Αλλά προ της καταλύσεως της δυνάμεως του Άσπαρ (471 μ. Χ.) ο Λέων

Α' είχεν επιχειρήσει ατυχή τινα οικτρώς αποτυχούσαν εξωτερικήν

μεγάλην στρατείαν. Ο αυτοκράτωρ ούτος επεχείρησε (467 μ. Χ.) από

κοινού μετά του εν τη Δύσει υπ' αυτού εγκατασταθέντος

αυτοκράτορος Ανθεμίου στρατείαν εναντίον του εν Αφρική πειρατικού

κράτους των Βανδήλων, όπερ εξηκολούθει να πληροί τρόμου και

καταστροφών τας περί την Μεσόγειον Ελληνικάς και Ιταλικάς χώρας.

Χίλια και εκατόν πλοία μετά εκατοντακισχιλίων μαχητών επέμφθησαν

από Κωνσταντινουπόλεως εναντίον της Αφρικής, μετά των δυνάμεων δε

τούτων έμελλε να ενωθή και ο εξ Αιγύπτου πεμπόμενος στρατός και η

εξ Ιταλίας πεμφθείσα ήδη εις την Αφρικήν ναυτική και στρατιωτική

δύναμις. Αλλ' η μεγάλη αύτη υπερπόντιος στρατεία, δι' ήν

εδαπάνησε μόνον το ανατολικόν κράτος 180 χιλιάδας λιτρών χρυσίου

(169,120,000 δραχμ.), απέτυχεν οικτρώς ένεκα της ανικανότητος του

αρχηγού του στόλου Βασιλίσκου (αδελφού της βασιλίσσης Βηρίνης,

γυναικός του Λέοντος Α') και της τόλμης και πανουργίας του

Γεζερίχου και των Βανδήλων αυτού. Ούτοι κατασκευάσαντες στόλον

ολόκληρον πυρφόρων ή πυρπολικών (39) πλοίων και βοηθούμενοι υπό

της φοράς του ανέμου και υπό της ιδίας αυτών πειρατικής τόλμης

κατώρθωσαν να καταστρέψωσιν αύτανδρα τα πλείστα των Ρωμαϊκών

πλοίων. Ολίγα μόνον λείψανα του υπερηφάνου στόλου διασωθέντα

κατώρθωσαν να επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν φέροντα και τον

Βασιλίσκον, όστις εν τη συναισθήσει της ενοχής αυτού κατέφυγεν

εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας ως εις άσυλον, είτα δε εσώθη διά

της προστασίας της Βηρίνης.

Της ατυχούς ταύτης στρατείας μετέσχε και ο Άσπαρ, όστις εθεωρήθη

προδοτικώς ενεργήσας εν αυτή, και διά τούτο επέσπευσε και τον εκ

μέρους του Λέοντος κατ' αυτού παρασκευαζόμενον όλεθρον.

Αξιοσημείωτον γεγονός της βασιλείας του Λέοντος Α' είναι ότι

ούτος πρώτος εστέφθη ως αυτοκράτωρ διά τελετής εκκλησιαστικής εν

τη Αγία Σοφία υπό του Πατριάρχου Ανατολίου, ενώ μέχρι νυν η μόνη

επίσημος πράξις της εις τον θρόνον ανόδου ήτο απλώς η υπό του

στρατού γινομένη επίσημος ανάρρησις. Ετελεύτησε δε ο Λέων Α' τω

474 (40) .

Τον Λέοντα διεδέξατο ο ήδη υπ' αυτού του βασιλέως μικρόν προ του

θανάτου αυτού συμβασιλεύς αναγορευθείς εγγονός Λέων Β', υιός της

θυγατρός αυτού Αριάδνης, ήν είχε δώσει εις γάμον προς τον Ίσαυρον

και αρχηγόν του εξ Ισαύρων συγκροτηθέντος στρατού Ζήνωνα (41). Ο

Λέων Β' παις έτι ων καθ' όν χρόνον ετελεύτησεν ο Λέων Α',

επέθηκεν επί της κεφαλής του πατρός αυτού το βασιλικόν στέμμα και

κατέστησεν αυτόν συμβασιλέα. Αποθανόντος δε του παιδός Λέοντος 10

μήνας μετά την τελευτήν του Λέοντος Α', μόνος κύριος του κράτους

έμεινεν ο παρά παιδός παραλαβών τε και διαδεξάμενος την αρχήν

Ζήνων. Η βασιλεία του Ζήνωνος υπήρξε πλήρης εσωτερικών ταραχών,

το μεν ένεκα των κατ' αυτού επιβουλών και στάσεων του Βασιλίσκου

και της Βηρίνης, το δε ένεκα των εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών

