Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
changed. Words in italics are included in _, while bold words in
&. Footnotes have been converted to endnotes and are included in
(). I have also added explanation of words in endnotes. These are
included in []. There are numerous references to other pages in
the same book. The referenced pages are marked in {}. The book
has been corrected as per the Table of Errors at its end.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,
κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με
πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _, ενώ λέξεις με έντονους
με &. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και
περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου
επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με []. Υπάρχουν
πολυάριθμες αναφορές σε σελίδες του ιδίου βιβλίου. Οι σελίδες
αυτές έχουν σημειωθεί με {}. Το βιβλίο έχει διωρθωθεί σύμφωνα με
τον Πίνακα Παροραμάτων, που ευρίσκετο στο τέλος του.
Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΕΘΝΙΚΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΤΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
ΤΗΣ
ΛΟΙΠΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΠΡΟΣ ΧΡΗΣΙΝ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ: ΝΙΚ. ΤΖΑΚΑΣ
ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΠΑΝΕΠIΣΤΗΜIΟΥ, 81
1906
Παν αντίτυπον φέρει την υπογραφήν του συγγραφέως.
ΤΥΠΟΙΣ Π. ΠΕΤΡΑΚΟΥ, ΟΔΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΑΡΙΘ. 7.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλίον τούτο, συνταχθέν κυρίως προς χρήσιν των φοιτητών της
Φιλοσοφικής Σχολής, εξεταζόμενον υπό καθόλου [1] επιστημονικήν
έποψιν δεν δύναται βεβαίως ούτε κατά βάθος ούτε κατά πλάτος να
θεωρηθή πραγματεία ιστορική επιστημονική, προωρισμένη να
χρησιμεύση τοις κ. κ. φοιτηταίς εν ταις ειδικαίς αυτών ιστορικαίς
επιστημονικαίς μελέταις. Ο σκοπός αυτού είναι μάλλον
περιωρισμένος και μάλλον πρακτικός, αποβλέπων εις το να παράσχη
τοις σπουδάζουσι βοήθημα πρόχειρον εν ταις προκαταρκτικαίς και
προπαρασκευαστικαίς αυτών μελέταις. Οι φοιτηται της Φιλοσοφικής
Σχολής, μελετώντες την ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους κατά πάσας
τας περιόδους αυτής, ικανά μεν ευρίσκουσι βοηθήματα επαρκή εν τη
μελέτη της αρχαίας και της νεωτάτης ελληνικής ιστορίας, ελάχιστα
δε, και ταύτα ως επί το πλείστον ανεπαρκή, εν τη μελέτη της
μεσαιωνικής ή Βυζαντινής ελληνικής ιστορίας. Διότι αι μεν
εκτενέστερον και επιστημονικώτερον συντεταγμέναι πραγματείαι του
Κ. Παπαρρηγοπούλου και Σπ. Λάμπρου, αι περιλαμβάνουσαι εν τη όλη
ιστορία του Ελληνικού Έθνους και την Βυζαντινήν, εισίν ως εκ του
μεγέθους αυτών ουχί πάνυ ευπρόσιτοι τοις πλείστοις των φοιτητών
και πρόχειροι εις τας μελέτας αυτών• πάντα δε τα άλλα διδακτικά
λεγόμενα εγχειρίδια εισι κατά τε το ποσόν και το ποιόν ανεπαρκή.
Το δε παρόν βιβλίον είναι μεν αρκούντως σύντομον και μικρόν, ώστε
να καταστή πρόχειρον άμα και ευπρόσιτον τοις πάσιν, αρκούντως δε
περιεκτικόν και πολυμερές εν τη συντομία, άμα δε και συστηματικόν
εν τη διατάξει του περιεχομένου και τη παραστάσει της εσωτερικής
συνοχής και ακολουθίας των ιστορουμένων, ώστε να χρησιμεύη ως
αφετηρία ειδικωτέρας επιστημονικής μελέτης. Κέκτηται δε και το
πλεονέκτημα ότι μετά της Βυζαντινής ιστορίας συνάπτει και
συνδυάζει τα κυριώτατα κεφάλαια της όλης Μεσαιωνικής ιστορίας, ής
μέρος είναι και η ιστορία η Βυζαντινή, και ιδίως τα της τοσούτον
στενώς μετά της Βυζαντινής ιστορίας συνδεομένης ιστορίας της
Χριστιανικής Δύσεως και της Μωαμεθανικής Ανατολής. Είναι δε και
άλλως ανάγνωσμα ιστορικόν διδακτικόν εύληπτον τοις πάσι.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΤΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ
ΤΗΣ
ΛΟΙΠΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Α'. Περί της Βυζαντινής καθόλου ιστορίας.
Ιστορία Βυζαντινή ή Βυζαντιακή λέγεται κυρίως η ιστορία του
Ελληνικού έθνους η αρχομένη από των χρόνων, καθ' ούς ο αυτοκράτωρ
Κωνσταντίνος ο Μέγας, γενόμενος μόνος κύριος του Ρωμαϊκού Κράτους
(324 μ. Χ.), κατέστησε το Βυζάντιον, ή ως μετωνομάσθη τότε η
πόλις αύτη, την Κωνσταντινούπολιν νέαν πρωτεύουσαν του Ρωμαϊκού
Κράτους (330 μ. Χ.), μεταθέσας την έδραν της Κυβερνήσεως από της
Λατινικής Δύσεως εις την Ελληνικήν Ανατολήν, ήτις μετά τινα
χρόνον απετέλεσεν ίδιον κράτος κατ' ουσίαν Ελληνικόν.
Είνε δε η ιστορία, αύτη εξωτερικώς και υπό έποψιν γενικήν μέχρι
του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος συνέχεια της ιστορίας της Ρωμαϊκής,
εν ή περιλαμβάνεται και η ιστορία του Ελληνικού έθνους από των
χρόνων της εις το Ρωμαϊκόν κράτος καθυποτάξεως των Ελληνικών
χωρών της Ανατολής και ιδίως της κυρίως Ελλάδος (146 π. Χ.).
Δύναται δε η αυτή ιστορία να ονομασθή και ιστορία του
Ελληνορωμαϊκού Κράτους ή του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους• διότι
το Ελληνικόν κράτος, το παραχθέν εν τη Ανατολή διά του έργου του
Κωνσταντίνου του Μεγάλου, και αφού εχωρίσθη εντελώς από της
Λατινικής Δύσεως, ενώ κατ' ουσίαν ήτο Ελληνικόν, κατά τύπον
έμεινε Ρωμαϊκόν και επισήμως εκαλείτο Ρωμαϊκόν κράτος, ενίοτε δε
και Ανατολικόν Ρωμαϊκόν κράτος. Αλλ' ορθοτέρα πάντως και
ακριβεστέρα υπό πραγματικήν έποψιν ονομασία είναι «Ιστορία
μεσαιωνική του Ελληνικού έθνους», διότι είναι κατ' ουσίαν,
μάλιστα από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος, ιστορία του Ελληνικού
έθνους κατά την μεγάλην εκείνην χρονικήν περίοδον της παγκοσμίου
ιστορίας, ήτις καλείται «Μέσος αιών» ή «Μεσαίων» ή «περίοδος των
μέσων αιώνων». Υπό καθόλου δε ιστορικήν έποψιν η Βυζαντινή
ιστορία περιλαμβανομένη εν τη «Μεσαιωνική ιστορία» είνε μέρος
αξιολογώτατον της ιστορίας ταύτης (2).
Η ιστορία αύτη αρχομένη από της μοναρχίας του Μεγάλου
Κωνσταντίνου (323 μ. Χ.) ή, ως λέγεται συνήθως, από της κτίσεως
της Κωνσταντινουπόλεως (330 μ. Χ.), κατέρχεται μέχρι των χρόνων
της εντελούς καταλύσεως του Βυζαντιακού ή Ελληνορωμαϊκού κράτους
της επελθούσης τω 1453, ήτοι περιλαμβάνει περίοδον χρονικήν
υπερχιλιετή διαιρουμένην εις δύο κυρίως ελάσσονας περιόδους• α')
την από κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι του τέλους του 5 μ.
Χ. αιώνος, ήν δυνάμεθα να καλέσωμεν Ρωμαϊκήν ή Ελληνορωμαϊκήν,
και β') την από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος μέχρι του 1453, ήν
δυνάμεθα να ονομάσωμεν περίοδον ακραιφνώς Ελληνικήν. Και η μεν
πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τα γεγονότα εκείνα τα ιστορικά, δι'
ών το Ανατολικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους χωριζόμενον κατά
μικρόν εντελώς από του Δυτικού καθίσταται ίδιον κράτος αυτοτελές
Ελληνικόν• η δε δευτέρα περίοδος περιλαμβάνει αυτήν ταύτην την
ιστορίαν του εξελληνισθέντος Βυζαντιακού κράτους την εκτεινομένην
από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος μέχρι της κατά το 1453
επελθούσης πτώσεως του κράτους τούτου. Αλλά της όλης ταύτης
ιστορίας ανάγκη να προταχθή η αφήγησις των γεγονότων εκείνων της
Ρωμαϊκής ιστορίας, άτινα συνδέονται μετά της ιστορίας της
βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, να εκτεθώσι δε πρώτιστα τα
γενικώτερα αίτια, ών ένεκα εκ του Ρωμαϊκού κράτους παρήχθη κράτος
Ελληνικόν, το καλούμενον Βυζαντιακόν.
