγίους της Ανατολικής Εκκλησίας, τους εζωγραφημένους επί των

τοίχων ένδον των ναών. Τη είχε δ' επέλθει προς στιγμήν η ιδέα να

καλέση κουρέα, όπως καλλωπίση τους αγριωπούς τούτους μοναχούς τους

εγκεκολημμένους επί των λίθων και επί της κονίας, αλλ' ύστερον

μετεμελήθη ιδούσα το δύσκολον της εκτελέσεως του αλλοκότου τούτου

σχεδίου. Ήτο δε η πρώτη φορά καθ' ην παρητήθη, διότι συνήθως

επέμενε μέχρι τέλους εις τας ιδέας της, και η ισχυρογνωμοσύνη ήτο

η κυριωτάτη αυτής αρετή. Το δεσποτικόν δε του χαρακτήρος αυτής

εξεφαίνετο τοσούτον προχείρως επί του προσώπου της, ώστε εκ πρώτης

όψεως ενέπνεε δυσάρεστον αίσθημα η παρουσία αυτής.

Η Αϊμά ησθάνετο ως κρίκον τινά πιέζοντα τα στήθη της επί τη

παρουσία της γυναικός ταύτης. Ήτο δε η δευτέρα φορά καθ' ην την

έβλεπε. Κατ' αρχάς η νέα υπετάχθη και ήτο έτοιμος να ενδώση εις

πάσαν απαίτησιν, αλλ' είτα δι' αντιδράσεως εξηγέρθη εν αυτή το

αίσθημα της αμύνης, και ανέλαβεν ισχύν οίαν δεν είχε συνήθως.

Η ηγουμένη επέμενεν, ως είπομεν, να μάθη ποίον ήτο το θέμα της

συνομιλίας της με την Σιξτίναν. Αλλά χωρίς να προσδοκά τούτο, εύρε

την νέαν αναλαβούσαν αρρενωπόν τι ενώπιον αυτής. Εις την απαίτησιν

της μοναχής αντιπροέβαλεν η Αϊμά άλλην απαίτησιν:

— Θα μοι είπης λοιπόν, κόρη μου; επανέλαβε μειλιχίως η ηγουμένη.

— Θα μοι είπητε, μήτερ μου, απήντησεν αίφνης η Αϊμά, διατί με

κρατείτε κλεισμένην εις το κελλίον τούτο;

Η ηγουμένη, αν και ώφειλε να περιμένη τοιαύτην ερώτησιν, ουχ ήττον

εθορυβήθη. Αλλ' η αμηχανία της στιγμάς μόνον ολίγας διήρκεσεν.

Είτα αναλαβούσα είπεν·

— Αλλά δεν ειξεύρεις λοιπόν, κόρη μου; Δεν ειξεύρεις διατί σ'

εφέραμεν εδώ;

— Πώς να το ειξεύρω; είπεν η Αϊμά.

— Είνε η γνώμη του κραταιοτάτου αυθέντου μας, του Δεσπότου του

Μωρέως, ως και των ευγενεστάτων ιπποτών, είπε μετ' αξιωματικού

ήθους η ηγουμένη, ως να ανεγίνωσκε διάταγμά τι, να μην είνε κανείς

αβάπτιστος εις όλην την Πελοπόννησον. Διά τους άνδρας ωρίσθησαν οι

ενοριακοί ναοί, διά τας γυναίκας τα γυναικεία μοναστήρια, ως τόπος

όπου θα τελεσθή το ιερόν μυστήριον του Βαπτίσματος. Και διά τούτο

σ' έφεραν εδώ, διά να κατηχηθής και να βαπτισθής, κόρη μου.

Βλέπεις ότι φροντίζουν διά την σωτηρίαν της ψυχής σου, πλειότερον

παρά σε την ιδίαν.

— Και θα μείνω πολύν καιρόν εδώ; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Όσον καιρόν διαρκέση η κατήχησις. Τούτο εξαρτάται από σε την

ιδίαν. Ει μεν φανής πρόθυμος και γη αγαθή να δεχθής τον λόγον της

αληθείας, ταχέως θα εξέλθης από εδώ. Ει δε και φανής

σκληροτράχηλος, καθώς οι Εβραίοι εις την έρημον, τότε η κατήχησίς

σου θα διαρκέση πολύν καιρόν και η εδώ διαμονή του άλλον τόσον.

