κανένα στόμα δεν πρόφερε ποτές• ήξεραν από τότες που δεν είναι
πατριωτισμός ναλλάξη. η προφορά ενός λαού. Για τούτο σκόρπιζαν εδώ
και κει πνέματα, τόνους που δεν είχαν αξία καμιά, αφού σήμερα δε λέμε
μήτε ψιλή, μήτε δασεία, μήτε οξεία, μήτε βαρεία, μήτε περισπωμένη. Μη
με πης πως για τους τόνους και τα πνέματα μπορεί να υπάρχη διαφορά. Ο
θεός να σε φυλάξη να με κάμης τέτοια παραχώρηση! Άμα το λες,
παραδέχεσαι που άλλαξε η προφορά, κι άμα άλλαξε, είναι τάχατις
μεγαλήτερη ντροπή, το αι νάγινε ε, παρά να μην έχουμε πια την
περισπωμένη και την οξεία, αφού σήμερα μήτε νοιώθει ο κόσμος τι
μπορεί να είταν περισπωμένη κι οξεία; Ο τονισμός είναι ως τόσο η πιο
σημαντική διαφορά που μπορεί να διακρίνη μια γλώσσα από την άλλη• ο
τονισμός της αρχαίας είναι που την ξεχωρίζει, που τη διακρίνει από τη
νέα. Αφτή η περισπωμένη που δε σε φαίνεται τίποτις, αφτή η οξεία που
τη λες μικρό πράμα, είναι τα χαραχτηριστικά σημάδια της αρχαίας.
Είναι βουνά και μας χωρίζουν από τους αρχαίους. Μάλιστα, αν προσέξης
καλά, θα διής που η αλλαγή του τονισμού έφερε στη νέα μας τη γλώσσα,
στη δημοτική, όλες τις άλλες αλλαγές. Μόνο και μόνο γι αφτό το λόγο,
μορφώθηκαν τόσοι καινούριοι τύποι. Μπροστά στον τονισμό, το _ε_ αντίς
_αι_, το _β_ αντίς &β& κι όλα τάλλα είναι παιχνίδια. Μην πης το λοιπό
που είχαν οι αρχαίοι περισπωμένη κι οξεία• να λες πως έβαζαν τους
τόνους, γιατί φάνταζαν καλά στο χαρτί, γιατί τους φαίνουνταν οι τόνοι
σα μια νόστιμη ζουγραφιά που στόλιζε τα βιβλία τους, και για τούτο
τους έφτειαξαν οι γραμματολόγοι• να λες πως οι αρχαίοι ήξεραν τη
γραμματική, πρι να ξέρουν τη γλώσσα.
Αμέ ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Εβριπίδης πώς το κατάφερναν, όταν έκαμναν
τους στίχους των; Πώς μπορούσαν, ας πούμε, να διακρίνουν το α υ ι
[μακρά] από το α υ ι [βραχέα]; Πώς γνώριζαν τι διαφορά είχαν
αναμεταξύ τους το _ι_ και το _ει_; Θέλεις να στο πω; Έπαιρναν το
λεξικό και σκάλιζαν κάθε λέξη. Η προφορά, δηλαδής η ζωντανή γλώσσα
του λαού, δεν μπορούσε να τους δείξη την προσωδία... Αφτά λεν οι
δασκάλοι, χωρίς να το βλέπουν κ' οι ίδιοι. Πρέπει κανείς να μη
σπούδαξε στη ζωή του κι αφτή την αρχαία, για να κάθεται να μας λέη
πως δεν άλλαξε η προφορά• ωστόσο τέτοια παιδιακήσια ζητήματα έχουν οι
δικοί μας στο στόμα• γίνουνται περιγέλοιο στον κόσμο• ο κόσμος
φωνάζει που δεν μπορούμε να βάλουμε στο νου μας τι είναι επιστήμη —
κ' οι δασκάλοι το λεν πατριωτισμό.
ΚΖ'•
Ελληνικός στρατός.
Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό! Είδα στην Αθήνα αξιωματικούς και
στρατιώτες. Στην Αθήνα, όλος ο κόσμος δεν τους αγαπά• λεν πως κάμνουν
τον περήφανο, το φαντασμένο, που καμαρώνουν, που έχουν ύφος. Εμένα μ'
αρέσουνε. Θέλω το στρατιώτη με περηφάνεια• θέλω νάχη το φιλότιμό του.