Β'. Πώς εκ του Ρωμαϊκού κράτους παρήχθη το Βυζαντιακόν ή
Βυζαντινόν καλούμενον Ελληνικόν κράτος.
Η γένεσις του Ελληνικού κράτους από του παγκοσμίου Ρωμαϊκού
κράτους, όπερ κατά τους χρόνους της του Χριστού γεννήσεως
εξετείνετο από τον Ατλαντικού Ωκεανού μέχρι του Ευφράτου, και από
του Βρεττανικού πορθμού και της Βορείου θαλάσσης μέχρι των
καταρρακτών του Νείλου και της μεγάλης ερήμου της Βορείας
Αφρικής, εξηγείται διττώς• α') εκ του εσωτερικού ιστορικού βίου
και πολιτισμού του Ρωμαϊκού τούτου κράτους, και β') εκ των
εξωτερικών γεγονότων της όλης ιστορίας του Ρωμαϊκού κράτους και
των μετά ταύτης συνδεομένων μεγάλων γεγονότων της παγκοσμίου
ιστορίας.
α') Εσωτερικώς, υπό την έποψιν δηλονότι του εσωτερικού βίου και
πολιτισμού του Ρωμαϊκού κράτους, η εκ τούτου γένεσις του
ελληνικού κράτους είχεν αιτίαν κατά μέγιστον μέρος αυτήν την εν
τω Ρωμαϊκώ κράτει πνευματικήν, ηθικήν και εκπολιτιστικήν δύναμιν
του Ελληνισμού. Ως γνωστόν, από των χρόνων έτι, καθ' ούς οι
Ρωμαίοι ήλθον εις σχέσεις προς τους Ελληνικούς λαούς της Ανατολής
και κατά μικρόν υπέταξαν εαυτοίς πάσας τας ελληνικάς χώρας, από
των αρχών δηλονότι του Β' π. Χ. αιώνος, σύμπασα η Ανατολή από του
Αδρίου μέχρι του Ευφράτου ήτο Ελληνική. Αι αρχαίαι ελληνικαί
αποικίαι, βραδύτερον δε αι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και
τα υπό των Διαδόχων τούτου πολλαχού της Ανατολής, εν Αιγύπτω,
Συρία, Περγάμω και αλλαχού ιδρυθέντα κράτη, προ πάντων δε αυτή η
μεγάλη ηθική και εκπολιτιστική δύναμις του Ελληνισμού είχον
επενέγκει το τοιούτον αποτέλεσμα. Καθ' όν δε χρόνον πάσαι αι
Ελληνικαί χώραι υπετάγησαν εις τους Ρωμαίους, ούτοι ου μόνον δεν
εξηφάνισαν τον τοιούτον Ελληνικόν πολιτισμόν, αλλά και
εσεβάσθησαν και ετίμησαν και εκαλλιέργησαν αυτόν εν τη ιδία αυτών
πατρίδι, σπουδάζοντες την Ελληνικήν γλώσσαν, τα Ελληνικά
γράμματα, την Ελληνικήν φιλοσοφίαν, την Ελληνικήν ρητορικήν και
αυτάς έτι τας Ελληνικάς Καλάς Τέχνας. Διότι οι Ρωμαίοι δεν ήσαν
μεν κατά τους χρόνους εκείνους πεπολιτισμένοι εις όν βαθμόν οι
Έλληνες, αλλά δεν ήσαν και βάρβαροι, και δη βάρβαροι ανεπίδεκτοι
Ελληνικού πολιτισμού. Ούτω δε καθ' όλους τους μετά την κατάκτησιν
ιδία της Ελλάδος χρόνους της Ρωμαϊκής δημοκρατίας, έπειτα δε και
επί της αυτοκρατορίας μέχρι των χρόνων του Μεγάλου Κωνσταντίνου,
πολλώ δε πλέον από των τούτου χρόνων, ου μόνον εν Ελλάδι και εν
απάσαις ταις εξηλληνισμέναις χώραις της Ανατολής, αλλά και εν
αυτή τη Ιταλία (ένθα η Κάτω Ιταλία και η Σικελία αρχαιόθεν ήδη
ήσαν εξηλληνισμέναι) και εν Ρώμη και εν άλλοις έτι τόποις της
Δύσεως επεκράτει Ελληνικός πολιτισμός και εκαλλιεργούντο τα
ελληνικά γράμματα. Εν Ρώμη αυτοί οι αυτοκράτορες και αι
αυτοκράτειραι και οι ευγενείς εφιλοτιμούντο να λαλώσι και να
γράφωσιν ελληνιστί. Αυτοί οι αυτοκράτορες είχον εν Ρώμη ίδιον
γραφείον ελληνικόν ήτοι γραφείον της εν τη ελληνική γλώσση
διεξαγομένης κυβερνητικής υπηρεσίας και αλληλογραφίας, υπό
περιφήμων Ελλήνων λογίων διευθυνόμενον. Σχολαί δε ήκμαζον
ρητορικαί και φιλοσοφικαί εν Ρώμη και εν τη λοιπή Ιταλία και εν
άλλαις χώραις της Δύσεως, εν αίς εδιδάσκετο η ελληνική γλώσσα και
η φιλολογία. Και εν αυταίς δε ταις ρητορικαίς και φιλοσοφικαίς
σχολαίς των Αθηνών οι αυτοκράτορες διετήρουν, ιδία δαπάνη, έδρας
καθηγητών διδασκόντων ρητορικήν και φιλοσοφίαν.
Εν ταις Ανατολικαίς δε χώραις του Ρωμαϊκού κράτους, ών αι
πλείσται ήσαν ελληνικαί ή εξηλληνισμέναι, αυτή η Ρωμαϊκή
κατάκτησις είχε συντελέσει εις την επί μάλλον διάδοσιν και
επικράτησιν του Ελληνισμού. Διότι η συγκέντρωσις η διοικητική η
επελθούσα διά της Ρωμαϊκής κατακτήσεως και αι μεγάλαι
στρατιωτικαί οδοί, δι' ών διηυκολύνετο η συγκοινωνία του κράτους,
ηύξανον έτι μάλλον την μεταξύ των λαών πνευματικήν συνάφειαν και
επικοινωνίαν, ήτις εγίνετο προ πάντων διά της Ελληνικής γλώσσης.
Μάλιστα δε πάντων συνετέλεσε κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας εις την έν τισι χώραις της Ανατολής μείζονα
ενίσχυσιν και παγίωσιν του Ελληνισμού η από των χρόνων των πρώτων
αυτοκρατόρων της Ρώμης αρξαμένη ισχυρά εν Ανατολή διάδοσις του
Χριστιανισμού. Διότι η γλώσσα, εν ή εδιδάσκετο η νέα θρησκεία και
εγράφοντο τα ιερά βιβλία, ήτο η Ελληνική. Και εν ταις πόλεσι της
Ανατολής, της Συρίας δηλονότι και της Μικράς Ασίας, της
Μακεδονίας και των άλλων Ελληνικών χωρών ιδρύθησαν αι πρώται και
αρχαιόταται χριστιανικαί εκκλησίαι. Ούτως ηδύνατό τις να είπη ότι
ολόκληρον τα Ανατολικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους ήτο, υπό
έποψιν ου μόνον εθνικήν, αλλά και ηθικήν και εκπολιτιστικήν,
Ελληνικόν δυνάμενον να μεταβληθή και πολιτικώς εις κράτος
Ελληνικόν ευθύς ως ήθελε λάβει πολιτικόν τι κέντρον εν εαυτώ.
Αλλά πλην της μεγάλης ηθικής δυνάμεως του Ελληνισμού, και άλλο τι
γεγονός αναγόμενον εις την εσωτερικήν ιστορίαν αυτής της Ρώμης
και του Ρωμαϊκού κράτους συνετέλεσεν εμμέσως εις την από του
κράτους τούτου γένεσιν κράτους Ελληνικού, και διηυκόλυνεν αυτήν.