— Αλλά δεν μοι είπες την αλήθειαν, μήτερ μου, απήντησεν η Αϊμά.

Η ηγουμένη έκαμε το σημείον του Σταυρού.

— Πώς το λέγεις αυτό; είπε.

— Εμέ δεν με ηρώτησε κανείς αν είμαι ή δεν είμαι βαπτισμένη, και

κανείς δεν ειξεύρει ότι είμαι αβάπτιστη.

— Και όμως όλοι σ' έχουν δι' αβάπτιστην.

— Απατώνται, είπεν εν πεποιθήσει η Αϊμά.

— Τότε θα έχης πιστοποιητικόν της βαπτίσεώς σου. Αν είν' έτσι,

δείξέ το και απαλάττεσαι.

— Δεν ειξεύρω εγώ πιστοποιητικόν, είπεν η Αϊμά. Αλλ' είμαι

βαπτισμένη.

— Πώς θα μας πείσης;

— Ειμπορώ να πείσω τους ομοθρήσκους μου, όχι σας, είπε τολμηρώς η

Αϊμά.

— Πώς είπες; εψιθύρισεν η ηγουμένη, εκπλαγείσα, πόθεν εγίνωσκεν η

νέα να κάμνη τοιαύτην διάκρισιν.

— Δεν ανήκομεν εις την ιδίαν θρησκείαν, επανέλαβεν η Αϊμά. Και

σας λέγω κ' εγώ, ότι δεν ειξεύρω αν είσθε βαπτισμένοι ή

αβάπτιστοι.

— Σιώπα, αυθάδης! έκραξεν αγανακτούσα η ηγουμένη.

— Μη σας κακοφαίνεται διόλου. Καθένας έχει την θρησκείαν του.

Η ηγουμένη έδακνε τα χείλη, και δεν είχε πλέον τι να είπη.

— Ώστε βλέπετε, επανέλαβεν η Αϊμά, ότι δεν μ' έφεραν εδώ διά να

βαπτισθώ, καθώς σας έλεγα.

Η ηγουμένη δεν απήντησε.

— Διότι κανείς δεν βαπτίζεται δυο φοράς, εκτός εκείνων οπού

αλλάζουν την θρησκείαν των. Και επειδή η εδική μου είνε η

καλλιτέρα, δεν θέλω να την αλλάξω. Εάν θέλουν να με βιάσουν να

αλλαξοπιστήσω, ας ειξεύρουν ότι αυτή η χάρις δεν τους γίνεται, και

ειμπορούν να με αφήσουν ελευθέραν να φύγω απ' εδώ. Αν πάλιν μ'

έφεραν δι' άλλον σκοπόν, ας μοι το ειπούν, διότι πολύ

στενοχωρούμαι, μήτερ μου, να μένω κλεισμένη εδώ μέσα.

Η ηγουμένη εβίασεν εαυτήν εν τω μεταξύ, και πραϋνθείσα είπεν·

— Υπομονή, θα μάθω αύριον και θα σοι είπω τι τρέχει. Λέγεις

λοιπόν ότι είσαι βαπτισμένη;

— Ναι.

— Θα τους το είπω.

— Εις ποίους;

— Εις αυτούς οι όποιοι διέταξαν να έλθης εις το μοναστήριον.

— Καλώς.

— Και όταν άπαξ μάθουν τούτο, θα τους ερωτήσω περί σου.

— Ναι, μήτερ μου.

— Και θα σοι ανακοινώσω ό,τι μάθω.

— Ευχαριστώ.

Η ηγουμένη είχεν εκτελέσει την υποχώρησιν ταύτην σκοπίμως, και

μετ' αυτήν επανήλθεν εις την προτέραν απαίτησίν της.

— Αλλ' όμως ελησμονήσαμεν την ομιλίαν μας την πρώτην, είπε.

— Ποίαν ομιλίαν;

— Διά την Σιξτίναν.

Η Αϊμά εσίγησε.

— Δεν μοι είπες τι σοι έλεγεν η Σιξτίνα, επανέλαβεν η ηγουμένη.

— Δεν μοι έλεγε τίποτε, εψέλλισεν η Αϊμά.