Τι θαρρείτε; Θα είμαι ωραίο παλληκάρι, θα φορώ λαμπρή στολή, θα
γυαλίζουν τα κουμπιά μου, θα σέρνω σπαθί και δε θάχω λίγο ύφος και
λίγη περηφάνεια; Μήπως μ' έχετε για δασκάλο, που δε σηκώνει τη μύτη
του μέσα από τα βιβλία; Τέτοιος δεν είμαι! Θέλω μάλιστα να με
καμαρώνουν. Τι σας πειράζει να βαστώ ίσια το κεφάλι μου; Στον πόλεμο
να με διήτε! ξέρω και κει ίσια να το βαστώ. Και κει περήφανος είμαι•
μπροστά στον Τούρκο δε φέβγω. Μη με βλέπετε που κοιτάζω τις όμορφες
γυναίκες, που το μάτι μου νίκη γυρέβει. Η νίκη σ' όλα μ' αρέσει•
φτάνει να είναι πόλεμος, και τότες, σαν που το συνηθίζω τώρα με τις
κοπέλλες, παίρνω κάστρο και πόλη κυριέβω!
Έναν κουρελλιασμένο στρατιώτη δεν είδα στην Ελλάδα. Η φορεσιά τους
πάντα σωστή, το φέρσιμό τους απλό και καλό, οι τρόποι τους γενναίοι.
Από πολεμικά πράματα δε γνωρίζω, μα αξιωματικούς σα δυο τρεις που
απάντησα στην Αθήνα, δεν πιστέβω και στην Εβρώπη καλήτερους να βρης.
Ξέρουν τι θα πη τάξη και πειθαρχία — ή τουλάχιστο είναι άξιοι να το
μάθουν. Ο λόγος δεν είναι, άμα γεννηθή κανείς, να είναι σ' όλα
τέλειος και προτέρημα να μην του λείπη• φτάνει νάχη μέσα του την
πρώτη αρχή, την πρώτη βάση. Ας είναι το χώμα καλό, ας αξίζη ο σπόρος
και γρήγορα ο κάμπος λουλουδιάζει.
Οι στρατιωτικοί και γω σε πολλά συφωνούμε. Και κείνοι παραπονιούνται
με τη βάρβαρη γλώσσα που τους έφτειαξαν οι δασκάλοι. Για να την
καταλάβη ο απλός στρατιώτης, για να τη μάθη ο χωρικός, χρειάζουνται
χρόνια σπουδή και με τα γλωσσικά μαθήματα περνά ο πολύτιμος καιρός
που έπρεπε να είναι όλος για μαθήματα πολεμικά. Πρώτα ξέρει ο
στρατιώτης πώς παίζει το _σπαθί_ κ' ύστερα βλέπει πώς πρέπει να το
πη. Ώςπου να πάη σπίτι του, τα ξεχνά. Οι δασκάλοι φουσκώνουν που
προστάζει ο αξιωματικός το στρατιώτη του _πυρ_ αντίς _φωτιά_•
νομίζουν τάχατις που έτσι θα _εισάξωσιν την αρχαίαν_. Τα καημένα τα
δασκάλικα κεφάλια! Μόνο, μ' αφτό βλέπεις πόσο κοντόμυαλοι είναι. Ας
το μάθουν καλά, για να το ξέρουν πια• δεν _είσαξαν_ τίποτις! Το
παραμικρό πυρ δεν είσαξαν ίσια με τώρα. Είσαξαν ένα ξερό _πιρ_, γιατί
έτσι το λέει ο στρατιώτης κ' έτσι το νοιώθει. Το _πυρ_ κατάντησε ένα
είδος επίρρημα, ή για να το πούμε πιο σωστά, έγινε, σαν που λέει η
γραμματική, επιφώνημα. Βάλε το στρατιώτη να λέη _πρι, πρου ή πρρ_!
