Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.
Footnotes have been placed at the end of the book. Although the
page numbers are continuous, at the beginning of a page it seems
as there is missing text. Tis is denoted with [...].
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.
Αν και οι αριθμοί των σελίδων είναι συνεχείς, στην αρχή μιας σελίδας
φαίνεται να λείπει κείμενο. Αυτό υποδηλώνεται με [...].
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ Γ.'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν, αφού κανείς κανονίση όσον το δυνατόν τον αριθμόν των δούλων
και την αρμοδιότητά των εις έκαστον βοηθητικόν των έργον, δεν
πρέπει πλέον κατόπιν να σχεδιάση τας κατοικίας;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φαίνεται δε ότι διά την νέαν πόλιν πρέπει σχεδόν να φροντίσωμεν
περί όλης της οικοδομικής προηγουμένως, δηλαδή πώς θα κατασκευασθή
το καθέν από αυτά και τα ιερά και τα τείχη. Αυτά δε ήρχοντο, φίλε
Κλεινία, προηγουμένως από τους γάμους. Τόρα όμως εις την συζήτησίν
μας τα εθέσαμεν δεύτερα, και βεβαίως είναι δυνατόν προς το παρόν να
γίνη κατ' αυτόν τον τρόπον. Όταν όμως εφαρμοσθούν εις την πράξιν,
τότε αυτά, αν θέλη ο θεός, θα τα θέσωμεν προηγουμένως από τους
γάμους και τότε πλέον θα τα εκτελέσωμεν με όλας τας λεπτομερείας.
Τόρα όμως ας τα εξετάσωμεν συντόμως με γενικάς γραμμάς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εις τους ναούς λοιπόν πρέπει να κτισθή ολόγυρα η αγορά και κατόπιν
κυκλικώς ολόκληρος η πόλις πλησίον των υψηλών τόπων χάριν ασφαλείας
και καθαριότητος, πλησίον δε εις αυτά αι οικοδομαί των αρχόντων και
των δικαστηρίων, εις τα οποία, επειδή είναι πολύ ιερά μέρη, θα
λάβουν και θα αποδώσουν την δικαιοσύνην, και διότι πρόκειται περί
ευσεβών έργων και διότι είναι ιδρύματα των θεών. Μεταξύ δε αυτών
θα είναι και τα δικαστήρια, όπου θα γίνωνται και αι αρμόδιαι δίκαι
των φόνων και όσα αδικήματα είναι άξια θανάτου. Ως προς τα τείχη
όμως, φίλε Μέγιλλε, εγώ θα εσυμφωνούσα με την Σπάρτην, να αφήσωμεν
τα τείχη να κοιμηθούν κάτω εις την γην και να μη τα
ανοικοδομήσωμεν διά τους εξής λόγους. Καλά βεβαίως διαδίδεται περί
αυτών και η ποιητική έκφρασις, ότι πρέπει μάλλον σιδήρινα και
χάλκινα να είναι τα τείχη παρά από χώμα. Αλλά εκτός αυτού πολύ
αξιογέλαστος θα ήτο η ιδική μας συνήθεια να στέλλωμεν έκαστον έτος
εις την χώραν τους νέους, είτε διά να σκάψουν, είτε διά να κάμουν
τάφρους, είτε διά να εμποδίσουν τους εχθρούς και με κάποια
προτειχίσματα, βεβαίως με την πεποίθησιν ότι δεν θα τους
επιτρέψουν να πατήσουν εις τα σύνορα της χώρας μας. Αλλά τότε τι
θέλομεν να προφυλαχθώμεν με τείχος ολόγυρα εις την πόλιν, το
οποίον πρώτον μεν διά την υγείαν διόλου δεν συμφέρει εις τας
πόλεις, εκτός δε τούτου συνηθίζει κάπως να κάμνη μαλθακήν την
διάθεσιν της ψυχής των κατοίκων της, διότι τους παρακινεί να
καταφεύγουν εις αυτό και να μην αντικρούουν τους εχθρούς, ούτε να
στηρίζουν την σωτηρίαν εις το να φρουρούν μερικοί διαρκώς εις
αυτήν νύκτα και ημέραν, αλλά να φρονούν ότι είναι φραγμένοι με
τείχη και με πύλας και ότι, και εάν κοιμούνται, θα έχουν τα μέσα
της σωτηρίας, ως να επλάσθησαν όχι διά να κοπιάζουν, και ως να μη
γνωρίζουν ότι η πραγματική ανάπαυσις δημιουργείται από τους
κόπους; Αντιθέτως όμως πάλιν, νομίζω, από την επονείδιστον
ανάπαυσιν και την οκνηρίαν δημιουργούνται οι κόποι. Αλλά, εάν
είναι ανάγκη να υπάρχη διά τους ανθρώπους κάποιον τείχος, πρέπει
αι οικοδομαί των ιδιωτικών κατοικιών να κτίζωνται ούτω πως εξ
αρχής, ώστε όλη η πόλις να σχηματίζη έν τείχος, διά να έχουν
προφύλαξιν με την κανονικότητα και την ισότητα των οδών όλαι οι
οικίαι, και διά να είναι ευχάριστον θέαμα, όταν η πόλις έχη σχήμα
μιας οικίας, και τότε και διά την ευκολίαν της φρουρήσεως και υπό
πάσαν έποψιν διά την σωτηρίαν της θα ήτο πολύ ανωτέρα. Δι' αυτά δε,
αφού κτισθούν τα πρώτα οικοδομήματα, πρέπει να φροντίζουν κυρίως οι
κατοικούντες εντός, οι δε αστυνόμοι να φροντίζουν και να αναγκάζουν
τους αμελούντας και να τους τιμωρούν. Και γενικώς δε εις την πόλιν
να φροντίζουν διά την καθαριότητα και πώς κανείς ιδιώτης να μη
θέτη χείρα ούτε εις κανέν οικοδόμημα ούτε εις καμμίαν διοχέτευσιν
της πόλεως, και εν γένει αυτοί πρέπει να φροντίζουν διά την καλήν
διοχέτευσιν των υδάτων της βροχής και δι' όσα είναι πρέπον να
γίνουν εντός της πόλεως και εκτός αυτής. Αυτά όλα λοιπόν ας τα
συσκεφθούν αναλόγως της ανάγκης οι νομοφύλακες και ας προσθέτουν
και διά τα άλλα όσα παρέλειψε ο νόμος από αβλεψίαν. Αφού δε
τελειώσουν και αυτά τα πέριξ της αγοράς οικοδομήματα και τα
γυμναστήρια και όλα όσα εκτίσθησαν ως σχολεία και περιμένουν τους
μαθητάς των και τους θεατάς των τα θέατρα, τότε πλέον ας
προχωρήσωμεν εις τα κατόπιν των γάμων, συνεχίζοντες την
νομοθεσίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας υποθέσωμεν, φίλε Κλεινία, ότι ετελείωσαν οι γάμοι, περί
των οποίων ωμιλήσαμεν. Τόρα δε η δίαιτα έως ότου να γεννηθούν τα
τέκνα δεν πρέπει να διαρκέση ολιγώτερον από έν έτος. Και λοιπόν
πώς πρέπει να ζη ο γαμβρός και η νύμφη εις μίαν πόλιν, η οποία
πρόκειται να υπερτερή τας συνηθισμένας; Λοιπόν η συνέχεια με όσα
είπαμεν δεν είναι το ευκολώτερον πράγμα, αλλά, και αν υπάρχουν εις
τα προηγούμενα πολλά ζητήματα δύσκολα, τούτο είναι πολύ
δυσκολώτερον από εκείνα διά να το παραδεχθή ο λαός. Και όμως
εκείνο, το οποίον μας φαίνεται ορθόν και αληθές, πρέπει βεβαίως να
το ειπούμεν, φίλε Κλεινία.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν όστις μελετά να υποδείξη νόμους εις τας πόλεις, δηλαδή πώς
πρέπει να εκτελούν τα δημόσια και κοινωνικά έργα, ενώ διά τα
ιδιωτικά ούτε νομίζει ορθόν τούτο, εφ' όσον το επιβάλλει η ανάγκη,
αλλά φρονεί ότι πρέπει να έχη δικαίωμα έκαστος να ζη την ημέραν
όπως θέλει και ότι δεν πρέπει όλα να γίνωνται με τάξιν, και αφού
παραμελήση ανομοθέτητα τα ιδιωτικά, φρονεί ότι εις τα κοινωνικά
και τα δημόσια θα θελήσουν οι πολίται να ζήσουν με νόμους, αυτός
δεν σκέπτεται ορθώς. Διά ποίον λόγον λοιπόν ελέχθησαν αυτά; Διά
τον εξής, διότι θα παραδεχθώμεν ότι οι νεόνυμφοι δεν πρέπει να
ζουν εις τα συσσίτια διόλου διαφορετικά από τον καιρόν τον
προηγηθέντα του γάμου των. Και αυτό μεν είναι ανεξήγητον βεβαίως,
πώς επεκράτησε κατ' αρχάς εις τα συσσίτια καθώς φαίνεται, ίσως το
επέβαλε κάποιος πόλεμος ή κανέν άλλο παρομοίας δυνάμεως πράγμα,
όταν ευρέθημεν εις μεγάλην στενοχωρίαν από την ολιγανθρωπίαν. Αφού
δε εδοκιμάσαμεν και αναγκάσθημεν να μεταχειρισθώμεν τα συσσίτια,
εφάνη αυτό το νόμιμον ότι είναι πολύ ανώτερον διά την σωτηρίαν
μας, και λοιπόν επεκράτησε με κάποιον παρόμοιον τρόπον ο θεσμός