Η Ρώμη, ενόσω ως πόλις και κράτος εκυβερνάτο πράγματι
δημοκρατικώς, συνεκέντρου και περιώριζεν εν εαυτή και μόνη άπασαν
την αρχήν και εξουσίαν του Ρωμαϊκού κράτους. Το κράτος
απετελείτο, κυρίως ειπείν, από μιας πόλεως, ής οι πολίται ήσαν
και οι μόνοι πολίται του όλου κράτους, οι έχοντες δικαίωμα
πολιτικόν εν αυτώ. Πάντες οι άλλοι λαοί του κόσμου οι
υποταχθέντες κατά διαφόρους χρόνους και καιρούς εις το Ρωμαϊκόν
κράτος, μέχρι τινός δε και αυτοί οι λαοί της Ιταλίας, ήσαν απλοί
υπήκοοι του κράτους της Ρώμης, ή μάλλον του λαού της Ρώμης,
συνδεόμενοι προς την κοσμοκράτειραν πόλιν διά ποικίλων τρόπων και
βαθμών υπηκοότητος• δεν ήτο δε εύκολον να γείνη τις πολίτης
Ρωμαίος, ήτοι να έχη δικαιώματα πολίτου Ρωμαίου. Αλλ' η
κατάστασις αύτη των πραγμάτων ήρξατο να μεταβάλληται κατά μικρόν
και προ της αυτοκρατορίας και μάλιστα επί της αυτοκρατορίας. Το
δικαίωμα Ρωμαίου πολίτου εδίδετο νυν ευκολώτερον εις τους
υπηκόους του κράτους και μάλιστα εις τους Έλληνας, οίτινες
απέλαυσαν της εξαιρετικής ευνοίας μεγάλων τινών αυτοκρατόρων του
Β' μ. Χ. αιώνος, Αδριανού, Αντωνίου του Ευσεβούς και Μάρκου
Αυρηλίου. Τότε δε βλέπομεν και άνδρας Έλληνας σοφούς επιφανή
κατέχοντας πολιτικά αξιώματα εν τω Ρωμαϊκώ κράτει. Τέλος δε κατά
τον 3 μ. Χ. αιώνα, επί της κυβερνήσεως του αυτοκράτορος Καρακάλλα
(211-218), εδόθη ισοπολιτεία εις πάντας τους ελευθέρους (μη
δούλους δηλονότι) κατοίκους του Ρωμαϊκού κράτους. Έκτοτε πάντες
οι λαοί του Ρωμαϊκού κράτους, ιδίως οι Έλληνες, οίτινες απετέλουν
εν τω Ανατολικώ ιδίως τμήματι του Ρωμαϊκού κράτους τον
πολυπληθέστατον και πνευματικώς υπεροχώτατον λαόν του Ρωμαϊκού
κράτους, ηδύναντο να μετέχωσι πάσης αρχής και εξουσίας εν τω
κράτει, καταλαμβάνοντες πλείστας και σπουδαιοτάτας θέσεις εν τη
δημοσία υπηρεσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αφού η Ρώμη, η
πρώην μόνη άρχουσα του παγκοσμίου κράτους πόλις, κατέστη νυν
απλώς πρωτεύουσα του κράτους, μία απλώς μετάθεσις της πρωτευούσης
από της Δύσεως εις την Ανατολήν ηδύνατο να καταστήση τους Έλληνας
κατ' ουσίαν κυρίους του κράτους και της Κυβερνήσεως, τουλάχιστον
εν τω Ανατολικώ τμήματι του κράτους. Και αι περιστάσεις δε αι
εσωτερικαί και εξωτερικαί δεν εβράδυναν να δώσωσιν αφορμήν εις
την τοιαύτην μετάθεσιν, γενομένην ακριβώς περί τας αρχάς του 4 μ.
Χ. αιώνος, επί του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου.
Γ'. Το Ρωμαϊκόν κράτος κατά τας αρχάς του 4 μ. Χ. αιώνος.
Η μεγάλη έκτασις, ήν είχε το Ρωμαϊκόν κράτος κατά τους χρόνους
καθ' ούς από του Οκταβιανού Αυγούστου η κατ' όνομα Ρωμαϊκή
δημοκρατία εγίνετο πράγματι μοναρχία στρατιωτική, κυβερνωμένη υπό
ενός άρχοντος αυτοκράτορος (imperator) καλουμένου, καθίστα λίαν
δυσχερή την διοίκησιν του κράτους από Ρώμης ως κέντρου, ιδίως
μάλιστα την διοίκησιν την στρατιωτικήν. Διότι το κράτος υπέκειτο
μεν εις κινδύνους εξωτερικούς και εν τη Δύσει, αλλά προ πάντων
εκινδύνευεν εν τη Ανατολή. Οι εν τη Δύσει κίνδυνοι προήρχοντο
μόνον από των πέραν των Άλπεων οικουσών Γερμανικών φυλών, αίτινες
μόναι εν τοις λαοίς της Δυτικής και Μέσης Ευρώπης μη υποταχθείσαι
εις τους Ρωμαίους εποιούντο διηνεκώς επιδρομάς εις την Ιταλίαν
και εις τας εκείθεν του Ρήνου Ρωμαϊκάς χώρας της Γαλατίας• και οι
Ρωμαίοι ηναγκάζοντο να διατηρώσι περί τον Ρήνον και εν τη νοτίω
Γερμανία, ιδίως εν ταις περί τον άνω Δανούβιον χώραις, πολλούς
λεγεώνας προς προφύλαξιν των ορίων του κράτους από των Γερμανικών
επιδρομών. {10} Αλλά τους μεγαλειτέρους κινδύνους των βαρβαρικών
επιδρομών υφίσταντο αι Ανατολικαί χώραι του κράτους, η Ευρωπαϊκή
Ελλάς η από του Δανουβίου μέχρι της Πελοποννήσου τότε
εκτεινομένη, και αι εν Ασία Ελληνικαί χώραι, ιδίως η Μικρά Ασία,
έτι δε και αι νήσοι του Αιγαίου Πελάγους. Αι επιδρομαί αύται
εγίνοντο από Βορρά, υπό λαών ως επί το πολύ Γερμανικής καταγωγής
και ιδίως υπό των Γότθων. Οι Γότθοι ούτοι, όντες λαός Γερμανικής
καταγωγής, κατήλθον περί τας αρχάς του 3 μ. Χ. αιώνος από των
βορειοτέρων χωρών της Ευρώπης, από της Σκανδιναυικής χερσονήσου
και από των ακτών της Βαλτικής θαλάσσης, εις τας χώρας τας μεταξύ
του κάτω Δανουβίου και του Τανάιδος (Δων) ποταμού. Εν ταις
ευρείαις ταύταις χώραις εγκαταστάντες οι Γότθοι ίδρυσαν δύο κράτη
Γοτθικά εκτεινόμενα από της Βαλτικής μέχρι του Ευξείνου Πόντου,
το μεν ανατολικώτερον μεταξύ Ταναΐδος ή Δων και του Βορυσθένους ή
Δανάπρεως, το δε δυτικώτερον μεταξύ του Βορυσθένους και του
Δανουβίου, εντεύθεν δε διηρέθησαν εις ανατολικούς Γότθους
(Ουστρογότθους) και εις δυτικούς Γότθους (Βησιγότθους). Από των
χωρών δε τούτων ορμώμενοι οι Γότθοι περί τα μέσα του 3 μ. Χ.
αιώνος ενήργουν επιδρομάς φοβεράς κατά γην και κατά θάλασσαν εις
τας προς νότον της χώρας αυτών εκτεινομένας επαρχίας του Ρωμαϊκού
κράτους. Και κατά γην μεν εισέβαλλον οι Βησιγότθοι εις τας προς
νότον του Δανουβίου εκτεινομένας Ελληνικάς χώρας την Κάτω Μοισίαν
(την νυν Βουλγαρίαν), Θράκην, Μακεδονίαν και τας έτι νοτιώτερον
κειμένας Ελληνικάς χώρας, κατά θάλασσαν δε πλέοντες διά του
Ευξείνου μετά πλήθους πειρατικών πλοίων προσέβαλλον πάσας τας
κατά τον Εύξεινον Ελληνικάς πόλεις, προχωρούντες και εις τα
ενδοτέρω της Μικράς Ασίας και φοβεράς επιφέροντες καταστροφάς εις
τους ενταύθα Ελληνικούς λαούς και μυριάδας εκ τούτων απάγοντες
αιχμαλώτους. Εισερχόμενοι δε από του Ευξείνου εις τον Βόσπορον
και την Προποντίδα και λεηλατούντες τας εκατέρωθεν ακτάς της
θαλάσσης ταύτης, έπλεον διά του Ελλησπόντου εις το Αιγαίον
Πέλαγος, τας αυτάς επιφέροντες και ενταύθα καταστροφάς εις τε τας
νήσους και εις τας κατά τας Ευρωπαϊκάς και Ασιατικάς ακτάς της
θαλάσσης ταύτης κειμένας Ελληνικάς πόλεις και εκτείνοντες τας
κατά θάλασσαν επιδρομάς ταύτας μέχρι Αιγύπτου. Ενίοτε δε οι από
θαλάσσης ούτω προσβάλλοντες τας παραλίας των εν Ευρώπη Ελληνικών
χωρών, Θράκης και Μακεδονίας, Ουστρογότθοι συνηντώντο ενταύθα
μετά των από του Δανουβίου κατά γην κατερχομένων αδελφών αυτών
Βησιγότθων, άγοντες μεθ' εαυτών μυριάδας αιχμαλώτων Ελλήνων.
Αλλ' οι βάρβαροι ούτοι Γότθοι και οι ομόφυλοι αυτοίς άλλοι
βάρβαροι Γερμανικοί λαοί δεν ήσαν οι μόνοι επιδρομείς των
Ελληνικών χωρών• αι εν Ασία Ελληνικαί χώραι υφίσταντο τας
φοβερωτέρας επιδρομάς και άλλου τινός πολεμίου, όστις ήτο το νέον
Περσικόν κράτος, το καλούμενον εκ της εν αυτώ αρχούσης βασιλικής
δυναστείας κράτος των _Σασσανιδών_.
Είναι γνωστόν ότι το μέγα εν τη αρχαία ιστορία και περίφημον
κράτος των Περσών, ούτινος ήρχον βασιλείς καλούμενοι
_Αχαιμενίδαι_, κατελύθη υπό του Μεγάλου Αλεξάνδρου περί τα 330 π.