και το ίδιο κατώρθωσες. Δεν έχει κανένα άλλο νόημα για το στρατιώτη,
και πρέπει να του πουν τι σημαίνει, για να καταλάβη τι είναι. Το πυρ
μοναχό του δεν έχει καμιά σημασία για το λαό• αν ο λαός δεν έλεγε
_φωτιά_, δε θα μπορούσε να μάθη ποτές τι έννοια έχει το _πυρ_. Αν το
κλίνη, θα το κάμη _του πυρ_. Άμα γυρίση σπίτι του, τη _φωτιά_ του
θανάψη, όχι το _πυρ_ του. Για να λεν οι δασκάλοι που θα _εισάξωσιν
τοιουτοτρόπως την αρχαίαν_ και που τόντις _εισήχθη_, χρειάζουνται
άλλα πολλά που μήτε τα συλλογιούνται. Πρέπει πρώτα το _πυρ_ να
είναι αλήθεια _πυρ_ και να λέμε περισπωμένη με _υ_. Ας μην είναι κι
αφτό, πρέπει τουλάχιστο, σ' όλη την Ελλάδα, κανένας πια να μην πη
στη ζωή του φωτιά• πρέπει ο καθένας να κλίνη στα τρεχάτα και στα
καθημερνά, σα να το είχε μάθει από παιδί το πυρ, του πυρός, τω πυρί,
μάλιστα να κάμη δοτική πληθυντική τοις πυροίς. Τέτοιο πράμα θα γίνη
ποτές; Όχι! Τότες του κάκου τα πολλά λόγια.
Οι δασκάλοι μας πολεμούνε ναλλάξουν την αθρώπινη φύση. Λογαριάζουν
πως _βαθμηδόν_ όλος ο λαός σ' όλη την Ελλάδα θα ξέρη λαμπρά τη
γραμματική, που φτάνει να πάη στο σκολειό κι ο καθένας μια μέρα (ποια
μέρα;) θα μάθη το τυπικό της αρχαίας, θα λέη όλους τους τύπους σαν
που τους διδάσκουν τα βιβλία, θα τους έχη και θα τους βαστά στους
αιώνες, χωρίς ναλλάξη ένα γιώτα. Έτσι μας έβαλαν και λέμε ζωμός αντίς
ζουμί κι άλλα τέτοια πολλά. Τι κατώρθωσαν; Ο λαός μπερδέβει τα δυο
μαζί, μήτε ζουμί ξέρει πια να σε πη, μήτε μπορεί να καταπιή ένα
_ζωμός_, που είναι ανώμαλο στη γλώσσα μας σήμερα, και στο βγάζει
_ζουμός_, κάπου και _ζωμί_. Η καθαρέβουσα είναι καταστροφή και χαμός
της αρχαίας και της νέας. Καταστρέφεται η γλώσσα και πάει• ό τι κι αν
πουν οι δασκάλοι, καμιά δύναμη στον κόσμο δε θα κάμη το λαό να μην
είναι λαός. Θα μας χαλάσουν την εθνική μας γλώσσα και δε θα εισάξουν
την αρχαία. Θα κατορθώσουν ένα μόνο, να φορτώσουν την καθαρή μας
γλώσσα με βάρβαρους τύπους σαν το ζουμός και το ζωμί. Τέτοιους τύπους
θα φτειάνη ο λαός κάθε μέρα, γιατί όσο κι αν πολεμήσης, ας είσαι και
θεός, δε θα κάμης τους αθρώπους βιβλία. Την αρχαία τη γλώσσα δεν την
ξέρει κανένας φυσικά• χρειάζεται γραμματική για να τη μάθη. Δε
βρέθηκε όμως ίσια με τώρα και δε θα βρεθή, μήτε σ' αφτή την Ελλάδα,
ένα έθνος αλάκαιρο, που να μη βγάζη άλλο παρά γραμματισμένους και
γραμματολόγους. Μας έπνιξαν τα καλαμαράδικα. Μας έφαγαν τη ζωή μας.
Αφήστε τα πια και μην ακούτε τους δασκάλους. Θέλετε γραψίματα; τότες
κάμτε πέννα το σπαθί και με το σπαθί — σαν τον Μπότσαρη — γράψτε
τίποτις που να σας διαβάση ο κόσμος.