προερχομένων θρησκευτικών ερίδων. Η αίρεσις των Μονοφυσιτών, η

καταδικασθείσα υπό της εν Χαλκηδόνι Συνόδου του 451, τοσούτον ην

έτι ισχυρά εν πολλαίς χώραις του κράτους, τοσούτον δε σφοδρά και

η μεταξύ τούτων και των Ορθοδόξων, ήτοι των οπαδών της εν

Χαλκηδόνι Συνόδου, έρις, ώστε ο Ζήνων ενόμισεν ότι έπρεπεν αυτός

να επαναγάγη την θρησκευτικήν ειρήνην λύων διά διατάγματος

βασιλικού ζητήματα θρησκευτικά και δογματικά και εξέδωκεν επί

τούτω (482 μ. Χ.) το λεγόμενον «Ενωτικόν» (ως διάταξιν μέλλουσαν

να ενώση τας διισταμένας μερίδας). Είνε αληθές ότι ο Ζήνων είχεν

υπέρ εαυτού εν τω έργω τούτω την γνώμην των τότε πατριαρχών

Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας και άλλων πολλών επιφανών

ιεραρχών. {61} Αλλά και ούτως η πράξις του βασιλέως κατεδικάσθη

σφοδρώς υπό της πλείστης μερίδος των Ορθοδόξων, και ο Πάπας Ρώμης

Φήλιξ Β' αφώρισε τον τότε Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιον

ως επιτρέψαντα την εις τα δογματικά ζητήματα της Εκκλησίας

ανάμιξιν της κοσμικής αρχής. Επειδή δε και ο Ακάκιος εξήλειψε το

όνομα του Φήλικος εκ των διπτύχων της Εκκλησίας, ίνα μη

μνημονεύηται τούτο εν ταις εκκλησιαστικαίς ευχαίς, επήλθεν η

πρώτη μεταξύ των δύο Εκκλησιών διάστασις, διαρκέσασα πέντε και

τριάκοντα έτη. Εν τούτοις αι θρησκευτικαί έριδες και ταραχαί

εξηκολούθησαν καθ' όλην την βασιλείαν του Ζήνωνος και

εκορυφώθησαν επί του διαδόχου αυτού.

Επί του Ζήνωνος συνέβησαν δύο γεγονότα σπουδαία εν τη όλη

ιστορία. Το πρώτον τούτων είναι η τω 476 επελθούσα εν Ιταλία

λεγομένη κατάλυσις της δυτικής αυτοκρατορίας, το δε η ενεργεία

του Ζήνωνος εις Ιταλίαν μετάβασις των Ουστρογότθων ιδρυσάντων

ενταύθα κράτος Ουστρογοτθικόν. Αλλ' αμφότερα ταύτα τα γεγονότα

ανήκουσι κυρίως εις την ιστορίαν της Δύσεως, ήν πρέπει να

συνάψωμεν ενταύθα προς την ημετέραν ιστορίαν.

12. Ιστορία του Δυτικού κράτους από της εις Ιταλίαν εισβολής του

Αττίλα μέχρι του 476 μ. Χ.

Ο Ουαλεντινιανός Γ', εφ' ού εγένετο η μεγάλη του Αττίλα προς την

δυτικήν Ευρώπην στρατεία και η εις Ιταλίαν εισβολή, εβασίλευεν εν

Ραβέννη και μετά τα γεγονότα ταύτα μετά της αυτής φαυλότητος και

ακολασίας. Ο στρατηγός Αέτιος, οιονεί προς αμοιβήν της νίκης, ήν

ήρατο εν Γαλατία, τω 451 μετά των συμμάχων Γερμανών εναντίον του

Αττίλα, εφονεύθη υπό του αθλίου αυτοκράτορος, φθονούντος και

φοβουμένου την δύναμιν του ανδρός (454). Αλλά μετ' ολίγον

εφονεύθη και αυτός ο Ουαλεντινιανός (455 μ. Χ.) υπ' ανδρός

επισήμου Ρωμαίου, του συγκλητικού Πετρωνίου Μαξίμου, ούτινος, ως

λέγεται, είχε παραπλανήσει την γυναίκα. Ο Μάξιμος μετά τον φόνον

ανηγόρευσεν εαυτόν αυτοκράτορα, ηνάγκασε δε και την χήραν του

Ουαλεντινιανού αυτοκράτειραν Ευδοξίαν, θυγατέρα του Θεοδοσίου Β'