Χ. Έκτοτε επί 80 περίπου έτη (330-250 π. Χ.) αι χώραι της Ασίας
αι αποτελούσαι τας κυρίως Περσικάς χώρας υπέκυπτον εις το κράτος
του Αλεξάνδρου και των εν τη Ασία διαδόχων αυτού. {11} Αλλ' από
των μέσων του 3 π. Χ. αιώνος (250 π. Χ.) οι αρχαίοι κάτοικοι της
χώρας, ιδίως η φυλή των Πάρθων, επαναστάντες κατά της Ελληνικής
εν Μέση Ασία κυριαρχίας έθεσαν κατά μικρόν οριστικόν τέρμα εις
αυτήν (περί τα μέσα του 2 π. Χ. αιώνος). Και το Παρθικόν
λεγόμενον κράτος ή το κράτος των Αρσακιδών (διότι ούτως εκαλούντο
οι δυνάσται του κράτους από του αρχηγέτου αυτών και ιδρυτού του
κράτους Πάρθου Αρσάκου) εκταθέν μέχρι του Τίγρητος και του
Ευφράτου περιήλθεν εις πολλούς πολέμους προς τους εν Συρία
διατηρουμένους έτι Έλληνας βασιλείς (τους Σελευκίδας), είτα δε
προς τους Ρωμαίους τους καταλαβόντας τας εν Ασία Ελληνικάς χώρας.
Οι μεταξύ Πάρθων και Ρωμαίων περί Αρμενίας και Μεσοποταμίας
πόλεμοι, αρξάμενοι ιδίως από των τελευταίων χρόνων της ελευθέρας
πολιτείας ή δημοκρατίας των Ρωμαίων, εγίνοντο συχνοί επί της
Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μέχρι του 3 μ. Χ. αιώνος. Αλλά τω 226 μ.
Χ. εναντίον των Πάρθων επανέστησαν αυτοί οι ομόφυλοι Πέρσαι, ο
λαός δηλονότι εκείνος, εξ ού κατήγοντο οι παλαιοί Αχαιμενίδαι
βασιλείς του Περσικού κράτους. Αρχηγός της επαναστάσεως ήτο ανήρ
τις Πέρσης καλούμενος Αρταξέρξης, υιός Σασσάν. Ούτος καταλύσας
την δυναστείαν των Αρσακιδών καλουμένων Πάρθων βασιλέων ίδρυσεν
ιδίαν δυναστείαν κληθείσαν (από του ονόματος του πατρός του
Αρταξέρξου Σασσάν) δυναστείαν των Σασσανιδών. Οι Σασσανίδαι
γενόμενοι κύριοι ευχερώς του Παρθικού κράτους, όπερ μετεβλήθη νυν
εις νέον Περσικόν κράτος (3), και θεωρούντες εαυτούς απογόνους
και κληρονόμους των αρχαίων βασιλέων της Περσίας (των
Αχαιμενιδών) είχον την αξίωσιν να άρξωσιν απασών των εν Ασία
χωρών, αίτινες ανήκον το πάλαι εις το Κράτος των Αχαιμενιδών. Διά
τούτο δε από του χρόνου αυτού της ιδρύσεως του κράτους αυτών
ήρξαντο μεγάλοι μεταξύ του κράτους τούτου και του Ρωμαϊκού
πόλεμοι, επαναλαμβανόμενοι συχνότατα εν τοις έπειτα χρόνοις. {12}
Ούτως αι εν τη Ανατολή χώραι του Ρωμαϊκού κράτους ήσαν
εκτεθειμέναι από του 3 μ. Χ. αιώνος συγχρόνως εις τας επιδρομάς
των από βορρά Γότθων και των απ' ανατολών Περσών. Αι σύγχρονοι
αύται επιδρομαί φοβεράς επέφερον καταστροφάς εις τας ανατολικάς
επαρχίας του Ρωμαϊκού κράτους, ενώ ταυτοχρόνως αι δυτικαί
επαρχίαι του κράτους έπασχον από των επιδρομών των πέραν των
Άλπεων και εντεύθεν του Ρήνου Γερμανικών φυλών. Η κατάστασις αύτη
επεδεινώθη σφόδρα τω 260 μ. Χ., ότε ο αυτοκράτωρ Ουαλεριανός
στρατεύσας κατά Περσών ηττήθη και ηχμαλωτίσθη. Οι Πέρσαι οι
εισβαλόντες εις τας Ασιατικάς επαρχίας του κράτους προυχώρησαν
μέχρι της καρδίας της Μικράς Ασίας απειλούντες να καταλύσωσιν
άπαν το εν Ασία κράτος των Ρωμαίων, ενώ συγχρόνως οι Γότθοι από
των βορείων παραλίων της Μικράς Ασίας, όπου έπλευσαν διά του
πειρατικού στόλου αυτών, προυχώρουν λεηλατούντες και
αιχμαλωτίζοντες εις τα ένδον της χερσονήσου ταύτης, εν τη Δύσει
δε οι Αλαμαννοί, Γερμανικός λαός ισχυρός (4), υπερβάς τας Άλπεις
εισέβαλεν εις την άνω Ιταλίαν. Εν μέσω τοιαύτης καταστάσεως
πραγμάτων ήτο αδύνατον να κυβερνηθή το όλον Ρωμαϊκόν κράτος υφ'
ενός αυτοκράτορος εδρεύοντος εν Ρώμη. Ένεκα δε τούτου εξ ανάγκης
ανεκηρύσσοντο συγχρόνως αυτοκράτορες πολλοί στρατηγοί εν πολλαίς
χώραις του κράτους, οι πλείονες τούτων μετά ειλικρινούς σκοπού να
σώσωσι τας υπ' αυτούς χώρας από των βαρβάρων. Εκ των πολλών
αυτοκρατόρων (19 τον αριθμόν εν όλω) των ανακηρυχθέντων μετά την
του Ουαλεριανού αιχμαλωσίαν, οι πλείστοι εξέλιπον ευθύς μετά την
απόκρουσιν των βαρβάρων, οι δε μείναντες ολίγοι, εν οίς
ονομαστοτάτη υπήρξεν η εν Ανατολή, εν Συρία, άρξασα περίφημος
βασίλισσα Ζηνοβία, κατελύθησαν πάντες υπό του αυτοκράτορος
Αυρηλιανού (269-275 μ. Χ.) του αποκαταστήσαντος αύθις επί μικρόν
την ενότητα του Ρωμαϊκού κράτους.
Αλλ' η καθόλου ανάγκη ιδρύσεως ιδιαιτέρων κεντρικών κυβερνήσεων
εν πολλαίς χώραις του Ρωμαϊκού κράτους, ιδίως εν τη Ελληνική
Ανατολή, καθίστατο υπό των πραγμάτων αυτών τοσούτο μεγάλη και
ισχυρά, ώστε ο ουχί πολύ μετά τον Αυρηλιανόν καταλαβών την
αυτοκρατορικήν αρχήν Διοκλητιανός (284 μ. Χ.) ενόμισεν ότι προς
το συμφέρον αυτού του κράτους, αντί μιας μόνης αυτοκρατορικής
αρχής, έδει να δημιουργηθώσι τέσσαρες, και αντί ενός αυτοκράτορος
να κυβερνώσι το κράτος τέσσαρες αυτοκράτορες, ών οι μεν δύο ως
πρώτοι κατά την τιμήν να καλώνται _Αύγουστοι_, οι δε δύο
δευτερεύοντες κατά την τιμήν να καλώνται _Καίσαρες_. Των τεσσάρων
τούτων αυτοκρατόρων, είς μεν Αύγουστος και είς Καίσαρ ανέλαβον
την κυβέρνησιν του δυτικού τμήματος έχοντες, εννοείται, διαφόρους
έδρας κυβερνήσεων, είς δε Αύγουστος και είς Καίσαρ ανέλαβον την
Κυβέρνησιν του Ανατολικού τμήματος. Και Αύγουστος μεν εν Ανατολή
ήτο αυτός ο Διοκλητιανός έχων την υψίστην επίβλεψιν επί την όλην
κυβέρνησιν του κράτους και εκπροσωπών την εν τετράδι αυτοκρατόρων
ενότητα της αυτοκρατορικής εξουσίας και του κράτους• Καίσαρα δε
υφ' εαυτόν είχε τον Γαλέριον (και Γαλέριον Μαξιμιανόν
καλούμενον). Και ο μεν Διοκλητιανός έστησε την έδραν αυτού εν
Μικρά Ασία (εν τη Ελληνική πόλει Νικομηδεία της Βιθυνίας) άρχων
εντεύθεν άπαντος του ανατολικού τμήματος του κράτους, ήτοι απασών
των εν Ασία Ρωμαϊκών χωρών και της Αιγύπτου και της Ελληνικής
χερσονήσου, πλην της Θράκης και των παραδανουβίων χωρών, ο δε
Γαλέριος εγένετο (τω 293 μ. Χ.) κυβερνήτης της Θράκης και των
παραδανουβίων χωρών. Αύγουστος δε εν τη Δύσει εγένετο διορισθείς
υπ' αυτού του Διοκλητιανού (286 μ. Χ.) ο παλαιός συναγωνιστής
αυτού εν πολέμω Ουαλεριανός Μαξιμιανός κυβερνών την Ιταλίαν, την
Αφρικήν (τας Βερβερικάς χώρας πλην της Μαυριτανίας ήτοι του νυν
Μαρόκκου), {14} έχων δε υφ' εαυτόν ως καίσαρα (από του 293 μ. Χ.)