Κάλλια να φανήτε στρατιώτες παρά γραμματολόγοι! Στον πόλεμο, παιδιά,
πρέπει να καταλαβαίνη γρήγορα κ' έφκολα ο ένας τον άλλο• άμα
προστάξης, πρέπει να σ' ακούσουν, πρέπει να ξέρουν τι λες. Τα
δασκαλικά δεν ταιριάζουν• άλλα θέλουμε. Ζεστά και φλογερά, μέσα από
την ψυχή κι όχι μέσα από τα λεξικά, πρέπει να πεταχτούν τα λόγια. Η
ψυχή θανάψη την ψυχή και θα της δώση θάρρος. Στα τέτοια η γραμματική
δεν έχει να πη λόγο και με τους καλαμαράδες δε γίνεται δουλειά. Για
τούτο οι καλοί μας στρατιώτες, άμα είναι να παίξη το τουφέκι κι άμα
μυριστούν το μπαρούτι, ξεχνούν αμέσως το Χαντζερή, κι αρχινούν τη
γλώσσα που τους έμαθε η νίκη και που τους μαθαίνει να νικούν.
Ο Σολωμός είχε τους λόγους του που έβαζε μαζί τους Τούρκους και τους
δασκάλους. «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;
Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση
ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμέναις και η δύο
θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν
οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζη, ή κανένας Τούρκος βαβίζη•
γιατί για 'με είναι όμοιοι και οι δύο.»... « Μου πονεί η ψυχή μου• οι
δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτου από το Σταυρό, για να μας
κάμουν ελεύθερους, και τούτος (ο Σοφολογιότατος) και όσοι του
ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.» Ο
Σολωμός ήξερε φιλοσοφία κ' ιστορία• δε μιλούσε με τέτοιο τρόπο, μόνο
για να πειράξη τους δασκάλους ή να βρίση τους Τούρκους. Ο νους του
πήγαινε πιο ψηλά• έβλεπε τους αιωνίους νόμους της ιστορίας. Ένας
λαός, για να γίνη έθνος, δεν έχει παρά μια μόνη ανάγκη• θέλει
λεφτεριά. Πρέπει να είναι ανεξάρτητος, του χρειάζεται μ' άλλα λόγια
σωματική και πνεματική ανεξαρτησία. Όταν του λείπει λεφτεριά, μοιάζει
σα να συμμαζώνεται και να ζαρώνη• όταν την έχει, ξαπλώνεται και με
κάποιο τρόπο, ξετυλιέται. Αέρα, τόπο κι ουρανό γυρέβει ο νους του και
το κορμί του. Κάμνει βασίλειο δικό του, πολεμά να το μεγαλώση• όσο
μεγαλήτερο είναι, όσο πιο γερό κι ασφαλισμένο, τόσο πιο πολύ κ' οι
ιδέες του πληθαίνουν και μεγαλώνουν. Το πρώτο θεμέλιο είναι η γις•
μόνο με τέτοια βάση, κατορθώνει κάτι να κάμη ένας λαός. Θέλει όμως
και γλώσσα δική του, γλώσσα καινούρια κι όχι παλιά• μόνο με τέτοια
γλώσσα, βγάζει εθνική φιλολογία κ' έχει σωστή λεφτεριά, ανεξαρτησία
αλάκαιρη.
