Μ Α Ρ I Γ Η (2)

ΤΡΙΑ χρόνια την πάλευε την Τουρκιά σα λυσσαγμένη η Τουρκοφάγα η

Κρήτη μαζί με την αναστημένη την Ρωμιοσύνη. Τουφέκι δεν έπεφτε στο

Μοριά ή στη Ρούμελη που δεν έβρισκε τον αντίλαλό του στ'

ακαταπόνετα τα Σφακιά. Τρία χρόνια σηκωνότανε και ξανάπεφτε το

ηρωικό το νησί στην τρομερή, στην άνιση την παλαίστρα με το

μυριόνυχο και το μυριόδοντο το θεριό. Ήρθε ο τέταρτος ο χρόνος, το

δίσεχτο το 24, και στην απελπισιά του απάνω ο Μαχμούτης γυρεύει

του Μεχμέτ Αλή την ταπεινωτική τη βοήθεια· κι' ο αχόρταγος ο

Μεχμέτ Αλής, ο χασάπης των Μαμελούκων, τι άλλο καλλίτερο γύρευε;

Σαν όνειρο τόβλεπε μπροστά του ένα πέλαγο από αίμα, αρίθμητες

ρωμιοπούλες σκλαβωμένες, άλλα τόσα ρωμιόπουλα σφαγμένα, πυραμίδες

κεφάλια, και το πιο σημαντικώτερο, την αφεντιά του Πασά του Μοριά

και της Κρήτης.

Σαν ακρίδες ξεκινούν από το Μισίρι και πλακώνουν απ' άκρη σ' άκρη

του νησιού Αράπηδες και Τουρκαρβανίτες. Όσο και να τους δεκάτιζε

το Κρητικό το μολύβι, μαθημένοι καθώς είταν από πόλεμο ταχτικό,

δεν αργήσανε να καταφέρουν όσα μια Τουρκιά δεν κατάφερε, να

σαρώσουν τον τόπο, χωριά και χώρες να ρημάξουν, και χριστιανών

κόκκαλα να σκορπίσουν απάνω σε χώμα αιώνες ζυμωμένο στο αίμα.

Ο Χασάν Πασάς από την Ανατολική την πλευρά το είχε αρχινημένο το

πανηγύρι του με τις δυο χιλιάδες νέους, γέρους και γυναικόπαιδα,

που λες και με τη μυρουδιά τους ξετρύπωσαν τα σκυλιά του στου

Μελάτου το σπήλιο. Ως την ακρογιαλιά κατέβαιναν οι φωνές όταν οι

γέροι σφάζουνταν, οι γυναίκες κοπαδιαστά κουβαλιούντανε σκλάβες,

οι άντρες αλυσόδετοι σέρνουνταν κατά τη Σπιναλόγκα, και μερικοί

παπάδες, που μένανε μαζί τους για θάρρος και για παρηγοριά,

δεματιασμένοι σα ξύλα ριχτότανε στη φωτιά!

Από τη δυτική την πλευρά, κατά το Σέλινο και το Κίσαμο, τάρματα

του Τομπάζη την είχανε χρυσωμένη των πολέμων εκείνων την ιστορία

με τη στερνή τους τη δόξα. Ο Χουσεήνης, του Μεχμέτ Αλή ο γαμπρός,

είτανε φτασμένος στην Κρήτη με χιλιάδες καινούργια αγρίμια, η

φοβερή η μάχη της Αμουργέλας την είχε θαμμένη και θαμμένη των

Κρητικών την ελπίδα, οι αδάμαστοι οι Σφακιανοί φώλιαζαν

τραβηγμένοι στα ορεινά τους λημέρια, κ' οι τετρακόσες οι ψυχές,

που μαρτύρησαν φοβερό μαρτύριο στη σπηλιά του Μελιδονιού, είταν

και κείνες στα ουράνια σταλμένες και φτερουγίζανε μαζί με τα

θύματα του Μελάτου.

Από το μυριοθρήνητο το Μελιδόνι αρχινάει η ιστορία μας, γιατί με

τις τέσσερες κατοστές, πούπνιξαν οι αθεόφοβοι στον καπνό της

φωτιάς που βάλανε στη μια και μονάχη τρύπα του σπήλιου, μαζί με

κείνους πήγε κι ο Μανουσάκης της Μαριγής, ο νιόγαμπρος ο λεβέντης.

*

Κατέβαινε τα ματόβρεχτα μονοπάτια σαν τρελλή η αρχοντοπούλα η

Μαριγή μαζί μ' άλλες χωριανές της πολλές. Όλες σκλάβες, όλες

ορφανές από πατέρα κι' από μάννα, έρημες όλες από πατρίδα κι από

σπιτικό. Και να είτανε να πης πηγαίνανε σε μοναστήρι να κλειστούν

ή και ζωντανές να θαφτούνε σαν το συγγενολόγι τους σε κάποιο

σπήλιο κι αυτές! Σκοπός και τέλος του ταξιδιού τους είταν η

ατιμιά, το ζωντανό το μαρτύριο. Αρχηγός Τουρκαρβανίτης και μερικοί

Τούρκοι μαζί του τις οδηγούσαν κατά τη Σούδα. Τρικάταρτο καράβι

πρόσμενε εκεί να φορτώση τη θλιβερή την πραμάτεια που από χώρες κι

από χωριά παντούθε κατέβαινε. Της Κρήτης ο αφρός, των ανθών της το

άνθος, τα πιο λαχταριστά και τα πιο διαλεχτά της κορίτσια, από

κάθε μονοπάτι σέρνουνταν εκεί κάτου να φορτωθούν και να πουληθούνε

σε Ασία και σ' Αφρική, και μ' άπονη σκουντιά να ριχτούνε στα βάθια

του Χαρεμιού, δίχως μήτε θρησκείας παρηγοριά να φυλάξουνε, μήτε

όνομα, μήτε άλλο της δόλιας πατρίδας τους φυλαχτάρι.

Τανιστορούσε η Μαριγή από τη μια το τι την περίμενε, θυμούνταν από

την άλλη το ιερό το λείψανο που μαύρο και καρβουνιασμένο κοιτότανε

στου Μελιδονιού τη σπηλιά, το λείψανο του πονεμένου της Μανουσάκη,

που ως και τη φωνή του την άκουγε ακόμα, τότες που στο σπίτι τους

μέσα την παρακαλούσε να φύγουνε πρι να πλακώση η αρβανιτιά, και

κείνη πάσκιζε να μαζέψη και να πάρη τα νυφικά της, ώσπου πλάκωσαν

τα θεριά, και θαρρώντας ο δόλιος πως έφυγε κ' η Μαριγή με τη μάννα

του, που την έβλεπε κ' έτρεχε κατά το σπήλιο, αφίνει την αγαπημένη

του πίσω και φεύγει, και κλειέται στο σπήλιο μαζί με τους άλλους,

και σαν είδε ύστερα πως έλειπε η καλή του, τρέλλα και τρέλλα τον

πήρε. Αχ, είταν αργά πια τότες, η αρβανιτιά το είχε τριγυρισμένο

το σπήλιο και το μπομπάρδιζε. Κ' ένας μονάχος, που γλύτωσε από το

μαρτύριο που ακολούθησε κατόπι και γύρισε στο ρημαγμένο το χωριό,

την αντάμωσε κρυφά τη σκλαβωμένη τη Μαριγή και της τα είπε τα

στερνά τα λόγια του Μανουσάκη. Τα συλλογιούνταν όλ', αυτά η

δύστυχη, και σαν απόκαμναν τα γόνατά της από τη θλίψη και από την

τρεμούλα της κούρασης και την έσπρωχνε Τούρκος πίσωθέ της με την

κάννα του τουφεκιού, θόλων' ο νους της, πλημμύριζε η καρδιά της,

και με χείλη στεγνά, με μάτια ορθάνοιχτα από την απελπισιά, σίμωνε

τον Αρβανίτη τον αρχηγό, και με λόγια που πέτρες θα ράγιζαν τον

παρακαλούσε τον άγριο να τη λυπηθή και να την αφήση να πάη ν'

αποθάνη κοντά στον αγαπημένο της.

Ξέσπαναν τότες στα γέλοια οι Τούρκοι, κι αντίλαλούσαν οι λόγγοι με

τάσεμνα χωρατά τους.

*

Είτανε βράδυ βράδυ, ο ήλιος έγερνε κατά τα κορφοβούνια, κ' οι

σκλαβωμένες οι Κρητικοπούλες κατέβαιναν αραδιαστές από το στερνό

τους μονοπάτι αποσταμένες, πρησμένα τα πόδια τους, ξέπλεγα και

σκόρπια τα μαύρα μαλλιά τους, που κάθε λίγο τα συμμαζεύανε με το

μαγουλήκι μην τύχη και τις παρακοιτάζουν ξένοι, λησμονώντας πως

μήτε η ομορφιά τους δεν είτανε πια δική τους. Βλέποντας αντίκρυ

στη θάλασσα η Μαριγή, σφίχτηκε η ψυχή της, κόμπωσε ο λαιμός της,

σα να της έλεγε η άπονη, η απέραντη η θάλασσα πως μια για πάντα θα

τη χωρίση από τον τόπο της, από τα κόκκαλα των αγαπημένων της, απ'

όλα όσα στον κόσμο λάτρεψε η καρδιά της.

Σε κάθε αποσταμένο τους πάτημα βγαίνανε αναστεναγμοί κι

αναρρουφήματα από τη μιαν άκρη της αράδας ως την άλλη, όταν τάγρια

τα ξεφωνητά και τα γέλοια των Τούρκων τις αφίνανε νακουστούνε.

Άλλη μισή ώρα, και περνούσαν από ταράπικο το στρατόπεδο.

Κοντοστάθηκαν αμέσως κ' έκρυψαν τα πρόσωπά τους σα Χανούμισες, μην

τύχη και τις καλοδή και πέση απάνω τους στρατιώτης. Φώναξε τότες ο

Αρβανίτης να μη φοβούνται, έδωσαν οι Τούρκοι μερικές σκουντιές

αποπίσω, και ξανάρχισαν το διάβα τους πλάγι του στρατοπέδου.

Ο χαλασμός, καθώς είδαμε, τελειωμένος τώρα στην Κρήτη. Οι

Σφακιανοί στα όρη κρυμμένοι, οι χώρες και τα χωριά καμένα, οι

εκκλησιές γκρεμησμένες, άλλη δουλειά για ταγρίμια του ο Χουσεήνης

δεν είχε· τους άφινε λοιπόν και ραχατεύανε ώσπου νάρθη η μαύρη η

ώρα και του Μωριά. Κ' έτσι το βράδυ βράδυ της μέρας εκείνης, που

δεν τους έκαιγε πια το λιοπύρι, που ο μπάτης ψιλοφυσούσε,

μοιρασμένοι σε παρέες οι στρατιώτες γλεντίζανε μέσα στην απλάδα με

φαγοπότια και με παιχνίδια.

Σα λαγωνικά, που μυρίζοντας άξαφνα κυνήγι ζωντανεύει το μάτι τους

και ξεχυμίζουν ανήσυχα και λαχανιασμένα από κάθε μεριά και πετούνε

στον αέρα αλυχτήματα ανυπόμονα, έτσι χυμίζανε Τούρκοι κι Αράπηδες

κατά τον δρόμο που περνούσαν οι παρθένες κ' οι νιόπαντρες του

παθιασμένου νησιού. Με τη φοβέρα όμως ο αρχηγός ο Τουρκαρβανίτης

τους παραμέριζε.

Στην άκρη άκρη της πεδιάδας κατά τον γιαλό, κοντά στα καράβια, σε

ξέχωρο μέσα χωράφι, μια από τις παρέες το γλέντιζε με τρόπο πιο

ταιριαστό με το φυσικό της άγριας εκείνης φυλής. Κρητικόπουλο

λεβέντικο κι αψηλόλιγνο, με τα χέρια δεμένα πιστάγκωνα και το

σκοινί σε καρφί καλά κουμπωμένο, ακκουμπούσε στον τοίχο του

χωραφιού ασκούφωτο, φορέματα ξεσκισμένα και χωματιασμένα, στήθια

ξετραχηλισμένα, πόδια ξυπόλυτα. Δέκα ως δώδεκα στρατιώτες από τους

πιο διψασμένους του Χουσεήνη, μερικά βήματα μακριά στεκάμενοι στην

αράδα, παραβγαίνανε στον αγώνα, ποιος να πρωτομπήξη το γυμνό του

μαχαίρι στα στήθια του νέου. Έβλεπες και στέκουνταν ολόρθα δυο

μαχαίρια, ένα στον ώμο του παιδιού κ' ένα στο μερί, έτρεχε το

αίμα, έννοιωθε δεν έννοιωθε το μισοζώντανο το παιδί από την

αγωνία, από το τράντασμα πούφερνε στα σωθικά του κάθε μαχαίρι που

ξεχυνότανε καταπάνω του, άλλο χάμου να πέφτη, άλλο στον τοίχο να

χτυπάη, κι άλλο να καρφώνεται στο βασανισμένο κορμί του.

Ο ήλιος βασίλευε με του μισαποθαμμένου του Ζανουλάκη τα μάτια την

ώρα που διάβαινε του Τουρκαρβανίτη η συνοδιά να κατεβή στο λιμάνι.

Ρίχνει ξάφνω η Μαριγή κρύφια ματιά κατά το χωράφι· δεύτερη ματιά

δεν χρειάστηκε. Ξεπετιέται σέρνοντας φωνή σπαραχτικιά σα να την

έσφαζαν την ίδια τα Τούρκικα τα μαχαίρια, πηδάει μες στο χωράφι,

και πριχού να νοιώσουν οι Αράπηδες πούθε ξεφύτρωσε ταναπάντεχο

εκείνο το φάντασμα, τον αγκάλιαζε η Μαριγή ξεφρενιασμένη και

μοιρολογώντας τον αδερφό της, που τέσσερες μήνες τον είχε χαμένο,

τον ξακουσμένο τον Ζανουλάκη, που κάθε μάχης του χρόνου εκείνου

τον είχε τσουρουφλιασμένο η φωτιά.

— Αδερφάκι μου, Ζανουλάκη! Έπαρέ με μαζί σου να λείψη το κρίμα,

έπαρέ με και φέρε με στον καλό μου!

Δεν μπόρεσε άλλο να πη. Και λόγια να είχε δε θα πρόφταινε. Σαν

καπλάνια χυθήκανε καταπάνω της οι αγριεμένοι οι στρατιώτες.

Έφεγγαν τακόλαστα μάτια τους από χαρά σα διαβολική, μύρια

ουρλιάσματα βγάζανε τα ορθάνοιχτα στόματά τους, ο βαρύς ο αχνός

της αναπνοής τους έλεγες και την έπνιγε, όση ζωή της έμενε σε

τέτοιο τρυφερό κορμί της κακόμοιρης.