τον Κωνστάντιον τον Χλωρόν άρχοντα της Βρεττανίας, Γαλατίας,
Ιβηρίας και της εν Αφρική Μαυριτανίας. Ώστε επί του Διοκλητιανού
ήδη η Ελληνική Ανατολή κατέστη ίδιον κράτος Ρωμαϊκόν έχον
πρωτεύουσαν πόλιν ελληνικήν. Αλλά το σύστημα των τεσσάρων
αυτοκρατοριών δεν διήρκεσε πολύ. Μετά την εκουσίαν ένεκα νόσου
από της εξουσίας αποχώρησιν του Διοκλητιανού (305 μ. Χ.), ού το
παράδειγμα ηκολούθησε και ο Μαξιμιανός, την τιμήν και την
προσωνυμίαν του αυγούστου έλαβον εν μεν τη Ανατολή ο Γαλέριος, εν
δε τη Δύσει ο Κωνστάντιος ο Χλωρός• καίσαρες δε εγένοντο εν
Ανατολή μεν ο Μαξιμίνος λαβών την ιδιαιτέραν κυβέρνησιν της
Συρίας και της Αιγύπτου υπό τον Γαλέριον, εν τη Δύσει δε ο
Σεβήρος, λαβών την ιδιαιτέραν κυβέρνησιν της Ιταλίας και της
Αφρικής (πλην της Μαυριτανίας, εννοείται). Αλλά το επόμενον έτος
(306 μ. Χ.) αποθανόντος του Κωνσταντίου του Χλωρού εν Βρεττανία ο
ενταύθα στρατός ανηγόρευσεν ως Καίσαρα τον υιόν του Κωνσταντίου
Κωνσταντίνον. Τότε δε πρώτον ο Κωνσταντίνος εγένετο αυτοκράτωρ
τέταρτος την τάξιν.
Δ'. Ο Κωνσταντίνος και οι συνάρχοντες αυτού.
Αλλά τότε οι Ρωμαίοι, οι πολίται δηλονότι της Ρώμης (η Σύγκλητος
και ο Δήμος), βλέποντες ότι η κοσμοκράτειρα πόλις παρημελείτο
εντελώς υπό των νέων αυτοκρατόρων, εκήρυξαν αυτοκράτορα αύγουστον
τον εν Ρώμη ευρισκόμενον υιόν του παραιτηθέντος αυγούστου
Μαξιμιανού, ούτος δε παρέλαβεν ως συνάρχοντα αυτού τον
Μαξιμιανόν, αναλαμβάνοντα αύθις την προ μικρού παραιτηθείσαν
αυτοκρατορικήν αρχήν. Ούτω δε ο αριθμός των αυτοκρατόρων ηυξήθη
εις έξ. Αλλά νυν ο Καίσαρ Σεβήρος, εις όν ανήκεν η αρχή της
Ιταλίας, επερχόμενος κατά του Μαξεντίνου ως σφετεριστού της αρχής
εγκατελείφθη υπό των ιδίων αυτού στασιασάντων κατ' αυτού
στρατιωτών και επολιορκήθη εν Ραβέννη υπό του πατρός και
συνάρχοντος του Μαξεντίου Μαξιμιανού• και παρεδόθη μεν εις τούτον
επί υποσχέσει της διασώσεως της ζωής αυτού, αλλά κατόπιν εφονεύθη
κατά διαταγήν του Μαξιμιανού. Τότε αυτός ο Γαλέριος ήλθεν εις την
Ιταλίαν ίνα τιμωρήση τους σφετεριστάς αυτοκράτορας, αλλά
ηναγκάσθη να επιστρέψη άπρακτος εις την Ανατολήν, διότι οι
στρατιώται αυτού δυσαρεστημένοι διά την άκραν αυτού αυστηρότητα
ηυτομόλουν προς τον Μαξιμιανόν. Εν τω μεταξύ ο Μαξιμιανός μετέβη
εις την Γαλατίαν, ένθα ευρίσκετο ο Κωνσταντίνος, ίνα συμμαχήση
μετ' αυτού εναντίον του Γαλερίου• {15} και ίνα κατορθώση την
συμμαχίαν ταύτην, έδωκε την θυγατέρα αυτού Φαύσταν εις γάμον προς
τον Κωνσταντίνον, έδωκε δε εις τούτον, θεωρών εαυτόν νυν πρώτον
αύγουστον, την προσωνυμίαν του αυγούστου. Αλλ' ο Κωνσταντίνος
μεθ' όλα ταύτα δεν εθεώρησε φρόνιμον να περιπλακή εις πόλεμον
προς τον Γαλέριον. Ο Μαξιμιανός αποτυχών ούτως εν ταις προς τον
Κωνσταντίνον περί συμμαχίας ενεργείαις, ήλθεν εις ρήξιν και προς
τον ίδιον υιόν Μαξέντιον, όστις ήθελε να άρχη μόνος• αποτυχούσης
δε αύθις και της νέας αυτού προς τον Κωνσταντίνον προτάσεως
απεφάσισε να συμμαχήση μετά του Γαλερίου. Αλλ' ότε ο Μαξιμιανός
αφίκετο πλησίον του Γαλερίου, εύρε παρ' αυτώ εν Παννονία (τη νυν
Ουγγαρία) και τον παρητημένον την εξουσίαν αυτοκράτορα
Διοκλητιανόν, ενώπιον δε των τριών αυτοκρατόρων Γαλερίου,
Μαξιμιανού και του πρώην αυτοκράτορος Διοκλητιανού ανηγορεύθη
αύγουστος νυν, ενεργεία του Γαλερίου, ο παλαιός τούτου φίλος και
συναγωνιστής Λικίνιος (307). Ο δε Μαξιμιανός αποτυχών και εν τοις
προς τον Γαλέριον περί συμμαχίας διαβήμασιν αυτού, απαυδήσας
παρητήθη αύθις την αρχήν και μετέβη ως ιδιώτης εις την Γαλατίαν
προς τον γαμβρόν αυτού Κωνσταντίνον, όστις ανέθηκε νυν αυτώ
στρατιωτικάς και πολιτικάς υπηρεσίας. Αλλ' ο υπό γήρατος νυν
απημβλυμμένος τον νουν Μαξιμιανός εβουλήθη αύθις να επωφεληθή την
παρά τω Κωνσταντίνω θέσιν αυτού ίνα εκβάλη αυτόν της αρχής. Αλλ'
εν τη άφρονι ταύτη επιχειρήσει αυτού ταχέως καταβληθείς υπό του
Κωνσταντίνου ηχμαλωτίσθη (308). Ότε δε μετά δύο έτη (310) προέβη
και εις απόπειραν φόνου εναντίον του Κωνσταντίνου, εφονεύθη υπό
τούτου. Ούτω δε εκ των έξ αυτοκρατόρων, οίτινες μετά την πτώσιν
και τον θάνατον του Σεβήρου είχον μείνει πέντε, είτα δε μετά την
ανάρρησιν του Λικινίου εγένοντο πάλιν έξ, εξέλιπεν είς• αλλ' εν
τω μεταξύ και άλλος σφετεριστής αυτοκράτωρ είχεν ανακηρυχθή εν
Αφρική, ο Αλέξανδρος (308). Αλλά και ούτος, αφού ήρξεν επί τρία
έτη, ηττήθη και εφονεύθη (311), έν έτος μετά τον φόνον του
Μαξιμιανού, υπό του εναντίον αυτού πεμφθέντος στρατού του
Μαξεντίου. Κατά τον αυτόν δε περίπου χρόνον απέθανε κατ'
ακολουθίαν του ακολάστου αυτού βίου και ο αύγουστος Γαλέριος.
Ούτω δε κατά το 312 ο αριθμός των αυτοκρατόρων περιωρίσθη πάλιν
εις τέσσαρας, ών οι τρεις (Κωνσταντίνος, Μαξέντιος, Λικίνιος)
ήσαν αύγουστοι, είς δε μόνος (ο Μαξιμίνος) καίσαρ. Αλλά μετά της
επανόδου της των αυτοκρατόρων τετράδος δεν ήτο δυνατόν να
επανέλθη και ειρήνη ομοία προς την μεταξύ των πρώτων τεσσάρων
αυτοκρατόρων (Διοκλητιανού, Μαξιμιανού, Γαλερίου και Κωνσταντίου
του Χλωρού) επικρατήσασαν. Αι διαστάσεις και οι εμφύλιοι πόλεμοι
εξηκολούθησαν, και κατ' ακολουθίαν τούτων η τετράς τω επομένω
έτει (312) διά της υπό του Κωνσταντίνου καταστροφής του Μαξεντίου
εγένετο τριάς, τω δε 313 διά της υπό Λικινίου καταστροφής του
Μαξιμίνου περιωρίσθη εις την δυάδα Κωνσταντίνου και Λικινίου, εξ
ής προήλθεν η μοναρχία του Κωνσταντίνου (323), του αναδειχθέντος
τότε και επικληθέντος έπειτα Μεγάλου. Διά τούτο και από του έτους
312 το σπουδαιότατον πρόσωπον εν τη ιστορία, ήν αφηγούμεθα, είνε
το του Κωνσταντίνου, και περί τούτου ανάγκη να είπωμεν τινα
ιδιαιτέρως πριν αφηγηθώμεν τον προς τον Μαξέντιον πόλεμον αυτού,
αφ' ού γεγονότος σύμπασα η ιστορία του κόσμου σπουδαιοτάτην
λαμβάνει τροπήν και νέαν πορείαν.
Ε'. Κωνσταντίνος ο Μέγας μέχρι του προς τον Μαξέντιον πολέμου
(274-312 μ. Χ.).