Στην Ελλάδα δεν είναι ανεξάρτητο για την ώρα μήτε όλο το ελληνικό
χώμα• χρειάζουνται ακόμη νησιά κ' επαρχίες, για να γίνη σωστό
βασίλειο. Για τούτο κι ο νους δεν πήρε την ορμή του. Είναι σαν το
πουλάκι που τρέμει ναφήση τη φωλιά του. Άμα μεγαλώσουν τα φτερά του,
ανοιχτά θα πάρη το δρόμο και δε θα μπορή να πιστέψη κατόπι που έναν
καιρό γύρεβε ξένα φτερά να πετάξη. Ένα έθνος φαίνεται έθνος και
δείχτει που ξέρει πρόοδο και πολιτισμό, μόνο όταν κάμη γλώσσα δική
του και καταλάβη τι αξίζει η εθνική, η δημοτική του γλώσσα. Ο στρατός
είναι που όλα θα τα σιάξη. Ποιους πολεμούμε; Τους Τούρκους και τους
δασκάλους• ο στρατός θα διώξη τους Τούρκους, κι όταν τους διώξη και
μεγαλώση το βασίλειο, θα μεγαλώσουν οι ιδέες κι ο νους θα υψωθή. Ένας
λαός που περηφανέβεται με τη δόξα του, δεν μπορεί να ντραπή πια και
για τη γλώσσα του. Τότες κ' οι δασκάλοι θαλλάξουν το σύστημά τους. Το
γλωσσικό ζήτημα είναι ζήτημα πολιτικό• ό τι πολεμά να κάμη ο στρατός
για τα φυσικά σύνορα, θέλει η γλώσσα να το κάμη για τα σύνορα τα
νοερά• πρέπει και τα δυο τους να παν πολύ πιο μακριά, να πάρουν
πιώτερο τόπο. Μαζί θα προκόψουν καμιά μέρα. Θα διήτε κατόπι! Ο
αληθινός ο στρατάρχης θα πη τους δικούς του, όχι• «Σπεύσατε, παίδες,
μεθ' ημών ο υμέτερος γαρ ειμί βασιλεύς και άρχων» μα θα τους φωνάξη
δυνατά, με τη γλώσσα τους κι από μέσα από την καρδιά του• — « Να
σκοτωθούμε ή να δοξαστούμε. Ομπρός τα παλληκάρια! Πάμε μαζί στο
θάνατο ή στη νίκη. Πρώτος εγώ, που είμαι και βασιλιάς σας.» Απ'
ολωνών τις καρδιές θα βγη τότες μια άλλη φωνή• «Όπου πας, πάμε και
μεις, πατέρα και βασιλιά μας.» Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο• ή
για τη γλώσσα πολεμάς ή για την πατρίδα, την ίδια δουλειά κάμνεις κι
ο γέρος Όμηρος είπε τι είναι αφτή η δουλειά• _αμύνεσθαι περί πάτρης_.
Όλος ο κόσμος μια μέρα θα το καταλάβη, πρώτος απ' όλους ο στρατός. Το
κεφάλαιο τούτο, που είναι το τελεφταίο, ας το βάλουμε και μεις για το
στρατό. Ο στρατός όλα τα κεφαλώνει.
Στην Ελλάδα τους στρατιώτες δεν τους πολυαγαπούν. Πότε τους αγάπησαν;
Ο Αριστοφάνης τους περιπαίζει. Είναι σύστημα παλιό. Τουλάχιστο είταν
Αριστοφάνης. Ο πλούσιος ο γραικός δίνει μιλλιούνια για τα γυμνάσια
και τα γράμματα. Ας έδινε τα μισά για το στρατό! Είδαμε που ο στρατός
θα μας φέρη και τα καλά γράμματα• έτσι τα χρήματα που θα δώσετε για
το στρατό, δε θα είναι χαμένα μήτε για τα σκολειά. «Όχι! Δεν είναι
δουλειά μου», σε λέει. Αμέ ποιανού δουλειά είναι; Του Τούρκου ή του
Σλάβου; Αν απαρχής σηκώνουνταν όλοι οι Έλληνες στην Ελλάδα, ποια
Εβρώπη θα τους βαστούσε σήμερα; Η μόνη σας φροντίδα πρέπει να είναι ο
στρατός. Ένας άθρωπος το κατάλαβε! Μη σας μέλη! έχει κ' η Ελλάδα γερά
κεφάλια. Στην Ανατολή δεν είναι δυνατό να μη στέκεται ο καθένας στα
σύνορά του να τα φυλάη, με το σπαθί στο χέρι. Δεν αρέσουν οι άντρες
που ζητούν κάθε μέρα από το λαό θυσίες και θυσίες, που προβλέπουν τι
θα γίνη και που χωρεί ο νους τους μακρινές ιδέες και μεγάλους
σκοπούς. Θα μας αρέσουν κατόπι. Καλά που είναι ένας τέτοιος και τώρα!
Τι να πω τόνομά του, αφού το γνωρίζει ο καθένας; ας ζήση το γερό το
κεφάλι! Μπορεί κάπου να κάμη λάθος• δεν πειράζει! μέσα του ξέρει τι
θέλει και που πηγαίνει• το δρόμο που πήρε μια φορά, τον τραβά ίσια
μπροστά του. Εκείνος κι όσοι του μοιάξουν κατόπι, θα κάμουν Ελλάδα
την Ελλάδα.