— Πρέπει να είσαι δικαία. Με ηρώτησες, σοι είπα όσα είξευρα. Εάν

δεν σ' ευχαρίστησαν εντελώς, δεν πταίω εγώ. Τώρα είνε η σειρά μου

να σ' ερωτήσω, και επανέρχομαι εις την ερώτησίν μου.

— Μοι έλεγε διάφορα, μοι διηγείτο ιστορίας, είπεν η Αϊμά. Τώρα

εννοώ τον σκοπόν της.

— Ποίον σκοπόν της;

— Αυτό οπού μου έκαμνεν, ήτον κατήχησις, καθώς ελέγετε πρωτήτερα.

Μοι διηγείτο συναξάρια και βίους των Αγίων.

Η μήτηρ Πία δεν επείσθη. Είπε καθ' εαυτήν ότι η κόρη αύτη ήτο

πονηροτέρα ή όσον εφαίνετο. Εν τούτοις προσεποιήθη ότι επίστευσεν

εις τους λόγους της. Διενοήθη δε ότι μάλλον έπρεπε να πιέση την

Σιξτίναν όπως μάθη ό,τι επεθύμει. Αποχαιρετίσασα δε την Αϊμάν

απήλθεν εις τον όρθρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Τα έργα της νυκτός.

Την στιγμήν καθ' ην ανεγινώσκετο ο Άμωμος εν τω ναώ, σκηνή τις

αξία περιγραφής συνέβαινεν εκτός των τειχών του μοναστηρίου.

Άνθρωπός τις ελθών, ως εφαίνετο, μακρόθεν, βαδίζων ακροποδητί,

έρπων μάλλον εντός του σκότους, επλησίασεν εις την μεσημβρινήν

πλευράν της οικοδομής, την χθαμαλωτέραν, και ηρεύνησε μεταξύ των

θάμνων, ως να εζήτει να εύρη τι, όπερ είχε κρύψει εις το αυτό

μέρος. Δεν εδυσκολεύθη δε να εύρη το ζητούμενον. Εφαίνετο ότι

έπραττε τα πάντα μετ' ευχερείας, και βεβαίως δεν ήτο η πρώτη φορά

καθ' ην εξετέλει την νυκτερινήν ταύτην κατόπτευσιν.

Εκείνο όπερ ανεύρεν ήτο σιδηρούν εργαλείον, ου το σχήμα δεν

διεκρίνετο καλώς εις το σκότος. Προσέτι δύο ξύλα και μία σανίς.

Λαβών αυτά επλησίασεν εις τον τοίχον. Έκυψε και ψηλαφήσας επί

στιγμήν, αφήρεσεν εκ του τοίχου ένα λίθον εις ύψος μέχρι της

οσφύος ανθρωπίνου αναστήματος· είτα υψώσας την χείρα αφήρεσε δύο

προσέτι λίθους εις ύψος υπέρ την κεφαλήν του. Οι λίθοι ούτοι εις

μεν τον αγύμναστον οφθαλμόν εφαίνοντο καλώς προσηρμοσμένοι εις τον

τοίχον, αλλ' αν προσεκτικώς παρετήρει τις, ήθελεν ανακαλύψει ότι

είχον αποσπασθή πρότερον δι' επιπόνου εργασίας εκ του συνόλου, και

είχον τεθή εκεί προσκαίρως όπως απατώσι τον οφθαλμόν.

Εσχηματίσθησαν ούτω τρεις οπαί εν τω τοίχω. Ο άνθρωπος έλαβε τα

εργαλεία του, επάτησε στερρώς επί της κατωτέρας οπής και

στηριχθείς επί του τοίχου εισήγαγεν εις τας δύο υψηλοτέρας οπάς τα

δύο ξύλα, και έθηκεν επ' αυτών την σανίδα. Αφού δ' εστερέωσε το

σύνολον, ανερριχήθη τολμηρώς και μετ' ευκινησίας εις τα άνω, και

επάτησε τον πόδα επί του ούτω σχηματισθέντος ικρίου. Έπειτα

σταθείς όρθιος, έλαβε το εργαλείον του, όπερ ήτο βαρεία σφύρα, και

ήρχισε να κτυπά ηρέμα, βραδέως και κανονικώς τους λίθους, έχων

βεβαίως σκοπόν ν' ανοίξη εις το ανώτερον μέρος και άλλην ρωγμήν,

ως εκείνας ας είχεν ορύξει ήδη.