και της βασιλίσσης Ευδοκίας (Αθηναΐδος) να συνάψη γάμον προς

αυτόν. Αλλ' η Ευδοξία εζήτησε προς εκδίκησιν του φόνου του

συζύγου και της προς αυτήν ύβρεως του σφετεριστού την προστασίαν

αυτού του φοβερού ηγεμόνος των Βανδήλων Γεζερίχου. Ούτος

επελάβετο προθύμως της ευκαιρίας και ήλθε μετά μεγάλου πειρατικού

στόλου και πλήθους Βανδηλικών στιφών εις την παραλίαν της Ιταλίας

και προσορμισθείς εις το επίνειον της Ρώμης Ωστίαν, ώρμησεν

εντεύθεν προς την Ρώμην. Ενταύθα επί τη αγγελία της Βανδηλικής

στρατείας ο Μάξιμος εφονεύθη υπό των εξαγριωθέντων κατ' αυτού

αυλικών, καθ' ήν στιγμήν έφευγεν από της πόλεως ίνα μη περιπέση

εις τας χείρας του Γεζερίχου. Και νυν η Ρώμη μείνασα άνευ

αυτοκράτορος και άνευ στρατού εζήτησε ν' αποτρέψη αφ' εαυτής την

Βανδηλικήν επιδρομήν πέμψασα εις τον Γεζέριχον τον πάπαν Λέοντα

Α', αυτόν εκείνον όστις, κατά τα λεγόμενα, είχε πεμφθή και προς

τον Αττίλαν. Αλλ' ο ηγεμών των Βανδήλων, όστις εφρόντιζε πολλώ

πλέον περί της αναμενούσης αυτόν εν Ρώμη πλουσίας λείας ή περί

της τιμωρίας του Μαξίμου, έμεινεν άκαμπτος, υποσχεθείς μόνον

αποχήν από φόνου και εμπρησμού, εν ή περιπτώσει, εννοείται, δεν

ήθελεν ευρεί αντίστασιν κατά την λεηλασίαν. Ούτως η Ρώμη

ειρηνικώς παραδοθείσα εις τας χείρας του φανερώς και επισήμως εις

διαρπαγήν ερχομένου Βανδήλου ηγεμόνος, υπέστη φοβεράν λεηλασίαν

διαρκέσασαν επί δύο ολόκληρους εβδομάδας. Ελεηλατήθησαν δε υπό

των Βανδήλων πλην των χρυσών και αργυρών και άλλων τιμαλφών

πραγμάτων και πλην της άλλης κινητής περιουσίας και αυτά τα έργα

της τέχνης• ουχί διότι οι Βανδήλοι απέδιδόν τινα σημασίαν εις

αυτά, αλλά διότι έβλεπον αυτά εκτιμώμενα υπ' άλλων και ως τοιαύτα

έχοντα αξίαν υλικήν εις αυτούς. Αυτή η επικεχρυσωμένη στέγη του

Καπιτωλίου αφηρέθη, ίνα ληφθή υπό των Βανδήλων ευκόλως ο επ'

αυτής χρυσός. Αλλά το πλουσιώτατον μέρος της Βανδηλικής λείας

απετέλουν αι μυριάδες ανθρώπων παντός φύλου και πάσης τάξεως,

ανδρών, γυναικών, παίδων, κληρικών και λαϊκών, οίτινες

εξανδραποδισθέντες από της Ρώμης και από της άλλης Ιταλίας

ήχθησαν εις την Αφρικήν. Ο δε τραγικός άμα και κωμικός επίλογος

της όλης ταύτης ιστορίας ήτο η τύχη της Ευδοξίας και των δύο

θυγατέρων αυτής Ευδοξίας και Πλακιδίας, αίτινες απαχθείσαι

αιχμάλωτοι υπό του Γεζερίχου εις Καρχηδόνα, μόλις μετά 7 έτη

(462) διά των ενεργειών του αυτοκράτορος Λέοντος Α'

ελευθερωθείσαι επέμφθησαν εις Κωνσταντινούπολιν, αφού εν τω

μεταξύ την πρεσβυτέραν τούτων Ευδοξίαν έδωκεν ο Γεζέριχος εις

γάμον προς τον υιόν αυτού Ουννέριχον. Ο Γεζέριχος πληρώσας τον

πολυπληθή πειρατικόν αυτού στόλον λείας ανθρώπων και πραγμάτων

απέπλευσεν εις το Αφρικανικόν πειρατικόν αυτού κράτος, αφού δύο

πρεσβείαι του εν Ανατολή αυτοκράτορος Μαρκιανού απήτουν την

αναχώρησιν αυτού από της Ιταλίας.

{63} Μετά την αναχώρησιν των Βανδήλων αυτοκράτωρ εγένετο ο εν

Γαλατία τότε ευρισκόμενος Ρωμαίος στρατηγός Άβατος, λαβών

υπόσχεσιν υποστηρίξεως παρά του ηγεμόνος των Βησιγότθων. Αλλά και

ούτος απώλεσε την αρχήν μετά έν έτος (477), επαναστάντος κατ'