των συσσιτίων μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται τουλάχιστον πιθανόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν αυτό, το οποίον ήτο ανεξήγητον και επίφοβον διά να το
επιβάλη κανείς εις άλλους, τόρα δεν είναι εξ ίσου δύσκολον διά να
το επιβάλη ο νομοθέτης. Αλλά το συνεχόμενον με αυτό το οποίον
επλάσθη ορθόν, εάν γίνεται ορθώς, αλλά τόρα δεν γίνεται εις κανέν
μέρος, και το οποίον σχεδόν κάμνει τους νομοθέτας, καθώς κάμνουν
οι παίζοντες, να γρονθοκοπούν το πυρ και άπειρα παρόμοια ανωφελή,
αυτό δεν είναι ούτε εύκολον να το ειπούμεν ούτε να το εκτελέσωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τι είναι αυτό, φίλε Ξένε, το οποίον προσπαθείς να το ειπής, αλλά
φαίνεται ότι πολύ διστάζεις;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακούετε, διά να μη χάνεται πολλή ώρα εις μάτην δι' αυτό. Δηλαδή παν
ό,τι μετέχει νόμου και τάξεως μέσα εις μίαν πόλιν δημιουργεί όλα τα
αγαθά, ενώ τα περισσότερα από τα καλώς τακτοποιημένα διαλύουν πολλά
άλλα αδιάτακτα ή κακώς τακτοποιημένα. Και ακριβώς εις αυτό έφθασε η
συζήτησίς μας. Διότι, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, τα μεν ανδρικά
συσσίτια καλώς και, καθώς είπα, θαυμασίως επεκράτησαν από κάποιαν
θεϊκήν ανάγκην, αλλά τα γυναικεία πολύ κακώς έμειναν ανομοθέτητα
και δεν επαρουσιάσθη εις το φως το σύστημα των συσσιτίων των. Αφού
δε και αλλέως αυτό το θηλυκόν γένος μας επλάσθη μυστικώτερον και
απατηλότερον, ένεκα της αδυναμίας, δεν παρελείφθη από ορθήν
υποχώρησιν του νομοθέτου, διά να μείνη ατακτοποίητον. Από την
παράλειψιν δε αυτού πολλά πράγματα μάς καταστρέφονται, ενώ θα ήσαν
καλλίτερα από τόρα, εάν επεριλαμβάνοντο εις την νομοθεσίαν. Διότι
δεν αποτελεί το ήμισυ μόνον, καθώς θα ενόμιζε κανείς, η
ατακτοποίητος παραμέλησις των γυναικών, αλλά όσον χειροτέρα είναι
η θηλυκή φύσις από την αρσενικήν ως προς την αρετήν, τόσον είναι
πλειοτέρα η διαφορά από το διπλάσιον. Λοιπόν είναι καλλίτερον διά
την ευτυχίαν της πόλεως αυτό να επαναφέρωμεν και να διορθώσωμεν
και όλας τας ασχολίας να τας τακτοποιήσωμεν κοινώς μεταξύ των
ανδρών και των γυναικών. Τόρα όμως με τοιούτον τρόπον
παιδαγωγείται το ανθρώπινον γένος, όχι βεβαίως ευτυχή ως προς
αυτό, ώστε ούτε να το ενθυμηθή αυτό είναι δυνατόν εις άλλους
τόπους και πόλεις ο φρόνιμος άνθρωπος, αφού εντελώς ούτε συσσίτια
δεν απεφασίσθη να υπάρχουν εις την πόλιν. Λοιπόν από πού ως πού
δεν θα περιγελασθή κανείς, εάν δοκιμάση να επιβάλη να φαίνεται
φανερά εις τας γυναίκας η εξόδευσις των τροφών και των ποτών; Διότι
δεν υπάρχει άλλο από αυτό, που να το ανεχθή δυσκολώτερον αυτή η
φυλή. Διότι, επειδή συνήθισε να ζη κρυμμένη και στα σκοτεινά, όταν
συρθή εις το φως διά της βίας, θα φέρη πάσαν αντίστασιν και θα
υπερισχύση πολύ περισσότερον από τον νομοθέτην. Λοιπόν αυτή, καθώς
είπα εις άλλο μέρος, δεν θα υπομείνη ούτε τον λόγον ο οποίος
ελέχθη ορθώς, χωρίς να ξεφωνήση με όλα της τα δυνατά, εδώ όμως
πολύ πιθανόν. Εάν λοιπόν νομίζετε ότι δεν πρέπει να μείνη άτυχος η
συζήτησίς μας περί πολιτείας τουλάχιστον από λόγους, είμαι
πρόθυμος να είπω ό,τι είναι αγαθόν και πρέπον, εάν και σεις θέλετε
να ακούσετε· ει δε μη ας το αφήσωμεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλέ Ξένε, παρά πολύ επιθυμούμεν ημείς τουλάχιστον να το ακούσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας ακούωμεν. Να μη απορήσετε όμως διόλου, εάν σας φανώ ότι
αρχίζω κάπως από υψηλά. Διότι έχομεν σχόλη και τίποτε δεν μας
βιάζει να μη ερευνώμεν τους νόμους υπό όλας τας επόψεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά το είπες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας επιστρέψωμεν εις όσα ελέχθησαν προηγουμένως. Δηλαδή
πρέπει να εννοήση έκαστος καλά το εξής, ότι η γένεσις των ανθρώπων
ή εντελώς δεν έλαβε καμμίαν αρχήν ποτέ ούτε θα έχη τέλος, αλλά ήτο
πάντοτε και θα υπάρχη διαρκώς, ή το διάστημα της αρχής αφ' ότου
εδημιουργήθη θα αποτελή όλως ανυπολόγιστον χρόνον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ πώς αλλέως;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε οι συνοικισμοί των πόλεων και αι καταστροφαί και
αι διαφόροι εφευρέσεις διά την τάξιν και την αταξίαν και την
εξημέρωσιν και τα ποτά και διάφορα ορεκτικά φαγητά δεν φρονούμεν
ότι έγιναν διαρκώς και εις ολόκληρον την γην, και διάφοροι
μεταβολαί των ωρών, εις τας οποίας τα ζώα υπέστησαν πολυπληθείς
μεταβολάς του οργανισμού των;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Δεν πιστεύομεν άραγε ότι κάποτε ανεφάνησαν εις κάποιον
μέρος αι άμπελοι, ενώ προηγουμένως δεν υπήρχαν; Ομοίως δε και αι
ελαίαι και τα δώρα της Δήμητρος και της Περσεφόνης; Και ότι ο
Τριπτόλεμος έγινε καλλιεργητής των τοιούτων; Εις το διάστημα δε που
δεν υπήρχαν αυτά, άραγε δεν φρονούμεν ότι τα ζώα, καθώς τόρα,
ετρώγοντο μεταξύ των;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως το να θυσιάζουν οι άνθρωποι ο είς τον άλλον βλέπομεν
ότι και τόρα ακόμη διατηρείται εις πολλά μέρη. Και αντιθέτως
ακούομεν εις άλλα μέρη ότι δεν ετολμούσαν να τρώγουν ούτε βους,
και δεν εχρησίμευαν τα ζώα ως θύματα διά τους θεούς, αλλά τα
γλυκίσματα και καρποί βρεγμένοι εις το μέλι και άλλα παρόμοια αγνά
θύματα, από δε τας σάρκας απεμακρύνοντο, διότι ενόμιζαν ότι όχι
μόνον δεν είναι όσιον να τας τρώγουν, αλλ' ούτε να μολύνουν με
αίμα τους βωμούς των θεών, και κάπως υπήρχεν έν είδος ορφικής ζωής
των τοτινών ανθρώπων, και όλα μεν τα άψυχα τα επροτιμούσαν, τα δε
έμψυχα αντιθέτως τα απέφευγαν όλα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είπες πράγματα που και πολύ διαδίδονται και πολύ πιστευτά
φαίνονται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Προς τι λοιπόν, ημπορεί να μας ειπή κανείς, ελέχθησαν όλα αυτά;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καλά με επρόλαβες, καλέ Ξένε.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν, εάν ημπορέσω, φίλε Κλεινία, θα ειπώ την συνέχειαν με
αυτά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς να ειπής.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βλέπω ότι όλα τα πράγματα των ανθρώπων αποτελούνται από τρεις
ανάγκας και επιθυμίας, εις τας οποίας εάν εφαρμοσθή η αρετή
γίνονται ορθώς, και αντιθέτως, εάν ενεργηθούν κακώς. Αυτά δε είναι
η τροφή μεν και τα ποτόν ευθύς από την γέννησιν, διά την οποίαν
έχει πόθον έμφυτον παν ζώον και είναι φορτωμένον από παραφοράν και
από απείθειαν εις τον λέγοντα ότι πρέπει να κάμη άλλο τίποτε, παρά
να εκπληρώνη τας ηδονάς και επιθυμίας τας περιστρεφομένας εις όλα
αυτά και να σώζεται από όλην την λύπην πάντοτε. Η τρίτη δε και
μεγίστη ανάγκη και ο σφοδρότατος έρως έρχεται τελευταίον, κάμνει
όμως εντελώς φλογισμένους από μανίας τους ανθρώπους, δηλαδή ο
φλεγόμενος με πολλήν ατασθαλίαν διά την διαιώνισιν του είδους.