Ας έχουν όλοι λοιπό το νου τους στο στρατό. Όσο για μένα, είμαι σαν
τις γυναίκες• έχω καρδιοχτύπι κάθε φορά που διώ στρατιώτες να
περάσουν κι ακούσω να παίξη μουσική. Τους αγαπώ, γιατί όταν τους
βλέπω η φαντασία μου παίρνει φωτιά• συλλογιούμαι δόξες παλιές και νέα
παλληκαριά• συλλογιούμαι Μπότσαρη και Λεωνίδα. Τους αγαπώ όμως και
για τον τρόπο που με φιλοξένησαν. Αφού κοντέβει να τελείωση το
_Ταξίδι_ που σας διγούμαι, ας πούμε κι αφτό το ιστορικό. Πήγα στ'
Άργος ένα βράδυ και ψυχή δε γνώριζα. Περπατούσα μοναχός μου στους
δρόμους, δίχως να ξέρω που νακκουμπήσω για φαγί. Στην πιάτσα, βλέπω
έναν καπετάνιο που κάθουνταν και κάπνιζε με δυο φίλους• με ντροπαλό
ύφος τον παρακαλώ να με πη αν ξέρει να με δείξη που συνηθίζουν οι
ταξιδιώτες και τρων. Αμέσως σηκώνεται, με καλνά στο τραπέζι, δε θέλει
να μ' αφήση να πλαγιάσω στον ξενώνα, με πηγαίνει σ' ενός φίλου του,
γιατί ο ίδιος δεν είχε άλλο σπίτι παρά το στρατώνα, με στρώννουν το
κρεββάτι, πιάνουμε τα λόγια, πίνουμε, καπνίζουμε και κοιμούμαι τη
νύχτα σαν που δεν κοιμήθηκα σ' όλη μου τη ζωή. Ο καπετάνιος που σας
λέω, όσο να φροντίση για το στρώμα μου και για φαγί, δεν ήξερε μήτε
τόνομά μου, μήτε γύρεβε να το μάθη, μήτε μ' άφινε να του το πω• —
«Γραικός είσαι, λέει, και με φτάνει».
Η φιλοξενία τέτοια είναι• τέτοιους τρόπους έχει. Όταν τύχη και σε
φιλοξενήση κανένας μ' έναν τέτοιο λόγο, η καρδιά σου δεν το ξεχνά. Ο
λόγος είναι καλός. Μάλιστα λέω, από δω κι ομπρός, να φιλοξενήσουμε
περισσότερους αθρώπους. Αφού φτάνει να είναι Γραικός, τι λέτε,
παλληκάρια; Όλους τους Γραικούς να τους κάμετε δικούς σας. Γραικοί
είναι πολλοί στην Τουρκιά• Γραικοί είναι πλήθος στα νησιά. Έρχεστε να
τους φιλοξενήσετε και κείνους; Πόσοι σας φωνάζουν! πόσοι μ' ανοιχτές
αγκάλες σας προσμένουν! πόσοι σας ζητούν κρεββάτι και ψωμί! Πάρτε
πρώτα τα νησιά• έπειτα, άμα βρεθή κατάλληλη ώρα, φιλοξενείτε και τους
άλλους. Πρέπει κ' η τόλμη νάχη κάποια φρονιμάδα• για τέτοια δουλειά,
το βαθμηδόν του δασκάλου έχει τον τόπο του. Λίγο λίγο κάμνετε αδέρφια
όλα τα γραικόπαιδα του κόσμου. Ας είναι παντού ένα μόνος στρατός για
να φιλοξενήση όλους τους Γραικούς.