αυτού του εν τη Ρωμαϊκή υπηρεσία ως αρχηγού του βαρβάρου

μισθοφορικού στρατού διατελούντος Γότθου Ρικιμίρου. Ο Ρικίμιρος

παρέδωκε την αυτοκρατορικήν αρχήν εις τον συμπράξαντα αυτώ προς

την καθαίρεσιν του Αβίτου επιφανή Ρωμαίον Μαϊωριανόν. Αλλ' ο

αληθής άρχων και κυβερνήτης ήτο αυτός ο Ρικίμιρος, επί έξ και

δέκα έτη κυβερνήσας αυτό από του Μεδιολάνου, ένθα ήδρευε, διά των

εν Ρώμη υπ' αυτού αναβιβαζομένων εις τον θρόνον και

καταβιβαζομένων απ' αυτού αυτοκρατόρων. Ο Μαϊωριανός, καίπερ

επιδείξας δύναμίν τινα και ενέργειαν επί του θρόνου και

ανακτησάμενος τινάς των πέραν των Άλπεων απολεσθεισών χωρών του

κράτους, αλλ' αποτυχών εις την εναντίον των Βανδήλων από της

Ισπανίας επιχειρηθείσαν στρατείαν, εφονεύθη ενεργεία του

Ρικιμίρου μετά τετραετή βασιλείαν (461), ευθύς ως εζήτησε να

περιορίση την τούτου αρχήν και την δύναμιν. Το αυτοκρατορικόν

αξίωμα εδόθη υπό του Ρικιμίρου εις τον Λίβιον Σεβήρον, άρξαντα

επί τέσσαρα έτη εν πάση αδρανεία και παθητική υπακοή προς τον

Ρικίμιρον. Μετά τον θάνατον του Σεβήρου (465 μ. Χ.) ο Ρικίμιρος

εκυβέρνησεν επί δύο έτη άνευ αυτοκράτορος, εν ονόματι του εν

Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Λέοντος Α'. Τέλος δε τω 467 ο Λέων

έπεμψεν εις Ιταλίαν ως αυτοκράτορα, συναινέσει του Ρικιμίρου, τον

γνωστόν ημίν (σελ. 63) επί θυγατρί γαμβρόν του προκατόχου αυτού

αυτοκράτορος Μαρκιανού Προκόπιον Ανθέμιον, δόντα εις γάμον τω

Ρικιμίρω την ιδίαν αυτού θυγατέρα. Ο Ανθέμιος ήρξεν εν Ιταλία

πέντε έτη, καθ' ά, ως είδομεν, επεχείρησεν από κοινού μετά του

αυτοκράτορος Λέοντος Α' την ανωτέρω μνημονευθείσαν ατυχή κατά των

Βανδήλων στρατείαν. Και ούτος δε ο αυτοκράτωρ ελθών εις διάστασιν

και ρήξιν προς τον Ρικίμιρον εφονεύθη υπ' αυτού (472 μ. Χ.). Ο

Ρικίμιρος ανεβίβασε νυν εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον, κατά την

υπό του αυτοκράτορος Λέοντος εκδηλωθείσαν επιθυμίαν, τον

Ολύβριον, γαμβρόν επί θυγατρί του αυτοκράτορος Ουαλεντινιανού Γ'.

Αλλά δύο μήνας μόνον επέζησεν ο Ρικίμιρος τω θανάτω του Ανθεμίου

και δύο εβδομάδας τη αναρρήσει του Γλυκερίου, γενόμενος θύμα του

κατά το 472 εις Ρώμην ενσκήψαντος και πολλάς χιλιάδας ανθρώπων

αφαρπάσαντος λοιμού. Ο Ολύβριος ετελεύτησε το επόμενον έτος

άγνωστον τίνι τρόπω. Εν τω μεταξύ μετά τον θάνατον του Ρικιμίρου

ισχυράν θέσιν εν τη κυβερνήσει του κράτους, οίαν είχεν ούτος,

έλαβεν ο αρχηγός των μισθοφορικών στρατευμάτων Βουργούνδιος

Γονδίβαλδος, όστις ανηγόρευσεν αυτοκράτορα τον Ρωμαίον στρατηγόν

Γλυκέριον. Αλλά συγχρόνως ο εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτωρ Λέων

Α' διώρισεν αυτοκράτορα της Δύσεως και έπεμψεν εις Ρώμην τον επ'

ανεψιά γαμβρόν αυτού Ιούλιον Νέπωτα. Ούτος δε ελθών εις Ιταλίαν

και συλλαβών τον Γλυκέριον εξώρισεν αυτόν εις Δαλματίαν. Αλλά και

κατά του νέου αυτοκράτορος νυν εξήγειρε στάσιν εν τω στρατώ ο υπ'

αυτού τούτου του Νέπωτος αρχηγός των μισθοφορικών στρατευμάτων

διορισθείς Ορέστης ο εκ Παννονίας καταγόμενος και ων εξ απορρήτων

του Αττίλα και είτα πατρίκιος Ρωμαίος. Ο Νέπως κατέφυγεν εις

Δαλματίαν, ένθα ήτο πρότερον διοικητής• το δε αυτοκρατορικόν

αξίωμα έδωκεν ο Ορέστης (475 μ. Χ.) εις τον υιόν αυτού Ρωμύλον

Μωμύλλον (42), χωρίς να συνεννοηθή περί τούτου, ως εποίει ο

Ρικίμιρος και ως εθεωρείτο νόμιμον, μετά του εν Ανατολή

αυτοκράτορος, επικληθέντα εμπαικτικώς Αυγουστύλον (Augustulus)