Γύρισε ο μισοζώντανος ο Ζανουλάκης, έρριξε θολή ματιά στο φριχτό

το κακούργημα, και με βαρύ και κλαψάρικο γογγυτό αφίνει το στερνό

του ανασασμό.

Την ξύπνησε το γογγυτό εκείνο τη Μαριγή από σάστισμα κόλασης

φοβερής. Λες κ' ίσια στη ψυχή της τον έστειλε τον ηρωισμό του ο

αδερφός της μ' εκείνο το γογγυτό· λες και τ' Άγιο Πνέμα της

κατέβηκε από τα ουράνια, και τη στεφάνωσε με την αθώρητη τη χάρη

που γλυκαίνει του μαρτυρίου το θάνατο. Κι απάνω στο λογομαχητό του

Τουρκαρβανίτη, που φώναζε πως για κοινούς Αράπηδες δεν την είχε

τέτοια κοπέλλα, κι απάνω σε μαχαιριές και μαλλώματα αναμεταξύ

τους, σέρνει μαχαίρι η Κρητικοπούλα από το κορμί του ξεψυχημένου

της αδερφού και το χώνει στη μαύρη καρδιά της.

Μετά λίγη ώρα η συνοδιά κατέβαινε στο λιμάνι, κ' οι Κρητικοπούλες

που φορτωθήκανε στο τρικάταρτο το καράβι δεν ξανακούστηκαν πια με

τα χαριτωμένα τους τα ονόματα.

Ξεκινώντας την άλλη μέρα το πλοίο, κοίταζαν οι κοπέλλες το κορμί

της αρχοντοπούλας απάνω στα κύματα δεμένο μαζί με τον αδερφό της

το Ζανουλάκη. Τα κοίταζαν τα δυο τα κορμιά, και κάμνανε το σταυρό

τους κρυφά από τους ναύτες — ίσως το στερνό στερνό χριστιανικό

τους προσκύνημα.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ

Ξ Ε Ν I Τ Ε I Α Σ

ΤΟΜΟΡΦΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ

Τάκουγε ο μικρός ο Παυλής πως είχε ένα όμορφο χωριό ως μιάμιση ώρα

από το δικό του πίσω από ταντικρυνό το βουνό, και το λόγιαζε με

βαθιά λαχτάρα και με κάμποση στενοχώρια το βουνό εκείνο, που

τούκρυβε το χωριό και δεν τον άφινε να δη από μακριά μήτε σπίτια

μήτε παράθυρα ναντιφέγγουνε με το βασίλεμα του ήλιου, καθώς

γυιάλιζαν άλλα χωριά σε όρη πιο μακρινώτερα. Και το είχε καημό στα

δεκάξη του χρόνια που δεν τον αφίνανε να πεταχτή και να πάη να το

σεριανίση ή μονάχος του ή και με σύντροφο, τώρα που είταν κι ο

δρόμος αμαξωτός· παρά μόλις ύστερ' από μήνες και μήνες παρακάλια

εστρεξαν οι γονιοί του να ξεκινήση με το νωνό του, που είχε φίλους

εκεί και συχνοπήγαινε για να τους βλέπη.

Μέτρο δεν είχε τότες η χαρά του Παυλή. Μήτε στον Άγιο Τάφο να

πήγαινε. Κι άξιζε σταλήθεια να ονειρεύεται τόμορφο το χωριό,

γιατί, άφησε που τα σπίτια του στέκουνταν το καθένα και στο

περιβόλι του μέσα μέσα, άφησε που τρεχάμενα νερά το δρόσιζαν κι

ακούραστα αηδόνια το γλέντιζαν, είταν κ' οι κάτοικοί του πιο

ανοιχτόκαρδοι από τους χωριανούς του Παυλή, γεννημένους σε τόπο

πιο γυμνό και πιο βουνήσιο, που λεμονιά κι α φύτρωνε, μήτε να

φουντώση μήτε να λουλουδίση δε δύνουνταν.

Ξεκίνησε Παυλής και νωνός από το σπίτι πρωί πρωί, πρι να πλακώση

το κάμα. Περπατάμενοι κ' οι δυο τους. Ένα ζεμπίλι σε ραβδί

περασμένο, μια ο ένας στον ώμο του μια ο άλλος, και πηγαίνανε.

Στο μισό το δρόμο, κατά την Αγία Λεμονή, ρημοκλήσι ανάμεσα στα δυο

τα βουνά (είτανε δυο τα βουνά, και όχι ένα καθώς φαίνουνταν από

μακριά) μέσα στις λυγαριές, τις ασπαρτιές και τα μύρα, άνοιξαν το

ζεμπίλι και τσίμπησαν κάτι δίπλα σε κρύα βρυσούλα.

Δεν μπορούσε ως τότε ο Παυλής να καλοκαθίση και πολλήν ώρα· κάθε

λίγο και κοίταζε κατά τόμορφο το χωριό, ρωτώντας το νωνό του

πόσους γύρους ακόμα κάμνει ο δρόμος κι από που θα πρωτοφανούνε τα

σπίτια.

— Άλλη μισή ώρα και θα προβάλη το χωριό σαν κοπέλλα μπροστά μας.

Ο δρόμος τώρα κι ομπρός άλλαζε κάθε τόσο. Μια λιόδεντρα, μια

χωράφια, κι άξαφνα μήτε λιόδεντρα μήτε χωράφια, παρά θεόρατοι

λαξεμένοι βράχοι από την κάθε πλευρά. Και καθώς διαβαίνανε, μήτε

πενήντα βήματα μπροστά τους δε βλέπανε με το να γύριζε ο δρόμος

πότε δεξά πότε ζερβά στα βουνήσια εκείνα τα μέρη.

— Άλλη μια θα γυρίσουμε και θα φανή το χωριό, λέει ο νωνός του

Παυλή.

Βγήκανε δεν βγήκανε από το λαξευτό το δρόμο, και ξεφυτρώνει

μπροστά τους πεντάμορφη θέα. Κάμπος βαθύς και δεντροσκέπαστος,

βουνά παρακείθε αραδιασμένα σαν κύματα γιγαντένια, από τα δεξά

γάλα η θάλασσα με δυο ρημονήσια παράπλευρα στη στεριά, δίπλα

στακρογιάλι τόμορφο το χωριό, που φέγγανε τα σπίτια του σα

γλάστρες με τα λουλούδια, και τέλος καταμεσίς στα σπίτια εκείνα —

παράξενο θάμα! — βράχος που στεκότανε σαν κολοσσός δίχως ταίρι,

ουρανόγγιχτος κολοσσός, μήτε τέχνη μήτε συμμετρία, κι ως τόσο

μεγαλείο που σέκαμνε καί τονε σεβούσουνα. Κι απάνω απάνω στου

Κολοσσού την κορφή μεγάλη κατάλευκη Εκκλησιά, κι απάνω στην

Εκκλησιά το Καμπαναριό, κάτασπρο κι αυτό, λαφρόστεκο και

χαριτωμένο.

Τάκουσε αυτά πολλές φορές ο Παυλής και τα πρόσμενε· μα τόση δα

πάλι ομορφιά δεν την έλπιζε. Ο καταμεσινός μάλιστα ο βράχος, ο

μονόπετρος εκείνος ο δράκος, που μέσα στην αντηλιά φαινότανε σα

σύννεφο, σαν καπνός, με την εκκλησιά σαν κορώνα στημένη στην

περήφανή του κορφή, τέτοιο πράμα δεν το χώρειε η φαντασία του.

Στάθηκε ο Παυλής και τήραγε την τόση τη χάρη, τήραγε το χωριό, τον

κάμπο, το πέλαγο, και τα δυο τα ρημοννήσια, τις βαρκούλες και τα

περάματα στα βάθια του κόρφου, και του φάνηκαν όλα σαν κόσμος

καινούργιος, και το καίγουνταν που δεν ήρθε προτήτερα να τον

ανακαλύψη αυτόν τον καινούργιο τον κόσμο, και το παραξενεύουνταν,

πώς γίνεται να πηγαινοέρχουνται τόσοι και τόσοι από τόμορφο το

χωριό, και να μην έρθη κανένας τρελλαμένος από τα μάγια του και με

το ζόρι να τους πάρη και να τους δείξη τόμορφο το χωριό!

Ροβόλησαν τον κατήφορο βιαστικά βιαστικά, και χωρίς να το

νοιώσουνε βρεθήκανε ολόμπροστα στο χωριό. Τα παρατηρούσε όλα ο

Παυλής μ' αχόρταγη δίψα. Έβλεπε τα καταπράσινα περιβόλια, τις

πορτοκαλιές, τα νόστιμα τα σπιτάκια, τα χωριατόπουλα που

παραιτούσανε τα παιχνίδια τους και στεκόντανε να σεριανίσουν τους

ξένους, τις χωριατοπούλες που κρυφόσκυβαν από τα παράθυρα να τους

καλοκοιτάξουνε· διάβηκε τέλος και πλάγι του βράχου, και το

καλοξέτασε το πέτρινο το θεριό, ταμέτρητα τα λιθάρια που

κρεμιούνταν από τις ράχες του, άλλα σα χτισμένα απ' ανθρώπινο

χέρι, άλλα σα να τάβαλε ξεπίτηδες ο Θεός για να φοβερίζη τους

αμαρτωλούς αποκάτω· είδε και τη λιθόχτιστη τη σκάλα με τα

σιδερένια τα κάγκελα που ανέβαιναν οι Χριστιανοί στους Σπερνούς

και στις Λειτουργιές — τα καμάρωσε όλα από κοντά και τα θάμασε,

και θανέβαινε δίχως άλλο να προσκυνήση κι αυτός, μόνο που ο ήλιος

τους παράδερνε τώρα κ' είταν κ' οι δυο τους αποσταμένοι. Τραβήξανε

λοιπόν κατά το φόρο, και κει πέρα σε φιλικό μαγαζί καθίσανε να

ξεκουραστούν και να δροσιστούνε με το κρυόνερο πούτρεχε στη μέση

του φόρου, πρι να ξεκινήσουν κατά το σπίτι του αρχόντου του

Μαυρουδή που τους είχε προσκαλεσμένους.

Σαν αποξεκουράστηκαν και δηγήθηκε στους χωριανούς ο νωνός τα νέα

που διάβασε στην _Αμάθεια_ (έτσι την έλεγε την «Αμάλθεια»),

σηκώθηκαν και τράβηξαν κατά του κυρ Μαυρουδή.

Είταν το σπίτι αυτό από την άλλη την άκρη σε ξέχωρο μέρος, με

πατώματα όχι πιώτερα από δυο, μα αερικό, ολόδροσο, αυλή

μαρμαρόστρωτη μέσα, παράθυρα και θύρες ορθάνοιχτες από κάθε μεριά,

που οπόθε κι αν κοίταζες έβλεπες το λαχταριστό περιβόλι.

Κατάμπροστα στη μεγάλη τη θύρα κάτω από πηχτόφυλες κληματαριές

αντίκρυ στις πιο φουντωμένες πορτοκαλιές, με το σεντριβάνι στη

μέση που μέρα νύχτα ξετίναζε ταργυρά του νερά, εκεί κάθουνταν ο

κυρ Μαυρουδής, και με το κομπολόγι στο χέρι έδινε προσταγές του

Περιβολάρη. Εκεί τον ανταμώσανε, Παυλής και νωνός. Προσηκώθηκε ο

άρχοντας, τους καλωσόρισε, και τους κάθισε πλάγι του.

Ως πενήντα πέντε χρονών άνθρωπος ο κυρ Μαυρουδής. Ανοιχτόκαρδος,

πρόσχαρος. Τίποτις δεν τονε χολόσκανε, όλα στο χωρατό συνήθιζε και

τα γύριζε. Αγκαλά και τι έννοιες τις είχε! Άλλο τίποτις

αμπελοχώραφα και περιβόλια στον κάμπο, όμορφο σπίτι, ένα κοριτσάκι

ακόμα πιο όμορφο ό,τι πατούσε τα δεκατρία, και τη γυναίκα του. Τι

γυναίκα του θα πήτε σα δύστροπη· μα το κορίτσι είχε πάρει από τον

πατέρα κι όχι από τη μάννα. Όλη του λοιπόν η αγάπη στη Σμαράγδα

του καταστάλαξε. Όσο για τη μάννα της την Αμερισούδα, για λόγου

της άλλο δεν είχε παρά μαριόλικο χαμογέλοιο κάθε φορά που

αρχινούσε λογομαχητά, πότε με παρακόρες, πότε με γειτόνισσες, και

κάποτες και με τη μικρή. Με τον ίδιο τον γέρο πολλά λόγια δεν είχε

η αρχόντισσα. Το χαμογέλοιο του εκείνο τηνε σκότωνε.

Σαν καθίσανε στο πεζούλι και τα λέγανε, βγήκε κ' η Μαυρουδού με

την κόρη της και καλωσόρισαν τους μουσαφιρέους. Έγειναν

τανερωτήματα, είπε ο Παυλής τα μηνύματα της μετέρας του, πήρε κι ο

γέρος την κόρη στα γόνατά του, ρωτώντες την αν το γνώριζε τόμορφο

εκείνο ταγόρι. Αυτού απάνω στραβομουριάζει η Μαυρουδού και

τραβιέται μέσα, τάχα να φέρη το δίσκο. Ήρθε ως τόσο και ο δίσκος

με το νεράντζι, ήρθε κι ο αναπόφευγος ο καφές. Κατόπι άνοιξαν

απέραντες ομιλίες οι γέροι για τα δημοτικά τους, φόρους, κρίσες,

διαθήκες, τόνα, τάλλο, και σ' αυτό το μεταξύ ξαναμπήκε η γριά να

δώση χέρι στις παρακόρες, να γίνη της ανθρωπιάς το φαεί. Μείναντας

έτσι μονάχος ο Παυλής άρχισε να κόβη γύρους στο περιβόλι.

Βλέποντάς τον η μικρή αναπηδάει κι αυτή και τρέχει σιμά του. Κι

αφορμή από τα χρυσοκόκκινα τα ψάρια που κολυμπούσανε στου

σαντριβανιού την ολοστρόγγυλη γούρνα, άρχισαν κι αυτοί τα λόγια,

πρώτα λίγα λίγα και κοντουλά, κατόπι σαν πιώτερα, ώσπου ξεθάρρεψαν

και γελούσαν κιόλας απάνω στην ομιλία.

Τους κοίταζε ο κυρ Μαυρουδής από την πεζούλα κ' έλεγε του νωνού.

— Να ζευγάρι για προξενειά! Ένα λόγο από τη μάννα του, και με

πιάνεις.

— Μα δε βλέπεις, κυρ Μαυρουδή, τι μωρό που είνε ακόμ' αυτός;

Κ' είτανε σταλήθεια μωρό ακόμα ο Παυλής, κι ας είτανε και δεκάξη.

