Ως ηθικόν καθήκον εις τους Μουσλίμ συνιστάται υπό της

μωαμεθανικής θρησκείας η φιλανθρωπία, η ευποιία προς τους

πάσχοντας και η ελεημοσύνη προς τους απόρους. Τα καθήκοντα δε της

φιλανθρωπίας εν τω μωαμεθανισμώ συνδέονται προς την γενικωτέραν

ηθικήν αρχήν ότι πάντες οι ανθρώποι εισιν ίσοι ενώπιον του Θεού

και ότι ο πανοικτίρμων και πανελεήμων Θεός αποστρέφεται τους

υπερηφάνους και αγαπά τους ταπεινόφρονας. Αι φιλανθρωπικαί δε

αύται αρχαί της μωαμεθανικής ηθικής συνετέλεσαν ώστε και ο θεσμός

της δουλείας, όν δεν κατώρθωσε να καταργήση ο μωαμεθανισμός, να

κατασταθή ηπιώτερος και οι δούλοι να τυγχάνωσι φιλανθρώπου εκ

μέρους των κυρίων αυτών περιθάλψεως.

Η ηθική του Μωάμεθ, η μη καταργήσασα την δουλείαν, και άλλην τινά

μάστιγα ηθικήν του Ασιατικού βίου δεν κατώρθωσε να καταργήση, την

πολυγαμίαν, την δηλητηριάζουσαν ηθικώς τον οικογενειακόν βίον και

διά τούτου τον κοινωνικόν, την βάσιν ταύτην πάσης υγιούς

πολιτείας και υγιούς εθνικού βίου.

Καθήκον ηθικόν παντός Μωαμεθανού, κατά την διδασκαλίαν του

Μωάμεθ, είναι και η ιερά αποδημία, ήν πας Μωαμεθανός οφείλει άπαξ

τουλάχιστον εν τη ζωή αυτού να ποιήσηται εις την ιεράν πόλιν

Μέκκαν, ίνα προσκυνήση τον ενταύθα ιερόν ναόν και τον εν αυτώ

ιερόν λίθον. Άξιον δε σημειώσεως ότι ο Μωάμεθ ουδέ διενοήθη καν

να καταργήση την λατρείαν ή την προσκύνησιν του μετεωρολίθου

τούτου, το λείψανον αυτό της Αραβικής κτισματολατρίας (75).

Τουναντίον μάλιστα αυτός διέταξεν ίνα οι μουσλίμ προσευχόμενοι

στρέφονται πάντοτε προς την διεύθυνσιν του Κααβά.

3. Το Κοράνιον.

Το ιερόν βιβλίον το περιέχον την διδασκαλίαν του Μωάμεθ λέγεται

_Κοράνιον_ (Κοράν = ανάγνωσμα). Το βιβλίον τούτο, το περιεχόμενον

δηλαδή αυτού, πεμφθέν, καθώς λέγει ο Μωάμεθ, ουρανόθεν απεκαλύφθη

διά του αρχαγγέλου Γαβριήλ εις τον Μωάμεθ, καίπερ μη ειδότα

αναγινώσκειν, εννοήσαντα δε τα λεγόμενα εν αυτή υπό του Θεού διά

της θείας, ως ενόμιζεν, εμπνεύσεως. Εν τω Κορανίω απ' αρχής μέχρι

τέλους παρίσταται λέγων ο Θεός και αποκαλύπτων εις τον Μωάμεθ την

σοφίαν και πάσαν την βουλήν αυτού. Είναι δε το Κοράνιον κατά τον

Μωάμεθ αντίγραφον του εν ουρανοίς από καταβολής κόσμου δι'

ακτίνων του φωτός γεγραμμένου βιβλίου περιέχον πάσαν την αλήθειαν

και αληθή θεογνωσίαν. Η Παλαιά Γραφή και το Ευαγγέλιον είναι

αντίγραφα ατελή του βιβλίου τούτου. Τέλειον αντίγραφον είναι το

Κοράνιον, το συμπληρούν πάσας τας εν τοις άλλοις ιεροίς βιβλίοις

κηρυχθείσας αληθείας.

Το Κοράνιον διαιρείται εις 114 κεφάλαια (Σουρά), άτινα εγράφοντο

απαγγελλόμενα προφορικώς υπό του Μωάμεθ, είτα δε συναχθέντα επί

των διαδόχων αυτού απετέλεσαν έν βιβλίον, όπερ έκτοτε έμεινεν

αναλλοίωτον κατά το περιεχόμενον αυτού ιερόν βιβλίον του

μωαμεθανικού κόσμου.