είτε διά το νεαρόν της ηλικίας είτε διά τον τρόπον, καθ' όν

απώλεσε μετ' ολίγον το αυτοκρατορικόν αυτού αξίωμα. Αλλά νυν

παρέστη εις το μέσον άλλος, κύριος των πραγμάτων. Προ μικρού

είχον εισελάσει εις την Ιταλίαν στίφη Γερμανικά εκ ποικίλων εθνών

συγκείμενα, ιδίως εκ Ρουγίων και Ερούλων, και καταγομένων εκ

βορειοτάτων χωρών της Γερμανίας (από Ρούγεν και Πομμερανίας). Τα

στίφη ταύτα κατελθόντα από βορρά επί του Αττίλα εις τας παρά τον

Δανούβιον χώρας είχον ταχθή εν τω τούτου στρατώ• μετά δε τον

θάνατον του Αττίλα και την διάλυσιν του μεγάλου στρατού και του

κράτους αυτού ταχθέντα υπό την αρχηγίαν βαρβάρου τινός Οδοάκρου

(Odovacar) καλουμένου, Ρουγίου την καταγωγήν, ήλθον εις Ιταλίαν

και απετέλεσαν ενταύθα μισθοφορικόν στρατόν. Αλλ' οι βάρβαροι

ούτοι, βλέποντες ότι πάντες οι Γερμανικοί λαοί οι εκείθεν των

Άλπεων εν ταις πριν Ρωμαϊκαίς επαρχίαις εγκαταστάντες είχον λάβει

ως ιδιοκτησίαν το τρίτον της γης, απήτουν ίνα και εν Ιταλία γείνη

το αυτό εις αυτούς, ίνα καταστώσιν ούτοι μόνιμοι κάτοικοι της

χώρας. Ο Οδόακρος την απαίτησιν ταύτην των υπ' αυτόν βαρβάρων

διεβίβασεν εις τον Ορέστην, τον άρχοντα εν Ιταλία εν ονόματι του

υιού αυτού. Ο Ορέστης ου μόνον απέρριψε την απαίτησιν, αλλά και

επήλθεν ευθύς εναντίον των εν τη Άνω Ιταλία σταθμευόντων στιφών

του Οδοάκρου• αλλ' εν τη μάχη τη συγκροτηθείση παρά την Παβίαν

(476) ηττήθη ολοσχερώς και κατέφυγεν εις την Παβίαν. Αλλ' οι

βάρβαροι καταλαβόντες εξ εφόδου την πόλιν συνέλαβον και εφόνευσαν

τον Ορέστην, εκήρυξαν δε νυν τον τέως απλούν μισθοφορικόν αρχηγόν

βασιλέα εαυτών (43). Και νυν ο Οδόακρος επήλθε κατά του εν

Ραβέννη αυτοκράτορος Ρωμύλου, θεωρών αυτόν σφετεριστήν, άτε

γενόμενον αυτοκράτορα άνευ της συναινέσεως του εν

Κωνσταντινουπόλει Ρωμαίου αυτοκράτορος και μετά καθαίρεσιν

μάλιστα του υπό του αυτοκράτορος εκείνου διωρισμένου αυτοκράτορος

της Δύσεως Ιουλίου Νέπωτος. Αλλ' ότε ο Οδόακρος εφάνη προ της

Ραβέννης και παρεσκευάζετο προς έφοδον εναντίον της πόλεως,

προσήλθεν εις το στρατόπεδον αυτού ο Ρωμύλος Μώμουλλος και

γονυπετήσας καθικέτευσεν αυτόν ίνα φεισθή της ζωής αυτού

καταθέτων προ αυτού την αυτοκρατορικήν πορφύραν και τα άλλα

σήματα της αυτοκρατορικής αρχής. Ο Οδόακρος εχαρίσατο την ζωήν τω

ικέτη Ρωμύλω και έπεμψεν αυτόν εις Καμπανίαν, ίνα ζη ενταύθα εν

περιορισμώ εν τη ωραία παρά τον κόλπον των Βαϊών υπό του

Λουκούλλου κτισθείση επαύλει τη καλουμένη Λουκουλλιανώ

(Lucullianum), προσδιορίσας αυτώ και ετησίαν επιχορήγησιν έξ

χιλιάδων χρυσών νομισμάτων (105 χιλ. περίπου δραχμών).

Κενωθέντος ούτω του αυτοκρατορικού θρόνου εν Ρώμη και Ιταλία, η

εν Ρώμη σύγκλητος κατ' εισήγησιν του Οδοάκρου έπεμψε διά

πρεσβείας έκθεσιν προς τον αυτοκράτορα της Ανατολής περί των

γεγονότων, παρακαλούσα τούτον να μη πέμψη άλλον αυτοκράτορα εις

την Δύσιν, ως μη υπαρχούσης ανάγκης δευτέρου αυτοκράτορος, αλλ'

αυτός εν τω δικαιώματι αυτού ως αυτοκράτωρ Ρώμης ν' αναθέση την

_Κυβέρνησιν της Ιταλίας_ εις τον εξόχους αρετάς προς το έργον

τούτο κεκτημένον Οδόακρον ως επίτροπον αυτού. Ομοίαν παράκλησιν

τη της Συγκλήτου απηύθυνε συγχρόνως μετά ταύτης εις τον

αυτοκράτορα και ο Ρωμύλος Αυγουστύλος τας αυτάς ποιούμενος υπέρ

του Οδοάκρου συστάσεις. Ο αυτοκράτωρ Ζήνων ευρέθη εν απορία περί

του πρακτέου, διότι μικρόν πρότερον είχεν έλθει εις

Κωνσταντινούπολιν άλλη πρεσβεία, πεμφθείσα παρά του εν Δαλματία

εξορίστου αυτοκράτορος Ιουλίου Νέπωτος, αιτουμένη παρά του

αυτοκράτορος, την εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον της Ρώμης