Η μικρή σβέλτα, γελαστή, και μισωριμασμένη σαν την αγορίδα ό,τι

φουσκώνει, του λαλούσε και του γλυκογελούσε με μάτια όσο μαύρα,

τόσο και λαμπερά. Ο ξανθουλός όμως, ο ντροπαλός ο Παυλής, την

κοίταζε σα να είταν αυτός κορίτσι, κι άμα της ξανοίγουνταν

κρυφόβλεπε και τους γέρους, μην τύχη και δεν τόκριναν εύλογο να

παρακουβεντιάζη με τη μικρή.

Από λόγο σε λόγο, από δέντρο σε δέντρο, βρέθηκαν ακόμα παραόξω,

κρύφτηκαν από τους γέρους, κι άλλο πια δεν έβλεπαν του σπιτιού

παρά ταπάνω τα παράθυρα. Κυνηγούσανε πεταλούδες, παραμόνευαν

πουλιά, γυρεύανε να ξετρυπώσουν τον τζίτζικα που τους ξεκούφαινε

από παράμερη συκαμινιά, κι απάνω σ' αυτή τη λαχτάρα τους ήρθε να

σκαλώσουν το δέντρο και να δούνε τον τζίτζικα. Ταντροκόριτσο η

Σμαράγδα άρχισε αυτή πρώτη. Ό,τι έκαμνε όμως να σκαρφαλώση, πετάει

η μάννα της από το παράθυρο μια φωνή.

— Νάρθης μέσα και σε θέλω, Σμαράγδα!

Πηδάει κάτω η Σμαράγδα, σιάζει τα μαλλιά της, και δρόμο.

Μείναντας μονάχος του ο Παυλής και στενοχωρημένος που έγινε αφορμή

να τη μαλλώσουνε τη μικρή, τι να κάμη, τραβάει προς τους γέρους.

Οι γέροι όμως ακόμα τα δικά τους. Σα να μην έννοιωσαν αυτοί

τίποτις. Ξαναρχίζει λοιπόν τις βόλτες, παίρνει γύρο το σπίτι να δη

και το πίσω το περιβόλι. Στάθηκε κει και τήραγε τον απέραντο κάμπο

και τατέλειωτα τα βουνά. Και καθώς τα κοίταζε σαν ονειριασμένος,

ακούγει αποπάνω κλάματα και φωνές. Μισοπνιγμένες φωνές,

μισοπνιγμένα κλάματα· κάθε τόσο και θυμωμένο ξεφωνητό γυναικήσιο,

που ανεβοκατέβαινε μαζί με τις χτυπησιές· μαζί με το ξεφωνητό

ανεβοκατέβαινε και το κλάμα.

Είταν η μάννα, και την έδερνε τη Σμαράγδα που ξεθαρρεύτηκε τόσο.

Ταράχτηκε ο μικρός, δε βαστούσε να τακούγη το σπαραχτικό αυτό

φωνοκόπι. Του τάσκιζε τα συκώτια του. Αποτραβιέται σε κάτι μυρτιές

μέσα μονάχος, αθώρητος. Με κεφάλι σκυμμένο στέκουνταν εκεί και

τόκλαιγε το κορίτσι που βασανίζουνταν εξ αιτίας του. Έμεινε εκεί

κάμποσο. Κι όσο το συλλογιούνταν πως παιδεύτηκε η Σμαράγδα με το

να γύρεψε να του δείξη φιλία, άλλο τόσο την πονούσε, άλλο τόσο την

_αγαπούσε_ τη δόλια τη μικρούλα.

Σαν πέρασαν τα κλάματα κ' οι ραβδιές, άλλο πια δεν άκουγε ο Παυλής

παρά τα γέρικα τα μουρμουρητά από μπρος, πουλιά και τζιτζίκους στα

δέντρα, πετεινούς κι ορνίθια στη γειτονιά, και τα περονομάχαιρα

που χτυπούσανε στρώνοντας το τραπέζι στη μεγάλη την κάμαρα.

Φωνάζει άξαφνα ο νωνός του, που γυρίζει μέσα στον ήλιο. Σφουγγίζει

τα μάτια του ο Παυλής, και ξεκινώντας ρίχτει ματιά κατά ταπάνω

προς την πισινή τη μεριά του σπιτιού. Και τι να δη; Τη Σμαράγδα

κλαμένη, ταπεινωμένη, απελπισμένη! Τραβιέται το κορίτσι αμέσως να

μη φανή. Εκείνος ως τόσο το είδε, το πόνεσε, και ζωγραφιούνταν ο

πόνος του στην όψη του όλη. Την αγαπούσε πια ο Παυλής τη Σμαράγδα.

Έρχεται μεσημέρι, καθίζουνε στο φαεί. Τραπέζι μουσαφίρικο. Έβγαλε

ο κυρ Μαυρουδής το πιο παλιό του κρασί, παράθεκε η κερά Μαυρουδού

τα πιο ορεχτικά φαγητά της. Η μικρή στο πλάγι της μάννας της, ο

Παυλής κι ο νωνός αντικρύ. Της Σμαράγδως τα δάκρια στεγνωμένα πια

τώρα. Αγκαλά συμμαζεμένη πάντα με της μάννας της την όψη τη

σοβαρή. Δεν πολυβάσταξε ως τόσο ο συμμαζεμός αυτός της μικρής·

ήξερε να την ξαναφέρνη στα νερά του ο γέρος, κ' οι νοστιμιές του

έπερναν κ' έδιναν πάλι.

— Έλα τώρα να μας πιής κ' ένα κρασί στην υγειά του Παυλή, της

κάνει δίνοντάς της ποτήρι.

Το παίρνει η μικρή το ποτήρι, κι ό,τι έκαμε νανοίξη το στόμα της

αλλαξοθωρίζει. Κάτω το ποτήρι κι αναβλέπει τη μάννα. Σύννεφο η

μάννα κι αστροπελέκι. Της είχε κρυφοπατήσει το πόδι της κόρης της

μην τύχη και ξεστομίση τίποτις άπρεπο, κ' έτσι την τρόμαξε τη

μικρή.

Ο νωνός αντίκρυ, που την ήξερε τη νοικοκερά, άνοιξε αμέσως

κουβέντα με τον Παυλή για το βράχο, ως πόσα σκαλοπάτια μαθές νάχη.

Πού να τα ξεκολλήση όμως τώρα τα μάτια του από τη Σμαράγδα ο

σαστισμένος ο Παυλής! Ταπομάντεψε το τι έτρεξε, και ντρέπουνταν

αυτός για την κόρη. Δεν τάχασε όμως κι ολότελα, παρά παίρνει

ποτήρι και λέει να πιούνε πρώτα στην υγειά της Σμαράγδας! Δος του

τότες κάχλανα ο κυρ Μαυρουδής! Με πρόσωπο ολόπυρο από τα γκαρδιακά

του τα γέλοια αρπάζει ποτήρι ο γέρος, και φωνάζει πως άμποτες νά

τονε δη τον Παυλή και γαμπρό της Σμαράγδας του!

Μύριες θωριές η Αμερισούδα! Όσο συνηθισμένα και να τα είχε τα

γέλοια του γέρου, τώρα πια της μπαίνανε στα στήθια σαν αλύπητες

μαχαιριές. Αυτή μαθές να γυρεύη να κυβερνήση την κόρη της, κι ο

πατέρας της να την αρρεβωνιάζη κιόλας έτσι μωρό παιδί μ' άλλο μωρό

παιδί στο τραπέζι απάνω, αυτό να το καταπιή δεν δενήθηκε. Το

φυσούσ' αυτό και δεν κρύωνε. Άλλαζε κι όλο άλλαζε χρώματα.

Κόλλησαν τα χείλη της, κι ανοιγόκλειαν τα ρουθούνια της. Της

κατεβαίνει άξαφνα σα ζαλάδα. Ακκουμπάει κατά τα πίσω με χέρια

σφιγμένα, πείσμα γεμάτα. Θολώνουν τα μάτια της, κομπώνει ο λαιμός

της, κι απομένει ασάλευτη.

Την κοίταξαν όλοι τρομαγμένοι.

— Λιγοθυμιά είνε, κάνει ο κυρ Μαυρουδής, τίποτις δεν έχει. Συχνά

το παθαίνει αυτό. Και παίρνει νερό και της χύνει μια ποτηριά.

Μικρό ξετίναμα και τίποτις άλλο. Έμειναν τα μάτια στηλωμένα,

θαμπά.

Σηκώθησαν όλοι, έτρεξε ο νωνός στου γιατρού, ήρθε ο γιατρός, την

είπε συγκοπή της καρδιάς. Οι γειτόνισσες την είπανε _χολόσκαση_.

Την έκλαψε ο χρυσός ο Μαυρουδής κάμποσο τη γυναίκα του. Την έκλαψε

κ' η Σμαράγδα. Έμεινε ο Παυλής να τους κάμη συντροφιά τη νύχτα

εκείνη, γύρισε ο νωνός να πη τα μαντάτα της μάννας, και να μην τον

προσμένη.

*

Την ανέβαινε ταποταχύ ο Παυλής την Εκκλησιά του όμορφου του χωριού

μαζί με τη θλιβερή τη συνοδιά που ακλουθούσε το λείψανο. Πού να το

φανταστή τέτοιο πάθημα σαν ξεκινούσε κατά τόμορφο το χωριό!

Στάθηκε σε μιαν άκρη εκεί απάνω στο Νάρθηκα του Ναού, και τηρώντας

γύρο την πεντάμορφη θέα, σαν όνειρο ακόμα το θάρρευε. Όνειρο,

γιατί πονούσε η καρδιά του, αντίς να χαίρεται. Πονούσε για τόσα

και τόσα, και το χερότερο, που α δεν ερχότανε στο χωριό, δε

θάσκαγε η χολή της αρχόντισσας. Συλλογίστηκε ύστερα ταρφανό το

κορίτσι και τον έπιασε θλίψη βαρειά και μεγάλη. Έτσι του ερχόντανε

να γκρεμηστή από τα σιδερένια τα κάγκελα.

Ζυγώνει ο γέρος ο Μαυρουδής και τον παίρνει από το χέρι.

— Να πάρης τώρα την μικρή μαζί σου και να πάτε σπίτι εσείς, του

λέει. Εμείς οι μεγάλοι θα πάμε στο Κοιμητήριο.

Πήρε ο Παυλής τη Σμαράγδα και κατέβηκαν. Πήγανε σπίτι, καθίσανε

στο πεζούλι, και πρόσμεναν το χαροκαμένο το γέρο. Έκλαιγε η μικρή,

και την παρηγορούσε ο Παυλής. Σε λίγο σηκώθηκαν, τράβηξαν κατά το

συντριβάνι, τις πορτοκαλλιές — ως και στις συκαμινιές πήγαν. Παν

τα δάκρια αμέσως. Ουρανός Απριλιάτικος. Έτρεχαν από δω κι από κει.

Ως και τον τζίτζικα ζητήσανε να τον πιάσουνε πάλι! Και σαν ήρθε ο

γέρος, τη βρήκε τη μικρή του στη συκαμινιά μισοσκαλωμένη.

Στάθηκε από μακριά και την κοίταζε την κόρη του με συλλογισμένο

χαμόγελο.

— Αυτή θα τονε γιατρέψη τον πόνο μου, είπε μονάχος του, και κείνο

ταγόρι θα γείνη ο νοικοκύρης μας.

*

Περάσανε χρόνια, ως εφτά ή οχτώ. Ο Παυλής είχε μισέψει στη

ξενιτειά, μα είταν από πρόπερσυ μεταγυρισμένος.

Στο πεζούλι απάνω του Μαυρουδή κάθουνταν η τρυφερόκαρδη η Σμαράγδα

και βύζαινε το πρωτογέννητό της. Ο γέρος ο Μαυρουδής κλάδευε τις

πορτοκαλιές, και πότε πότε συντύχαινε και της κόρης του. Αμέ ο

Παυλής, της Σμαράγδας ο άντρας; Έλειπε αυτός στο δικό του το

χωριό, που πήγε να φέρη τη γριά του να ξανακαμαρώση το χαδεμένο

ταγγόνι της.

ΧΑΡΑ ΑΝΙΚΗΤΗ

ΤΟ είχε στο αίμα του ο Γέρο Τραντάφυλλος να μη δαμάζεται από

πίκρες. Η λαχτάρα, η ελπίδα, κ' η δύναμη της χαράς

γλυκοσπαρταρούσανε μέσα του πάντα. Τον έβλεπες κ' έλεγες· να

άνθρωπος που του αξίζει να ζη. Όχι γέλοιο, όχι χαμόγελο, μικρό

τρεμούλιασμα μονάχα στα χείλη του έσωνε να σε καταπείση πως είταν

η ψυχή του περιβόλι από την Πρόνοια ωρισμένο να θρέφη της χαράς τα

λουλούδια.

Κι ως τόσο, καθώς όλα του κόσμου αλλοιώτικα, έτσι κ' η τύχη του

χρυσόκαρδου εκείνου ανθρώπου. Μια σειρά φουρτούνες και συφορές η

ζωή του. Ξενιτεύτηκε κι αυτός νιος καθώς οι πιώτεροι του φτωχικού

του νησιού. Σ' ένα ξερονήσι ποιος να πρωτοζήση! Έκαμνε κάθε αγόρι

της προκοπής το σταυρό του και τράβαγε κατά την «Ανατολή».

Καλλιφορνία είταν τότες η Ανατολή.

Πέρασε εκεί κακορρίζικα χρόνια· κακορρίζικα, με το να πλάκωσαν

άξαφνα δύστροποι χρόνοι. Και σα να μην έσωναν οι κακές οι σοδιές,

βρέθηκε να είνε τότες κ' οι «Ζεϊμπέκοι» στη δόξα τους, και να

πάρουν απάνω τους δεν μπορούσαν οι ξενιτεμένοι οι νησιώτες. Ο

δικός μας ως τόσο, ταυτί του δεν ίδρωνε. Όχι πως δεν τον έμελε·

άλλο δεν ονειρεύουνταν παρά να γυρίση κι αυτός με σαβούρα· μα οι

αναποδιές εκείνες που άλλοι τις έπαιρναν κατάκαρδα, και μόνο που

χεροτέρευαν την κακοτυχιά τους, ο Τραντάφυλλος τις είχε

παιδιακήσια φυσήματα σε μεγάλη γαλήνη.

Σαν καλός έμπορος, τη ζωή του την περνούσε ανάμεσα σε σακκούλια

ρίζι και βαρέλια τριμμένη ζάχαρη. Κι αν καλοκάθιζε κάποτες, είτανε

για να γράψη στους δικούς του. Στην κάμαρά του απάνω από το μαγαζί

ποτές δεν ανέβαινε, παρά για να κοιμηθή.

