Αρετ. Όνειρο πρέπει να είνε, κι ως τόσο ψέμα δεν είνε! Να τος ο
δρόμος μας, να την του σπιτιού μας η θύρα! Τι θα πης, μαννούλα
μου, να με δης άξαφνα μπροστά σου με τέτοια τρομάρα στο πρόσωπο!
Μ' άφησε ο Κωσταντής ολομόναχη, ότι σιμώσαμε το χωριό, ότι
ακούσαμε μια φωνή που σιγοδιάβαζε μέσα στο Κοιμητήριο, και χάθηκε
από μπρος μου μαζί με το φρενιασμένο τάλογο που περνούσε θάλασσες
και βουνά. Γίνεται να μην είνε όνειρα όλα αυτά; Είμουνα στο
σπιτάκι μου απόψε. Έλειπε ο καλός μου, που θα γυρίση ο δύστυχος
και σαν παιδί θα με κράζη και δε θα με βρίσκη! Όχι, όχι· δε
γίνεται. Όνειρο είνε. Και μέσα στόνειρο, άλλο ένα, που τανιστορώ
κι αγριεύω σαν αυτή τη δύστροπη νύχτα. Καθούμουνα μονάχη στο
παράθυρο. Έρχετ' άξαφνα ο Κωσταντής, και με χαιρετάει από μακριά
και μου λέει «Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' η μάννα μας σε θέλει».—
«Αλλοίμον' αδερφάκι μου» του κράζω «και τι νε τούτ' η ώρα! Ανίσως
κ' είνε για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου Κι αν είνε πίκρα, πες μου
το, νάρθω καταπώς είμαι». Και μου λέει «Έλα καταπώς είσαι» . Κι
ανεβαίνω μαζί του τάγριο τάλογο, και σύραμε σα σύννεφα κ' ήρθαμε.
Και διαβαίνοντας από τις ιτιές εκεί κάτω, ξυπνούν τα πουλιά και
μιλάνε μ' ανθρώπινη λαλιά και φωνάζουν «Ποιός είδε κόρην όμορφη
να σέρνη πεθαμμένος!» — «Ακούς» του κάνω «Κωσταντή, τι λένε τα
πουλάκια;» — «Πουλάκια 'νε» μου ξαναλέει «πουλάκια 'νε κι ας
λένε.» — «Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου» του κράζω τρομασμένα
«φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις». — «Εχτές
βραδύς επήγαμε» μου λέει «στον Άη Γιάννη, και θέμιασέ μας ο παπάς
με περισσό λιβάνι». Και λέγοντάς μου τέτοια λόγια με κατεβάζει
αντικρύ στην Αγιά Μαρίνα, και χάνεται σαν ίσκιωμα από μπρος μου!
Ανέβηκα το χωριό τρέμοντας ολομόναχη μέσα στα σκοτεινά. . .
Όνειρο μέσα στόνειρο πρέπει να είταν! Ως τόσο να τον ο δρόμος
μας! Να την η θύρα μας! Μισοφέγγει ένα παράθυρο και το βλέπω το
σπίτι μας. Το βλέπω, και να φωνάξω δε μπορώ να μου ανοίξουν ....
Τουρτουρίζουν τα δόντια μου! Σύγκρυα με περέχυσε ο βλογημένος ο
Κωσταντής! Πάγος μονάχος το κορμί του! . . . Όνειρο μαύρο και
φοβερό! . . . Τον ονειρεύτηκα _πεθαμμένο_ τον Κωσταντή! . . . Κι
ακόμα όνειρο βλέπω, και θαρρώ πως πεθαίνω τώρα και γω! . . Αχ,
και να μπορούσα να ξυπνήσω και να γλυτώσω! Να δω τον ακριβό μου
στο πλάγι μου και να λαφρωθώ, να ξαναξυπνήσω, να είμαι πάλι στον
κόσμο! . . Ως τόσο να την η πόρτα μας! Να το τό σπίτι! Ο
Κωσταντής μου το είπε καθάρια πως η μάννα με θέλει. . . Τι να με
θέλη τέτοια ώρα παράξενη! . . .
Τι να είνε αυτό το κακό που ζητάει να με θανατώση πρι να το μάθω!
. . . Φοβερό κι ατέλειωτο όνειρο! . . . . Να φωνάξω, να ξυπνήσω,
να γλυτώσω από το βάσανο, να κράξω τη μάννα να με ξυπνήση και να
με σώση. . . (φωνάζει) Μαννούλα, μαννούλα, ξύπνα με, και πεθαίνω!
Ο Κωσταντής μας είναι που μ' έρριξε μέσα σ' αυτή την κρύα την
καταχνιά, που πάει να με πνίξη. Ξύπνα με, μάννα, να ξαναβρεθώ στο
σπιτάκι μου! Ο ακριβός μου, ο ακριβός μου! Θα λωλαθή, να το μάθη
πως πέθανα! Πέθανα, μαννούλα, και ξύπνα με!
(Πέφτει κοντά στην πόρτα).
Γαρουφ. Είτανε γυναικήσιες φωνές.
Δέσπω. Ο Χάρος έχει πάλι βαλμένο το μαύρο του χέρι. Παιδιά δε μου
μένουνε να του δώσω, ανοίξτε του να μπη και να πάρη εμένα.
(Σκύβει η Γαρουφαλιά κ' οι δυο γειτόνισσες με τα φανάρια, και
βλέπουν την Αρετούλα).
Αρετ. (με μισοπνιγμένη φωνή). Πεθαίνω, πεθαίνω, μαννούλα!
Δέσπω. Αρετούλα μου! (Πέφτει απάνω της, και πεθαίνουν κ' οι δυο
τους).