4. Κατακτήσεις Αραβικαί. Οι διάδοχοι του Μωάμεθ.

Το κράτος των Χαλιφών.

Ο Μωάμεθ διά της υπ' αυτού κηρυχθείσης νέας θρησκείας, ήν

επέβαλεν εις τους ομοφύλους Άραβας ου μόνον απλώς διά του λόγου

αλλά και διά του ξίφους, ίδρυσεν ου μόνον θρησκείαν, ου μόνον

Εκκλησίαν, ούτως ειπείν, αλλά και πολιτείαν και κράτος. Διότι

κατά την τότε ανάπτυξιν την κοινωνικήν και πνευματικήν του

Αραβικού έθνους δεν ήτο δυνατόν να διακριθή η θρησκευτική

πολιτεία από της κυρίως πολιτείας, και ο ιδρυτής θρησκείας και

θρησκευτικής πολιτείας ήτο εξ ανάγκης ιδρυτής και κράτους

πολιτικού. Ο δε Μωάμεθ αποθνήσκων κατέλιπεν εις το έθνος αυτού

κράτος θρησκευτικώς άμα και πολιτικώς συγκεκροτημένον, όπερ μετά

τον θάνατον αυτού έπρεπε να έχη τους άρχοντας αυτού. Οι άρχοντες

ούτοι εκλήθησαν _Χαλίφαι_, ήτοι Διάδοχοι, ως διαδεξάμενοι τον

Μωάμεθ ουχί εν τη προφητική τούτου ιδιότητι, διότι ο Μωάμεθ, ως ο

έσχατος των προφητών, κατά την πίστιν των Μωαμεθανών, δεν ηδύνατο

να έχη διάδοχον, αλλ' εν τη ιδιότητι μόνον αυτού ως άρχοντος του

νεωστί διά της θρησκείας συσταθέντος Αραβικού κράτους. Οι

τοιούτοι μετά τον Μωάμεθ άρχοντες του Αραβικού κράτους είτε

εκλεγόμενοι προς το αξίωμα τούτο, είτε ως εγίνετο εν αρχή, είτε

κληρονομικώς λαμβάνοντες αυτό, ως εγίνετο βραδύτερον, εκαλούντο

_Χαλίφαι_ (Χαλίφ), ήτοι Διάδοχοι. Και τοιούτος διάδοχος εγένετο

μετά τον θάνατον του Μωάμεθ ο Αβού Βεκίρ, ο από της δευτέρας

γυναικός του Μωάμεθ πενθερός αυτού, εκλεγείς εις το αξίωμα υπό

των αρχηγών των Αραβικών φυλών (76).

Επί του Χαλίφου Αβού Βεκίρ, όστις ήρξε δύο μόνον έτη,

εξηκολούθησεν ο από του Μωάμεθ ήδη αρξάμενος εναντίον των απίστων

πόλεμος. Ο Μωάμεθ, γενόμενος κύριος απάσης της Αραβίας, είχε

συλλάβει την ιδέαν να υποτάξη όλον τον κόσμον εις το κράτος

αυτού, τουτέστι να διαδώση το Ισλάμ εις όλον τον κόσμον, όστις

ούτως έμελλε ν' αναγνωρίση αυτόν ως προφήτην και ως υπέρτατον επί

γης άρχοντα. Και προς τον σκοπόν τούτον είχε πέμψει πρέσβεις προς

τους ηγεμόνας των δύο ομόρων τη Αραβία μεγάλων κρατών, τον

Ηράκλειον και τον Χοσρόην Β'. Και ο μεν Ηράκλειος εδέξατο οπωσούν

φιλοφρόνως τους πρέσβεις του νέου Προφήτου, απορρίψας απλώς τας

προτάσεις αυτών, αλλ' ο Χοσρόης εθανάτωσεν αυτούς.

5. Κατάλυσις του Περσικού κράτους των Σασανιδών.

{105} Ο πόλεμος, ού ήρξατο ο Μωάμεθ εναντίον αμφοτέρων των

Κρατών, διεκόπη ευθύς υπό του θανάτου αυτού. Αλλά και επί της

διετούς αρχής του Αβού Βεκίρ ο πόλεμος ο εναντίον των Ελλήνων

περιωρίσθη εις την υπό των Αράβων άλωσιν φρουρίων τινών του

Ελληνικού Κράτους εν τη νοτίω Συρία, τη Παλαιστίνη κειμένων,

ιδίως της περίφημου πάλαι Φιλισταϊκής, νυν δ' εξηλληνισμένης

Γάζης, έλαβε δε μεγάλας διαστάσεις και επί του Χαλίφου Ωμάρ (634-

644) του εκλεγέντος μετά τον θάνατον του Αβού Βεκίρ. Επ' αυτού

δύο στρατιαί Αραβικαί επέμφθησαν κατά δύο διευθύνσεις, η μεν υπό

τον Καλίδ εναντίον του Ελληνικού, η δε υπό τον Σαΐδ εναντίον του

Περσικού κράτους των Σασσανιδών.