Αχ! να το διούν τα μάτια μας καμιά μέρα! Τρέμει η καρδιά μου, μόνο
που το συλλογιούμαι. Πότε, πότε θα γίνη; Πότε θα βρεθούν όλα ταδέρφια
μαζί; Πότε θα φιλοξενήση η δύστυχη μάννα όλα της τα παιδιά; Όσο έχουν
τον ξένο και δουλέβουν, πρέπει να τα λυπούμαστε σαν τα ορφανά• είναι
σ' εξορία και σε θλίψη. Καλήν πατρίδα, να τους λέμε. Καλήν πατρίδα,
παιδιά! Και γω τώρα θα σας αφήσω γεια. Κατόπι ξανάρχουμαι και
χαιρούμαστε πάλε μαζί. Μόνο στα δυστυχισμένα τα νησιά δεν το βαστά η
ψυχή μου να ξαναπατήσω, πριν τα διώ λέφτερα και κείνα. Τότες γυρίζω
πάλε στην Ελλάδα• τότες κατεβαίνω στα νησιά που ταγάπησα τόσο• τότες
γίνουνται ξεφάντωσες και χαρές. Από μακριά μακριά, μέσα από το καράβι
που θα με φέρη, θα τα διώ τα γραικικά μας τα νησιά! Ελληνική
μπαντιέρα θα στολίζη τον ουρανό. Δε θα βλέπω την ώρα που ναράξη το
βαπόρι. Δε θα βλέπω την ώρα που να φιληθούμε! Θα στέκουνται οι φίλοι
στο περιγιάλι και θα με καρτερούν. Έλληνες στρατιώτες θα μας
απαντέχουν και θα μας δείχτουν το πρόσωπό τους γεμάτο λαβωματιές,
ελπίδες και δόξα. Θα κατεβώ και πριν ακόμη πατήση το ποδάρι μου στο
λέφτερο το χώμα, θα μ' αρπάξουν οι φίλοι και θα τους αρπάξω.
Θαγκαλιαστούμε σφιχτά σφιχτά, η καρδιά μου μέσα μου θα τρέμη που θα
πονώ, τα μάτια μου θα φουσκώσουν και ποτάμια δάκρια θα χύνω.
Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό!
Τέλος.
Παροράματα.
Παρακαλώ τον αναγνώστη να διορθώση ένα πολύ μεγάλο λάθος που μας
ξέφυγε στη σελίδα 236, γραμμή 19• θα το παρατήρησε κι ο ίδιος. Αντίς
καθωμιλημένη
το σωστό είναι να διαβάση
κακομιλημένη.
Είταν έφκολο να γίνη το λάθος, γιατί έφτανε ναλλάξουν ένα γράμμα.
Αφού μάλιστα έχει δασεία, ίσως θελήσουν οι φιλόλογοι μας κανέναν τύπο
καχωμιλημένη.
Μα δεν πρέπει πάλε να το παρακάμουν και να προσμένουν άξαφνα να πούμε
αττικώς πως
χαχωμιλημένη
ή ακόμη καλήτερα
χαχαμιλημένη.
Φτάνει να γράψουμε κακομιλημένη — το πολύ πολύ λαθομιλημένη — για να
μας καταλάβη όλος ο κόσμος.
Είναι όμως κι άλλη μια δυσκολία. Καθωμιλημένη θα πη που ο καθένας πια
σήμερα ξέρει και μιλεί αφτή τη γλώσσα. Μόλον τούτο κ' οι δασκάλοι οι
ίδιοι δε βρήκαν ακόμη για την _κοινή_ αφτή τη γλώσσα ένα όνομα που
και κείνο να είναι κοινό. Ο ένας λέει _καθωμιλημένη_, ο άλλος
_καθομιλουμένη_. Εμείς μπορούμε να το σιάξουμε κι αφτό• ας λέμε κι ας
γράφουμε τα δυο ονόματα μαζί με τον ακόλουθο τρόπο•
(ωμιλημένη
κακ (
(ομιλούμενη.
Έτσι έχουμε και μια ωραία εθνική γλώσσα και τη χαίρεται ο κόσμος, και
κάθε Αθηναίος την καθομιλεί και την καθωμίληκε.