Ο Κωνσταντίνος (Γάιος, Φλάβιος, Ουαλέριος, Αυρήλιος,
Κωνσταντίνος) εγεννήθη τω 274 μ. Χ. (24 Φεβρουαρίου) εν Ναϊσσώ
της Άνω Μοισίας (τη σήμερον Νις καλουμένη πόλει@ της Σερβίας). Ο
πατήρ αυτού ήτο ο γνωστός ημίν Κωνστάντιος ο Χλωρός ο τω 293 μ.
Χ. διορισθείς υπό του Διοκλητιανού Καίσαρ εν τη Δύσει (ίδε σελ.
14), η δε μήτηρ αυτού Ελένη, γυνή ουχί επιφανούς γένους (5),
κατήγετο από Νικομηδείας της Βιθυνίας και ήτο χριστιανή. Ο
Κωνσταντίνος ανατραφείς και παιδευθείς εν τω στρατώ και τη
πολεμική υπηρεσία, νεαρός έτι ων διεκρίθη ως γενναίος ιδίως εν
τοις κατά των Περσών πολέμοις του Γαλερίου (293-298 μ. Χ.)
τεταγμένος εν τω στρατώ τούτου. Ότε δε τω 305 παραιτηθέντων την
αρχήν αμφοτέρων των αυγούστων, Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, ο
Γαλέριος εγένετο πρώτος αύγουστος, ο Κωνσταντίνος μη θεωρών την
θέσιν αυτού ασφαλή εν τω στρατώ του Γαλερίου κατέφυγε προς τον εν
Βρεττανία πατέρα αυτού Κωνστάντιον, αποθανόντος δε τούτου το
επόμενον έτος ο στρατός ανηγόρευσε (25 Ιουλίου 306) τον
Κωνσταντίνον, καθά είδομεν, αυτοκράτορα καίσαρα εν Εβοράκω της
Βρεττανίας (τη νυν Υόρκη). Ο Γαλέριος ηναγκάσθη να εγκρίνη το
τετελεσμένον γεγονός και να αναγνωρίση τον Κωνσταντίνον ως
δεύτερον καίσαρα (ίδε σελ. 14). Ούτω λαβών ο Κωνσταντίνος την
κυβέρνησιν της Βρεττανίας, Γαλατίας, Ιβηρίας και Μαυριτανίας
γενναίως υπερήσπισε την Βρεττανίαν και την Γαλατίαν εναντίον των
επιδρομών των παρά τον Ρήνον βαρβάρων Γερμανικών λαών και ιδίως
εναντίον του Γερμανικού έθνους των Φράγκων. Είδομεν δε οποία
υπήρξεν η πολιτεία του Κωνσταντίνου, ότε τα μετά το 306 γεγονότα
ηνέωξαν αυτώ ευρύτερον στάδιον ενεργείας.
Εν τη πολυαρχία των τότε το Ρωμαϊκόν κράτος κυβερνώντων
αυτοκρατόρων ο μόνος όστις εξ αρχής έδειξεν αρετάς αληθούς
ηγεμόνος ήτο ο Κωνσταντίνος. Μόνος αυτός εφρόντιζε περί της
ευνομίας, της εσωτερικής τάξεως και πατρικής διοικήσεως του
κράτους αυτού, ενώ των άλλων μόνη φροντίς και μέλημα ήτο στρατός,
πόλεμος και στρατιωτική αυθαιρεσία. Προς τούτοις, ενώ εν τοις
κράτεσι των άλλων αυτοκρατόρων διήρκει έτι ο από του 303 υπό του
Διοκλητιανού κηρυχθείς και διαταχθείς και υπό των συναρχόντων
αυτού μετ' αμειλίκτου αυστηρότητος εκτελούμενος κατά των
Χριστιανών δεινότατος διωγμός, ο Κωνσταντίνος όπως πρότερον ο
πατήρ αυτού Κωνστάντιος (όστις κατ' επιφάνειαν μόνον χάριν του
Διοκλητιανού κατεδίωκε τους Χριστιανούς), προσεφέρετο μετ'
ευμενείας προς τους Χριστιανούς. Καίπερ δε ων έτι κατά τους
χρόνους τούτους εθνικός το θρήσκευμα, είχε περί εαυτόν εν τη ιδία
αυτού οικογενεία πρόσωπα αφωσιωμένα εις την χριστιανικήν πίστιν.
Τοιαύτα πρόσωπα ήσαν η γυνή αυτού Φαύστα (θυγάτηρ του Μαξιμιανού,
ίδε σελ. 15), η ταύτης μήτηρ Ευτροπία, προ πάντων δε η του
Κωνσταντίνου μήτηρ Ελένη, η τοσούτον ονομαστή εν τη ιστορία της
Χριστιανικής Εκκλησίας διά τον υπέρ της χριστιανικής πίστεως
ζήλον αυτής. Ένεκα της τοιαύτης προς τους Χριστιανούς ευμενείας
του Κωνσταντίνου μεγάλως είχεν αυξηθή ο αριθμός των εν τω κράτει
αυτού Χριστιανών, οίτινες ήσαν πάντες αφωσιωμένοι εις τον
αυτοκράτορα αυτών και ενίσχυον ηθικώς λίαν την τούτου αρχήν.
Επειδή δε και εκτός του κράτους του Κωνσταντίνου πανταχού οι
Χριστιανοί, μεθ' όλους τους φοβερούς κατ' αυτών διωγμούς,
απετέλουν σπουδαίον πλήθος και δύναμιν εν τω Ρωμαϊκώ κράτει, και
εν τω στρατώ και εν ταις πόλεσιν, η προς τους Χριστιανούς
πολιτεία του Κωνσταντίνου εδημιούργει αυτώ δύναμιν ηθικήν
πανταχού του Ρωμαϊκού κράτους. Ότι δε η δύναμις ταύτη δεν ήτο
ευκαταφρόνητος, απέδειξαν τούτο τρανώς αυτοί οι νυν σφοδρότατοι
πολέμιοι του Χριστιανισμού αυτοκράτορες (6). Τούτων ο μεν
Διοκλητιανός παρητήθη την αρχήν τω 305 μ. Χ., καταληφθείς υπό
νόσου και ηθικής ανίας και θλίψεως επί τη εγερθείση υπ' αυτού
αιματηρά θυέλλη. Και ο Γαλέριος δε, ο πρωτουργός των διωγμών,
μικρόν προ του θανάτου αυτού είχεν εκδώσει διάταγμα εν ονόματι
εαυτού και των συναρχόντων αυτοκρατόρων παύον τους κατά
Χριστιανών διωγμούς. Και ο Μαξέντιος δε είχεν απαγορεύσει εν Ρώμη
τον διωγμόν τούτον. Αλλ' οι Χριστιανοί πανταχού του κράτους ως
μόνον προστάτην αυτών έβλεπον τον Κωνσταντίνον, και τούτο
απετέλει την μεγάλην ηθικήν δύναμιν του αυτοκράτορος τούτου. Ο
Κωνσταντίνος εξ άλλου είχε νοήσει ότι ο Χριστιανισμός ου μόνον
ήτο αδύνατον να καταργηθή διά διωγμών, αλλ' ότι απετέλει την
υγιεστάτην ηθικήν δύναμιν εν τω κράτει και εφρόνει ότι επί τούτου
μόνον ηδύνατο να στηρίξη την αρχήν αυτού. Εξ ενός λοιπόν η πίστις
η εμφυτευθείσα εις την ψυχήν αυτού υπό της μητρός και των άλλων
οικείων, εξ άλλου δε αυτή η υγιής ηθική και πολιτική φρόνησις
υπηγόρευον εις αυτόν την προστασίαν των Χριστιανών. Ακριβώς δε το
έτος εκείνο (312 μ. Χ.), καθ' ό ο αριθμός των αυτοκρατόρων
περιωρίσθη εις τέσσαρας, εδόθη αφορμή ίνα ο Κωνσταντίνος δείξη
φανεράν πλέον και επίσημον την προς τους Χριστιανούς εύνοιαν και
την προς την Χριστιανικήν πίστιν αφοσίωσιν αυτού. Η αφορμή αύτη
εδόθη εν τω κατά του Μαξεντίου πολέμου του Κωνσταντίνου τω
γενομένω τω 312.
Στ'. Ο κατά Μαξεντίου πόλεμος του Κωνσταντίνου. Όλεθρος του
Μαξιμίνου. Διαίρεσις του κράτους μεταξύ Κωνσταντίνου και
Λικινίου.