Εν Περσία από του τέλους του μεγάλου προς τον Ηράκλειον πολέμου,

ότε ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Χοσρόου Β' υιός Καβάδης, Β'

Σιρόης, μέχρι του έτους, καθ' ό οι Άραβες επί του Αβού Βεκίρ

εστράτευσαν κατά του κράτους τούτου, εν διαστήματι 4 ετών δέκα

περίπου ηγεμόνες ανήλθαν εις τον Περσικόν θρόνον, εν ελαχίστοις

χρονικοίς διαστήμασι διαδεχόμενοι αλλήλους καθαιρουμένους ή

φονευομένους. Τέλος τω 632 ο υπό των Αράβων επικείμενος κίνδυνος

επήνεγκέ τινα ομόνοιαν μεταξύ των αρχόντων και τω 632 ανεγνώρισαν

ούτοι τον 15ετή παίδα Ισδέγερδον Β' (έγγονον του Χοσρόου) και

έσπευδον προθύμως εις τον εναντίον των Αράβων πόλεμον. Αλλ' ο

Περσικός στρατός ο υπό τον στρατηλάτην Ρουστάν εναντίον των υπό

τον Σαΐδ Αράβων πεμφθείς συνεκρούσθη μετά τούτου εν Καδησία της

Βαβυλωνίας (636). Η μάχη αύτη, καθ' ήν οι Άραβες έμειναν νικηταί,

δεν έκρινε μόνον μεταξύ των δύο Ασιατικών κρατών, του παλαιού

Περσικού και του νεαρού Αραβικού, ή μεταξύ δύο φυλών, αλλά και

μεταξύ δύο θρησκευμάτων, της αρχαιοτάτης θρησκείας του

Ζωροάστρου, της θρησκείας του φωτός και του πυρός,

εκπροσωπουμένης εν τω υψίστω πνεύματι του Κόσμου, τω θεώ

Ωρομάσδη, και της νεωτάτης θρησκείας της υπό του Μωάμεθ

κηρυχθείσης, της θρησκείας του Ισλάμ. Η δε ήττα των Περσών

επήνεγκε και τον όλεθρον του τε Περσικού κράτους και της αρχαίας

Περσικής θρησκείας. Διότι οι νικηταί Άραβες, δι' ούς είπομεν

λόγους, διά του ξίφους κατέστρεψαν νυν την θρησκείαν του

Ζωροάστρου και επέβαλον τον Ισλαμισμόν εις απάσας τας υπ' αυτών

καταλαμβανομένας Περσικάς χώρας. Ο Ισδέγερδος μετά την ήτταν της

Καδησίας επειράθη ν' αναχαιτίση την ορμήν του εις τας Περσικάς

χώρας εισβαλόντος Αραβικού χειμάρρου, αλλ' ουδέν κατώρθωσε. Διότι

ηττηθείς υπό των πολεμίων εγκατελείφθη και υπ' αυτών των Περσών

και εφονεύθη υπό των ιδίων αυτού υπηκόων (631). Ούτω δε το κράτος

των Σασσανιδών κατελύθη διά παντός μετά της θρησκείας της

Ζωροαστρικής. Πάσα η Περσία εγένετο μωαμεθανική, οι δε μείναντες

πιστοί εις το πάτριον θρήσκευμα Πέρσαι κατέφυγον εις τας Ινδίας

φέροντες μεθ' εαυτών το άσβεστον ιερόν πυρ, διατηρούντες δε μέχρι

σήμερον την πάτριον λατρείαν εν πολλαίς πόλεσι της Ινδικής και

καλούμενοι Πάρσοι (υπό των ομοφύλων δε Μωαμεθανών Περσών Γουέβροι

(Γκιαούρ) = άπιστοι).