Με φαίνεται τώρα που διωρθώσαμε το μεγαλήτερο λάθος. Είναι όμως κι
άλλα πολλά• θα σημειώσω μόνο τα πιο σημαντικά. Ο κ. Βλαστός φρόντισε
να τυπωθή αφτό το βιβλιαράκι με πολύ μεγάλη προσοχή και κάμποσους
κόπους του κόστισε η δουλειά. Μόλον τούτο, είταν αδύνατο να μην
έχουμε λάθια, αφού μ' έρχουνταν τα τυπογραφικά δοκίμια στο Παρίσι κ'
έπρεπε να τα στέλνω πίσω την ίδια μέρα που τάπαιρνα. Παρακαλώ λοιπό
τον αναγνώστη να διαβάση
[Ακολουθούν παροράματα που έχουν διορθωθεί στο κείμενο. Μερικά από
τα κάτωθι, φανταστείτε τα με διαφορετικό τονισμό πχ. περισπωμένη
αντί οξεία και τανάπαλιν]
Δε με φαίνεται αναγκαίο να σημειώσω κάτι άλλα λάθη, σελ. 9 γρ.7, 93,
5 γιατί (αντίς γιατί), σελ. 85, γρ.28 γιατί (αντίς γιατίς, σελ. 22,
γρ.14 ό τι (αντίς ό τι) σελ, 11, γρ.7 τουλάχιστο (αντίς τουλάχιστο),
σελ. 66, γρ.7 ντουζίνες (αντίς ντουζίνες), σελ. 77, γρ.27 Φραγχίσκοι
(αντίς Φραγχίσκοι)/ σελ. 139, γρ.12 σύνεφα (αντίς σύννεφα) κτλ., κτλ.
Μπορούν όμως να μείνουν οι δυο ορθογραφίες διαδώθηκαν (σελ. 28, γρ.
15) και πεθνίσκουν (σελ. 41, γρ.23). Εννοείται που γράφω παντού με
σκοπό _οι_ αντίς το βάρβαρο το _η_, _τις_ αντίς τάνορθο _της_,
γλώσσες κι όχι γλώσσαις, η πόλη, της πόλης, κι όχι πόλι, πόλις, κτλ.
κτλ. — Καμιά φράση, απ' όσες έχω βαλμένες στις σελίδες 51 — 56 με
γαλλική μετάφραση, δεν είναι δική μου. Είναι όλες παρμένες από καμιά
φημερίδα. Για το ίδιο ζήτημα, θέλω να πω για μια γλώσσα που να μπορή
να την καταλαβαίνη ο λαός, μίλησε πολύ ωραία ο κ. Βικέλας (Εστία, 22
Νοεμβρίου, 1887, Περί βιβλίων και περί της έξεως του αναγινώσκειν). —
Σελ. 77, γρ.29• «Θρησκεία» κτλ. Τα λίγα που λέω σ' αφτό το κατεβατό,
τα είπε πολύ καλήτερα ο κ. Ροΐδης, Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως,
σελ 4 Έκαμε πολύ σωστή ανάλυση και ψυχολογία. — Για γραμματικά και
μερικά άλλα ζητήματα, ίσως μιλήσουμε αλλού. Καθώς το είπαμε στον
Πρόλογο, αφτό το βιβλίο, μόλον ό τι έχει βάση τη γραμματική, γράφηκε
μόνο και μόνο για να μπορέση, αν είναι δυνατό, να διασκεδάση τον
κόσμο με λίγη φαντασία και ποίηση.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Δυο λόγια σελ. α'
A' Πόθος κρυφός...............« 1
Β' Η γιανούλα.................« 7
Γ' Ταξίδι.....................« 15
Δ' Παρίσι.....................« 17
Ε' Δόξα και μοναξιά...........« 21
ς' Ο Ποιητής..................« 25
Ζ' Πτωχοπρόδρομος.............« 34
Η' Πόλη και πολίτες...........« 37
Θ' Cabinet de lecture.........« 46
Ι' Αρνί και λιοντάρι..........« 62
ΙΑ' Πατριαρχικά................« 74
ΙΒ' «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ..« 81
ΙΓ' Τα Μνηματάκια..............« 91
ΙΔ' Ο Μαχμούτης................« 98
ΙΕ' Μάθημα.....................« 105
Ις' Πόνοι κι αναστενασμοί......« 116
ΙΖ' Το Πυργί...................« 123
ΙΗ' Αγάπη......................« 138
ΙΘ' Κατάρα.....................« 150
Κ' Τα παλληκάρια στο περιγιάλι« 153
ΚΑ' «Συμβιβασμός»..............« 163
ΚΒ' Οι αρχαίοι.................« 189
ΚΓ' Λόγος......................« 207
ΚΔ' Ξένη γλώσσα................« 228
ΚΕ' Χαμένα λόγια...............« 235
Κς' Οικιακά κυνάρια............« 238
ΚΖ' Ελληνικός στρατός..........« 254
Παροράματα.....................« 265
Τέλος.