Ο Μαξέντιος μετά την ευχερή κατά του Αλεξάνδρου της Αφρικής νίκην
αυτού (σ. 15), ενόμισεν, εν τη επί τη νίκη υπερμέτρω επάρσει
αυτού και οιήσει, ότι ηδύνατο να καταστή κύριος σύμπαντος του
Ρωμαϊκού κράτους, τουλάχιστον της Δύσεως, καταβάλλων και τον
Κωνσταντίνον, είτα δε και τους άλλους έτι μένοντας αυτοκράτορας,
και διά τούτο παρεσκευάζετο να επέλθη κατά του Κωνσταντίνου. Αλλ'
ο Κωνσταντίνος επήλθε νυν ραγδαίος εναντίον του πολεμίου και
υπερβάς τας Άλπεις προήλασε ταχέως προς την Ρώμην. Ο Μαξέντιος,
όστις εν τη άφρονι υπεροψία αυτού ουδεμίαν είχεν ενεργήσει
σπουδαίαν πολεμικήν παρασκευήν, νυν διέπραξε και την μεγάλην
αφροσύνην να μη αναμείνη τον Κωνσταντίνον εν τη Ρώμη, ής η
πολιορκία ηδύνατο να παράσχη ικανάς δυσχερείας εις τούτον, αλλ'
αντεπεξήλθε μετά του στρατού αυτού, ίνα έξωθι της πόλεως
συγκροτήση μάχην εκ του συστάδην προς τον αντίπαλον. Αλλ' εν τη
μάχη ταύτη, τη συγκροτηθείση πλησίον του Τιβέρεως ποταμού παρά
την Μιλβίαν γέφυραν (27 Οκτωβρίου 312 μ. Χ.), ηττήθη κατά κράτος
και εφονεύθη κατά την φυγήν. Ούτω δε ο Κωνσταντίνος εγένετο
κύριος της Ρώμης και της Ιταλίας και απάσης της Δύσεως.
Η νίκη του Κωνσταντίνου προήλθε προ πάντων εκ του ενθουσιασμού,
μεθ' ού εμάχοντο οι εν τω στρατώ αυτού πολυπληθείς Χριστιανοί,
οίτινες νυν πρώτον κατά την στρατείαν ταύτην έβλεπον
προπορευομένην του στρατού την σημαίαν (το λάβαρον) την φέρουσαν
την εικόνα του σταυρού. Η αιτία, δι' ήν ο Κωνσταντίνος ύψωσε νυν
εν τω στρατώ αυτού το σημείον του Σταυρού ως σημαίαν αυτού,
ιστορείται ως εξής κατά την ιδίαν του Κωνσταντίνου ομολογίαν.
Κατά την στρατείαν ταύτην εσπέραν τινα περί την δύσιν του ηλίου,
είδε το σημείον του Σταυρού περίλαμπρον εν τω ουρανώ υπό τον
ήλιον διά των τούτου ακτίνων εικαζόμενον και επιγραφήν επί τούτου
λέγουσαν: «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα». {20} Τότε δε ο αυτοκράτωρ
λαμπρυνθείς εσωτερικώς την ψυχήν έτι μάλλον υπό του ηθικού φωτός
του Χριστιανισμού και τελείως πεισθείς περί της αληθείας της
Χριστιανικής πίστεως, κατέστησε τον Σταυρόν σύμβολον της
πολεμικής αυτού σημαίας• διέταξε δε ίνα και επί των ασπίδων των
στρατιωτών χαραχθώσι τα γράμματα I. Χ. Σ. (Ιησούς Χριστός Σωτήρ).
Αληθώς δε επελθών νυν μετά της νέας σημαίας εναντίον του
Μαξεντίου, κατενίκησεν αυτόν και κατέστη αναμφισβήτητος κύριος
άπαντος του δυτικού τμήματος του Ρωμαϊκού κράτους. Από Ρώμης, εις
ήν μετά την κατά Μαξεντίου νίκην εισήλθε θριαμβευτικώς, μετέβη ο
Κωνσταντίνος εις Μεδιόλανον, ένθα ήλθεν εις συνέντευξιν αυτού ο
της Ανατολής αύγουστος Λικίνιος. Ενταύθα ο Κωνσταντίνος συνήψε
συγγένειαν προς τον Λικίνιον, δους αυτώ εις γάμον την αδελφήν
αυτού Κωνσταντίαν. Συνεφώνησαν δε τότε οι δύο αυτοκράτορες ίνα
αμφότεροι εις τα κράτη αυτών παράσχωσι τελείαν ελευθερίαν
θρησκευτικήν εις τους οπαδούς αμφοτέρων των θρησκειών, και
συμφώνως προς την συμφωνίαν ταύτην εξεδόθη το διάταγμα του
Μεδιολάνου (Edictum Mediolani) του έτους 313 μ. Χ., το αναιρούν
το διάταγμα της Νικομηδείας του 303 μ. Χ. (ίδ. σημ. 6). Από
Μεδιολάνου ο Κωνσταντίνος επέστρεψεν επί μικρόν εις την Γαλατίαν
ίνα εκδιώξη της χώρας ταύτης Γερμανικά τινα έθνη εισβαλόντα εις
αυτήν.
Πριν ή δε ο Κωνσταντίνος επανέλθη εκ της Γαλατίας εις την
Ιταλίαν, επήλθον γεγονότα εν Ανατολή, άτινα και ενταύθα πάσαν την
αρχήν μετεβίβασαν εις τας χείρας του Λικινίου. Ο καίσαρ
Μαξιμίνος, ο είς των τριών υπολειφθέντων αυτοκρατόρων, κατά την
εν τη Δύσει απουσίαν του Λικινίου επήλθε κατά του κράτους αυτού
από της Συρίας, ίνα αφαιρέση απ' αυτού τας χώρας, ών ήρχε, και
καταστή αυτός μόνος κύριος της Ανατολής. Είχε δε καταλάβει ήδη
τας πόλεις Βυζάντιον και Ηράκλειαν την παρά την Προποντίδα (την
παλαιάν Πέρινθον), ότε ο Λικίνιος ενίκησεν αυτόν ολοσχερώς εν
μάχη τινί παρά την Αδριανούπολιν (313) Ο Μαξιμίνος τραπείς εις
φυγήν, ίνα μη αιχμαλωτισθή έλαβε δηλητήριον και απέθανε κατ'
ακολουθίαν τούτου εν μέσω φρικτών βασάνων. Τότε δε ο Λικίνιος
έμεινε μόνος κύριος εν τη Ανατολή, όπως ο Κωνσταντίνος εν τη
Δύσει. Αλλά και μεταξύ των ούτω δύο μόνον υπολειφθέντων
αυτοκρατόρων εξερράγη μετ' ολίγον νέος πόλεμος, καθ' όν ήτο πάλιν
νικητής ο Κωνσταντίνος (314 μ. Χ.). Διά της νίκης δε ταύτης, μεθ'
ήν ο Λικίνιος ηναγκάσθη να συνομολογήση ειρήνην, αφήρεσεν ο
Κωνσταντίνος από του αντιπάλου την Παννονίαν (την νυν Ουγγαρίαν),
την Δαλματίαν, Δακίαν (Μολδοβλαχίαν), Μακεδονίαν και Ελλάδα. Ώστε
του Λικινίου η αρχή περιωρίσθη νυν μόνον εις τας Ασιατικάς χώρας
και εν Ευρώπη εις την Θράκην και την κάτω Μοισίαν. Αλλά και η νέα
ειρήνη διήρκεσεν ολίγον μόνον χρόνον. Επειδή ο Λικίνιος, εναντίον
των εν Μεδιολάνω συμφωνηθέντων, κατεδίωκεν εν τω κράτει αυτού την
Χριστιανικήν θρησκείαν, ο Κωνσταντίνος εκήρυξε κατ' αυτού αύθις
τον πόλεμον (323 μ. Χ.) και ενίκησεν αυτόν δις κατά ξηράν (εν
Αδριανουπόλει και εν Χρυσουπόλει) και κατά θάλασσαν καταστρέψας
τον στόλον αυτού εν Ελλησπόντω (εν τη ναυμαχία ταύτη διεκρίθη ο
από Μαμερτίνης γενναίος υιός του Κωνσταντίνου Κρίσπος). Ο
Λικίνιος ηναγκάσθη να παραδοθή εν Νικομηδεία εις τον νικητήν,
όστις, καθαιρέσας νυν αυτόν από της αυτοκρατορικής αρχής,
εχαρίσατο αυτώ την ζωήν• αλλ' είτα ο Λικίνιος φωραθείς ως
επιβουλεύων τω Κωνσταντίνω εφονεύθη κατά διαταγήν αυτού (324 μ.
Χ.). Ο Κωνσταντίνος έμεινε νυν μόνος κύριος του Κράτους.
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
ΑΡΧΑΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
1. Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας ως μόνος άρχων του Ρωμαϊκού Κράτους
(323-337μ. Χ.).
Αφού ο Κωνσταντίνος εγένετο μόνος κύριος του Ρωμαϊκού κράτους
εξετέλεσε το προ πολλού υπό των πραγμάτων και των περιστάσεων
παρασκευασθέν και αναγκαίον κατασταθέν έργον της μεταθέσεως του
κέντρου του Ρωμαϊκού κράτους από της Δύσεως εις την Ανατολήν. Ως
είδομεν, ο Διοκλητιανός ήδη είχε στήσει την έδραν αυτού εν
Ανατολή, εν Νικομηδεία, ένεκα λόγων στρατιωτικών και πολιτικών.
Εις δε την απόφασιν του Κωνσταντίνου συνετέλεσαν, πλην των
στρατιωτικών και πολιτικών λόγων, και εσωτερικοί λόγοι ηθικοί. Ο
Κωνσταντίνος πεπεισμένος εν τη καρδία αυτού περί της αληθείας της
χριστιανικής πίστεως, έχων δε πεποίθησιν, ότι πάσαι αι νίκαι και
επιτυχίαι, άς ήρατο μέχρι νυν εναντίον των αντιπάλων και δι' ών
κατέστη μόνος του σύμπαντος Ρωμαϊκού κράτους άρχων, ήσαν
αποτελέσματα της προς τον Iησούν Χριστόν πίστεως, εξεδήλου
διηνεκώς επί μάλλον την προς την νέαν θρησκείαν αφοσίωσιν αυτού.