Διά της καταλύσεως του Περσικού κράτους η δύναμις του Ισλάμ

διεδόθη ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ασίας τας εκτεινομένας μεταξύ

του Τίγρητος και του Ώξου, του Καυκάσου, της Κασπίας και του

Ινδικού Ωκεανού και ηλλοιώθη ηθικώς και πολιτικώς η όψις της

Δυτικής Ασίας πριν ή παρέλθωσιν 20 έτη από του θανάτου του

Μωάμεθ.

6. Οι πόλεμοι των Αράβων κατά του Ελληνικού

κράτους.

Καθ' όν χρόνον ο Αραβικός Μωαμεθανικός χείμαρρος κατέκλυζε τας

ιστορικωτάτας χώρας της Δυτικής και της Μέσης Ασίας, αι μεγάλαι

και κάλλισται εν Ασία και Αφρική και ιστορικώταται χώραι του

Ελληνικού κράτους κατελαμβάνοντο αλλεπαλλήλως υπό των ακαθέκτων

στρατιών του Ισλάμ. Εκ των δύο στρατιών, αίτινες υπό του Χαλίφου

Ωμάρ εξεπέμφθησαν εναντίον των Ελλήνων και των Περσών, η υπό τον

στρατηλάτην Καλίδ, διελάσασα άνευ αντιστάσεως πάσαν την

Παλαιστίνην, επήλθε κατά της εν τη Κοίλη Συρία μεγάλης και

ονομαστοτάτης Ελληνικής πόλεως Δαμασκού, ήν και επολιόρκησεν. Ο

Ηράκλειος, όστις ευρίσκετο έτι εν Συρία, έπεμψε στρατόν εναντίον

του Καλίδ υπό τον γνωστόν ημίν εκ της ιστορίας του Περσικού

πολέμου αδελφόν αυτού Θεόδωρον• αλλ' ο στρατός ούτος ηττήθη εγγύς

της Δαμασκού υπό των Αράβων (634). Δεύτερος στρατός υπό του

βασιλέως πεμφθείς προς ελευθέρωσιν της Δαμασκού ηττήθη αύθις, και

τότε η μεγάλη και αρχαιοτάτη πόλις, ο «οφθαλμός της Ανατολής»,

μετά εξάμηνον πολιορκίαν περιήλθεν εις τας χείρας των Αράβων. Ο

βασιλεύς Ηράκλειος, όστις έσπευσε να επανέλθη εις την

πρωτεύουσαν, ίνα φροντίση περί αποστολής νέου στρατού, έπεμψε

πράγματι νέον στρατόν υπό τον υιόν αυτού Κωνσταντίνον και τον

στρατηγόν Μανουήλ. Αλλ' εν τη παρά τον Ιερομίακα ποταμόν μάχη

ηττήθησαν και αύθις οι Χριστιανοί (696) και οι Άραβες ταχέως μετά

την αναχώρησιν του βασιλέως εγένοντο κύριοι της Συρίας απάσης.

Πάσαι αι μεγάλαι και περίφημοι ενταύθα πόλεις Αντιόχεια, Βηρυτός,

Έμεσα, Ιερουσαλήμ, Καισάρεια η εν Παλαιστίνη εκυριεύθησαν μέχρι

του 639 υπό των μαχητών του Ισλάμ.

Ιστορικώς αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, καθ' όν η Ιερουσαλήμ

περιήλθεν εις την εξουσίαν των Αράβων. Η αγία πόλις πολιορκηθείσα

τω 636 μετά την ατυχή τοις Έλλησι μάχην του Ιερομίακος αντέταξεν

αντίστασιν γενναίαν προς τους πολιορκητάς, καίπερ ούσα

εγκαταλελειμμένη εις εαυτήν και μόνον αρχηγόν και προστάτην

έχουσα τον περίφημον Πατριάρχην Σωφρόνιον. Τέλος δε αναγκασθείσα

να παραδοθή διά συνθήκης απήτησε να συνομολογήση την συνθήκην της

παραδόσεως προς αυτόν τον Χαλίφην, ουχί δε προς τον αρχηγόν του

πολιορκητικού στρατού Αβού Οβεϊδά, τον προ μικρού

αντικαταστήσαντα εν τη αρχιστρατηγία τον Καλίδ. Και τότε ο

χαλίφης Ωμάρ απήλθεν από Μέκκας και διανύσας μακροτάτην οδόν διά

της ερήμου εν πάση απλότητι των τότε Χαλιφών (77) αφίκετο προ

της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως

αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή

Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και

συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως

της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία

ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή

μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις

η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά

τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και

αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων

τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών (78).