Αυτά λοιπόν τα τρία νοσήματα πρέπει να προσπαθούμεν να τα
μετατρέψωμεν εις το καλλίτερον και με τρία πράγματα να τα
συγκρατούμεν έξω από το θεωρούμενον ηδονικώτατον, δηλαδή με τον
φόβον και τον νόμον και τον αληθή λόγον, πάντοτε όμως έχοντες ως
βοηθούς τας Μούσας και τους θεούς των αγώνων, οι οποίοι σβύνουν
την αύξησιν και το εκχύλισμα. Και λοιπόν κατόπιν από τους γάμους
ας υποθέσωμεν την γέννησιν των παίδων και κατόπιν την ανατροφήν
και παιδείαν. Και ίσως, ενώ προχωρούν κατ' αυτόν τον τρόπον οι
λόγοι, έκαστος νόμος καταλήξη από ημάς εις τα προηγηθέντα
συσσίτια, διά να φθάσωμεν εις αυτάς τας επιμιξίας και ιδούμεν αν
πρέπει μόνον των ανδρών να υπάρχουν ή και των γυναικών και
πλησιάσαντες αυτά ίσως τα εννοήσωμεν καλλίτερα. Έπειτα θα θέσωμεν
εμπρός από αυτά όσα μένουν ακόμη ανομοθέτητα τακτοποιούντες αυτά
εις την κατάλληλον θέσιν των, και, καθώς είπαμεν προ ολίγου, θα τα
εννοήσωμεν ακριβέστερον και θα ημπορέσωμεν ίσως να θέσωμεν τους
πλέον καταλλήλους και αρμονικούς δι' αυτά νόμους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας κρατήσωμεν εις την μνήμην μας όσα είπαμεν τόρα. Διότι
ίσως κάποτε λάβωμεν ανάγκην όλων αυτών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διά ποία λοιπόν μας παρακινείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όσα ωρίζαμεν με τας τρεις λέξεις. Δηλαδή κάπου ελέγαμεν το φαγητόν
και δεύτερον το ποτόν, και τρίτον κάποιαν μανίαν των αφροδισιακών
ηδονών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εντελώς, φίλε Ξένε, θα έχωμεν εις τον νουν μας αυτά που μας
παρακινείς τόρα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Λοιπόν ας έλθωμεν εις τα γαμήλια, και ας διδάξωμεν τους
νεονύμφους· πώς και με ποίαν μέθοδον πρέπει να τεκνοποιούν, και, αν
δεν υπακούουν, ας τους απειλήσωμεν με κάποιον νόμον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Η νύμφη και ο γαμβρός πρέπει να σκέπτωνται πώς να παρουσιάσουν εις
την πόλιν όσον το δυνατόν ωραιότερα και καλλίτερα παιδιά. Όλοι όμως
οι άνθρωποι, όταν λαμβάνουν μέρος εις μίαν πράξιν, εάν μεν
προσέχουν καλά και τον εαυτόν των και την πράξιν των, όλα τα
κάμνουν καλά και αγαθά, εάν όμως δεν προσέχουν ή δεν έχουν νουν,
κάμνουν τα αντίθετα. Λοιπόν ας προσέχη και ο γαμβρός την νύμφην
και την τεκνοποιίαν, ομοίως δε και η νύμφη εις το διάστημα προ
πάντων εις το οποίον ακόμη δεν απέκτησαν τέκνα. Ας είναι δε
επιθεωρηταί αυτών αι γυναίκες τας οποίας εξελέξαμεν, είτε
περισσότεραι είτε ολιγώτεραι, όσας και όταν εγκρίνουν να
επιβάλλουν οι άρχοντες, συναθροιζόμεναι κάθε ημέραν εις τον ναόν
της Ειλειθυίας έως έν τρίτον της ώρας, και εκεί αφού συναθροισθούν
ας πληροφορούνται μεταξύ των, αν καμμία βλέπει κανένα άνδρα ή
καμμίαν γυναίκα να προσέχη εις άλλα πράγματα παρά εις τα
επιβαλλόμενα υπό των θυσιών και ιερουργιών, αι οποίαι έγιναν εις
τους γάμους. Η δε τεκνοποιία και η επιτήρησις των τεκνοποιούντων
ας διαρκή δέκα έτη, όχι όμως περισσότερον χρόνον, εάν υπάρχη
πληθώρα γεννήσεων. Αν δε μερικοί μένουν άγονοι εις αυτό το
διάστημα, να χωρίζουν εκ συμφώνου με τους συγγενείς και με τας
επιθεωρούσας γυναίκας σκεπτόμενοι τα συμφερώτερα εις τον καθένα
από τους δύο. Εάν όμως συμβή φιλονικία δι' όσα είναι ορθά και
συμφέροντα εις έκαστον, ας εκλέξουν δέκα από τους νομοφύλακας και
όσα επιτρέψουν και επιβάλλουν αυτοί εις αυτά να εμμένουν. Όταν δε
εισέρχωνται εις τας οικίας των νεονύμφων αι γυναίκες, με συμβουλάς
και με απειλάς ας τους διακόπτουν από τα σφάλματα και από την
αμάθειαν. Εάν δε δεν το κατορθώνουν, ας σπεύδουν να το
ειδοποιήσουν εις τους νομοφύλακας, και εκείνοι ας τους
περιορίζουν. Εάν δε και εκείνοι κάπως δεν το κατορθώσουν, ας το
ανακοινώσουν δημοσίως, και ας τοιχοκολλήσουν ενόρκως ότι
πραγματικώς αδυνατούν να βελτιώσουν τον δείνα και τον δείνα. Όστις
δε καταγραφή ας θεωρήται άτιμος δι' αυτά, εάν δεν νικήση εις το
δικαστήριον τους καταγράψαντας αυτόν. Δηλαδή ας μη προβαίνη ούτε
εις γάμους ούτε εις τας αποτελειώσεις των παιδίων, εάν δε
προχωρήση, όποιος τον τιμωρήση με ξύλον, ας μείνη ατιμώρητος. Αυτά
δε τα ίδια νόμιμα ας ισχύουν και περί γυναικός.
Δηλαδή ας μη λαμβάνη μέρος εις τους περιπάτους τους γυναικείους και
τας τιμάς και συναντήσεις διά τους γάμους και τας γεννήσεις τέκνων,
εάν καταγραφή ότι ατακτεί και δεν κερδίση την δίκην. Όταν δε
βεβαίως γεννήσουν τέκνα συμφώνως με τους νόμους, εάν κανείς
σχετίζεται με ξένην γυναίκα ή γυνή με άνδρα ξένον, ενόσω μεν αυτοί
τεκνοποιούν, ας λαμβάνουν τας ιδίας τιμωρίας καθώς και όσοι
εξακολουθούν να τεκνοποιούν. Κατόπιν δε όποιος και όποια μεν είναι
σώφρων ας είναι ευυπόληπτος, ο δε αντίθετος ας μη τιμάται, ή
μάλλον ας ατιμάζεται. Και εφ' όσον οι περισσότεροι κρατούν το
ορθόν μέτρον εις αυτά ας αποσιωπώνται χωρίς νόμους, εάν όμως
παρεκτρέπωνται, ας νομοθετηθούν κατ' αυτόν τον τρόπον και ας
εκτελούνται τότε συμφώνως με τους τεθέντας νόμους. Και αρχή μεν
της ζωής δι' έκαστον είναι το πρώτον έτος. Το οποίον πρέπει να
γραφή εις τα πάτρια ιερά ως αρχή και διά τον νέον και διά την
νέαν. Ας γραφή δε πλησίον εις ασβεστωμένον τοίχον με ολόκληρον την
φρατρίαν ο αριθμός των αρχόντων, οι οποίοι εχρημάτισαν εκείνο το
έτος. Της δε φρατρίας να γράφωνται όλοι οι ζώντες πλησίον, οι δε
μεταστάντες να εξαλείφωνται. Όριον δε του γάμου διά μεν την κόρην
ας είναι τα δεκαέξ έτη έως τα είκοσι, ως ανώτερος όρος, διά δε τον
νέον από τριάντα έως τα τριανταπέντε. Ως προς δε την εξουσίαν διά
μεν την γυναίκα τα σαράντα έτη, διά δε τον άνδρα τα τριάντα. Ως
προς δε τον πόλεμον διά μεν τον άνδρα τα είκοσι έως τα εξήντα, διά
δε την γυναίκα, η οποία θα κριθή κατάλληλος να χρησιμοποιηθή εις
τα πολεμικά, αφού τεκνοποιήση, να επιβάλλωμεν εις εκάστην ό,τι
είναι δυνατόν και πρέπον έως τα πενήντα έτη.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αφού δε γεννηθούν παιδιά αρσενικά και θηλυκά, είναι πλέον πολύ
ορθόν να ομιλήσωμεν διά την ανατροφήν και την εκπαίδευσιν, η οποία
όλως διόλου μεν να παραλειφθή είναι αδύνατον, ίσως όμως φανή
πρέπον να λεχθή μάλλον με διδαχήν και συμβουλήν παρά με νόμους.