Αυτή είταν η ζωή του χρόνια πολλά. Ζωή που μπορούσε την ψυχή του

ανθρώπου να την καταντήση λυχνάρι μισόσβεστο, άγραφη πλάκα να τον

κάμη το νου, θρύμματα την καρδιά, καράβι καθισμένο τον άνθρωπο. Ο

Τραντάφυλλος όμως όχι· αυτός έλπιζε πάντα πως θά τονε χαρή τον

κόσμο, κ' ελπίζοντας τη χαίρουνταν τη ζωή του.

Βαριά, σκοτεινά, κι ατέλειωτα τα χρόνια εκείνα, κι ως τόσο

περνούσαν. Και μην έχοντας η καρδιά του μήτε της αγάπης τα γλέντια

μήτε της συντροφιάς τα καλά σε κείνο το Τουρκοχώρι,

κρυφοσπαρταρούσε κατάβαθα για τις χαρές που θαρθούνε μια μέρα, κ'

έτσι περνούσε ο καιρός.

Με φοβερές δυσκολίες, μ' αδήγητους κόπους, και μ' οικονομία

νησιώτικη, μάζεψε μερικά χρήματα, που τα λογάριαζε αρκετά για να

γυρίση, όχι δα και για πάντα, μα να παντρευτή, ναφίνη κατόπι το

σπιτικό του, να μισεύη πάλι στην καρδιά εκείνη της Τουρκιάς, και

να δουλεύη με την παρηγοριά πως κάθε Λαμπρή θα ξανάρχεται

σταγαπημένο του σπιτικό. Αυτός είταν ο σκοπός, η έννοια του, η

χαρά του.

Να μην το θαρρέψουμε όμως πως είταν και λαφροπέταχτο πουλί της

χαράς ο Τραντάφυλλος. Είχε την καρδιά του βαθιά, πολύ βαθιά

ριζωμένη. Η φαντασία του δεν είτανε σύννεφο· ή κι αν είτανε, το

χρύσωνε πάντα της χαράς ο ήλιος, ο ήλιος που θέρμαινε τον ακέριο

του νου. Ανόητα κι ακατόρθωτα πράματα δεν ονειρεύουνταν ο

Τραντάφυλλος. Ονειρεύουνταν πράμα φυσικό, καθημερινό, απλό,

εύκολο, απαραίτητο πράμα. Κι ονειρεύοντάς το τανιστορούσε μ' όλες

του τις ομορφιές, ομορφιές που τόσο τις λάτρευε, που να βασταχτή

δεν μπορούσε, παρά ξεχείλιζε η καρδιά του με την ανιστόρηση

μονάχη, άστραφτε η όψη του, το τραγούδι του καταντούσε κελάδημα,

και γλέντι το γέλοιο του.

Είταν όμως η κατάστασή του μπλεγμένη, κ' έπρεπε να γυρίση τα χωριά

να μαζέψη τουλάχιστο μέρος πρι να ξεκινήση. Από χωριό σε χωριό, το

κατάφερε να ξαναγυρίση στα λημέρια του με κάμποσες χιλιάδες. Ως

δυο ώρες όμως δρόμο από το Τουρκοχώρι του, καθώς κατέβαινε λόγγο

βαθύ, απλώνει τη χέρα του ένας «Ζεϊμπέκης» κι αρπάζει το καπίστρι

του αλόγου· του αντικρύζει πιστόλι άλλος, ψάχνει τα δισσάκκια του

τρίτος, και σε λίγη ώρα μένει ο Τραντάφυλλος με τάλογο μονάχο και

με το ρολόι του, που του τάφηκαν επειδής ένας τους έτυχε να τον

καλογνωρίζη.

Ήρθε ο δύστυχος στο μαγαζί του συλλογισμένος και πικραμμένος,

απελπισμένος όμως όχι. — Αι, άλλα πέντε χρόνια δουλειά, είπε, και

γίνεται. Κι άρχισε πάλι να δουλεύη και να ελπίζη.

Πέρασαν τα πέντε τα χρόνια, γύρισε στην πατρίδα, παντρεύτηκε,

μεταγύρισε στην Ανατολή, πάλε ξαναήρθε στον τόπο του, όλα σ' ένα

χρόνο μέσα, κ' η αλήθεια είνε πως είδε Θεού πρόσωπο τους δώδεκα

αυτούς μήνες, την απογεύτηκε την αληθινή την καλοτυχιά. Γραφτό του

είταν όμως να μην πολυχρονίση μήτ' αυτό το μεγάλο το καλό. Απάνω

στο δεύτερο χρόνο της παντρειάς του, εκεί που δούλευε στην

Ανατολή, έρχουνται τα μαύρα τα μαντάτα πως την κόρη που του

γεννήθηκε την πλέρωσε με το ταίρι του.

Σα χήρεψε, πήρε τη μικρή η αδερφή του και την ανάθρεφε. Μεγάλη

παρηγοριά το κορίτσι, μα η πίκρα πάντα πίκρα, που παντρειά δε

χάρηκε και φαμηλικές χαρές δεν απόλαψε· και που αντίς το σπιτικό

του νανοίγη κάθε Λαμπρή και να τον αποδέχεται, έμενε νοικιασμένο

σε ξένους, και τη μικρή του, που για χάρη της ξενιτεύουνταν τώρα,

την έβρισκε κάθε τόσο και την αγκάλιαζε στης αδερφής του το σπίτι·

καλής αδερφής, μα παντρεμένης κι αυτής, με ξέχωρη φαμελιά, ξέχωρα

συμφέροντα, ξέχωρες ελπίδες.

Δεν έσωνε ως τόσο μήτ' αυτή η αναποδιά να το σβύση το φως της

χαροκαμένης ψυχής του, κ' η χαρά του, ισκιωμένη θα πήτε από βαθιά

συλλογή, φεγγοβολούσε πάντα στο ήμερο πρόσωπό του και το χαρίτωνε

με το συνηθισμένο του το χαμόγελο· και δεν είταν και μικρό πράμα

να δουλεύη τώρα για το καλό της μικρής.

Α δεν είταν αληθινή η ιστορία αυτή, σα βαρετές θάπεφταν οι

απανωτές οι συφορές του ήρωά μας από τη μια, κι από την άλλη

ταδάμαστο θάρρος του κ' η αστείρευτη του ελπίδα. Μα όσο κι αν είνε

αληθινά του Τραντάφυλλου τα παθήματα, ας το πούμε μια και καλή πως

το κορίτσι εκείνο, που σαν εικόνα της μάννας του ζωντανή

γλυκόφεγγε στα μάτια του αγαθού εκείνου μαρτύρου, πήγε κι αυτή

στην πρώτη της γέννα σαν παντρεύτηκε· και για να ξαναπαρασταθή

στην εντέλεια το δράμα της μάννας, του αφήκε κ' η κόρη ένα

αγγονάκι του γέρου, μια μικρούλα δοσμένη σε ξένα χέρια κι αυτή, κι

αυτή με ξενιτεμένες ευκές και με συγγενικά φιλιά αναθρεμμένη·

γιατί αν και είχε πια ο γέρος ανάγκη, του κατάντησε δεύτερο φυσικό

να ξενιτεύεται, ώσπου ωρίμασε στα γερά και μήτε να ταξιδεύη πια

δεν μπορούσε, παρά καταστάλαξε στο νησί, ξανάνοιξε το σπίτι του

ύστερ' από τόσα και τόσα χρόνια κ' έβαλε μέσα την εγγονή του,

κοπέλλα τώρα κι αυτή ώριμη για τις χαρές της ζωής.

Είταν Αύγουστος μήνας, και μέσα σταρχοντικό του απάνω σε μαλακό

καναπέ κοίτουνταν κατάχλωμος και ζαρωματιασμένος ο γέρος. Τα χέρια

του σαλεύανε δε σαλεύανε, κι ως τόσο τα δάκτυλά του, που χρόνια

τώρα η θέλησή του να τα πη δεν μπορούσε δικά της, τρέμανε σα

μισόξερα φύλλα έτοιμα να πέσουνε στη μάννα τη γης. Μα μήτε τα

χείλη του δεν είχαν πια τώρα συμμαζεμό, κι άλλο δεν ιστορούσε η

όψη του παρά τους πόνους και τάλλα τα σημάδια του αλύπητου χρόνου.

Και τους πόνους του όμως και τάχαρα τα σημάδια τω γερατειών τα

είχε καταπονεμένα η ελπίδα κ' η χαρά που πάλι μπρος του,

γλυκόφεγγε κ' ίσως μάλιστα και τα χείλη που παρατρεμούλιαζαν είταν

από την πολλή τη χαρά. Εύλογη χαρά εκείνη την Κυριακή πρωί, γιατί

όσο και να βαράκουγαν τώρα ταυτιά του, τις ξεχώριζε τις λυγερές

δοξαριές που μηνούσαν το γύρισμα της νύφης από την εκκλησιά.

Είταν ο γέρος συγκινημένος πολύ. Να πάη στη στεφάνωση της εγγονής

του στάθηκε αδύνατο· την έβλεπε όμως τη χαρά ομπροστά του πάλι

σπαρταριστή, τότες που μεταγύριζε η καταστόλιστη νύφη με τον καλό

της, με τα κορίτσια που τη συνοδεύανε, με το συγγενολόγι που

ακλουθούσε. Λόγιαζε ο δύστυχος κι από την άλλη το Χάρο κι ολοένα

ζύγωνε, ολοένα μαύριζε δίπλα του. Είταν η στερνή του χαρά. Στο

στεφάνωμα να παρασταθή δεν το κατάφερε· ας μαζέψη λοιπόν όσα κάτια

του μνήσκανε κι ας σηκωθή ναλλάξη τα στεφάνια κι ο ίδιος.

Μουρμούριζε την αποθυμιά του. Τη σεβάστηκαν την αποθυμιά ξανάθεσαν

τα στεφάνια στο γαμπρό και στη νύφη, τονε σήκωσαν το γέρο στα

πόδια του. Έκαμε δύναμη κι άπλωσε τα κοκκαλιασμένα του χέρια ο

γέρος. Τάλλαξε τα στεφάνια. Δάκρυζε ο κόσμος τριγύρω. Στάθηκε ο

γέρος μια στιγμή ολόρθος, πάντα τρεμουλιαστός και χλωμός, μα και

γελαζούμενος πάντα. «Έγινε τόνειρό μου», είπε «μα όχι όλο· ας

βαρέσουν τώρα και τα βιολιά». Κι αρχίζουν αμέσως τα βιολιά τον

παλιό το σκοπό, το σκοπό που πάντρεψε τον ίδιο το γέρο, την κόρη

του, και τώρα την εγγονή. Είταν η φωτεινότερη στιγμή της ζωής του.

Πέλαγο φως περεχύθηκε στη γέρικη όψη του, καθώς από τα σύννεφα

ξαφνική αντηλιά σε βασίλεμα χειμωνιάτικο. Ως τα φυλλοκάρδια του

πέρασε ο αγαπημένος του ο σκοπός, που γι' αυτόν έλπιζε, γι' αυτόνα

δούλευε και χαίρουνταν όλη του τη ζωή.

Παρατήρησε ο κόσμος την ταραχή της ψυχής του, και μήτε να τα

κρύψουν πια δεν μπορούσαν τα δάκρια τους.

Έκαμε να καθίση ο γέρος· δεν μπορούσε πια να σταθή. Και καθώς

κάθιζε, μέσα στη μελωδία εκείνη που τον πλημμύριζε πέταξε η

χαρούμενή του ψυχή στην αιώνια την ξενιτειά.

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣ Ο ΠΟΛΙΤΗΣ

— Τώρα να μας πης, Καπετάν Σταμάτη, ένα πράμα που συχνά, θαρρώ,

το δηγήθηκες, μα από το στόμα σου ποτές μου δεν τάκουσα. Γιατί σε

λεν Πολίτη;

— Ύστερ' απ' αυτό το καλό κρασί δεν χαλνώ την καρδιά σου, κάνει ο

Καπετάνιος.

Και σα σηκωθήκαμ' από το τραπέζι και καλοστρωθήκαμε, άρχισε και

μας έλεγε.

«Είμουν ως δεκάξη χρονών όταν πρωτομίσεψ' από το χωριό μας. Αφήκα

εκεί μάννα και μιαν αδερφή. Και δεν ξενιτευούμουνα μήτε για

δουλειά· σκοπός της μακαρίτισσας είτανε να με κάμη «μεγάλον

άνθρωπο». Για την προίκα της αδερφής μου ανάγκη να βιαζούμαστε δεν

είταν, επειδή τα πρόβλεψε όλα ο μακαρίτης ο γέρος, και της είχε

αφημένα ίσια ίσια τα χτήματα πούβλεπες πέρσυ σαν περνούσες από τα

μέρη μας και ρωτούσες. Σκοπός μας λοιπόν είτανε να σπουδάξω, και

πια ή γιατρός ή και Δεσπότης αν ήθελε ο Θεός.

Δεκάξη χρονών αγόρι, αμούστακο σαν κορίτσι, αγνώριμο, με χίλια

όνειρα και με δίχως κόσμου πείρα, κ' ίσια στην Πόλη, στο Φανάρι,

σε κάποιου Κυρ Φωτάκη, ενός που γνώριζε από τα παλιά το γέρο μου

σαν ταξίδευε, και που τι είταν η δουλειά του καλά καλά δεν το

γνώριζα, ζουγράφιζε όμως κάποτες άγιες εικόνες, και με πολύ καμάρι

τις κοίταζε κι άδικο δεν είχε, γιατί όλοι του οι Άγιοι Νικόλαοι —

τη χάρη τους νάχουμε — ο ένας από τον άλλονα μήτε τρίχα διαφορά!

Τι πράμα και τι κακό σαν την πρωτοείδα την Πόλη! Τι απέραντη

μερμηγκιά, τι λαμπρότη και τι ομορφιά! Εκείνα τα κυπαρίσσια,

εκείνοι οι μιναρέδες κ' οι θόλοι! Εκείνες οι φωνές και τα

τρεχάματα στο Γεφύρι, σαν το πρωτοπάτησα και ξεκινούσα με το Σιορ

Φωτάκη κατά το Φανάρι.! Πού είνε η μάννα μου να τα δη όλ' αυτά,

πού η αδερφή μου, οι αξαδέρφες, να τα δουν, και να λένε κατόπι και

τελειωμό να μην έχ' η γλώσσα τους! Ως και τα δάκρια μου ήρθαν

ανιστορώντας, το τι θα λέγανε να τάβλεπαν οι δικοί μου!

Του Σιορ Φωτάκη όμως τίποτις δεν του ξεμυστηρεύουμουν. Πολίτης

αυτός, έπειτα φίλος και του πατέρα, φαίνουνταν ομπρός μου σαν

είδος άγιος — είδος άνθρωπος που πρέπει νάχη σοφία και γνώση μέσα

του με τις καραβιές. Καταδέχουνταν ως τόσο να με ρωτάη κάθε λίγο

για τους δικούς μου, αν και δεν τους γνώριζε, εξόν τη μάννα μου

που την είδε, θαρρώ, νύφη στον τόπο μας.