αποκατάστασιν αυτού, όντος και στενού συγγενούς του Λέοντος Α'. Ο

Ζήνων, όστις μήτε του Νέπωτος την αίτησιν ήθελε ν' απορρίψη μήτε

τω Οδοάκρω να δυσαρεστήση, εύρε διέξοδον εκ της αμηχανίας

αγγείλας τω Οδοάκρω, ότι, ίνα κυβερνήση την Ιταλίαν ως

αυτοκρατορικός επίτροπος, έδει ν' αποταθή εις τον εν Δαλματία

νόμιμον αυτοκράτορα Ιούλιον Νέπωτα, όπως παρ' αυτού λάβη την

επιτροπείαν και το αξίωμα του πατρικίου (44), όπερ υπισχνείτο

ότι έμελλε ν' αναγνωρίση και αυτός. Εν τω μεταξύ δε φονευθέντος

εν Δαλματία του Ιουλίου Νέπωτος υπό του εκείσε υπ' αυτού

εξορισθέντος προκατόχου αυτού Γλυκερίου, τα πράγματα έλαβον την

κανονικήν αυτών πορείαν. Ο Οδόακρος διωρίσθη υπό του Ζήνωνος ή

διορισθείς ήδη υπό του Νέπωτος ανεγνωρίσθη υπό του Ζήνωνος

_πατρίκιος_ και εκυβέρνα την Ιταλίαν ουχί ως κράτος ίδιον, ήτοι

ως κράτος Ρωμαϊκόν της Δύσεως, αλλά ως _διοίκησιν_, ήτοι Ιταλίαν

αποτελούσαν διοικητικήν περιφέρειαν ιδίαν (45). Αλλ' ο ούτως

απλούς διοικητής γενόμενος της Ιταλίας ήτο κυρίως στρατιωτικός

διοικητής, την άλλην διοίκησιν καταλείπων εντελώς εις τας τέως

καθεστηκυίας αρχάς, επιτρέπων δε εις τους Ρωμαίους (τους Ιταλούς

δηλονότι) να κυβερνώνται κατά τους νόμους αυτών, αυτός δε

πράγματι άρχων των βαρβάρων, κυβερνωμένων κατά τους βαρβαρικούς

αυτών νόμους. Ο μόνος σπουδαίος νεωτερισμός, όν εξετέλεσεν

εναντίον του τέως καθεστώτος, ήτο η διανομή του τρίτου της

Ιταλικής γης μεταξύ των βαρβάρων αυτού (46).

Διά των γεγονότων του έτους 476 μ. Χ. ουδεμία επήλθε σπουδαία

μεταβολή εν τη Δύσει ούτε το λεγόμενον τέλος του δυτικού Ρωμαϊκού

κράτους. Διότι εκτός μεν της Ιταλίας το κράτος τούτο είχε

καταλυθή πράγματι πολύ προ του 476, εν Ιταλία δε δεν κατελύθη

οριστικώς ούτε τω 476. Τουναντίον και ο Οδόακρος και μετά τούτον

ο Ουστρογότθος ηγεμών Θευδέριχος ανεγνώρισαν την επί της χώρας

ταύτης νόμιμον κυριαρχίαν του εν Ανατολή αυτοκράτορος (47), μετά

δε τον Θευδέριχον και τους διαδόχους αυτού ολόκληρος η Ιταλία

εκυβερνήθη επί τινα χρόνον υπό της εν Κωνσταντινουπόλει

βασιλείας• η δε Κάτω Ιταλία μέχρι του 11 αιώνος έμεινεν υπό το

κράτος του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος. Αλλ' επειδή μετά το

476 μ. Χ. ουδείς πλέον μέχρι του 800 μ. Χ. διωρίσθη ούτε Ρωμαίος

ούτε βάρβαρος αυτοκράτωρ ιδιαίτερος εν Ρώμη, η δε τω 800 μ. Χ.

ανιδρυθείσα δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήτο Φραγκική, διά τούτο

ως τέλος του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους εθεωρήθη το έτος 476 μ. Χ.•

διά τούτο δε και το έτος τούτο θεωρείται γενικώς ως τέλος της

Αρχαίας ιστορίας και αρχή της Μεσαιωνικής.