Διότι ιδιωτικώς και κατά οικογενείας, όταν συμβαίνουν πολλά και
μικρά και όχι γνωστά εις όλους, ευκόλως θα εισχωρήσουν διαφορετικά
πράγματα από τας συμβουλάς του νομοθέτου ένεκα των διαφόρων
θλίψεων και ηδονών και επιθυμιών εκάστου, και θα καταστήσουν
ποικιλώτατα και ανόμοια μεταξύ των τα ήθη των πολιτών. Αυτό δε
είναι κακόν διά τας πόλεις. Διότι, επειδή είναι μικρά και πολλά,
εάν τα καταστήση επιβλαβή ο νομοθέτης, είναι απρεπές και άσχημον.
Αυτά δε συγχρόνως καταστρέφουν και τους γραπτώς τεθέντας νόμους,
αφού εσυνήθισαν οι άνθρωποι να παρανομούν εις τα μικρά και πολλά.
Ώστε υπάρχει μεν δυσκολία εις το να νομοθετήσωμεν δι' αυτά, αλλ'
όμως να τα αποσιωπήσωμεν είναι αδύνατον. Τι δε εννοώ, πρέπει να
προσπαθήσω να το διασαφήσω παρουσιάζων τρόπον τινά εις το φως
παραδείγματα. Διότι τόρα ομοιάζουν ως να λέγωνται εις το σκότος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ότι μεν η ορθή ανατροφή πρέπει ωρισμένως να αποδεικνύεται
ότι ημπορεί να κατασκευάζη τα σώματα και τας ψυχάς όσον το δυνατόν
ωραιότερα και καλλίτερα, αυτό βεβαίως ελέχθη, νομίζω, ορθώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ τι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά, φρονώ, τα ωραιότερα σώματα, διά να ειπούμεν απλούστερον,
πρέπει να γίνωνται εξ αρχής ευθυτενέστατα από την νεαράν ακόμη
ηλικίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Δεν εννοούμεν άραγε το εξής, ότι η πρώτη βλάστησις
παντός ζώου γίνεται πολύ υπερβολική και άφθονος, ώστε και πολλοί
διεφιλονίκησαν μεταξύ των, ότι το ανθρώπινον ανάστημα, όσον αυξάνει
κατά τα πρώτα πέντε έτη, δεν διπλασιάζεται κατά τα είκοσι κατόπιν
έτη;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό είναι αληθές.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Όταν συρρέη πολλή αύξησις χωρίς πολλούς και
συμμετρικούς κόπους, δεν γνωρίζομεν ότι προξενεί άπειρα κακά εις
τα σώματα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν χρειάζονται άραγε τότε οι περισσότεροι κόποι, όταν
προστίθεται η περισσοτέρα θρέψις εις τα σώματα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και τι λοιπόν, καλέ Ξένε; Μήπως θέλεις να επιβάλωμεν εις τους
νεογεννήτους και νεωτάτους όσον το δυνατόν πολλούς κόπους;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Διόλου μάλιστα, αλλά και προηγουμένως ακόμη μάλιστα εις τους
τρεφομένους εντός των μητέρων των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς, λαμπρέ μου άνθρωπε; Ή μήπως εννοείς τους
ευρισκομένους εις την κοιλίαν των μητέρων των;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα. Δεν είναι δε διόλου παράδοξον να αγνοήτε σεις την
γυμναστικήν των εχόντων τοιαύτην ηλικίαν, την οποίαν θα επιθυμούσα
να σας την αναπτύξω, αν και είναι αλλόκοτος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν είναι δυνατόν να εννοηθή καλλίτερα εις τον τόπον μας, διότι
εκεί τα παιγνίδια παίζονται εις μεγαλιτέραν κλίμακα από όσον
πρέπει. Δηλαδή εις τον τόπον μας όχι μόνον οι παίδες, αλλά και
μερικοί γεροντότεροι ανατρέφουν μερικά πτηνά, και γυμνάζουν αυτά
τα ζώα διά τας μεταξύ των μάχας. Επομένως πολύ απέχουν από το να
νομίζουν ότι πρέπει να είναι μέτριαι αι κοπώσεις, εις τας οποίας
υποβάλλουν αυτά μεταξύ των. Διότι εκτός αυτών τα λαμβάνουν έκαστος
κάτω από την μασχάλην, και τα μεν μικρότερα εις τας χείρας, τα δε
μεγαλίτερα εις την αγκάλην των, και περιπατούν πολλά χιλιόμετρα
χάριν ευρωστίας όχι των ιδικών των σωμάτων, αλλά αυτών των
σφαχτών. Και τουλάχιστον τούτο αποδεικνύει εις τον ικανόν να
αντιληφθή ότι όλα τα σώματα από τους κλονισμούς και τας κινήσεις
ακόπως ωφελούνται, δηλαδή και όσα μόνα των κινούνται και όσα με
αιώρας, ή εις την θάλασσαν ή επί ίππων, και με οποιαδήποτε άλλα
μέσα μεταφέρονται κινητώς, και ένεκα τούτου απορροφούν τας
θρεπτικάς ουσίας των τροφών και των ποτών και είναι ικανά τα μας
αποδώσουν την υγείαν και το κάλλος και όλην την ρωμαλεότητα.
Λοιπόν, αφού αυτά συμβαίνουν ούτω πως, τι πρέπει ημείς να κάμωμεν
κατόπιν από αυτά; Θέλετε με γέλια νομοθετούντες να ειπούμεν ότι
πρέπει η έγκυος να περιπατή, το δε γεννηθέν να το διαπλάττη ωσάν
κήρινον, ενόσω είναι ελαστικόν, και επί δύο έτη να το σπαργανώνη;
Και ωρισμένως, δεν θα αναγκάζωμεν άραγε και τας τροφούς δι'
επιβολής νομίμου προστίμου πάντοτε να μεταφέρουν τα νήπια ή εις
τας εξοχάς ή εις τους ναούς ή εις τους συγγενείς, έως ότου να
γίνουν ικανά να στηρίζωνται εις τους πόδας των; Τότε δε να
προσέχουν πολύ, ενόσω είναι νεαρά μήπως κάπου στηρίζονται με
πίεσιν και στραβίζονται τα σκέλη των και με υπομονήν να τα
χειραγωγούν έως ότου να συμπληρώση το νεογέννητον τα τρία έτη; Και
δεν πρέπει όσον το δυνατόν αυταί να είναι ισχυραί και όχι ανά
μίαν; Έπειτα δε από αυτά όλα, εάν δεν επιτύχη ο σκοπός, δεν πρέπει
να ορίσωμεν τιμωρίαν διά τας αποτυχούσας; Τι μήπως απέχομεν πολύ
από αυτό; Διότι το προ ολίγου λεχθέν θα συμβή πολύ και αφθόνως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το να περιγελασθούμεν πολύ ημείς χωριστά από το ότι ίσως δεν θα
θέλωμεν να υποτασσώμεθα εις τα γυναικεία και δουλοπρεπή ήθη των
τροφών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ναι, αλλά διά ποίον σκοπόν ενομίσαμεν πρέπον να λεχθούν αυτά;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Διά τον εξής. Εάν μάθη κανείς τα ήθη των κυριάρχων και ελευθέρων
εις εκάστην πόλιν, ίσως έλθη εις την ορθήν σκέψιν, ότι δηλαδή
χωρίς να γίνη ορθώς η ιδιωτική διοίκησις εις τας πόλεις, εις μάτην
θα ήλπιζε κανείς ότι θα αποκτήσουν τα κοινά κάποιαν ασφάλειαν
νομοθετικήν, και όταν σκεφθή αυτά, θα μεταχειρισθή τους νόμους που
είπαμεν τόρα, και εφαρμόζων αυτούς καλώς θα διοική καλώς και την
οικίαν του και την πατρίδα του και θα ευτυχή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ λογικά ωμίλησες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας μη σταματήσωμεν την τοιαύτην νομοθεσίαν, πριν να
παραστήσωμεν και τας ψυχικάς ασχολίας των νεαρωτάτων κατά τον ίδιον
τρόπον, καθώς εξετάσαμεν τα ζητήματα τα περιστρεφόμενα εις τα
σώματά των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας λάβωμεν λοιπόν διά την ψυχήν και το σώμα των νεαρωτάτων ως
ουσιώδες συστατικόν την θήλασιν και την κίνησιν την γινομένην όσον
το δυνατόν περισσότερον νύκτα και ημέραν, δεχόμενοι ότι είναι
συμφέρουσα και εις όλους μεν τους άλλους, όχι ολιγώτερον όμως εις
τους όλως νεωτάτους, και ακόμη και το να κατοικούν, εάν είναι
δυνατόν κάπως διαρκώς εντός πλοίου. Τόρα όμως πρέπει όσον το
δυνατόν το όμοιον να κάμνωμεν διά τα νεογέννητα παιδιά τα οποία
παιδοκομούμεν. Πρέπει δε να συμπεραίνωμεν και από τα εξής, ότι εκ
πείρας το έλαβαν και έμαθαν ό,τι είναι χρήσιμον αι τροφοί των
μικρών και όσαι υπηρετούν εις τας θεραπείας των Κορυβάντων. Διότι,
όταν θέλουν να αποκοιμίσουν τα άυπνα παιδία αι μητέρες, δεν τα
αφήνουν εις την ησυχίαν των, αλλά, αντιθέτως, τα κινούν, και
διαρκώς τα κουνούν εις τας αγκάλας των, και δεν σιωπαίνουν, αλλά
λέγουν κάποιαν μελωδίαν, και κυριολεκτικώς τα ξεκουφαίνουν, καθώς
γίνονται αι θεραπείαι των μανιακών βακχειών, μεταχειριζόμεναι
αυτήν την κίνησιν του χορού και της μουσικής.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λοιπόν, καλέ Ξένε, ποία είναι κυρίως η αιτία τούτων κατά την γνώμην
μας; (!)