Φτάσαμε στο σπιτικό του, μούδειξε την κάμαρά μου, έβαλα μέσα τα

λίγα μου πράματα που τα κουβαλούσε κατόπι μας ο Χαμάλης, με

κατέβασ' έπειτα στην τραπεζαρία που είταν ώρα φαεί. Εκεί η κερά

του, εκεί κ' η κόρη του, κορίτσι μελαχρινό και γαλανομάτικο, ως

δεκάξη χρόνων κι αυτό. Άνοιξε το στόμα της κεράς κ' έπεσαν βροχή

πολίτικα λόγια, που τάκουγα κ' έλεγα, τι θάλεγε ανίσως κι άκουγε

τις δικές μας τις χωριανές να μιλούνε! Παρακάτω στα λόγια δεν

πήγαινε μήτε η μικρή. Και να μην τα πολυλογώ, σε κείνη τη

συντροφιά εγώ είμουνα το κορίτσι.

Σαν αποφάγαμε και πήραν οι κερές ταργόχειρό τους, κάθισε ο Φωτάκης

και μου ξήγησε τους σκοπούς του, σε ποιο Σκολειό θα με βάλη, σε

ποια τάξη θαρρεί, με ποιους δασκάλους ίσως, τι καλά που θα με

νοιάζεται, κατά την αποθυμιά της μάννας μου που του τα είχε όλα

γραμμένα, σαν παιδί του να με κοιτάζη, και με ταζημίωτο μάλιστα,

γιατί δυο μετζίτια είτανε συφωνημένα να του στέλνουνται κάθε

πρώτη. Κ' έτσι απ' αύριο κιόλας άρχισα να πηγαίνω στη «Μεγάλη

Σχολή».

Έπιασα με την καρδιά μου τη δουλειά, και σε λίγο πρόδεψα τόσο, που

διάβαζα Πολίτικη φημερίδα και την καταλάβαινα. Θυμούμαι που

παραδίνουμουν το Χρυσόστομο. Ανέβαινα κάθε βράδυ στον ηλιακό του

Σιορ Φωτάκη, άμα άρχιζαν οι γυναίκες ταργόχειρο κι ο γέρος τις

ζουγραφιές του και σπούδαζα. Τήραγα έπειτα γύρω, και θωρώντας την

ομορφιά της περιξάκουστης Πόλης, ονειρεύουμουν από τώρα τις

ιστορίες που θα είχα να δηγούμαι σα γυρίσω με το καλό. Μια τέτοια

πανώρια βραδινή κάθουμουν απάνω στον ηλιακό και σεριάνιζα ύστερ'

από τις μελέτες μου. Η κερά Φωτάκαινα με το ράψιμό της, ο Κυρ

Φωτάκης με μιαν εικόνα που πολεμούσε να την αποτελειώση κι ας

είτανε νύχτα — ζούσανε δε ζούσανε μήτε τόξερα μήτε ήθελα να το

ξέρω. Άλλες φορές ακούγουνταν κάποτες η λαλιά της μικρής, μα τη

βραδινή εκείνη μήτε η μικρή δεν ακούγουνταν. Και γιατί θαρρείς

τάχα πως δεν ακούγουνταν; Είταν αποπίσω μου αυτή, μέσα στην απάνω

την κάμαρα κ' έπλεκε. Έπλεχνε με την καλτσοβελόνα και με το νου

της.

Σταμάτησα το σιγανό μου σφύριγμα άμα την είδα. Ανέβηκε στα στήθια

μου σαν παράξενο σύγκρυο. Θόλωσαν τα μάτια μου και μήτε πια τον

Τοπχανέ δεν μπορούσα να δω. Το παρατήρησε αυτή δεν το παρατήρησε,

ποιος το ξέρει. Αφήκε όμως το πλέξιμό της και κίνησε καταόξω.

Βασιλεμένος ο ήλιος ώρα πολλή. Άρχιζαν και τρεμούλιαζαν τάστρα.

Ίσια κοντά μου ζυγώνει η αθεόφοβη! Τουρτούριζε το σιαγόνι μου από

το σύγκρυο. Ήρθε κι ακκούμπησε στα κάγκελα του ηλιακού πλάγι μου.

Έτρεμα και πήγαινα. Στέγνωνε ο λαιμός μου, κ' ένας βώλος μου την

έπνιγε την καρδιά μου.

— Βλέπεις τι όμορφη που είναι η Πόλη μας; γυρίζει και μου κάνει

με μάτια που γλυκαστράφτανε. Να γείνης Πολίτης και συ.

— Είμαι Πολίτης, έκαμα καρδιά και της είπα.

— Μα Πολίτης για πάντα, μου αποκρίνεται, και σύγκαιρα σκουντάει

το πλευρό μου με ταγκωνάκι της.

Μου ήρθε σαν είδος τρέλλα· έτσι να χυμίξω και να την πάρω στην

αγκαλιά μου. Και θα τόκαμνα ίσως αυτό, μόνο που θάρρεψα πως μου

φανερώθηκε άξαφνα η όψη της μάννας μου! Πάει αμέσως και τρέλλα κι

ανατριχίλα! Μπήκε μέσα μου μια παλληκαριά, μια ξαποφασιά, σαν

κείνη που μου ήρχουνταν κατόπι στις θαλασσινές τις φουρτούνες

απάνω.

Βρίσκω αφορμή και τρέχω στην κάμαρά μου.

Ίσια στο κρεββάτι μου χώθηκα. Όλη τη νύχτα συλλογή στο κρεββάτι.

Ν' αλλάξω σπίτι και να γλυτώσω από τη γαλανομάτα τη Νεράιδα, καλό

κι άγιο. Ν' αλλάξω καρδιά και να γλυτώσω από την αγάπη της, από τη

δύναμη την κρύφια της ομορφιάς της που ξεπρόβαλε και με λώλανε την

αξέχαστη εκείνη βραδινή, δύσκολο, ίσως αδύνατο! άλλο δεν τήραγα

ομπρός μου παρ' αφανισμό, αφανισμό για μάννα, για πατρίδα, για

καθετίς. Παίρνω λοιπόν απόφαση μεγάλη και σοβαρή. Να φύγω μια και

καλή από την Πόλη!

Μήτε λέξη σε κανένα σαν ξημέρωσε· μόνο μαζεύω τα πράματά μου, τα

δίνω ενός χαμάλη, και ξεκινώ κατά τη σκάλα.

Βρίσκω καΐκι Μοσκονησιώτικο, πηδώ μέσα, και τα ξεκενώνω όλα του

καραβοκύρη. Έπρεπε να τα πω, να ξεσκάσω. Ζήτησε να με καταπείση να

γυρίσω στον τόπο μου, και όχι πάλε σε ξενιτειές. Του κάκου. Παρά

τέτοια ντροπή, να γυρίσω και να με περιγελάη το χωριό, κάλλιο

ναύτης αγνώριστος, ώσπου να με βοηθήση ο Θεός να γείνω και γω

κάτι.

Με βοήθησε ο Θεός. Γύρισα στον τόπο μου μερικά χρόνια κατόπι

καπετάνιος, και με πάντρεψε η γριά μου. Είτανε μαζί μου κι ο

Μοσκοννησιώτης ο καραβοκύρης, κι αυτός είταν που με βάφτισε

_Πολίτη_, ο κανάγιας».

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΜΟΥΝΤΑΝΑ

Σιδερένιο κορμί ο γέρος ο Τραμουντάνας και κοκκαλιασμένη ψυχή.

Ξενιτεμένος κι αυτός από μικρός. Τι τον έβγαλε από τον τόπο του,

δεν είταν και δύσκολο να ταπομαντέψης. Τι τον έρριξε όμως σε χώρες

θεοσκότεινες και ψυχρές, χώρες σταλήθεια ξένες, που ψυχή να σε

συμπονέση δεν βρίσκεται, μα και να λουβιάσης, εξόν ίσως καμιά

δροσόλευκη παραμάννα στο νοσοκομείο, σε τόπους που κι αγάπη να

βρης, έρχεται κι αυτή και σου φαρμακεύει άλλες αγάπες, που για να

μην πεθάνης της πείνας δουλεύεις όσην ώρα δεν κοίτεσαι στο

κρεββάτι αποσταμένος, που να μείνης μισήν ώρα καθάριος αδύνατο

πράμα, αφού κι ο αέρας που ανεσαίνεις είνε μισός καπνίλα, που ως

και τα πλεμόνια του ανθρώπου μαυρίζουνε μια για πάντα — τι τον

έκαμε τον Τραμουντάνα κ' έσυρε στα νιάτα του εκεί απάνω, που τον

αντάμωσα χρόνους και χρόνους κατόπι ξέννοιαστο, πέτρα μονάχη,

λησμονησιάρη, δίχως μήτε φυλαχτήρι από μάννα ή αδερφή, δίχως άλλο

της πατρίδας σημάδι παρά το μαυριδερό του το πρόσωπο — τι τον

πέταξε σε τέτοια πολύκοσμη ερημιά, είταν κ' είνε ακόμα μυστήριο,

που για να το ξεδιαλύνω του κάκου ρώτηξα πολλούς σαν και λόγου

του. Δίχως πόρεψη, δίχως μέσα, δίχως άλλο σκοπό παρά νάρθουν και

ναποδείξουν ως πού πηγαίνει η ρωμαίικη η τρέλλα, το έρμο και το

τυφλό το «Έχει ο Θεός», σάματις τρελλάθηκε κι ο Θεός μαζί τους.

Είνε, λέει, το «επιχειρηματικό» της Ρωμαίικης της φυλής και τους

σκουντάει, τους ρίχνει όξω κι όξω, ως τον άγιο Φραγκίσκο τους

φέρνει, ως την Πολυννησία τους ξεβράζει, σε κάθε ακρογιάλι σαν

ψόφιες ακρίδες τους στρώνει, άλλους λουκούμια να πουλούν, άλλους

φορτιά να σηκώνουν, άλλους άλλα βάσανα να τραβάνε, και τέλος να

ρουφιούνται από το παντοδύναμο ταγγλοσαξονικό το θεριό και να

χάνουνται.

Ένας λοιπόν απ' αυτούς τους ηρώους είταν κι ο Τραμουντάνας.

Τύχαινε συχνά πυκνά να τον ανταμώνω στα ξενικά του λημέρια. Σπίτι

του να πάγω ποτές δεν ταίριασε, είνε αλήθεια. Άκουγα όμως πως με

την Ιρλανδέζα του τη γυναίκα δεν κακοπερνούσε, γιατί έτυχε η κερά

ναγαπάη το πιοτό, και το γλέντιζε πάντα μάλλες γειτόνισσες που

ταγαπούσαν κι αυτές. Ο φίλος πάλι του άρεζαν τα χαρτιά! Πήγαινε

λοιπόν κάθε βράδυ σ' ενός πατριώτη, που δουλειά του είτανε να

βυζάνη τους δικούς του με μια βρώμικη τράπουλα, μάλιστα τους

νιοφερμένους. Κ' έτσι ο Τραμουντάνας ζωή σπιτικιά δεν πολύβλεπε,

και δεν κακοπερνούσε με τη γριά του. Δούλευε ως τόσο ολημερίς.

Δουλειά και δουλειά! Πότε δέματα ξεφόρτωνε, πότε γλυκά και πωρικά

πουλούσε. Ναύτης στα νιάτα του, τον αψηφούσε το βοριά σα στεκότανε

με τις ώρες στους τέσσερεις δρόμους μπροστά στο φορτωμένο τραπέζι

του, προσκαλώντας τον κάθε διαβάτη ναγοράση τα μπαγιάτικά του

λουκούμια.

Τον κοίταζα κάποτες από μακριά και συλλογιούμουνα, σαν τι λογής

αγόρι να φαίνουνταν τη μέρα που μίσευε από το φτωχικό του τόπο με

την ευκή της μαύρης του μάννας!

— Τι σ' έκαμε και ξέπεσες ως εδώ, τονε ρώτηξα μια φορά.

— Τι σ' έκαμε κ' ήρθες του λόγου σου! Να! τύχη γύρευα κ' ήρθα.

— Και πότε λες να ξαναγυρίσης να τους δης τους δικούς σου;

— Τους δικούς μου; (και δος του γέλοια!) Οι δικοί μου τώρα όλοι

στον άλλον κόσμο. Είμουν πέντε χρόνια ξενιτεμένος σα συχωρέθηκε η

μάννα μου· πατέρα δε γνώρισα. Ταδέρφια μου σκορπιστήκανε δω και

κει, και πια δεν τάκουσα. Τι να πάω να κάμω εκεί τώρα! Εμένα οι

δικοί μου είνε τώρα εδώ. Εδώ έζησα, εδώ θα πεθάνω.

— Μα δε λαχταράς μαθέ και συ τον ήλιον εκείνον καμιά φορά, δε

θυμάσαι τον τόπο σου, τις ομορφιές του;

— Άκου με, αφεντικό· αυτά όλα είνε καλά, μα παράς δε βγαίνει· εδώ

πέρα και ναρρωστήσω, έχει νοσοκομείο.

— Όχι, όχι, να μην πεθάνης εδώ· στην πατρίδα σου να πας,

ναναπαυτής κοντά στους δικούς σου.

— Κι αμέ τη γριά μου; τι να την κάμω;

— Μαζί και κείνη.

Κι άρχιζε πάλε τα γέλοια ο Τραμουντάνας, και τρίβοντας τα ροζωμένα

του χέρια να τα ζεστάνη, προσκαλούσε τους διαβάτες ναγοράσουνε

πωρικά.

*

Έρχεται μια μέρα ένας κλητήρας με γραμματάκι και με προσκαλεί στο

νοσοκομείο. Μπαίνω σ' αμάξι και πηγαίνω. Μου λέει ο επιστάτης πως

είνε μέσα ένας γέρος πατριώτης μου πολύ άρρωστος, και στο βύθο του

απάνω παραλαλεί στη γλώσσα του. Μένει, λέει, κ' η γυναίκα του

πλάγι του, μα αυτή στουπί μεθυσμένη φαντάζεται πως ο γέρος της

αφίνει παραγγελιές, και μάλιστα θαρρεί πως μιλεί και για κάτι

χρήματα που τάχει, λέει, ο γέρος κρυμμένα. Με φωνάξανε λοιπό να

παρασταθώ και νακούσω τη διαθήκη του γέρου.

Ανεβαίνω, μπαίνω στην κάμαρα· ο Τραμουντάνας ψυχομαχούσε

παραλαλώντας, κ' η γριά του μαλλοσερνότανε.

— Τι λέει, τι λέει; ξεφωνίζει άξαφνα η γριά.