Αλλ' η εν Ιταλία κυβέρνησις του Οδοάκρου κατελύθη μετά 13 έτη υπό

άλλου βαρβάρου ηγεμόνος, του Ουστρογότθου Θευδερίχου. Οι

Ουστρογότθοι, μετά τον θάνατον του Αττίλα, ανεκτήσαντο την

ελευθερίαν αυτών, οικούντες δε τας από του Δανουβίου μέχρι της

Ιλλυρίας χώρας, διετέλουν εν συχνή επαφή προς το Ανατολικόν

κράτος και περιήρχοντο εις εχθρικάς και φιλικάς σχέσεις προς

αυτό. Έν τινι δε μεταξύ του Λέοντος Α' και των Ουστρογότθων

τούτων περί ειρήνης συνθήκη ως όμηρος είχε δοθή εις την αυλήν του

Βυζαντίου παις αρχηγού τινος των Γότθων καλούμενος Θευδέριχος.

Ούτος ανατραφείς και παιδευθείς εν Κωνσταντινουπόλει την τε

πολιτικήν και στρατιωτικήν τέχνην των Ρωμαίων και επιστρέψας

είτα, επί του αυτοκράτορος Ζήνωνος, εις τους ομοεθνείς αυτού,

εγένετο ηγεμών τούτων. Καίπερ δε τιμών μεγάλων υπό του

αυτοκράτορος αξιωθείς και πατρίκιος αναγορευθείς, δεν διήγεν εν

διαρκεί ειρήνη προς το κράτος και ην επικίνδυνος εις αυτό. Διά

τούτο ο αυτοκράτωρ Ζήνων, ίνα απομακρύνη αυτόν της προς το κράτος

γειτονίας, επέτρεψεν αυτώ να μεταβή μετά των Γότθων αυτού εις

Ιταλίαν και να αφαιρέση την αρχήν της χώρας ταύτης από του

Οδοάκρου, ούτινος ο Ζήνων εκών άκων είχεν αναγνωρίσει πρότερον

την αρχήν. Ο Θευδέριχος ελθών μετά των Ουστρογότθων αυτού, εν οίς

εκατοντάδες χιλιάδων ήσαν μαχηταί, εις την Ιταλίαν τω 489 και

νικήσας εις διαφόρους μάχας τον Οδόακρον και φονεύσας αυτόν

εγένετο κύριος της Ιταλίας (493 μ. Χ.), κυβερνών αυτήν εν ονόματι

του αυτοκράτορος και ως βασιλεύς των Ουστρογότθων αυτού, εις ούς

διένειμε και γαίας εν Ιταλία. Αλλά και το Ουστρογοτθικόν τούτο

κράτος κατελύθη επί των διαδόχων του Θευδερίχου υπό του

αυτοκράτορος της Ανατολής Ιουστινιανού.

Καθ' ούς χρόνους ιδρύοντο εν Ιταλία τα κράτη του Οδοάκρου και

είτα του Θευδερίχου, εν πάση τη εκτός των Άλπεων δυτική και μέση

Ευρώπη είχον ήδη ιδρυθή πλείστα βαρβαρικά κράτη Γερμανολατινικά,

(εν ταις υπό Λατίνων οικουμέναις χώραις) ή καθαρώς Γερμανικά (εν

ταις κυρίως Γερμανικαίς χώραις), ών την ιστορίαν θέλομεν αφηγηθή

συντόμως βραδύτερον, νυν δε ανάγκη να επανέλθωμεν εις την

ιστορίαν της Ανατολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΟΣ (491 Μ. Χ.)

ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (610)

1. Οι αυτοκράτορες Αναστάσιος Α' (491-518

μ. Χ.) και Ιουστίνος Α' (518-527 μ. Χ.).

Ο αυτοκράτωρ Ζήνων εβασίλευσε μέχρι του 491. Αποθανόντος δ' αυτού

κατά το έτος τούτο, η χήρα βασίλισσα Αριάδνη, συναινέσει της

Συγκλήτου και του λαού αυτού της Κωνσταντινουπόλεως, ανηγόρευσεν

ως αυτοκράτορα τον από Δυρραχίου αυλικόν αξιωματικόν Αναστάσιον

τον επικαλούμενον Δίκορον (διότι είχε τον ένα οφθαλμόν μέλανα,

τον έτερον δε κυανούν), μεθ' ού ήλθεν εις νέου γάμου κοινωνίαν,

μετά την στέψιν αυτού ως αυτοκράτορος. Η βασιλεία του Αναστασίου

υπήρξε και εξωτερικώς ουχί λίαν ειρηνική ένεκα νέων βαρβαρικών

επιδρομών, και εσωτερικώς λίαν ταραχώδης ένεκα των επιταθεισών

θρησκευτικών ερίδων. Οι νέοι βάρβαροι, οίτινες επί του Αναστασίου

Α' ήρξαντο επιδρομών φοβερών εις το κράτος, ήσαν οι Βούλγαροι,

λαός Τουρκικής (48) ή Ουννικής φυλής, όστις περί τα μέσα του 5

μ. Χ. αιώνος προχωρήσας από της ανατολικής Ευρώπης ή από της

ένδον Ασίας εις τας παρά την Τύραν (Δνείστερ) χώρας της νυν

νοτιοδυτικής Ρωσίας, επεχείρει εκείθεν επί του Ζήνωνος έτι (τω

487 μ. Χ. το πρώτον) επιδρομάς εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας του