Επί μακράς ώρας εξετέλει ήδη την εργασίαν ταύτην. Εφαίνετο

ακάματος. Ησθάνετο ότι ο σκοπός του ενίσχυεν αυτόν εις τον

παράδοξον τούτον κόπον. Πας λίθος αφαιρούμενος εκ της οικοδομής

ταύτης ήτο λίθος προστιθέμενος εις άλλην οικοδομήν, ίσως

φαντασιώδη, ην ησχολείτο κατασκευάζων ο νυκτερινός ούτος εργάτης.

Ότε περί το μεσονύκτιον ήκουσε κρουομένους τους βαρείς κώδωνας,

τους καλούντας τας μοναχάς εις την προσευχήν, η χειρ του αυτομάτως

επέσχε, και το στόμα του εψιθύρισε·

— Τόσον γρήγορα!

Από τριών ήδη ωρών ευρίσκετο εις το επίπονον τούτο έργον. Αλλ' εις

τον άνθρωπον τούτον εφαίνετο βραχύς ο χρόνος ούτος, ως να μη ήτο

κόπος αλλ' ηδονή εκείνο εις ό ησχολείτο.

Και έμεινεν επί τινα χρόνον διστάζων αν έπρεπε να εξακολουθήση το

έργον του ή να καταβή και να απέλθη εκείθεν. Διότι οι κώδωνες τω

επροξένουν φόβον. Μετά τους κώδωνας θα ηγείροντο αι μοναχαί, θα

διέβαινον διά του διαδρόμου, θα συνέρρεον εις τον ναόν, και ήτο

δυνατόν ν' ακούση τις αυτόν τον κρότον της σφύρας, ως επίστευεν ο

άνθρωπος ούτος, ή και να προκύψη διά τινος θυρίδος να τον ίδη

ασχολούμενον εις την ύποπτον εκείνην επιχείρησιν. Εκάθισεν ολίγον

επί της σανίδος του, όπως αναπαυθή, και εσκέπτετο τι να κάμη.

Τέλος εφάνη ως να απεφάσισε τι, και έκαμε κίνημα όμοιον με το του

υπνηλού του παλαίοντος με τα όνειρά του. Ανωρθώθη δε πάλιν και

επανέλαβε το έργον του.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, καθ' ην αντήχησεν η τελευταία δόνησις

του μεγάλου κώδωνος, όστις τελευταίος εκρούσθη μετά το σιδηρούν

σήμαντρον και τους μικρούς κώδωνας, υλακή κυνός ηκούσθη, απαντώσα

εις τον εκπνέοντα βαρύγδουπον κρότον. Ο νυκτερινός αναρριχητής

εθορυβήθη πλειότερον εκ της υλακής ταύτης ή εκ του ήχου των

κωδώνων. Εστράφη εξ αυτομάτου προς το μέρος όθεν ήρχετο ο γρυσμός

του κυνός. Μετ' αυτόν επηκολούθησε και δευτέρα υλακή, και είτα

τρίτη.

Ο ικριοπηγός, περίφοβος, ητένιζε προς το μέρος εκείνο, προσπαθών

να διακρίνη πού ήτο ο κύων. Αλλ' ουδέν έβλεπε μεταξύ των θάμνων.

Ήκουσε μόνον θρουν σειομένων φύλλων, και ενόμισεν ότι τούτο

επροξένει το βήμα του κυνός. Ο τοιχοβάτης εσκέφθη ότι, αν

κατέβαινε, θα ήτο ίσως χειρότερον, και προσεπάθει να κολλήση επί

του τοίχου, όπως μη τον ίδωσιν, αν ήσαν άνθρωποι.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ο κύων επλησίασεν, υλακτών θορυβωδώς, εις

τον τοίχον. Ο άνθρωπος εκείνος εφοβήθη τότε πολύ. Ήτο πρόδηλον ότι

ο κύων δεν ηλάκτει άνευ αφορμής, αλλά τον είχεν ιδεί. Συγχρόνως

ηκούσθη φωνή ανθρώπου κράζουσα·

— Σιούτ, Χόμο! εδώ, Χόμο!

Ο Χόμο δεν υπήκουσεν, αλλ' εξηκολούθει να υλακτή.