Παίρνω κομμάτι χαρτί και μολυβοκόντυλο, τους λέγω να συχάσουν, κι

αρχίζω και σημειώνω·

«.... Μωρέ Γιάνη, πάμε, να βρούμε φωλιές; ξεπετάκια κοτσύφια να

πιάσουμε, στο κλουβί να τα βάλουμε; τάκουσες πώς κελαϊδούνε στου

Μπάρμπα Λεφτέρη; Εκεί, εκεί απάνω κατά τις σκάλες, μέσα στα

κατάπηχτα τα κλωνιά. Τι; δεν μπορείς να σκαλώσης μια τέτοια

ελίτσα; και τι θα πης α σου σκαρφαλώσω εγώ αυτό τον πλάτανο; Μια

και δυο, και στην κορφή του με βρίσκεις. . . Αργήσαμε, καημένε,

και θα λέη η μάννα, τι πάθαμε. Στάσου, βάλτο μες στο καλάθι,

σκέπασ' το καλά μην πετάξη . . . Ίσια σπίτι τώρα, ειδεμή την

πάθαμε, θα πάη σκολειό να ρωτάη τι γενήκαμε .... κι ο καινούριος ο

δάσκαλος δε χωρατεύει. Εγώ το μαθαίνω και στο δρόμο το μάθημα.

Φρρρ — κι απ' όξω τόμαθα. . . . Για δες την τη μαριόλα στο

παράθυρο πάλι! Αχ, θα με πεθάνη αυτή. Της τόταξε, μικρούλα μου, η

μάννα μου της μάννας σου σα γεννήθηκες, μα και να μη σου τόταζε,

πάλι θα σέπαιρνα. Αγάπη μου, πότε θα ξενιτευτώ να κάμω σερμαγιά

και να γυρίσω με τα χρυσά νυφικά σου; Φεύγεις εσύ τώρα! Έννοια

σου, και θα σε πιάσω πάλι στο περιβόλι σαν ποτίζης και θα σε λυώσω

στο τσίμπημα!

» Τηγανίτες! Χρόνια και χρόνια να φάω το πρωί τηγανίτες! ακόμα δεν

έφεξε κι αυτές αχνίζουν κιόλας στο τραπεζάκι. Πούντος ο Γιάνης;

Αμ' η Φροσύνη; Την ακαμάτα! κοιμάται ακόμα· πάμε να την

ξυπνήσουμε. Πούν' το σφουγγάρι; Θα τρομάξη, λες; Ναι, βλέπεις,

φαρφουρί είταν και θα ραγίση! Την κατεργάρα! κοίταξε γόβες, λέει,

που μου κέντησε! Θα πης, έχουμε κι αυτηνής τα προικιά να

συλλογιστούμε. Αχ, εσύ αγάπη μου! εσύ φως μου! πέντε χρόνια

είπαμε, βάλε κι άλλα πέντε για την αδερφή! Πέντε και πέντε, δέκα.

Είμαι τώρα δεκαπέντε· και δέκα, εικοσιπέντε. Θάσαι και συ τότες

εικοσιδυό. Μια χαρά. Να σου τώρα και μια τσιμπιά! Πού να το πιάσης

τέτοιο σαχίνι! Θα το πω της Φροσύνης να της την πατήση την

τσιμπιά.

»Στον τρύγο, στον τρύγο! Πάει ο ώμος μου, σήκωνε σήκωνε κόφες!

Δόξα νάχη ο Θεός πούφαγα πάλι σταφύλι! Όχι σαν κι αυτά που πουλώ!

Να, μωρέ παλιοεγγλέζοι, σταφύλι, να φάτε και να καταλάβετε γλύκα!

Δες τες, δες τες! Κ' οι δυο τους οι σουσουράδες πώς πατούνε

σταφύλια στη γούρνα! Και δος του η μάννα νανακατεύη αλευριά! Σα να

το ξέρη η καημένη πως δε θα μ' έχη του χρόνου. . . . Ταξίδι,

ταξίδι. . . . Για δες μαντιλάκια, κάλτσες, ως και βελόνια και

κλωστή μούβαλε. Να κ' ένα κυδώνι, θεοκίτρινο! Ανασταίνεσαι να το

μυρίζης μονάχα. Να κ' οι γόβες! Όχι, όχι, να μην τα δω τώρα. Να τα

βλέπω ύστερα και να τις θυμάμαι.

» Αχ, νύχτα που την πέρασα! μήτε στιγμή δεν έκλεισα μάτι, μα θαρρώ

και μήτε άλλος κανένας. Για δες, ως και φαεί μου τοιμάσανε για το

δρόμο. Και τι να της πω της γριάς! Νά τηνα! τάρχισε κιόλας το

κλάμα! Ας κάνω πως χαίρουμαι τώρα εγώ, να την παρηγορήσω. Έννοια

σου, μάννα, και σε πέντε χρόνια θα μ' έχης. Θα παντρέψουμε τη

Φροσύνη, άλλα πέντε χρόνια ξενιτειά, και τότες πια με στεφανώνεις

και μένα. . . . Μέπνιξαν, μέπνιξαν τα φιλιά της. Έχε γεια,

μαννούλα μου, έχετε γεια όλοι σας, Φροσύνη, Γιάνη, αγάπη μου,

έχετε γεια . . . — Αχ, μωρέ, πικρός που είνε αυτός ο

αναθεματισμένος ο χωρισμός! Ένα πράμα κομπώνει εδώ στο λαιμό μου,

εδώ, εδώ. ...»

Και δεν μπόρεσε άλλα να πη.

Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΑΝΕΣΤΗ

ΤΗΝ πέρασε την ζωή του κι ο γέρος ο Ανέστης στη ξενιτειά, ζωή

παραδαρμένη, καραβοτσακισμένη ζωή. Όχι δα και πως τη μάδησε την

ψυχή του η φτώχεια, που μάλαμα έπιανε και κάρβουνο γινότανε. Από

τέτοιους πόνους η ψυχή του δεν έπαιρνε. Τον κρυφότρωγε όμως πάντα

της πατρίδας ο ακοίμητος ο καημός, και σαν είδε κι απόειδε πως

ελπίδα πια δεν του απόμεινε, σαν άρχισε κ' έννοιωθε στα γέρικα

στήθια του την ανατριχίλα του χάρου, τόκαμε απόφαση και τράβηξε

κατά τα παιδιακήσια λημέρια του.

Αλλοιώτικος γέρος αυτός ο Ανέστης! Για του κόσμου τα μεγαλεία δεν

τον πολυέμελε κιόλας· ως τόσο να γυρίση από τα ξένα και να φυτρώση

ανάμεσα στους δικούς του με τέτοια χάλια ύστερ' από χρόνους και

χρόνους αγωνία και βάσανο, δεν του ερχότανε και πολύ. Θα πης οι

καθαυτό οι δικοί του συχωρεμένοι όλοι, κι' άλλους απ' ανίψια και

τέτοιους δε θαντάμωνε πια, εξόν ίσως δυο τρεις αξαδέρφους, γέρους

κι αυτούς· μα πάλε από δω το γύριζε, από κει το γύριζε, δεν του

πήγαινε. Τόνειρό του είτανε να ξαναφανή στην πατρίδα του, μα να

είνε και κάτι. Δεν το κατάφερε τόνειρο; Τι να πηγαίνη πια τώρα και

να τους δείχνη τη γύμνια του! Έλα όμως που δεν τόθελε και να

πεθάνη στα ξένα! Να ζήση στα ξένα, ναι· με το σήμερα, με το αύριο,

ζης στα ξένα. Μα να πεθάνης στα ξένα; Να σε παραχώσουνε, λέει,

μέσα στην κρύα εκείνη τη λάσπη, και σύγκαιρα οι πατριώτες σου να

γλυκοκοιμούνται μέσα στο μοσκομυρισμένο τους χώμα — αυτό δεν

μπορούσε να το βαστάξη ο γέρος.

Τονειρευότανε λοιπόν και το λαχταρούσε ναποθάνη στον τόπο του, κ'

έτσι ξεκίνησε, με ταπομεινάρια του είναι του. Να πάη όμως μέσα στο

χωριό και να πη πως εγώ είμαι ο Τάδες, αυτό δεν ταποκοτούσε.

— Έπειτα είνε κι αργά. Ποιος θα με πονέση, πια τώρα! έλεγε

μονάχος του καθώς άραζε το βαπόρι σε λιμάνι που γειτόνευε με

ταγαπημένο νησί του.

Μόλις πάτησε πόδι στη χώρα εκείνη, κ' ίσια στο Σπιτάλι μαζί με το

έχει του.

— Να μείνουν αυτά εδώ, τους λέει τους ανθρώπους εκεί. Εμένα δε

μου είνε και πολύ χρειαζούμενα. Ο πρώτος που αναλάβη κ' είνε

έτοιμος να μισέψη, του τα χαρίζετε.

Και γίνεται άφαντος ο Γέρο Ανέστης.

Τραβάει κατά τη σκάλα, βρίσκει πέραμα, και σ' ένα μερόνυχτο μέσα

τηράει τις ολόχαρες ακρογιαλιές του νησιού του.

Εκεί που η Πλάση λες και λούζεται κάθε ταχυνή και λαμπροφοριέται

θεοφώτεινη, ολοκάθαρη και παρθένα, που μήτε κουρέλλι μήτε

παλιόχαρτο πολιτισμού δεν βλέπει απάνω στ' ασπρογάλαζα τα χαλίκια

που στρώνονται στην ακρογιαλιά, εκεί που στα πρώτα του χρόνια ο

γέρος μας έπαιζε μ' ανάλαφρη καρδιά και μ' αξέννοιαστο νου, εκεί

ξαναβρέθηκε τώρα καταδαμασμένος από του χρόνου τακαταπόνετο χέρι,

σκυφτός, ζαρωματιασμένος, βουλιασμένα τα μάτια του, τα χέρια

τρεμάμενα. Παράμερη εξοχή, που το καλοκαίρι μονάχα τη θυμούνται οι

χωριανοί και τη διαλέγουνε για τα ξεφαντώματά τους. Τώρα όμως,

άνοιξη ακόμα, ο γέρος ο Ανέστης πλανιότανε ολομόναχος στη

λησμονημένη εκείνη γωνιά του κόσμου, βγάζοντας ξεφωνήματα κι

ακατανόητα λόγια κάθε φοράν που αγνάντευε βράχο ή χωράφι ή

κορφοβούνι τριγύρω και του θύμιζε της νιότης τα χρόνια. Μια πας

στην άλλη μαζευότανε στον αναγαλλιασμένο του νου οι παλιές οι

ιστορίες, τα παλιά τα γλέντια, τα περασμένα τα πρόσωπα και τα

πράματα, που κάθε κύμα έλεγες και τα τραγούδαγε με το γλυκό του

μουρμουρητό, εκεί που πλαγιασμένος τώρα στον ήλιο μισοάνοιγε κάθε

λίγο ταδυνατισμενα του μάτια να τις δη άλλη μια και να τις χύση

μες στη ψυχή του τις ανάλλαγες, τις αγέραστες ομορφιές της

πατρίδας του.

Θάλεγες πως αναστήθηκε μαζί με το νου του και ταποσταμένο κορμί

του, κι ως τόσο, καταπονεμένο τόσους χρόνους από τη βαριά τη

ξενιτειά, και τώρα πάλι μ' άξαφνης καρδιάς καρδιοχτύπια

συνταραγμένο, χεροτέρευε αντίς να καλλιτερέψη, ή σαν το φύλλο

τρεμούλιαζε.

Μόλις το βράδυ βράδυ, σαν άρχισε το σκοτάδι και πλάκωνε, κι αυτός

ακόμα λόγιαζε με μάτια ονειριασμένα ταντικρυνά τα βουνά ενός άλλου

νησιού, καταπόρφυρα με την αντιφεγγιά του βασιλεμένου του ήλιου,

μόλις τότε το στοχάστηκε πως όταν ξεπήδηξε από το καΐκι κ' έσυρε

κατά την εξοχή, δε νοιάστηκε μήτ' ενός μερόνυχτου ψωμί να πάρη

μαζί του.

— Κι α μείνω και νηστικός μια νυχτιά, τι πειράζει! λέει τότες. Θα

με θρέψη της πατρίδας ταγέρι ως το ταχύ.

Κι αποκοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, δίπλα στης θάλασσας το

νανούρισμα, μαγεμένος ο νους του με τις μύριες εικόνες που τις

ανιστορούσε όλες εκείνες τις ώρες.

Δεν τα ξανάνοιξε πια τα βαρεμένα του μάτια ο γέρος. Πιο γνωστικό

κι από πολλούς φίλους το κύμα, απάνω στη μεγαλήτερη την καλοτυχιά

της πονοδαρμένης εκείνης ψυχής, τηνε νανούρισε με το μουρμουρητό

του και την έστειλε μια και καλή στον αιώνιο τον ύπνο.

Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ

ΔΡΑΜΑ

Το δραματάκι αυτό γράφηκε σ' εποχή που φαίνουνταν ανάγκη να

προσέχουμε όχι μονάχα το υλικό μας να είνε εθνικό, μα κ' η

παράσταση του, και μάλιστα να γίνεται αυτή η παράσταση με τρόπο

που να πηγαίνη ο συγγραφέας το δρόμο του δίχως να σέρνη μαζί του

σκουριασμένες αλυσίδες περασμένων κανόνων.

Από τότες όμως βγήκανε μερικά έργα που αν και δεν ανέβηκαν όλα στη

σκηνή, ανέβηκαν όμως κάμποσο στη φιλολογία, ας είνε καλά η εθνική

τους η χρωματιά. Κ' ίσως καταντάει πια τώρα σα χαμένος κόπος να

δείχνουμε «τον ήλιο με το λυχνάρι». Ο «Βουρκόλακας» ανατυπώνεται

σήμερα μόνο και μόνο για να μπορή να τονε διαβάζη όποιος επιθυμεί.

Να παρασταθή κι αυτός στη σκηνή σα δύσκολο πράμα, αφού συχνά πυκνά

ξεπέφτει από γοργό διάλογο σε μακρινές ομιλίες που δεν τις σηκώνει

το θέατρο. Μήτ' αυτό όμως μήτε τάλλα ψεγάδια του δεν προσπάθησα να

τα λιγοστέψω όσο μπορούσα, αφού σκοπός μου δεν είτανε να δείξω

δραματικό πρότυπο παρά μόνο το &δρόμο&.

Όσο για τα κάπως λυρικά του προσόντα, σ' αυτό απάνω βρίσκεται ο

«Βουρκόλακας» με λαμπρή συντροφιά, που μάλιστα και δεν του αξίζει.

Περιττό να ξηγηθή πως η &ουσία& του έργου είνε παρμένη από το

περιξάκουστο τραγούδι του «Νεκρού αδερφού». Αν και γνωστό σ'

Ανατολή και Δύση, το βάζουμε κι αυτό δίπλα σαν είδος Εισαγωγή, για

να ξέρη ο αναγνώστης τι να προσμένη.