Κατά την συνθήκην ταύτην του Ωμάρ εις πάντας τους Χριστιανούς

ασφαλίζεται η ζωή και η περιουσία και η ελευθέρα τέλεσις της

θρησκευτικής λατρείας αυτών επί ετησία αποτίσει του κεφαλικού

λεγομένου φόρου (χαράτζ), δι' ού ο Χριστιανός εξαγοράζει ούτως

ειπείν το δικαίωμα της υπάρξεως• απηγορεύετο εις τους Χριστιανούς

να ιδρύωσι σταυρούς έξωθεν επί των ναών αυτών ή να κρούωσι

σήμαντρα ή κώδωνας αγγέλλοντας την ώραν της προσευχής• έτι δε

επεβάλλετο να διακρίνωνται κατά την ενδυμασίαν από των

Μωαμεθανών, απαγορευομένης ιδίως αυστηρώς της χρήσεως του

πρασίνου χρώματος (79) Και ούτω μεν η Συρία μετ' αυτής δε και η

Μεσοποταμία, δύο δηλονότι χώραι, αίτινες από των χρόνων των

διαδόχων του Αλεξάνδρου επί 950 περίπου έτη υπήρξαν εστία

ελληνικού πολιτισμού, ελληνικής παιδείας, ελληνικής φιλολογίας,

κοιτίς του Χριστιανισμού και του Χριστιανικού Ελληνισμού και της

χριστιανικής φιλολογίας και ρητορικής, κατελήφθησαν εντός 9 μόνον

ετών υπό νέου έθνους, νέου κράτους, νέας θρησκείας και νέου βίου

Ασιατικού επενεγκόντος κατά μικρόν την εξαφάνισιν του Ασιατικού

Ελληνισμού εν τη λαμπροτάτη κοιτίδι και τη φωτεινοτάτη εστία

αυτού. Μόνη η Χριστιανική πίστις και Εκκλησία έσωσαν και σώζουσιν

έτι τα ελάχιστα λείψανα, του πάλαι πνευματικού μεγαλείου του

Ελληνισμού των χωρών τούτων. (80) 7. Κατάληψις της Αιγύπτου υπό

των Μωαμεθανών.

Ευθύς δ' ως συνεπληρώθη η κατάκτησις της Συρίας, περιήλθεν υπό το

κράτος του Ισλάμ και άλλη ιστορικωτάτη χώρα και επί αιώνα και

αυτή φαεινοτάτη διατελέσασα εστία του Ελληνικού πολιτισμού και

των Ελληνικών γραμμάτων. Ο χαλίφης Ωμάρ έπεμψεν από Συρίας τω 640

νέον στρατόν προς κατάκτησιν της Αιγύπτου υπό τον αυτόν εκείνον

Άραβα στρατηλάτην, όστις επί του χαλίφου Αβού Βεκίρ είχεν

εισβάλει εις την νότιον Συρίαν καταλαβών προς τοις άλλοις την

ισχυράν Γάζαν (σ. 105). Ο Αμρού κατώρθωσε μετά μικρού στρατού εν

διαστήματι ολίγων μηνών να καταλάβη πάσαν σχεδόν την Αίγυπτον

νικήσας εν πολλαίς μάχαις τα Ελληνικά στρατεύματα και καταλαβών

εξ εφόδου την ακρόπολιν της Μέμφιδος, πρωτευούσης της Μέσης

Αιγύπτου (81). είτα δε και πάσαν την Αίγυπτον, πλην της

Αλεξανδρείας. Αύτη υπερησπίζετο από θαλάσσης ισχυρώς υπό του

Ελληνικού στόλου, ενόσω έζη ο Ηράκλειος. Αλλά τω 641 αποθανόντος

του Ηρακλείου κατελήφθη υπό των Αράβων και η ελληνικωτάτη αυτή

μεγαλόπολις, παυσαμένη έκτοτε ούσα εστία Ελληνικών γραμμάτων και

Ελληνικού Χριστιανικού πολιτισμού. Ούτω δε μετά της καταλύσεως

της εν Αιγύπτω Ελληνορωμαϊκής αρχής απώλετο και το εν Αιγύπτω επί

960 έτη περίπου ανθήσαν πνευματικόν κράτος του Ελληνικού, είτα δε

και του Ελληνικού Χριστιανικού βίου και πολιτισμού (82).