— Εδώ, Χόμο! επανανέλαβεν η φωνή.

Ήτο ο Τρέκλας, όστις εκοιμάτο υπαίθριος εν μέσω των θάμνων, διότι

το είδος τούτο της δροσεράς κλίνης τω ήρεσκεν, ως γνωστόν. Ούτος

δεν είδεν ούτε τον τοιχωρύχον, καθ' ου ωρύετο απειλητικώς ο Χόμο,

ούτε το ίκριον, όπερ είχε πήξει, ουδ' ήκουσε τον κρότον της σφύρας

του· ώστε οι φόβοι τούτου ήσαν υπερβολικοί. Και όμως δεν έχασε

καιρόν, αλλ' επήδησεν εκ της σανίδος, εφ' ης επάτει, και ευρέθη

εις το έδαφος μετά της σφύρας του. Απέσπασε τα τρία ξύλα, έβαλε

τους λίθους εις τας θέσεις των, και ητοιμάζετο να φύγη. Τούτο ήτο

παράδοξον μίγμα φόβου και αφοβίας, αλλ' όμως είνε αληθές. Διότι

αμφότερα ένα είχον λόγον, το να μη αποτύχη ο σκοπός του. Ο

άγνωστος δεν εφοβήθη υπέρ εαυτού, αλλά χάριν του σκοπού του. Ο

κύων, ότε τον είδε πηδήσαντα αποτόμως, υπεχώρησε βήματά τινα, αλλ'

είτα επανήλθεν εις την έφοδον. Ο άνθρωπος τον ηπείλησε με τα ξύλα,

ά εκράτει, και απεμακρύνθη ο Χόμο, αλλά χωρίς να παύση να υλακτή.

Συγχρόνως δε ηκούετο και η φωνή του Τρέκλα κράζοντος·

— Εδώ, Χόμο! Δεν ακούς;

Ο ξένος δεν έβλεπεν άνθρωπον, αλλ' όμως το φοβερώτερον είνε ν'

ακούης ανθρωπίνην φωνήν και άνθρωπον να μη βλέπης. Ητοιμάζετο ήδη

να τραπή εις φυγήν, αφού έκρυψε τα εργαλεία του εις τον αυτόν

θάμνον, οπόθεν τα είχε λάβει.

Ο Τρέκλας δεν είχεν ακούσει ούτε τον μονότονον κρότον της σφύρας

επί των λίθων, ούτε τον δούπον του πηδήματος του ικριοβάτου. Αλλά

παραδόξως, φαίνεται, διότι τώρα μόλις είχεν εντελώς αφυπνισθή,

ήκουσε τον άλλον τούτον κρότον, τον θρουν ον έκαμεν ο ξένος όπως

κρύψη υπό το φύλλωμα τα εργαλεία του.

Ο Τρέκλας ήτο εξηπλωμένος περαιτέρω επί χθαμαλωτέρου εδάφους,

απέχοντος περί τα εκατόν βήματα από του μέρους ένθα απέθηκε τα

εργαλεία του ο άνθρωπος. Ήκουσε τον θρουν, είδε την σκιάν του

ξένου, και αυτομάτως ανεσηκώθη.

— Ποίος είνε; είπεν.

Αλλά παραχρήμα εμαζεύθη πάλιν υπό την κάπαν του και εμουρμούρισεν·

— Αν είνε κλέφτης, τόσο χειρότερα! Τι με μέλει εμέ να ανακατωθώ;

Δεν σου τα έλεγα, Χόμο;

— Γωύ! απήντησεν ο Χόμο περιφρονητικώς.

Ο ξένος έκαμε κίνημά τι και ανέσυρεν εγχειρίδιόν τι εκ της ζώνης

του.

— Ποίος είν' εκεί; έκραξεν.

Ο Τρέκλας είχε προβάλει μίαν στιγμήν την κατατομήν του διά μέσου

του σκότους, και είτα κατέστη αφανέστερος ή πρότερον. Αλλ' ο ξένος

νομίσας ότι ήτο ενέδρα, ησθάνθη εν εαυτώ πολύ θάρρος, και

διευθύνθη αποφασιστικώς προς το μέρος όπου εκοιμάτο ο Τρέκλας. Ο

Χόμο παρηκολούθει εκβάλλων σφοδρούς γαυγισμούς.