Α.Ε.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ "ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ„

Μάννα με τους εννιά σου γυιους και με τη μια σου κόρη,

Την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη·

Την είχες δώδεκα χρονών κ' ήλιος δεν σου την είδε·

Στα σκοτεινά την έλουζες, στάφεγγα την επλέκες,

Στ' άστρη και στον αυγερινό τσ' έφκιανες τα σγουρά της.

Οπού σου φέραν προξενιάν από τη Βαβυλώνη,

Να την παντρέψης στα μακριά, πολύ μακριά στα ξένα.

Οχτώ αδερφοί δε θέλουνε, κι ο Κωσταντίνος θέλει.

"Δος τηνα, μάννα, δος τηνα την Αρετή στα ξένα,

Στα ξένα 'κει που περβατώ, στα ξένα που πηγαίνω,

Νάχω και γω παρηγοριά, νάχω και γω κονάκι.„

"Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσκημ' απηλογήθης.

Κι α μώρθη, γυιέ μου, θάνατος, κι α μώρθη, γυιέ μου, αρρώστια,

Κι αν τύχη πίκρα για χαρά, ποιος θα μου τηνε φέρη;„

Το Θιό της έβαλ' εγγυτή και τους Αγιούς Μαρτύρους,

Αν τύχη κ' έρθη θάνατος, αν τύχη κ' έρθη αρρώστια,

Κι αν έρθη πίκρα για χαρά, να πάη να τηνε φέρη.

Και σαν τηνε παντρέψανε την Αρετή στα ξένα,

Και μπήκε χρόνος δύσεχτος και μήνας οργισμένος,

Κ' έπεσε το θανατικό κ' οι εννιά αδερφοί πεθάναν,

Βρέθηκ' η μάννα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.

Στα οχτώ μνήματα δέρνεται, στα οχτώ μυρολογάει,

Στου Κωσταντίνου το θαφτό τις πλάκες ανασκώνει.

"Σήκω, Κωσταντινάκη μου, την Αρετή μου θέλω·

Το Θιό μούβαλες εγγυτή και τους Αγιούς Μαρτύρους,

Αν τύχη πίκρα για χαρά, να πας να μου τη φέρης.„

Τανάθεμα τον έβγαλε μέσ' από το κιβούρι,

Κάνει το σύννεφο άλογο και τάστρο σαλιβάρι

Και το φεγγάρι συντροφιά, και πάει να τηνε φέρη.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.

Βρίσκει την και χτενίζουνταν όξω στο φεγγαράκι.

Από μακριά τη χαιρετάει κι από μακριά της λέει·

"Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' η μάννα μας σε θέλει.„

"Αλλοίμον, αδερφάκι μου, και τι' νε τούτ' η ώρα!

Ανίσως κ' είνε για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου,

Κι αν είνε πίκρα, πες μου το, νάρθω καταπώς είμαι.„

"Περβάτησ', Αρετούλα μου, κ' έλα καταπώς είσαι.„

Στη στράτα που διαβαίνανε, στη στράτα που πηγαίναν,

Ακούν πουλιά και κελαϊδούν, ακούν πουλιά και λένε·

"Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνη απεθαμμένος!„

"Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνη απεθαμμένος!„

"Λωλά πουλιά κι ας κελαϊδούν, λωλά πουλιά κι ας λένε.„

"Τι βλέπουμε τα θλιβερά, τα παραπονεμένα,

Να περβατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμμένους!„

"Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

Πως περβατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμμένους!„

"Πουλάκια 'νε κι ας κελαϊδούν, πουλάκια 'νε κι ας λένε.„

"Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις!„

"Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Άη Γιάνη,

Και θέμιασέ μας ο παππάς με περισσό λιβάνι.„

Και παραμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τους λένε.

"Ω, Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις,

Τέτοιαν πανώρια λυγερή να σέρνη απεθαμμένος!„

Τάκουσε πάλε η λυγερή και ράγισε η καρδιά της·

"Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

Πες μου, πουν τα μαλλάκια σου, το πηγουρό μουστάκι;„

"Μεγάλη αρρώστια μ' έβρηκε, μ' έρριξε του θανάτου·

Μου πέσαν τα ξανθά μαλλιά, το πηγουρό μουστάκι.„

Βρίσκουν το σπίτι κλειδωτό, κλειδομανταλωμένο,

Και τα σπιτοπαράθυρα πούταν αραχνιασμένα.

"Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, και να τήν Αρετή σου.„

"Αν είσαι χάρος, διάβαινε, κι άλλα παιδιά δεν έχω.

Η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.„

"Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, κ' εγώ 'μαι ο Κωσταντής σου.

Εγγυτή σούβαλα το Θεό και τους Αγιούς Μαρτύρους,

Αν τύχη πίκρα για χαρά, να πάω να σου τη φέρω.„

Κι ώσπου να βγη στην πόρτα της, εβγήκεν η ψυχή της.

Ο ΒΟΥΡΚΟΛΑΚΑΣ

ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ

Κωσταντής )

Σαράντης )γυιοί της Δέσπως

Θανάσης )

Κρύλης πραματευτής της Βαβυλώνας

Στεφανής κατόπι πάτερ Συνέσιος

Κεριάκος αγωγιάτης

Δέσπω

Γαρουφαλιά )

Περμαθιώ ) γειτόνισσες

Πιπινιώ )

Φάντασμα της Αγιά Μαρίνας

Παλικάρια, Κορίτσια, βιολιτζήδες

Τόπος, χωριό της Ανατολής.

Π Ρ Ω Τ Η Π Ρ ΑΞΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

Δρόμος του χωριού. Από ταριστερά η ξώπορτα του σπιτιού της Δέσπως

με την αυλή μέσα. Αντίκρυ το περιβόλι της Δέσπως με το σπίτι

πλάγι. Δεξιά τα σπίτια της Περμαθιώς και της Πιπινιώς. Οι δυο

γειτόνισσες κάθουνται στα κατώφλια τους, βράδυ βράδυ.

ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ

Πιπ. Μ' έτρωγε κι όλο μ' έτρωγε ταυτί μου από το πρωί. Αρραβώνας

μυρίζει πάλι.

Περμ. Ταυτί του εσένα σε τρώει μόνο σαν αποδεχτή κ' ύστερα τα

μαντάτα. Στον κλήδωνα να τα λες αυτά.

Πιπ. Να μη χαρώ το Μαριώ μου, σου λέω, τίποτις δεν άκουσα. Αμέ να

μη μπορούμε δα και μεις να δούμε δεντρί, και να στοχαστούμε τι

λογής λουλούδι θα βγάλη;

Περμ. Α! δεν άκουσες, μόνο είδες κάτι! Τα μάτια σου τοίχους

τρυπούν και κρυφοθωρούνε, και συ γι' αυτιά μου μιλάς.

Πιπ. Άμε στο καλό, καημένη, κι άδικα με κολάζεις. Ψυχή δεν τρύπησα

τοίχο να κοιτάξω. Τώρα πια δεν κρύβουνται τα κορίτσια σα θεν

αγάπες, κ' έννοια σου. Στον καιρό μας είταν αυτά. Κι αμέ δε

θυμάσαι, καημένη, τότες που ήρθ' ο Γληγόρης μου από τη ξενιτειά,

τι κακό έγινε ώσπου να μου πάρη το πρώτο φιλί; Σαν τρελλός με

κυνηγούσε μες στην αυλή. Η παρέα τριγύρω, και γω με το δίσκο στα

χέρια να χώνουμαι από δω κι από κει, ώσπου πρόβαλε στη μέση η

θεια μου η Βαρβάρα και φώναζε πως αυτά μαθές δεν ταιριάζουνε σε

τιμημένα κορίτσια.

Περμ. Κακόν καιρό νάχης, που τα είπες και τα ξανάειπες χιλιάδες

φορές, κ' έρχεσαι πάλι και μου τα στρώνεις σα να είνε τα νυφικά

σου. Ξέχαστα μια και καλή, που χήρεψες και κουβαριάστηκες, κι

ακόμα γνώση δεν έβαλες.

Πιπ. Αι, καψούλα μου, Βασιλικός κι α μαραθή . . .

Περμ. Να μαραθής και να ξεραθής.

Πιπ. Περίδρομος να σε κόψη! που δεν αφίνεις μια χριστιανή να

θυμηθή και τα νιάτα της.

Περμ. Μωρή τα νιάτα σου θ' ακούμε ή τον αρραβώνα μαθές;

Πιπ. Από τόνα ήθελα νάρθουμε στάλλο. Και συ πάλε μας κάνεις δα την

ανήξερη!

Περμ. Αστροπελέκι να πέση και να με κάψη, ανίσως κι άκουσα

τίποτις. Ένα γαμπρό ξέρω στη γειτονιά μας, κι αυτός είνε της

Τρυποβράκας ο γυιός.

Πιπ. Τώρα μας ξύπνησες και του λόγου σου. Ο κόσμος τόχει τούμπανο

και συ μας τόβγαλες για κρυφό. Έλα, μωρή, πιο κοντά, γιατί κ' οι

τοίχοι αυτιάζουνται. Ο Στεφανής μωρή είνε, ο Στεφανής, ο

Στεφανής!

Περμ. Στα όρη, στα βουνά, και στα κλαδιά, και στα ξερά τα δέντρα!

Και με ποιάνα!

Πιπ. Να! εκεί που στέκουμουν απόψε και θέμιαζ' από το παράθυρο,

γυρίζω, και τι να δω εκειδά κατά το περιβόλι της Κερά Δέσπως! Το

Στεφανή μας κ' έκοβε βόλτες απέξω! Τώρα, είταν η Αρετούλ' από

μέσα, δεν είταν, ένας Θεός το ξέρει. Μα γυναίκα που είδε κ' έπαθε

πολλά στη ζωή της δε χρειάζεται δα και δάσκαλο να της πη πως δυο

και δυο κάνουν τέσσερα!

Περμ. Από το Θιό να το βρης, που αβάνιασες το πιο τιμημένο κορίτσι

μας δίχως να δης δα και τίποτις!

Πιπ. Μηγαρή σου είπα γω πάλι πως τάψησαν κιόλας; Αρραβώνας, σου

είπα, μυρίζει.

Περμ. Τέτοιον αρραβώνα για τις κόρες σου να τονέ φυλάγης, κι όχι

για της Ανατολής το καμάρι.

Πιπ. Ναι, είδες δα, λίγα μας έφτειαξες και συ στον καιρό σου,

τότες που τον άφινες τον έρμο σου και — έλα Χριστέ και Παναγιά

μου!

Περμ. Όχι μόνο σαν και σένα, που πριχού να σου δώση και δαχτυλίδι,

δος του και σου τραγούδαγε αμανέδες κάτω από το σπίτι σου.

Πιπ. Χάρη νάχης τον Άη Γιάνη, που πήγα και λειτουργήθηκα σήμερις,

και δεν ξεχυμίζω μαθές τώρα με τα νύχια μου να τα χύσω τα μάτια

σου που η γλώσσα σου νισάφι δεν έχει.

Περμ. (χαμηλά). Και δεν κοιτάζεις, θεότυφλη, να τηνε δης την

κοπέλλα στο παραθύρι της εκειδά, που στέκεται ολομόναχη;

Πιπ. Και δεν τονε βλέπεις και το Στεφανή μέσα στο περιβόλι κοντά

στις πορτοκαλιές; Κοίτα τον τόν αξετσίπωτο, και μη μου ψέλνης πια

πως δεν ξέρουν κ' οι αρχοντοπούλες από κρύφιες αγάπες. Μωρή, και

ποιο λουλούδι δε ζύγωσε μέλισσα να το βυζάξη, μα φτωχομενεξές

είτανε, μα αρχοντικό γιασουμί! Έλα τώρα και χώσου μέσα να

κρυφοδούμε αποπάνω, μην τύχη και μας νοιώσουν και τους χαλάσουμε

τις δουλειές.

(Μπαίνουν και κρύβουνται απάνω στο σπίτι της Πιπινιώς, κοντά σε

παράθυρο που βλέπει στο περιβόλι).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια· πιο σκοτεινά. Ο Στεφανής ανάμεσα στις πορτοκαλιές. Η

Αρετούλα στο παράθυρο δίχως να τονε βλέπη.

ΑΡΕΤΟΥΛΑ, ΣΤΕΦΑΝΗΣ

Αρετ. Ήθελα να ξέρω, σα με γεννούσε η μάννα μου, τι πουλί να

κελαϊδούσε μέσα σ' αυτοδά το περιβόλι, και με μάγεψε, και να

κλείσω το βράδυ παράθυρο δεν μπορώ δίχως να σκύψω και να το

γλυκοδώ! Και γιατί μαθές να μου πη η στρίγλα εκείνη η γύφτισσα

πως θα ταφήσω τακριβό μου το σπιτικό και θα μισέψω στα ξένα, μα

πως θα μεταγυρίσω, λέει, πάλε στον τόπο μου, και θάρθω, με

πρωτοτάξιδο καράβι που θάχη σύννεφα για πανιά! Κι άξαφνα σα να

βούρκωσε η καημένη κ' έκαμνε να φύγη, μα κοντοστάθηκε πάλι και

ξαναγύρισε, και μου λέει πως σε καλά χέρια θα πέσω και να μην

πολυνοιάζουμαι!

Ανάθεμα την ώρα που φάνηκε και με παραζάλισε στα καλά καθούμενα!

Μα έννοια της δα και δε θα βγουν τα φαρμακεμένα της τα λόγια.

Μύριοι άνεμοι να φυσήξουνε δε με βγάζουν από την πονεμένη αυτή

φωλίτσα μου. Σ' αυτά τα θεμέλια μέσα είνε ριζωμένη η καρδιά μου,

μ' αυτό ταγέρι γλυκοθρέφεται η ψυχή μου. (Τηράει το Στεφανή). Να

σαλεύη τάχα κάποιος εκειδά πέρα ή φάντασμα βλέπω; Αχ, ο ίδιος

πάλι! Ταθεόφοβο το παιδί, που πρέπει να πατήσω ένα ξεφωνητό και

να τονέ διώξω, κι ως τόσο δε βαστάει η καρδιά μου! (αψά). Σύρε,

σύρε να μη σε νοιώσουν, κακόμοιρε, και μ' αφάνισες! Στέλνε όσα

θες μηνύματα με τους προξενητάδες, μα μην πολεμάς από παράθυρα να

μου ψέλνης αγάπες, κ' έχουν πίκρες τα κρυφογύρευτα τα φιλιά.