Εις την τοσούτο ταχείαν και ευχερή κατάλυσιν της εν Αιγύπτω

Ελληνικής εξουσίας συνετέλεσαν πολύ οι Κόπται ήτοι οι Χριστιανοί

απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων, οίτινες δεν είχον αφομοιωθή προς

τους Έλληνας της χώρας. Οι Κόπται ούτοι, αποτελούντες τότε τον

πολυπληθέστατον λαόν της Αιγύπτου, εμίσουν πολύ τους Έλληνας,

διότι και θρησκευτικώς τότε ήσαν κεχωρισμένοι απ' αυτών ως όντες

Μονοφυσίται και τους Έλληνας θεωρούντες Νεστοριανούς (διότι οι

Μονοφυσίται τους οπαδούς της εν Χαλκηδόνι Συνόδου συνέχεον προς

τους Νεστοριανούς). Ένεκα λοιπόν του μίσους τούτου προσεχώρησαν

ούτοι αθρόοι εις τους επιδρομείς Άραβας και παρείχον αυτοίς πάσαν

συνδρομήν συντελούντες ισχυρώς εις την επιτυχίαν αυτών• εξ άλλου

και οι Άραβες παρεχώρησαν εις τους Κόπτας εν ευρυτάτω μέτρω τας

εις τους Χριστιανούς υπό του Κορανίου επιτρεπομένας ελευθερίας,

και αυτόν τον κεφαλικόν φόρον καθορίσαντες μετριώτατον. Μεθ' όλα

ταύτα πολλοί των Χριστιανών Αιγυπτίων ή Κοπτών προσήλθον εκουσίως

εις το Ισλάμ, και τούτων των αρνησιθρήσκων απόγονοι εισιν οι νυν

Φελλάχοι της Αιγύπτου, ενώ οι εμμείναντες εν τη πατρίω πίστει

καλούνται μέχρι νυν Κόπται.

8. Εμφύλιος πόλεμος εν τω Αραβικώ κράτει.

Σουννίται και Σεΐται.

Μετά την κατάληψιν της Αιγύπτου οι Άραβες εξέτειναν τας

κατακτήσεις αυτών προς νότον μεν μέχρι των ορίων της Αιθιοπίας,

προς δυσμάς δε κατέλαβον την Κυρηναϊκήν και εκείθεν τας λοιπάς

Ρωμαϊκάς χώρας της Βορείου Αφρικής. Αλλά τούτο εγένετο μετά τον

θάνατον του Ηρακλείου. Τα μεγάλα γεγονότα, ών αφηγήθημεν την

ιστορίαν, συνέβησαν επί του χαλίφου Ωμάρ. Αλλά και επί του

διαδόχου αυτού Οσμάν (654-655) όντος επί Μωάμεθ γραμματέως αυτού,

γενομένου δε νυν χαλίφου δι' εκλογής, αι Αραβικαί κατακτήσεις

ηκολούθησαν την νικηφόρον αυτών πορείαν προς τε την Μέσην Ασίαν

και προς τα βόρεια παράλια της Αφρικής. Συγχρόνως δε οι Άραβες,

οι κατέχοντες νυν την Συρίαν, εκ των περιφήμων κέδρων του Λιβάνου

κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλλον τας παραλίους πόλεις της

Μικράς Ασίας και την Κύπρον και παρά την Ρόδον συνεκρότουν

ναυμαχίας νικηφόρους προς τον ελληνικόν στόλον. Αλλά κατά τα

τελευταία έτη της χαλιφείας του Ωμάρ εσωτερικαί ταραχαί

εκραγείσαι εν τω Αραβικώ κράτει ανέκοψαν επί μακρόν την ορμητικήν

κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Ο διαδεξάμενος τω 655 τον κατά

το έτος τούτο φονευθέντα εν Μέκκα χαλίφην Οσμάν Αλής, ο εξάδελφος

και επί θυγατρί γαμβρός του Μωάμεθ, περιεπλάκη ευθύς εξ αρχής της

χαλιφείας αυτού εις εσωτερικάς έριδας και εμφυλίους πολέμους.

Κατά του Αλή τούτου, όστις ένεκα της διπλής στενωτάτης προς τον

Μωάμεθ συγγενείας είχε μείζονα δικαιώματα φυσικά επί της

χαλιφείας ή οι προκάτοχοι αυτού, επανέστη ο της Δαμασκού

διοικητής Μωαβίας εκ του γένους Ουμμέια, ουδεμίαν έχων συγγένειαν

προς τον οίκον του προφήτου, αλλ' απλώς πεποιθώς επί τας ιδίας

δυνάμεις. Ο εμφύλιος ούτος πόλεμος διαρκέσας επί έτη έληξε διά

του φόνου του Αλή και της υπό του Μωαβία καταλήψεως της

Χαλιφείας.