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι διόλου δυσνόητος.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τρόμος είναι και τα δύο αυτά πάθη, και οι τρόμοι υπάρχουν από
κάποιαν συνήθειαν της ψυχής. Όταν λοιπόν εις αυτά τα πάθη προσθέτη
κανείς από έξω κλονισμόν, η εξωτερική κίνησις επηρεάζει και νικά
την εσωτερικήν τρομακτικήν κίνησιν, και νικώσα φαίνεται ότι
παρέχει εις την ψυχήν γαλήνην και ησυχίαν, ενώ οι σφυγμοί της
καρδίας εις έκαστον αραιούνται, και όλως προς ευχαρίστησίν των
τους κάμνει διά τον ύπνον μεν επιρρεπείς, εκείνους δε οι οποίοι
αγρυπνούν μέσα εις τους χορούς και τους αυλούς με την βοήθειαν των
θεών, εις τους οποίους ο καθείς θυσιάζει ευοιώνως, τους κάμνει
αντί των μανιακών διαθέσεων να έχουν σωφρονικάς καταστάσεις. Και
αυτά, όσον διά να λεχθούν με αυτήν την συντομίαν, φαίνονται κάπως
λογικά.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν δε αυτά έχουν τοιαύτην δύναμιν, πρέπει να εννοήσωμεν από αυτά
και το εξής, ότι δηλαδή πάσα ψυχή ίσως μάλλον από την παιδικήν
ηλικίαν συνηθίζει να κατέχεται από τρόμον. Αυτό δε βεβαίως ημπορεί
κανείς να το ονομάση εξάσκησιν εις την δειλίαν, και όχι πλέον εις
την ανδρείαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά βεβαίως το αντίθετον έργον της ανδρείας αμέσως από την
παιδικήν ηλικίαν θα ειπούμεν ότι είναι να νικά τους αιφνιδίους
τρόμους και φόβους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν μεταξύ άλλων και τούτο θα παραδεχθώμεν ότι συντελεί μεγάλως
εις την αρετήν ενός μέρους της ψυχής, δηλαδή η γυμναστική των
εντελώς μικρών παιδίων.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και όμως η γλυκύτης και η δυστροπία της ψυχής δεν αποτελούν μικρόν
μέρος της ευψυχίας και της κακοψυχίας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν με ποίον τρόπον ημπορεί να εμπνευσθή εις το νεογέννητον
όποιον από αυτά τα δύο θέλομεν, αυτό βεβαίως πρέπει να
προσπαθήσωμεν να το εξηγήσωμεν με όποιον τρόπον και όσον ημπορεί
κανείς να το εκτελέση.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι βεβαίως;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν λέγω την γνώμην του τόπου μας, ότι δηλαδή η μεν τρυφηλότης
κάμνει δύστροπα και ακρόχολα και υπερβολικά εξαπτόμενα τα ήθη των
νέων, το αντίθετον δε και η υπερβολική και αγρία υποδούλωσις τους
κάμνει χαμερπείς και ανελευθέρους και μισανθρώπους και ακαταλλήλους
ως συνοίκους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς πρέπει λοιπόν όλη η πόλις να ανατρέφη αυτά που ούτε την γλώσσαν
εννοούν, ούτε είναι ικανά να αποκτήσουν την άλλην μόρφωσιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ιδού πώς. Βεβαίως απ' αρχής παν νεογέννητον συνηθίζει να φωνάζη με
δύναμιν, και προ πάντων το ανθρώπινον γένος. Και ωρισμένως
περισσότερον από τα άλλα συνδέεται με τα κλάματα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν αι τροφοί προσέχουσαι τι επιθυμεί, το συμπεραίνουν με την
προσφοράν του ιδίου πράγματος. Δηλαδή εις όποιαν προσφοράν σιωπά,
φρονούν ότι καλά προσφέρουν αυτό το πράγμα, εις όποιαν δε κλαίει
και φωνάζει φρονούν ότι το προσφέρουν όχι καλά. Λοιπόν εις τα
νήπια η εκδήλωσις των πραγμάτων τα οποία αγαπούν και μισούν είναι
τα κλάματα και αι φωναί, τα οποία δεν είναι διόλου καλά σημεία.
Αυτό δε το διάστημα δεν είναι μικρότερον των τριών ετών. (1)
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ο δύστροπος και ο άκαμπτος δεν φαίνεται άραγε εις τους δύο
σας ότι είναι κλαψάρης και συνήθως περισσότερον φορτωμένος από
παράπονα παρ' όσον είναι πρέπον εις τον αγαθόν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Εγώ τουλάχιστον αυτό φρονώ.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Εάν κανείς εις αυτά τα τρία έτη δοκιμάση με όλας τας
μεθόδους πώς το ανατρεφόμενον να δοκιμάση όσον το δυνατόν
ολιγώτερον πόνον και φόβον και λύπην εν γένει, άραγε δεν φρονούμεν
ότι τότε θα καταστήσωμεν περισσότερον καλόγνωμον και επιεική την
ψυχήν του ανατρεφομένου;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως και μάλιστα, φίλε Ξένε, εάν κανείς προπαρασκευάζη δι' αυτό
πολλάς ηδονάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εις αυτό πλέον εγώ δεν ημπορώ να συμφωνήσω με τον Κλεινίαν,
αξιοθαύμαστε φίλε. Διότι βεβαίως αυτή η πράξις είναι η μεγαλειτέρα
από όλας τας καταστροφάς. Διότι συμβαίνει εις την αρχήν πάντοτε της
ανατροφής. Αλλ' ας προσέξωμεν αν λέγομεν τίποτε σπουδαίον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε τι εννοείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι τόρα η συζήτησίς μας δεν περιστρέφεται εις μικρόν ζήτημα.
Πρόσεχε δε και συ, και κρίνε συγχρόνως ημάς συ, Μέγιλλε. Δηλαδή ο
μεν ιδικός μου διισχυρισμός λέγει ότι δεν πρέπει ούτε τας ηδονάς
πάντοτε να επιδιώκη ο ορθός βίος ούτε εις το έπακρον να αποφεύγη
τας λύπας, αλλά να προτιμά το μέσον, το οποίον, προ ολίγου το
εχαρακτήρισα ως επιείκειαν, την οποίαν βεβαίως διάθεσιν και θεϊκήν
την θεωρούμεν όλοι ευστόχως κατά τινα διάδοσιν μαντικήν. Αυτήν την
διάθεσιν νομίζω ότι πρέπει να επιδιώκη και όστις από ημάς θέλει να
γίνη θείος, και επομένως ούτε εντελώς επιρρεπής να είναι εις τας
ηδονάς, διότι δεν θα ημπορέση να μένη πάντοτε έξω από τας λύπας,
ούτε κανένα άλλον νέον ή γέροντα αρσενικόν ή θηλυκόν να αφήνη να
παθαίνη αυτό το ίδιον, πολύ δε ολιγώτερον το εντελώς νεογέννητον.
Διότι βεβαίως εις όλους εμφυτεύεται εις εκείνην την εποχήν
ισχυρότερον το ήθος από την συνήθειαν. Ακόμη δε εγώ τουλάχιστον,
εάν δεν νομισθώ ότι αστειεύομαι, θα έλεγα ότι πρέπει και τας
εγκύους από όλας τας άλλας γυναίκας να περιποιούμεθα περισσότερον
εκείνο το έτος, πώς να μη απολαύσουν ηδονάς πολλάς και μανιώδεις
ούτε πάλιν λύπας, αλλά να τιμούν την ιλαρότητα και ευμένειαν και
μειλιχιότητα εις όλον το διάστημα (της εγκυμοσύνης).