κράτους. Επί δε του Αναστασίου τοσούτον κατέστησαν φοβεραί αι

επιδρομαί αύται εκταθείσαι μέχρι των προθύρων της

Κωνσταντινουπόλεως, ώστε ο αυτοκράτωρ ούτος, ίνα προφυλάξη την

πρωτεύουσαν από της αμέσου προσβολής των νέων βαρβάρων, έκτισε το

Μέγα λεγόμενον τείχος, ήτοι τείχος εκτεινόμενον περί την

χερσόνησον, εφ' ής κείται η Κωνσταντινούπολις, από της

Προποντίδος (από της παρά την Προποντίδα πόλεως Σηλυβρίας) μέχρι

του Ευξείνου (της παρά τον Εύξεινον κειμένης π. Δέρκων). Και απ'

ανατολών δε ήρξαντο αύθις οι Πέρσαι ν' απειλώσι το κράτος. Οι

Πέρσαι από της προς τον Θεοδόσιον Β' ειρήνης (423 μ. Χ.) μέχρι

των χρόνων του Αναστασίου Α', ήτοι επί 70 περίπου έτη, δεν είχον

διαταράξει την ειρήνην, διότι και εις τας χώρας αυτών είχον

γείνει φοβεραί επιδρομαί βαρβαρικαί κατ' ακολουθίαν της μεγάλης

εξ Ασίας κατά τον 4 αιώνα γενομένης μεταναστεύσεως των λαών. Οι

εισβαλόντες εις τας Περσικάς χώρας ήσαν οι αυτοί βάρβαροι,

οίτινες από του Καυκάσου εισέβαλον και εις τας Ελληνικάς χώρας

της Ασίας, οι λεγόμενοι Λευκοί Ούννοι ή Εφθαλίται. Είς μάλιστα

βασιλεύς των Περσών, ο Περώζης, μικρόν προ του χρόνου της

αναρρήσεως του Αναστασίου, ηχμαλωτίσθη και εφονεύθη υπό των

βαρβάρων τούτων. Αλλά νυν, κατά τους χρόνους της βασιλείας του

Αναστασίου, οι Πέρσαι επί του βασιλέως αυτών Καβάδου απαλλαγέντες

των βαρβαρικών επιδρομών ήρξαντο να παρενοχλώσι το Ελληνικόν

κράτος. Ο Αναστάσιος προς άμυναν εναντίον των Περσών τούτων

έκτισε το περίφημον εν Μεσοποταμία φρούριον, το κληθέν από του

ονόματος αυτού Αναστασιούπολις (ελέγετο και Δάρας).

Αι δε θρησκευτικαί έριδες, αι ταράττουσαι δεινώς επί του

Αναστασίου Α' την εσωτερικήν ειρήνην του κράτους, ήσαν οίαι και

αι επί του Ζήνωνος γενόμεναι μεταξύ των Ορθοδόξων, ήτοι των

οπαδών της εν Χαλκηδόνι Συνόδου και των Μονοφυσιτών. Επειδή δε εν

Κωνσταντινουπόλει οι Ορθόδοξοι ήσαν ισχυρότεροι, ο δε βασιλεύς

Αναστάσιος εθεωρείτο ευμενώς διακείμενος εις τους Μονοφυσίτας, αι

θρησκευτικαί διαφοραί προυκάλεσαν αιματηράς συγκρούσεις, εν αίς

μυριάδες εφονεύθησαν πολιτών, και αυτός δε ο βασιλεύς απέθανε

(518 μ. Χ.) εν μέσω δεινής στάσεως εσωτερικής.

Του Αναστασίου αποθανόντος ο στρατός ουδαμώς προσέχων εις τους

συγγενείς (ανεψιούς) του Αναστασίου, οίτινες ήσαν και φυσικοί

κληρονόμοι αυτού, ανηγόρευσεν αυτοκράτορα γηραιόν τινα

αξιωματικόν, γενναίον και χρηστόν, αλλ' όλως αμαθή και

απαίδευτον, και δη και αναλφάβητον, διά μηχανής υπογράφοντα τα

διατάγματα, τον Ιουστίνον Α', τον λεγόμενον μεν Θράκα, αλλά

καταγόμενον από Ιλλυρίας. Ούτος εβασίλευσεν 9 μόνον έτη και

αποκατέστησεν οπωσούν την θρησκευτικήν ειρήνην διά της εις την

Ορθοδοξίαν αφοσιώσεως αυτού• διαλλάξας δε την Εκκλησίαν της

Κωνσταντινουπόλεως προς την της Ρώμης συνετέλεσεν εις την άρσιν

του από 35 ετών υφισταμένου σχίσματος (ίδ. σελ. 61). Ο Ιουστίνος

ετελεύτησε τω 527 μ. Χ. καταλιπών τον θρόνον εις τον περίφημον

ανεψιόν αυτού Ιουστινιανόν Α'.

2. Ιουστινιανός ο Μέγας (527-565 μ. Χ.).

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας · 第 5 / 31 段