— Ποίος είσαι; είπεν ο ξένος, αφού μετ' ολίγους διασκελισμούς

έφθασεν εις το λίκνον του Τρέκλα.

Ούτος δε, μη έχων άλλο καταφύγιον, παρεκάλει ήδη την Αγίαν

Περπέτουαν να κάμη το θαύμα της, και να τον αποκρύψη από των όψεων

του ξένου. Εν τω μεταξύ υπεκρίνετο ότι ήτο νεκρός, και

εγκορδυληθείς μέχρι της κορυφής συνείχε την αναπνοήν και έμενεν

ακίνητος.

Αλλ' ο ξένος δεν ηρκέσθη εις το δείγμα τούτο της νεκροφανείας και

ηθέλησε να ψαύση τον Τρέκλαν ίνα βεβαιωθή ότι ήτο πράγματι νεκρός.

Διά σφοδρού κινήματος απελάκτισε την καπόταν, ήτις εσκέπαζε τον

Τρέκλαν, και είδε τότε άνθρωπον συμμαζευμένον εν σχήματι καραβίδος

ή τολύπης, όστις ήτο θερμός και έζη. Ο ξένος επανέλαβε την

ερώτησίν του·

— Ποίος είσαι;

— Είμαι φτωχός άνθρωπος, απήντησε διά κλαυθμηράς φωνής ο Τρέκλας,

ιδών ότι δεν ηδύνατο του λοιπού να υποκρίνεται τον νεκρόν.

— Και τι κάμνεις εδώ;

— Κοιμάμαι, απήντησεν αστείως ο Τρέκλας.

— Πώς ευρέθης εδώ, τέτοιαν ώραν;

— Εδώ έτυχε να νυκτωθώ, απήντησεν ψευδόμενος ο Τρέκλας.

— Μήπως είσαι υπηρέτης του μοναστηρίου;

— Είμαι κηπουρός.

— Λοιπόν εδώ κάθεσαι, και μη λέγης ότι έτυχες.

— Εδώ κάθομαι, σωστά, απήντησεν ο Τρέκλας.

— Και πρωτήτερα δεν με είδες;

— Δεν σε είδα.

— Διατί εκρύβης;

— Δεν εκρύφθηκα.

— Είσαι πολλήν ώραν εδώ;

— Τώρα ήλθα.

— Λοιπόν δεν με είδες εκεί;

— Κοιμώμουνα.

— Εκοιμώσουν; Και λες ότι ήλθες τώρα;

— Έχω ώραν εδώ.

— Πόσην ώραν;

— Αποβραδής εδώ είμαι.

— Λοιπόν θα με είδες εκεί; είπε μετά δισταγμού ο ξένος, δείξας

τον τοίχον.

— Σε είδα, είπεν ο Τρέκλας.

— Ω διάβολε! χιλίων ειδών λόγια μου λες. Με είδες ή δεν με είδες;

— Σε είδα... δεν σε είδα... είπε διστάζων ο Τρέκλας.

— Με είδες, δεν με είδες;

— Δεν σε είδα, είπε τέλος ο Τρέκλας.

— Λοιπόν εκοιμάσο;

— Τώρα ήλθα.

— Πρωτήτερα έλεγες ότι εκοιμάσο.

— Εκοιμώμουν, είπεν ο Τρέκλας.

— Αλλ' αφού ήλθες τώρα, πώς γίνεται να εκοιμάσο; Ή μην ήλθες

κοιμώμενος;

— Ναι, αυτό είνε, είπεν ο Τρέκλας.

— Μη μ' εμπαίζης, είπεν οργισθείς ο ξένος. Το βλέπεις αυτό; Και

ήστραψεν εις το σκότος η λεπίς του εγχειριδίου.

— Δεν σε είδα, αφέντη, είπε τρέμων ο Τρέκλας. Τώρα ήλθα. Φταίγω

εγώ; εκοιμώμουν και δεν σε είδα.

— Θα ομιλήσης σωστά; είπεν ο ξένος. Θα σε τρυπήσω τώρα μ' αυτό.

— Ω, αφέντη, ξεύρω κεγώ; Διατί μ' ερωτάς; Τι θέλεις από εμέ; Δεν

έχω χρήματα.

— Δεν θέλω εγώ χρήματα. Μ' επήρες διά κλέπτην;

— Εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος, επανέλαβεν ο Τρέκλας.