Αλλά τότε μεγάλη επήλθε μεταβολή εις τον χαρακτήρα της Χαλιφείας.

Ενώ οι μέχρι τούδε Χαλίφαι ελάμβαναν το αξίωμα δι' εκλογής, και

ήρχον την αρχήν ταύτην ως πατριαρχικοί αιρετοί άρχοντες λαού κατά

βάθος δημοκρατουμένου, νυν ο Μωαβίας κατέστησε την αρχήν

κληρονομικήν και μετέθηκε το κέντρον και την πρωτεύουσαν του

κράτους και την έδραν της Κυβερνήσεως από της Αραβίας εις την

Δαμασκόν της Συρίας. Νυν ο απλούς και λιτός βίος των δημοκρατικών

αρχόντων των Αράβων μετεβλήθη εις πολυτελή και αβροδίαιτον αυλήν

κληρονομικού ηγεμόνος απολυταρχικού, όστις την ιεράν ιδιότητα της

Χαλιφείας εχρησιμοποίει απλώς προς ηθικήν εμπέδωσιν του

δεσποτισμού. Η τέως δημοκρατική θεοκρατία παρά τοις Άραψι

μετεβλήθη εις θεοκρατίαν μοναρχικήν και ο Αραβικός λαός από

ελευθέρου τέκνου της έρημου κατά μικρόν κατέστη αγέλη δούλων του

δεσπότου Χαλίφου. Αλλά θρησκευτικός φανατισμός και ηθική

ζωτικότης συνετήρησαν έτι επί μακρόν την κατακτητικήν ορμήν του

Αραβικού κράτους.

{112} Επί του Μωαβία αι ταραχαί επανελήφθησαν εν τω Αραβικώ

κράτει και αφού ο Μωαβίας κατέστη χαλίφης και απόλυτος κύριος του

κράτους (660 μ. Χ.) και ίδρυσε δυναστείαν κληρονομικήν καλουμένην

δυναστείαν Ουμμεϊαδών (από του πάππου του Μωαβία Ουμμέια). Επί

του υιού και διαδόχου του Μωαβία Ιεζίτ, οι οπαδοί του Αλή,

πολυπληθείς όντες καθ' άπαν το Χαλιφικόν κράτος, επανέστησαν

(683) υπέρ του οίκου του Αλή και των δύο υιών αυτού Χασάν και

Χουσεΐν. Αλλ' εν τω αύθις εκραγέντι εμφυλίω πολέμω απώλοντο

αμφότεροι οι υιοί του Αλή, οίτινες ήσαν και εγγονοί του Προφήτου

εκ της θυγατρός αυτού Φατιμάς. Αλλ' ο όλεθρος των δύο τούτων

εγγόνων του Προφήτου και η ήττα της μερίδος, καίπερ εξωτερικώς

εμπεδώσαντα το κράτος των Ουμμεϊαδών επί τινα χρόνον, εσωτερικώς

διήρεσαν το Αραβικόν κράτος και σύμπαντα τον Μωαμεθανικόν κόσμον

εις δύο μέχρι σήμερον αδιαλλάκτους προς αλλήλας διατελούσας

μερίδας.

Οι οπαδοί του οίκου του Αλή ή των Φατιμιδών (ούτω καλουμένων από

της θυγατρός του Προφήτου) μετά συμπαθούς λατρείας περιέβαλον την

μνήμην του Αλή και των δύο υιών αυτού• τουναντίον δε εθεώρησαν

ούτοι τους Ουμμεϊάδας ως ασεβείς σφετεριστάς της Χαλιφείας και

διώκτας του οίκου του Προφήτου και παθητικώς μόνον υπετάσσοντο

εις το κράτος αυτών. Αλλ' εις το εξ ιστορικών και δυναστικών

λόγων προκύψαν τούτο σχίσμα προσετέθησαν μετ' ολίγον και λόγοι

θρησκευτικοί δογματικοί. Οι οπαδοί των οίκων του Αλή, κάτοικοι ως

επί το πολύ των Περσικών χωρών, εθεώρησαν ως μόνους νομίμους

χαλίφας τον Αλήν και τους δύο υιούς αυτού, απεκήρυξαν δε τους

τρεις πρώτους χαλίφας Αβού Βεκίρ, Ωμάρ, Οσμάν, ως παρανόμως

καταλαβόντας την Χαλιφείαν, και ανεθεμάτισαν την μνήμην αυτών.

Πλην της θρησκευτικής ταύτης διαφοράς επήλθον και δογματικαί.