Στεφ. Η δική μου η αγάπη αγκύλια δεν ξέρει· ξέρει μονάχα το

βαθιόκοβο το μαχαίρι που σιγοχώνεις στα σπλάγχνα μου μέσα. Πες

μου, Αρετούλα μου, φως μου, γιατί αρνιέσαι να μ' αγαπήσης; τι

λαχταρεί η καρδούλα σου και δεν τόχω, ψυχή μου; Αν είνε αγάπη

λεβέντικη, πρόσταξε με να περπατήξω στις φλόγες, σε γκρεμνούς να

τρέξω να πέσω, φείδια να πάω και ν' αγκαλιάσω, στην πίσσα μέσα να

βράσω.

Αρετ. Κι α δε λείψης απ' αυτό σου το κόλασμα, βράζει από τώρα η

πίσσα που μπορεί και δυο ψυχές αντίς μια να παραλάβη στα βάθια

της.

Στεφ. Γιατί να το λες αυτό, Αρετούλα; Πού σ' αγάπησα τάχα; Εγώ

κακός δεν είμαι. Γιατί να κολαστώ και γιατί να κολάσω; Εγώ από τη

στιγμή που σ' αγάπησα έγιν' αρνί μονάχο, σαν κορίτσι απονήρευτος

είμαι. Πες μου, Αρετούλα. Μπορεί να πάη στην Κόλαση παιδί που

χαμογελάει της μάννας; Στην Κόλαση πάει η μάννα που το

γλυκοχαδεύει; Πες μου· ταηδόνια που κελαϊδούν την αγάπη τους στην

Κόλαση μαθές πάνε;

Αρετ. Ντροπή και καταφρόνιο μελετάς να μας φέρης, και για πουλάκια

μου κουβεντιάζεις; Αυτό το πουλάκι που βλέπεις έχει μάννα κι

αδέρφια, και κει να πας να κελαϊδής τα τραγούδια σου.

Στεφ. Το ξέρεις πως θα φρενιάσουν, και γι' αυτό μου το λες. Μήτε

να την ακούσουνε δε θα καταδεχτούν τη φτωχική προξενειά μου. Με

τρώγ' η αγάπη σου, Αρετούλα, και σωτηριά πια δε βλέπω άλλη παρά

το ναι σου και την κρύφια στεφάνωση.

Αρετ. Να μην τύχη και σε ξανακούσω, καημένε! Να με κλέψη, λέει!

Χριστός και Παναγιά! Σύρε και φύγε, αθεόφοβε, γιατί φώναξα κιόλας

(Σφαλνάει το παράθυρο η Αρετούλα).

Στεφ. (μονάχος). Μ' ένα της χαμόγελο την άρπαξε την καρδιά μου,

και τη σέρνει τώρα και τη ματοπληγώνει σε πέτρες και πέτρες!

Τονειριάστηκα πως είταν αγάπης χαμόγελο, και πιάστηκα! Μου

χώθηκε, αχ, τόσο βαθιά το μαγεμένο ταγκίστρι, που σπαρταρώ τώρα

και ξετινάζουμαι να γλυτώσω, και δεν μπορώ. Δεν μπορώ ν' ανεσάνω.

Ματώνουν τα σπλάχνα μου, κι ο νους μου στρεφογυρίζει. Μούρχεται

έτσι να πάρω ένα δρόμο, να πηγαίνω, να πηγαίνω, και να μη

σώνεται. Ν' ανεβαίνω και να κατεβαίνω βουνά, ποτάμια να διαβαίνω

για να τη σβύσω τη φλόγα μου, σε μαύρες ερημιές να πλανιέμαι και

να τρομάζουνε με τους στεναγμούς μου ταγρίμια. Να φεύγουν

ταγρίμια, και γω να στενάζω μονάχος, πάντα μονάχος . . . Αρετούλα

μου, Αρετούλα, μην το κάμης αυτό το κακό! Άνοιξε να φέξη πάλι ο

κόσμος, ναναστηθή η ψυχή μου. Λυπήσου με, Αρετούλα, και χάνουμαι.

Σαν το κερί τη λυώνεις τη νιότη μου, αυτή τη νιότη που πλάστηκε

για τα σένα. Μην το πης πως είμαι της φτώχειας αγώρι, γεια μόνο

νάχουν αυτά τα χέρια, που μπορούν παλάτι να χτίσουν και να

κάθεσαι μέσα μυριοκαμάρωτη.

Αχ, του κάκου! Κατεβαίνει το σκοτάδι στη γης και τη σαβανώνει.

Βασίλεψ' ο ήλιος τουρανού, βασίλεψε κι ο δικός μου ήλιος.

Γλυκοφέγγουν ως τόσο απομέσα τα σπίτια. Αχτινοβολούν ταμίλητα

ταστέρια. Μουρμουρίζουν ταμπελοβάθρακα, και το νερό της βρύσης,

ακοίμητος μάρτυρας της αιώνιας αγάπης που ζωντανεύει τον κόσμο,

κατρακυλάει και πάει σαν τις ώρες ευτυχισμένης ζωής. Η ζωή μου

εμένα θάχη ώρες δύσεχτες και βαριές. Θα γυρεύουνε να περάσουνε

και να φύγουν, και πού να φύγουν! Λίμνη, λίμνη βαθιά και θολή την

έκαμες τη ζωή μου, εσύ που με δροσοβόλαγες με τα λόγια σου, και

το πίστευα πως ο Θεός με πονούσε! Ο Θεός! Αχ, και να τόξερα,

γιατί μου την έδωσε ο Θεός αυτή τη λαχτάρα! τι μου την άναψε

τέτοια φωτιά! Έλα εσύ, ψυχή του πατέρα μου, που χρόνια τονε

λειτουργούσες, έλα και πες μου, γιατί αυτό το μεγάλο το κρίμα!

(Ακκουμπάει σε δέντρο, ύστερα τραβιέται και χάνεται στα βάθια

σιγά σιγά).

ΤΡΙΤΗ ΣΚΗΝΗ

Η ίδια. Οι δυο γειτόνισσες βγαίνουν από την πόρτα της Πιπινιώς.

ΠΕΡΜΑΘΙΩ, ΠΙΠΙΝΙΩ

Περμ. Ανάθεμά σε παλιογλωσσού, που πήρες έτσι στο λαιμό σου το

παινεμένο μας το κορίτσι. Και δεν είδες πως κλείστηκε μέσα δίχως

μήτε ματιά να του ρίξη; Έτσι μου θάρρεψες πως είνε σαν τη μούρη

σου κ' οι αρχόντισσες! Κρίμα μονάχα που δεν τονέ μυρίστηκε ο κυρ

Κωσταντής τον προκομμένο το Στεφανή σου, που έμαθε δα κι αυτός να

διαβάζη ψαλτήρι και μου λιμπίστηκε αρχοντοπούλες! Σα να το ξέχασε

πως είτανε μυρολογίστρα η θεια του.

Πιπ. Δαιμόνιο και τι δαιμόνιο τον έχει πιασμένο! Γλήγορα θα τον

ακούσουμε στο μοναστήρι κι αυτόν. Τονε ζούρλαναν τα γράμματα το

δύστυχο. Ίσως τράβηξε κιόλας να πάη να πνίξη κανέναν τότες που

ξεκίνησε από το δέντρο που γύρευε ναγκαλιάση σαν του σφάληξε το

παράθυρο το κορίτσι. Μωρή, καλά κ' έπαιζαν από την αυγή τα

ματόκλαδά μου! Ακούς εσύ, λέει! Λεβέντικες αγάπες ορέχτηκε το

παπαδοπαίδι. Κι άμε δεν πάει να φαίνη! Καλά του τάψαλε το

κορίτσι, μωρή, όχι σαν και μας, που ξεμυαλιστήκαμε πρι να

καλοξέρουμε πούθε — έλα, Χριστέ και Παναγιά!

Περμ. Για λόγου σου να τα λες αυτά, κι όχι για μένα που —

Πιπ. Που τα γνώριζες μαθές όλα εσύ!

(Τρέχει η Περμαθιώ να χτυπήση την Πιπινιώ, και χώνουνται κ' οι

δυο τους μέσα στης Πιπινιώς).

ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ

Χαγιάτι της Δέσπως. Νύχτα. Η Δέσπω κάθεται στο μιντέρι και

κλώθει. Πλάγι της πλέχνει η Αρετούλα. Ο Κωσταντής κάθεται κοντά

σε παράθυρο και κοιτάζει κάποτες έξω.

ΔΕΣΠΩ, ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ, ΑΡΕΤΟΥΛΑ

Δέσπω. Τι να είτανε μαθές αυτό τόνειρο! Ένα καράβι, θεόρατο

καράβι, και μέσα κόσμος αμέτρητος, κι όλο το σπιτικό μας μαζί.

Και να μην είνε, λέει, θάλασσα παρά να είνε στεριά, και να

γλιστράη το καράβι και να τρέχη με μια γληγοράδα, σαν όνειρο! Και

να μην ανοίγη στόμα ψυχή να μιλήση, μόνο να κάθουνται κει μέσα

όλοι αμίλητοι κι ολόχλωμοι. Χριστέ και Παναγιά μου! (Αποθέτει

ταδράχτι δίπλα και κάνει το σταυρό της). Άσκημο, άσκημο όνειρο.

Αρετ. Αχ, πως μ' αποτρομάζεις, μάννα, μ' αυτά σου τα όνειρα!

Κωστ. Και να δης που θα βγουν το μήνα που δεν έχει σάββατο.

Δέσπω. Ας είμαι ως τόσο καλά που πήγα και το είπα της Γαρουφαλιάς

άμα σηκώθηκα, να μην αληθέψη το έρμο. Έβαλες, Αρετούλα μου, νερό

στη φωτιά; Πήγαινε, κόρη μου, βάλτο, να σε λούσω απόψε στου

φεγγαριού τις αχτίδες, να τα κάμω στην αστροφεγγιά τα σγουρά σου.

Σήκω, αγάπη μου, κ' έχε το νου σου και στο φαεί των παιδιών.

Άργησαν οι βλογημένοι, και πρέπει να μποδίστηκαν κάπου.

Αρετ. Σε ξέρω, μαννούλα, και πια δε με γελάς. Κάτι θες να του

κρυφομιλήσης πάλε του Κωσταντή. Ήθελα και γω να σου πω κάτι, μα

καλλίτερα όχι.

(Σηκώνεται νάβγη).

Δέσπω. Σαν τι λογής;

Αρετ. (μονάχη της). Γιατί να τον καταλαλήσω το δύστυχο! Αυτός κακό

δεν είχε στο νου του. Είτανε μια τρέλλα, μα θαρρώ πως γατρεύτηκε

πια ως τώρα. (αψά). Τίποτις, μάννα, τίποτις. Έτσι το είπα.

(Βγαίνει).

Δέσπω. Ο Θεός να μας φυλάη! Είδες εσύ, Κωσταντή μου, ποτέ σου

τέτοια ομορφιά;

Κωστ. Την παραχαδεύεις, σου λέω, μάννα, και θα μας τη χαλάσης.

Καμάρωνε την όσο θες απομέσα σου, μα μην της τα λες. Το παιδί

είνε βοτάνι, κι όσο το χαδεύεις μαραίνεται κι αποζαρώνει. Πότιζε

το στη ρίζα του, δίνε του ήλιο κι αγέρι όσο θες, μα μην το

πολυαγγίζης.

Δέσπω. Να είσουνα μάννα, θα τόννοιωθες τι θα πη μονάκριβη κόρη.

Είνε κι ο αποξύστης μας, Κωσταντή, κ' έχει κι αυτό να πη. Τριώ

μηνών τηνέ βύζανα σάνε συχωρέθηκε ο μακαρίτης ο κύρης σου. Και

γύρισε και μου είπε ο καημένος — Δέσπω, η Αρετούλα στα χέρια σου.

Και σφάληξε τα μάτια του και πια δεν τα ξανάνοιξε. Το θυμάσαι.

Δώδεκα χρονών αγώρι σ' είχα τότες. Πέρασαν τα χρόνια και φύγανε.

Μεγάλωσαν τα παιδιά μου, κ' η Αρετούλα μας έγινε κοπέλλα κι αυτή.

Αι, καιρός είνε, γιόκα μου, εσένα, σου το λέγω που είσαι κι ο πιο

γνωστικός μου, να της βρούμε γαμπρό που να της αξίζη.

Κωστ. (σηκώνεται). Αυτή τη δουλειά να την αφήσης απάνω μου. Εγώ θα

τη βγάλω πέρα. Οι γαμπροί δεν γίνουνται άψε σβύσε. Χρειάζεται

υπομονή το κυνήγι τους. Εγώ θα τονε βρω το γαμπρό κ' έννοια σου.

Και του λόγου σου πια κοίταζε τα συγύρια της.

Δέσπω. Ναι, δε σου λέω, παιδί μου, μα ξέρουμε κάτι και μεις οι

γυναίκες. Εκείνο που έχω μες στην καρδιά μου και με τρώει είνε,

μην τύχη και πέση το πουλάκι μας σάπονα χέρια. Χίλιες φορές

καλλίτερα να το θάψω παρά να το ρίξω απάνω στ' αγκάθια το

χαδεμένο μου. Αγάπη, Κωσταντή μου, και καλή γνώμη. Κι όλα τάλλα

έρχουνται μοναχά τους. Να σου πω τώρα. Είνε ένα παλληκάρι που

πάει να λωλαθή με την αδερφή σου. Δεν αποκότησε να μας κάμη,

λέει, προξενειά, γιατί είνε, λέει, από φτωχικό σόγι, και

φοβούνται πως δεν θα πούμε το ναι. Μα τόμαθα από μέρος καλό πως

μας θεν. Η Κουταλιανή μου το ξεμυστηρεύτηκε. Πες μου τώρα,

Κωσταντάκη μου' μια κ' είνε όμορφο και τίμιο και καλόγνωμο το

παιδί — και το ξέρω πως είνε — δεν έχουμε μαθές βιος και για

κείνονε;

Κωστ. Να μην τα ξανακούσω τα προξενήματα της Κουταλιανής που

ανακατώνεται στις δουλειές των άλλωνε σαν την όρνιθα μες σταλώνι.

Να πάω να τα πιάσω τ' αυτιά της και να τα σέρνω ώσπου αίμα να

στάζουνε. Να την πριονίσω την ασυμμάζευτη γλώσσα της, που σε

βρήκε μαλακόκαρδη και σ' έπαιζε στα χεράκια της πάλι η

θεοκατάρατη. Και συ, από τη βιάση σου να παντρέψης και καλά την

κόρη σου, θα τηνέ δώσης κανενός ζητιάνου σιγά σιγά.

Δέσπω. Άκουσέ με, Κωσταντή, και ζητιάνος δεν είνε. Είνε παιδί

καλομαθημένο και γραμματιζούμενο.

Κωστ. Γραμματιζούμενο; Μπας κ' είνε ο Στεφανής;

Δέσπω. Κι αν είνε, τι, Κωσταντή μου;

Η μαζώχτρα κι άλλες ιστορίες Ο Βουρκόλακας - Δράμα · 第 3 / 6 题