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Δεν έχεις καμμίαν ανάγκην, καλέ Ξένε, να ερωτάς τον Μέγιλλον, ποίος
από τους δύο μας ωμίλησε ορθότερα. Διότι εγώ ο ίδιος παραδέχομαι
ότι πρέπει όλοι να αποφεύγουν τον βίον της άκρας λύπης και ηδονής,
και ότι πρέπει να διάγουν μέσον βίον κάπως. Επομένως καλά είπες
και καλά ήκουσες συγχρόνως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ ορθά βεβαίως, φίλε Κλεινία. Λοιπόν το εξής ας σκεφθώμεν
κατόπιν από αυτά οι τρεις μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι όλα αυτά όσα εξετάζομεν, είναι εκείνα τα οποία οι περισσότεροι
τα ονομάζουν άγραφα νόμιμα. Και ό,τι ονομάζουν πατροπαραδότους
νόμους δεν είναι τίποτε άλλο παρά όλα αυτά. Ακόμη δε και ο
τελευταίος περιχυμένος λόγος μας, ότι δηλαδή ούτε νόμους πρέπει να
τα ονομάσωμεν αυτά, ούτε να τα αποσιωπήσωμεν, καλά ελέχθη. Διότι
αυτοί είναι οι δεσμοί όλης της πολιτείας ευρισκόμενοι εις το μέσον
όλων των γραπτώς θεσπισθέντων νόμων και των υπαρχόντων και όσοι
μέλλουν να θεσπισθούν κυριολεκτικώς ως άλλα πατροπαράδοτα και
εντελώς αρχαία νόμιμα. Τα οποία, εάν μεν τεθούν και συνηθισθούν
καλώς, προφυλάττουν με πλήρη ασφάλειαν τους τότε γραφέντας νόμους,
εάν όμως βαδίζουν εσφαλμένως έξω από το καλόν, ωσάν τα
υποστηρίγματα των οικοδομών, τα οποία καταρρέουν εις το μέσον και
κάμνουν να πέσουν το έν εις το άλλο όλα μαζί εκτός των άλλων και
τα καλώς κτισθέντα εις το τέλος, αφού έπεσαν τα πρώτα κάτωθεν.
Αυτά λοιπόν σκεπτόμενοι και ημείς, φίλε Κλεινία, πρέπει να
σφικτοδέσωμεν ολόγυρα την πόλιν σου, η οποία είναι νέα, χωρίς να
παραλείψωμεν το παραμικρόν, όσον μας είναι δυνατόν, από όσα
ονομάζουν νόμους ή συνηθείας ή ασχολίας. Διότι με όλα αυτά
σφικτοδένεται η πόλις, εάν δε είναι χωρισμένα αυτά μεταξύ των, δεν
είναι στερεά. Ώστε δεν πρέπει να απορούμεν, αν πολλά και μικρά μας
φαίνονται ως νόμιμα ή συνήθειαι και πλημμυρούντα μας κάμνουν τους
νόμους μακροτέρους κάπως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Και συ ορθώς ομιλείς και ημείς αυτά θα έχωμεν στον νουν μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν έως εις το τρίτον έτος της ηλικίας, αν κανείς εκτελή αυτά
ακριβώς εις το αγόρι και εις το κορίτσι, και δεν μεταχειρίζεται τα
λεχθέντα ως πάρεργα, δεν θα είναι ασήμαντα διά την ωφέλειαν των
ανατρεφομένων. Και λοιπόν τόρα ίσως είναι ανάγκη να εξετάσωμεν τα
παιγνίδια τα αρμόζοντα εις τα τριετή και τετραετή και πενταετή και
εξαετή ήθη της ψυχής. Και τόρα πλέον πρέπει να τους ελευθερώσωμεν
από την τρυφήν με την τιμωρίαν, όχι όμως την άτιμον, αλλά καθώς
ελέγαμεν διά τους δούλους, δηλαδή να μη τους τιμωρούμεν με ύβρεις
και να εμπνέωμεν οργήν εις τους τιμωρηθέντας, ούτε να τους
αφήνωμεν ατιμωρήτους εις την τρυφηλότητα, αυτό ακριβώς πρέπει να
κάμωμεν και διά τους ελευθέρους. Υπάρχουν δε κάποια έμφυτα
παιγνίδια εις τους τοιούτους, τα οποία, όταν συναντηθούν, σχεδόν
μόνοι των τα εφευρίσκουν. Πρέπει δε πλέον όλα αυτά τα τοιαύτης
ηλικίας παιδία να συναθροίζωνται εις τους ναούς των χωρίων των,
από τριών ετών έως τα έξ, εκάστου χωρίου όλα ομού εις το ίδιον
μέρος. Αι δε τροφοί να φροντίζουν ακόμη διά την ευπρέπειαν και
(μη) ασχημοσύνην των τοιούτων, επί κεφαλής δε αυτών των τροφών και
όλης της συγκεντρώσεως, να επιστατή μία από τας δώδεκα γυναίκας ως
κοσμήτωρ επί έν έτος, από εκείνας που είπαμεν, όποιαν διορίσουν οι
νομοφύλακες. Αυτάς δε ας τας εκλέγουν αι αρμόδιαι διά την
επιμέλειαν των γάμων, ανά μίαν από εκάστην φυλήν και συνομήλικάς
των. Η δε διορισθείσα ας κυριαρχή συχνάζουσα κάθε ημέραν εις τον
ναόν και τιμωρούσα εκάστοτε τον αδικούντα, τον μεν δούλον και την
δούλην και τον ξένον και την ξένην μόνη της με κάποιους υπηρέτας
της πόλεως, τον δε πολίτην, εάν μεν αυτός δυστροπή διά την
τιμωρίαν, ας τον φέρη εις τους αστυνόμους, διά να δικασθή, εάν δε
δεν δυστροπή, τότε και τον πολίτην ας τον τιμωρή η ιδία. Μετά δε
την εξαετή ηλικίαν ας χωρίζεται πλέον το γένος και των δύο φύλων.
Και οι μεν παίδες μαζί με τους παίδας, αι δε παρθένοι επίσης ας
συναναστρέφωνται μεταξύ των. Πρέπει δε να στραφούν και τα δύο μέρη
προς τα μαθήματα, και οι μεν άρρενες εις τους διδασκάλους της
ιππικής και των τόξων και των ακοντίων και της σφενδόνης, εάν δε
κάπως συμβιβάζωνται, έως ότου να μάθουν ας πηγαίνουν και τα θήλεα,
και προ πάντων όσα θέλουν να συνηθίσουν τα όπλα. Διότι βεβαίως η
σημερινή κατάστασις ως προς αυτά δεν είναι γνωστή σχεδόν εις όλους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ότι τάχα τα δεξιά μας και τα αριστερά μας είναι εκ φύσεως
διαφορετικά ως προς τας χείρας δι' εκάστην πράξιν, καθόσον ως προς
τους πόδας και τα κάτω μέλη είναι βέβαιον ότι δεν έχουν καμμίαν
διαφοράν. Ως προς τας χείρας όμως από ανοησίαν των τροφών και των
μητέρων εμείναμεν ωσάν χωλοί. Διότι η φύσις και των δύο μερών του
σώματος είναι σχεδόν ισόρροπος, αλλά μόνοι μας από συνήθειαν τα
κατεστήσαμεν διάφορα μεταχειριζόμενοι αυτά όχι ορθώς. Δηλαδή εις
όσα έργα δεν υπάρχει σπουδαία διαφορά, λόγου χάριν να
χρησιμοποιούμεν την μεν λύραν με την αριστεράν χείρα, το δε
πλήκτρον με την δεξιάν, εις αυτά δεν δυσκολευόμεθα, καθώς και εις
τα όμοια. Έχοντες δε αυτά ως παραδείγματα, εάν δεν τα εφαρμόσωμεν
και εις άλλα ομοίως, θα ήτο μωρία. Απέδειξε δε αυτά ο νόμος των
Σκυθών, οι οποίοι δεν τεντώνουν μόνον με την αριστεράν το τόξον,
ενώ με την δεξιάν κρατούν το βέλος, αλλά εξ ίσου μεταχειρίζονται
και τας δύο χείρας διά τα δύο αυτά. Πλείστα δε άλλα παρόμοια
παραδείγματα υπάρχουν και εις τας ηνιοχείας και εις άλλα, από τα
οποία ημπορούμεν να εννοήσωμεν, ότι στρεβλώνουν την φύσιν όσοι
κάμνουν τα αριστερά αδυνατώτερα από τα δεξιά. Αυτά δε, καθώς είπα,
δεν είναι τόσον σπουδαία επί κερατίνων πλήκτρων και παρομοίων
οργάνων, έχουν όμως μεγάλην διαφοράν, όταν πρόκειται να
μεταχειρισθή κανείς εις τον πόλεμον σιδηρά είτε τόξα είτε ακόντια
και όλα τα παρόμοια. Διαφέρει δε πάρα πολύ ο μαθών από τον μη
μαθόντα και ο γυμνασμένος από τον αγύμναστον. Διότι καθώς ο
ασκηθείς τελείως εις το παγκράτιον ή την πυγμήν ή την πάλην πρέπει
από μεν τα αριστερά μέρη να μη είναι ανίκανος να πολεμή, και μήτε
να χωλαίνη μήτε εσφαλμένως να έλκη όταν κανείς μοιράζη και εις τα
δύο την δύναμιν και τα αναγκάζη να κοπιάζουν, ακριβώς το ίδιον,
νομίζω, πρέπει να θεωρούμεν ορθόν και διά τα όπλα και διά τα άλλα,
ότι δηλαδή όστις θέλει να έχη διπλά τα αμυντικά και τα επιθετικά
μέσα του δεν πρέπει από αυτά όσον είναι δυνατόν τίποτε να μη αφήση
να μείνη αργόν. Εάν δε βεβαίως εγεννάτο κανείς έχων την φύσιν του
Γηρυόνου ή του Βριάρεω, τότε με τας εκατόν χείρας πρέπει να είναι
ικανός να ρίπτη εκατόν βέλη. Δι' όλα δε αυτά η φροντίς πρέπει να
ανατεθή εις τας αρχούσας και τους άρχοντας, και εκείναι μεν να
γίνουν επιθεωρηταί εις τα παιγνίδια και εις τας τροφούς, αυτοί δε
εις τα μαθήματα, διά να γίνουν όλοι και όλαι αρτιόποδες και
αρτιόχειρες και όσον είναι δυνατόν να μη βλάπτουν διόλου με την
άσκησιν τα φυσικά των χαρίσματα.