Μέρος των Μωαμεθανών (και τοιούτοι ήσαν οι τιμώντες την μνήμην

και των 6 προ του Μωαβία χαλιφών) προς τω Κορανίω εδέξαντο και

την ιεράν παράδοσιν ήτοι τους λόγους, τα αποφθέγματα και τας

ρήτρας τας αποδιδομένας εις τον Προφήτην κατά παράδοσιν, και οι

τοιούτοι ωνομάσθησαν Σουννίται (εκ του _σουννά_ = παράδοσις)• εν

ώ η ετέρα μερίς {113} (και εις ταύτην ανήκουσι το πλείστον οι

οπαδοί των Φατιμιδών) ουδέν εκτός του Κορανίου παραδέχονται ως

προερχόμενον εκ του Προφήτου, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σεΐται

= οπαδοί (του Αλή εννοείται) κατά την ονομασίαν των οπαδών του

Αλή (83).

9. Εξακολούθησις των Αραβικών κατακτήσεων.

Αλλ' αι διαιρέσεις αύται αι διαιωνισθείσαι έκτοτε εν τω

μωαμεθανικώ κόσμω δεν ανέκοψαν διαρκώς την προς τα πρόσω

κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Αφού περί τα τέλη του 7ου αιώνος

κατέπαυσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι, η εκ των πολέμων τούτων

αναρριπισθείσα πολεμική ορμή των Αράβων νέον εύρε στάδιον

ενεργείας εις νέους κατά των απίστων υπέρ του Ισλάμ πολέμους. Ήδη

επί του Μωαβία οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν σχέδιον να

καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος δι' ενός καιρίου πλήγματος κατά

της Κωνσταντινουπόλεως και ούτω καταστώσι κύριοι απάσης της

Ευρώπης• προς τούτο δε επί 7 έτη επολιόρκησαν, αλλ' άνευ

επιτυχίας, την Κωνσταντινούπολιν.

Επί των Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδ-αλ-μαλέκ (685-705) και Αλ-Βαλίδ

(705-713) οι Άραβες συνεπλήρωσαν την κατάκτησιν συμπάσης της

Βορείας Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού, είτα δε

διαπεραιωθέντες τον Ηράκλειον πορθμόν (84) εισήλασαν εις την

Ισπανίαν (711 μ. Χ.) και κατέλυσαν το ενταύθα χριστιανικόν κράτος

των Βησιγότθων το από της νοτίου Γαλατίας εκταθέν πέραν των

Πυρηναίων (ίδ. κατωτέρω).

Αφού δ' ούτω περί τας αρχάς του 8 μ. Χ. αιώνος το Αραβικόν κράτος

προς δυσμάς μεν εξετάθη μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού και των

Πυρηναίων, προς ανατολάς δε μέχρι του Ινδού και του Ώξου, προς

νότον μέχρι του Ινδικού Ωκεανού και προς βορράν μέχρι του

Καυκάσου και των οχθών της Κασπίας, οι Άραβες επανέλαβον το

μεγαλουργόν κατά της Κωνσταντινουπόλεως και του Ελληνικού κράτους

σχέδιον, προσβάλλοντες εκ νέου την βασιλεύουσαν πόλιν του

Ελληνικού κράτους κατά γην και κατά θάλασσαν επί ολόκληρον έτος

(717-718), εισβαλόντες συγχρόνως και εις την Μικράν Ασίαν. Αλλ'

εις τα τείχη του Χριστιανικού Βυζαντίου εθραύσθησαν τα κύματα του

Αραβικού και μωαμεθανικού κατακλυσμού.

Μικρόν μετά την εν Ανατολή αποτυχίαν ταύτην, εν τη Δύσει

υπερέβησαν τα Πυρηναία και εισελάσαντες εις την Γαλλίαν

προυχώρησαν μέχρι της καρδίας της χώρας ταύτης απειλούντες

ενταύθα την ύπαρξιν της μόλις κατά το ήμισυ Χριστιανικής τότε

γενομένης Ευρώπης. Αλλ' όπως οι Έλληνες εν Ανατολή, ούτω και εν

τη Δύσει οι χριστιανοί Φράγκοι ανέκοψαν την ορμήν των Αράβων και

απέκρουσαν τους επιδρομείς πέραν των Πυρηναίων. Έκτοτε το

Αραβικόν κράτος απέβαλε την οξύτητα και το τοις χριστιανοίς

κινδυνώδες της κατακτητικής αυτού ορμής.

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 9 / 31 段