Ο ανωτέρω διάλογος εποικίλλετο υπό των υλακών του Χόμο, όστις δεν

έδειξε δειλίαν εις την περίστασιν ταύτην. Ως εννοεί ο αναγνώστης,

το δύσκολον της συνεννοήσεως των δύο τούτων ανθρώπων προήλθεν εκ

του αμοιβαίου φόβου, ον είχον προς αλλήλους. Ο μεν ξένος εφοβείτο

υπέρ του σκοπού του, ο δε Τρέκλας υπέρ του δέρματός του. Ο μεν

υπώπτευεν ότι ο Τρέκλας τον είχεν ιδεί, εκτελούντα την νυκτερινήν

εκείνην εργασίαν, και επεθύμει να βεβαιωθή περί τούτου, ο δε

Τρέκλας ουδόλως τον είχεν ιδεί, και ηγνόει τους σκοπούς του ξένου,

όθεν δεν είξευρε τι ήτο αρεστόν αυτώ να τω είπη, το ψεύδος ή η

αλήθεια. Εν τούτοις εκ της τελευταίας φράσεως του Τρέκλα ο ξένος

εσχημάτισεν ιδέαν τινά. Αφού έλεγε κατά κόρον ότι ήτο πτωχός, ίσως

επεθύμει να κερδήση χρήματα.

— Είσαι πτωχός, είπες;

— Φτωχός... καθώς ο διάβολος, εψέλλισεν ο Τρέκλας.

— Και θέλεις χρήματα;

— Χρήματα; Ποιος τα έχασε;

— Ορκίσου ένα πράγμα.

— Τι;

— Ότι δεν με είδες εκεί, είπεν αύθις μυστηριωδώς ο ξένος, και ότι

δεν είσαι βαλμένος να μου πης ψέμματα.

Ότε επρόφερε μεγαλοφώνως την τελευταίαν φράσιν ο ξένος, ήχησεν

αύτη παραδόξως, ως ειρωνεία, εις το ους αυτού. Ενόσω εσκέπτετο

ενδιαθέτως τούτο, εφαίνετο αυτώ πιθανόν, αλλ' ότε το εξέφρασε, τω

εφάνη γελοίον, και είπε καθ' εαυτόν: Να είνε βαλμένος; Και ποιος

είμαι εγώ διά να φροντίζουν δι' εμέ, να με κατασκοπεύουν; Ποίος

ενδιαφέρεται διά τον δυστυχή εμέ; Και εστέναξεν. Εκ της σκέψεως

ταύτης απέβαλε πάσαν υπόνοιαν, και επίστευσε του λοιπού εις την

αθωότητα του Τρέκλα.

— Άκουσε, τω είπεν είσαι κηπουρός;

— Ναι.

— Και υπηρετείς το μοναστήρι;

— Ναι.

— Με μισθόν;

— Ε!... ας πω πως μου δίνουν και μισθόν, είπε σαρκαστικώς ο

Τρέκλας.

— Λοιπόν δεν είσαι ευχαριστημένος;

— Ευχαριστημένος; ναι. Πλέκω όλην την ημέραν κοφίνια και ο Χόμο

μου κάμνει συντροφιά.

— Ποιος είνε ο Χόμο;

— Ο Χόμο είνε ο σκύλος μου, αυτός εδώ που σε γαυγίζει. Σιούτ,

Χόμο.

— Και ειμπορείς να μου κάμης μίαν εκδούλευσιν; επανέλαβεν ο

ξένος.

— Εκδούλευσιν, βέβαια.

— Ειξεύρεις να μου πης ένα πράγμα που θα σ' ερωτήσω;

— Ερώτησέ με πρώτα, και ύστερα θα σου αποκριθώ.

— Είδες εις αυτό το μοναστήρι τίποτε αυτάς τας ημέρας;

— Τι τίποτε;

— Είδες μίαν νέαν που την έφεραν εδώ μέσα;

— Νέαις είνε πολλαίς εδώ μέσα, είπεν ο Τρέκλας παρωδών.

— Δεν σ' ερωτώ δι' αυταίς που είνε εξ αρχής. Καμμίαν ξένην είδες;

— Μου φαίνεται.

Η Γυφτοπούλα · 第 14 / 23 段