Τα δε μαθήματα ημπορούμεν να ειπούμεν ότι είναι δύο ειδών, και τα
μεν περιστρεφόμενα εις το σώμα αποτελούν γενικώς την γυμναστικήν,
τα δε της καλλιεργείας της ψυχής αποτελούν την μουσικήν. Και πάλιν
της γυμναστικής είναι δύο είδη, ο χορός και η πάλη. Του δε χορού
άλλο είδος είναι η μίμησις της εκφράσεως των ποιημάτων, με την
πιστήν απόδοσιν της μεγαλοπρεπείας και της ελευθεριότητος, και
άλλο το χάριν της ευρωστίας και της ελαφρότητος και της ευμορφίας
των μελών αυτού του σώματος, με απόδοσιν της αρμοδίας κάμψεως και
εκτάσεως εις έκαστον από αυτά, και με εύρυθμον κίνησιν τελείως
διαμοιραζομένην και ομοιόμορφον εις όλον τον χορόν. Και ωρισμένως
ως προς την πάλην όσα μεν ο Ανταίος ή ο Κερκύων με ιδικήν των
εφεύρεσιν εσυστηματοποίησαν διά άχρηστον φιλονικίαν, ή ο Επειός
και ο Άμυκος διά την πυγμήν, επειδή δεν είναι διόλου χρήσιμα διά
την συμμετοχήν εις τον πόλεμον, δεν είναι άξια να τα υμνήσωμεν με
λόγον. Όσα δε εις την ορθήν πάλην εκτελούνται με το γύρισμα των
λαιμών και των χειρών και των πλευρών, μέσα εις τον ανταγωνισμόν
και την αξιοπρεπή διάταξιν χάριν ρωμαλεότητος και υγείας, αυτά
όλα, επειδή είναι χρήσιμα εις όλα, δεν πρέπει να τα παραμελήσωμεν,
αλλά να τα επιβάλωμεν και εις τους μαθητάς και εις τους
διδασκάλους, όταν φθάσωμεν εις το σχετικόν μέρος των νόμων, ώστε
αυτοί μεν όλα αυτά να τα προσφέρουν με εύνοιαν, εκείνοι δε να τα
δέχωνται ευγνωμόνως. Ούτε πάλιν πρέπει να παραλείψωμεν τας
κινήσεις όσαι είναι άξιαι μιμήσεως, καθώς είναι εις τον τόπον
αυτών εδώ των Κουρήτων (2) τα ένοπλα παιγνίδια, εις δε την
Λακεδαίμονα των Διοσκούρων. Εις ημάς δε πάλιν η κόρη και δέσποινα
Περσεφόνη ευχαριστηθείσα από το παιγνίδι του χορού, ενόμισε ότι δεν
πρέπει να παίζη με αδειανά χέρια, αλλά να στολισθή με τελείαν
πανοπλίαν και τότε να εκτελέση τον χορόν. Τα οποία βεβαίως πρέπει
να τα μιμούνται οι νέοι και αι νέαι, τιμώντες την ευχαρίστησιν της
θεάς και χάριν του πολέμου και των εορτών. Οι δε παίδες, από
μικράν ηλικίαν και ενόσω ακόμη δεν πηγαίνουν εις τον πόλεμον, να
κάμνουν επισκέψεις και πομπάς εις όλους τους θεούς στολισμένοι με
όπλα και με ίππους και να κάμνουν ταχύτερον ή βραδύτερον με χορόν
ή με βηματισμόν τας προσευχάς των προς τους θεούς και τους παίδας
των θεών. Ακόμη δε και εις τους αγώνας και τους προαγώνας όχι δι'
άλλα τίποτε, αλλά δι' αυτά πρέπει να προαγωνισθούν. Διότι αυτοί
και εν καιρώ ειρήνης και εις τον πόλεμον είναι χρήσιμοι και έξω
εις την πόλιν και εις τας ιδιωτικάς οικίας, οι δε άλλοι κόποι και
τα παιγνίδια και αι ασχολίαι με τα σώματα δεν ανήκουν εις τους
ελευθέρους, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία.
Λοιπόν αυτό το οποίον εις τους πρώτους λόγους είπα ότι πρέπει να
εξετασθή ως γυμναστική σχεδόν το εξήτασα πλέον και είναι
συμπληρωμένον. Εάν όμως σεις έχετε καμμίαν καλλιτέραν από αυτήν,
φέρετέ την εις το μέσον και ειπέτε την.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Δεν είναι εύκολον, καλέ Ξένε, να αφήσωμεν αυτά και να έχωμεν άλλα
να ειπούμεν διά την γυμναστικήν και τα αγωνίσματα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν διά τα ερχόμενα κατόπιν δώρα των Μουσών και του Απόλλωνος,
τότε μεν, ως να τα εξηντλήσαμεν εντελώς, ενομίσαμεν ότι πρέπει να
αφήσωμεν μόνον την γυμναστικήν. Τόρα όμως είναι φανερά ποία είναι
και ότι πρέπει να τα ειπούμεν μεταξύ των πρώτων. Λοιπόν ας
ομιλήσωμεν εις την συνέχειαν περί αυτών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πρέπει να ομιλήσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακούσατε λοιπόν εμέ, τον οποίον ηκούσατε και προηγουμένως. Και όμως
πρέπει να προσέχη διά το υπερβολικά παράλογον και ασυνήθιστον και ο
ομιλών και ο ακούων, και μάλιστα τόρα. Δηλαδή εγώ τόρα θα ομιλήσω
λόγον όχι ακίνδυνον, και όμως κάπως θα λάβω θάρρος και δεν θα τον
διακόψω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίον λόγον εννοείς, καλέ Ξένε;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φρονώ ότι εις όλας τα πόλεις δεν είναι γνωστόν ότι το είδος των
παιγνιδίων είναι σπουδαιότατον διά την νομοθεσίαν και διά την
μονιμοποίησιν ή όχι των τεθέντων νόμων. Διότι, εάν μεν τακτοποιηθή
αυτό και εφαρμοσθή το να παίζουν οι ίδιοι με τους ίδιους όρους και
με τον ίδιον τρόπον πάντοτε και να διασκεδάζουν με τα ίδια
παιγνίδια, τούτο αφήνει και τα σοβαρά νόμιμα να μένουν ήσυχα· εφ'
όσον όμως αυτά τα ίδια μετακινούνται και νεωτερίζουν, και
λαμβάνουν όλας τας μεταβολάς διαρκώς και ποτέ οι νέοι δεν θεωρούν
ευχάριστα τα ίδια ούτε εις τους σχηματισμούς των ιδικών των
σωμάτων ούτε εις τα ίδια σκεύη ομολογούν ότι έγκειται το ωραίον
και το άσχημον, αλλά εκτιμάται υπερόχως όστις νεωτερίζει και
εισάγει κάτι νέον διάφορον από τα συνηθισμένα και ως προς τα
σχήματα και ως προς τα χρώματα και όλα τα παρόμοια, τότε διά την
πόλιν είναι πολύ ορθόν να ειπούμεν ότι δεν υπάρχει καταστροφή
μεγαλιτέρα από αυτήν. Διότι ανεπαισθήτως μετακινούν τα ήθη των
νέων και κάμνουν δι' αυτούς το μεν παλαιόν άτιμον, το δε νέον
έντιμον. Από αυτήν δε, επαναλαμβάνω, και την λέξιν και την
δοξασίαν δεν υπάρχει μεγαλιτέρα ζημία εις όλας τας πόλεις.
Ακούσατε πόσον κακόν θεωρώ ότι είναι αυτό.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Άραγε μήπως εννοείς το να κατακρίνεται η αρχαιότης μέσα εις τας
πόλεις;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λοιπόν δεν μας έχεις μηδαμινούς ακροατάς εις αυτόν τον λόγον, αλλά
όσον είναι δυνατόν ευνοϊκωτάτους.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό είναι επόμενον τουλάχιστον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν ας τον ακούσωμεν εκτενέστερον κάπως ημείς οι ίδιοι
και από ημάς τους ίδιους προερχόμενον (!). Δηλαδή την μεταβολήν
όλων των πραγμάτων εκτός των κακών θα την εύρωμεν πολύ
απατηλοτέραν εις όλας τας εποχάς, τους ανέμους, τας διαίτας των
σωμάτων, τους τρόπους της ψυχής, και γενικώς όχι μόνον εις αυτά
εδώ και όχι και εις εκείνα, αλλά εις όλα, εκτός, καθώς είπα προ
ολίγου, εις τα κακά. Ώστε, εάν κανείς ρίψη έν βλέμμα εις τα σώματα
θα ιδή ότι με όλα μεν τα φαγητά, με όλα δε τα ποτά και τους κόπους
εξοικειώνονται, και, ενώ εις την αρχήν ταράσσονται από αυτά,
κατόπιν ένεκα αυτών των ιδίων με την πολυκαιρίαν αποκτήσαντα
σάρκας σχετικάς με αυτά γίνονται φιλικά συνειθισμένα και γνώριμα
με όλην αυτήν την δίαιταν και διάκεινται άριστα εις την ηδονήν και
την υγείαν. Και, αν τυχόν κάποτε αναγκασθή κανείς να μεταβάλη
πάλιν οποιανδήποτε ευδόκιμον δίαιταν, εις την αρχήν τουλάχιστον
συνταράσσεται από ασθενείας και πολύ αργά αποκαθίσταται εις την
κράσιν του, αφού αποκτήση την συνήθειαν της διαίτης αυτής εκ νέου.
Αυτό λοιπόν το ίδιον πρέπει να φρονούμεν ότι συμβαίνει και εις τας
διανοίας των ανθρώπων και συγχρόνως εις τα φυσικά της ψυχής των.
Δηλαδή με όποιους νόμους ανατραφούν, όταν αυτοί με κάποιαν θεϊκήν
μοίραν μείνουν ακίνητοι εις μακρόν διάστημα, ώστε κανείς να μην
ενθυμήται ούτε να ήκουσε ότι άλλοτε ήσαν διαφορετικοί από σήμερον,
τότε σέβεται και φοβείται η ψυχή να μετακινήση κάτι τι από τα
υπάρχοντα τότε καθεστώτα. Λοιπόν πρέπει έκαστος πολίτης να σκεφθή
μέθοδον, πώς να συμβή τούτο με οποιονδήποτε τρόπον εις την πόλιν.
Λοιπόν εγώ την εξής μέθοδον ευρίσκω. Όλοι θεωρούν μεταβλητά τα
παιγνίδια των νέων, καθώς ελέγαμεν προηγουμένως, και ότι είναι
πραγματικώς παιγνίδια και ότι δεν συμβαίνει μεγίστη πρόοδος ή βλάβη
από αυτά, και διά τούτο δεν τα εμποδίζουν, αλλά τα παρακολουθούν
υποχωρούντες, και δεν σκέπτονται ότι αυτοί, οι οποίοι νεωτερίζουν
εις τα παιγνίδια, θα γίνουν κατόπιν διαφορετικοί άνδρες από
εκείνους, οι οποίοι είναι τόρα και οι οποίοι ήσαν προηγουμένως
παίδες, αφού δε θα γίνουν διαφορετικοί, θα ζητούν άλλον βίον και
τοιουτοτρόπως θα επιθυμήσουν άλλας ασχολίας και νόμους και κατόπιν
από αυτό, ωσάν να ήλθε εις την πόλιν το μεγαλίτερον κακόν, δεν θα
φοβήται κανείς από αυτούς. Και τα μεν άλλα, όταν μεταβάλλωνται,
ολιγώτερα κακά προξενούν, δηλαδή όσα πάσχουν το τοιούτον ως προς
το εξωτερικόν σχήμα (τρόπους). Όσα όμως περιστρέφονται εις τα ήθη
και ευκόλως μεταπίπτουν από τον έπαινον εις την κατάκρισιν, νομίζω
ότι αυτά έχουν ανάγκην της μεγαλιτέρας προσοχής από όλα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε πιστεύομεν εις τους προηγουμένους λόγους, όπου
ελέγαμεν, ότι δηλαδή οι ρυθμοί και όλη η μουσική είναι απομίμησις
των τρόπων των καλλιτέρων και των χειροτέρων ανθρώπων, ή πώς
αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου διαφορετική δεν ημπορεί να είναι η γνώμη από μέρους μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν φρονούμεν ότι πρέπει να σκεφθώμεν παν μέσον, ώστε οι
παίδες μας να μη επιθυμούν να δοκιμάζουν άλλας μιμήσεις εις τους
χορούς και τας μελωδίας, ούτε να ημπορέση κανείς να τους καταπείση,
όταν τους παρουσιάζη όλων των ειδών τας ηδονάς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν κανείς από ημάς γνωρίζει καμμίαν καλλιτέραν τέχνην δι' αυτά
από τους Αιγυπτίους;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίαν λοιπόν εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Να καθιερωθούν όλοι οι χοροί και όλαι αι μελωδίαι, και να ορισθούν
πρώτον μεν αι εορταί ολοκλήρου του έτους ομού ποίαι πρέπει να
γίνωνται εις την δείνα εποχήν και εις τους δείνα θεούς και εις τους
παίδας αυτών και τους δαίμονας. Έπειτα δε εις εκάστην θυσίαν των
θεών ποία ωδή πρέπει να ψάλλεται και με ποίους χορούς πρέπει να
γεραίρεται η θυσία εκείνη, αυτά να τακτοποιήσουν πρώτον μερικοί,
και όσα ορισθούν να τα καθιερώσουν με θυσίας εις τας Μοίρας και
όλους τους άλλους θεούς όλοι οι πολίται συγχρόνως, εκάστην δηλαδή
ωδήν εις έκαστον θεόν και εις εκάστην από τας άλλας θεότητας. Εάν
δε κανείς έξω από αυτά προσφέρη εις κάποιον θεόν άλλους ύμνους και
χορούς, τότε να έχουν το δικαίωμα οι ιερείς και αι ιέρειαι μετά
των νομοφυλάκων να τους εμποδίζουν ευσεβώς συμφώνως με τον νόμον,
ο δε εμποδιζόμενος, εάν δεν παύη εκουσίως, να υφίσταται εις όλην
του την ζωήν δίκας ασεβείας από τον πρώτον επιθυμούντα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αφού λοιπόν εφθάσαμεν εις αυτό το μέρος του λόγου, ας υποστώμεν ό,τι
αρμόζει εις τον εαυτόν μας.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ως προς τι εννοείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πας νέος βεβαίως, πολύ δε περισσότερον ο ηλικιωμένος, όταν ιδή ή
και ακούση απλώς κανέν έκτροπον και όλως ασυνήθιστον, ποτέ δεν
είναι δυνατόν να κατευνάση την αμφιβολίαν περί αυτού, τόσον
αποτόμως σπεύδων, αλλά θα σταθή ωσάν να ευρίσκεται εις
διασταύρωσιν οδών και να μη γνωρίζη καλά τον δρόμον, είτε τύχη
μόνος του να βαδίζη είτε μαζί με άλλους, και θα ερωτήση τους
άλλους διά την απορίαν του, και δεν θα ξεκινήση προηγουμένως, πριν
να βεβαιωθή με την εξέτασιν της διευθύνσεως, πού άραγε θα τον
οδηγήση. Και λοιπόν και ημείς τόρα το ίδιον πρέπει να κάμωμεν.
Δηλαδή, αφού τόρα εις την συζήτησιν των νόμων μας έτυχε ένας
παράδοξος λόγος, είναι ανάγκη να κάμωμεν όλην την εξέτασιν, και
όχι τόσον ευκόλως να αποφανθώμεν διά τόσον σπουδαίον πράγμα, αφού
έχομεν τόσον μεγάλην ηλικίαν, και να διισχυριζώμεθα ότι ημπορούμεν
εις την στιγμήν να ειπούμεν κάτι τι σαφές.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν εις αυτό μεν θα δώσωμεν καιρόν, θα το επικυρώσωμεν δε τότε,
όταν το εξετάσωμεν επαρκώς. Αλλά τόρα, διά να μην εμποδισθώμεν
ματαίως να τελειώσωμεν την συνέχειαν της διατάξεως των νόμων
τούτων, ας προχωρήσωμεν προς το τέλος αυτών. Διότι είναι πολύ
πιθανόν, αν θέλη ο θεός, και αυτή όλη η έρευνα εάν τελειώση
ικανοποιητικώς, να μας εξηγήση και αυτήν την τορινήν μας απορίαν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ καλά ομιλείς, καλέ Ξένε, και ας κάμωμεν καθώς είπες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.