Μετά το μνημονευθέν διάταγμα του Μεδιολάνου το εκδοθέν τω 313 μ.
Χ., δι' ού η χριστιανική θρησκεία απέλαυεν εν τω Ρωμαϊκώ κράτει
τελείας ισότητος δικαιωμάτων προς την αρχαίαν των Ρωμαίων εθνικήν
θρησκείαν, εξέδωκεν από του 315 μέχρι 323 μ. Χ. νέους νόμους, δι'
ών ο Χριστιανισμός καθίστατο κατά μικρόν θρησκεία του κράτους,
μειζόνων απολαύων νυν τιμών και προνομιών ή η παλαιά θρησκεία.
Τέλος δε, αφού τω 323 εγένετο μόνος άρχων του κράτους, εξέδωκε
νόμους, εν οίς αποκαλύπτεται και ομολογείται η τελεία προς την
χριστιανικήν θρησκείαν πίστις και αφοσίωσις αυτού. Εν τοις νόμοις
τούτοις ο Κωνσταντίνος ομολογεί διά θερμών εκφράσεων την προς τον
Θεόν των Χριστιανών πίστιν αυτού, θεωρών αυτόν ως δοτήρα των
νικών αυτού και πιστεύων ότι ο Θεός εξελέξατο αυτόν ίνα σώση το
Ρωμαϊκόν κράτος από των εσωτερικών ταραχών και πολέμων και των
κατά των Χριστιανών διωγμών («ταις σαις γαρ υφηγήσεσιν
ενεστησάμην σωτηριώδη πράγματα και διήνυσα• την σην σφραγίδα
πανταχού προβαλλόμενος καλλινίκου ηγησάμην στρατού»). Προς
τούτοις εν τοις νόμοις τούτοις ο Κωνσταντίνος καλεί τους
Χριστιανούς «πιστεύοντας», τους δε μη Χριστιανούς «πλανωμένους»,
αποκαλεί δε τους Χριστιανούς και Ανατολικούς, διότι εν Ανατολή
ήσαν οι πλείστοι των Χριστιανών. Και υπέρ των Ανατολικών τούτων,
ως συντριβέντων υπό των συμφορών, επικαλείται ιδιαιτέρως την
χάριν του Θεού (7).
Η τοιαύτη λοιπόν προς την χριστιανικήν πίστιν αφοσίωσις και προς
τους Χριστιανούς της Ανατολής ιδιαιτέρα αγάπη του Κωνσταντίνου
υπήρξεν εν μέρει αιτία ίνα ούτος μεταβιβάση την έδραν του κράτους
εις την Ανατολήν. Διότι υπήρχον μεν και εν Ρώμη Χριστιανοί, αλλ'
η πόλις αύτη ήτο συνδεδεμένη έτι στενώτατα τυπικώς μετά των
αρχαίων πολιτειακών αυτής θεσμών, οίτινες πάλιν ήσαν συνδεδεμένοι
μετά των θεσμών της αρχαίας των Ρωμαίων εθνικής θρησκείας.
Τουναντίον δε η Ελληνική Ανατολή, ένθα επί των προηγουμένων
αυτοκρατόρων εγένοντο οι δεινότατοι διωγμοί, αυξήσαντες μάλλον ή
ελαττώσαντες την ηθικήν δύναμιν της νέας πίστεως, ήτο ισχυρώς
χριστιανική.
Ταύτα πάντα έπεισαν τον Κωνσταντίνον ίνα κτίση εν τη Ελληνική
Ανατολή νέαν διαρκή πρωτεύουσαν του Ρωμαϊκού κράτους, προς τούτο
δε εξελέξατο αυτήν την περί τον Θρακικόν Βόσπορον και τον
Κεράτιον Κόλπον κειμένην αρχαίαν Ελληνικήν πόλιν Βυζάντιον (329).
Της πόλεως ταύτης ευρύνας ο Κωνσταντίνος την περιφέρειαν και τα
τείχη και περιλαβών εντός αυτής λόφους πέντε (εις τούτους
προσετέθησαν έπειτα άλλοι δύο λόφοι, και εντεύθεν η νέα πόλις
εκτισμένη επί 7 λόφων, ως η Ρώμη, εκλήθη Επτάλοφος) κατέστησεν
αυτήν όλως νέαν και μεγάλην πόλιν και μεγαλοπρεπώς ετέλεσε τα
εγκαίνια αυτής (τα γενέθλια της πόλεως) τη 11 Μαΐου 330 μ. Χ.
Η νέα αύτη πόλις, ής οι κάτοικοι, εκτός των ολίγων εκ Ρώμης νυν
εις αυτήν μετοικησάντων αριστοκρατικών οίκων, ήσαν Έλληνες,
ωνομάσθη βραδύτερον Κωνσταντινούπολις και Νέα _Ρώμη_, ως νέα
πρωτεύουσα του Κράτους.
Προ της κτίσεως δ' έτι της Κωνσταντινουπόλεως ο Κωνσταντίνος
απέδειξε και κατ' άλλον τρόπον το προς την Χριστιανικήν Εκκλησίαν
μέγα διαφέρον και την προς τους Χριστιανούς Έλληνας στοργήν και
αγάπην αυτού. Την Εκκλησίαν την Χριστιανικήν ετάραττε τότε, ιδίως
εν Ανατολή, _αίρεσίς τις_ ήτοι _καινοτομία δογματική_, διδασκαλία
τις δηλονότι νέα αντικειμένη προς τα μέχρι νυν παραδεδομένα
δόγματα της Εκκλησίας, _αίρεσις_ καλουμένη Αρειανή από του
ονόματος του αιρεσιάρχου Αρείου πρεσβυτέρου της των Αλεξανδρέων
Εκκλησίας (8). Ο Κωνσταντίνος δε, ίνα καταπαύση την ταραχήν
ταύτην και αποκαταστήση την θρησκευτικήν ειρήνην των εν Ανατολή
ιδίως Χριστιανών, προσέφυγεν εις έργον μαρτυρούν το θερμόν αυτού
υπέρ των Χριστιανών τούτων διαφέρον. Διότι, ενώ μέχρι τότε αι
κατά τόπους αναφυόμεναι έριδες ελύοντο διά συνόδων εκκλησιαστικών
τοπικών, ήτοι εν στεναίς τοπικαίς περιφερείαις ολίγων επαρχιών
εκκλησιαστικών συγκροτουμένων, νυν πρώτον ο Κωνσταντίνος
συνεκάλεσε Σύνοδον _Οικουμενικήν_, ήτοι σύνοδον επισκόπων και
άλλων ανωτέρων κληρικών σύμπαντος του Ρωμαϊκού κράτους. Η πρώτη
αύτη εν τη ιστορία της Εκκλησίας Οικουμενική Σύνοδος συνεκροτήθη
τω 325 μ. Χ. (5 έτη προ της κτίσεως της Κωνσταντινουπόλεως) εν
Νικαία της Βιθυνίας, ένθα συνήλθον 318 θεοφόροι πατέρες της
Εκκλησίας• και εν ταύτη μετά πολλάς συζητήσεις κατεδικάσθη η
αίρεσις του Αρείου, παρόντος και τούτου, και συνετάχθη το
σύμβολον της Πίστεως, το καλούμενον σύμβολον της Νικαίας, όπερ
συμπληρωθέν ύστερον εν τη δευτέρα Οικουμενική Συνόδω, τη εν
Κωνσταντινουπόλει μετά 56 έτη συγκροτηθείση (381 μ. Χ.), αποτελεί
το παρά τοις Ορθοδόξοις Χριστιανοίς ιερόν σύμβολον της Πίστεως,
το αρχόμενον από του _Πιστεύω εις ένα Θεόν κλπ_. (9). Ο
Κωνσταντίνος ου μόνον παρέστη εις την Σύνοδον, αλλά και των εν
αυτή συζητήσεων μετέσχε μετά πολλού διαφέροντος.
Αλλ' ο Κωνσταντίνος τοσαύτην επιδαψιλεύων εύνοιαν εις τους
Χριστιανούς δεν κατεδίωξεν ουδαμώς τους εθνικούς (10) .
Τουναντίον δε θέλων να βασιλεύη η εσωτερική ειρήνη εν τω Κράτει
επέτρεψε τελείαν ανεξιθρησκείαν «Ομοίαν τοις _πιστεύουσιν_ οι
_πλανώμενοι_ χαίροντες λαμβανέτωσαν ειρήνης τε και ησυχίας
απόλαυσιν (έλεγον οι νόμοι του Κωνσταντίνου)• αύτη γαρ η της
κοινωνίας επανόρθωσις, και προς την ευθείαν αγαγείν οδόν ισχύει.
_Μηδείς τον έτερον παρενοχλείτω_• έκαστος, όπερ η ψυχή βούλεται,
τούτο και πραττέτω».
{24} Διά τον αυτόν δε λόγον ο Κωνσταντίνος έκτισε ναόν
μεγαλοπρεπή εις την Αγίαν Ειρήνην, την συμβολίζουσαν την δι'
αυτού υπό του Θεού δωρηθείσαν εσωτερικήν και εξωτερικήν ειρήνην,
έθηκε δε τα θεμέλια και ναού της Αγίας Σοφίας του Θεού, ήτοι του
Χριστού του εκπροσωπούντος την σοφίαν του Θεού, ούτινος η
οικοδομία συνεπληρώθη υπό του υιού αυτού αυτοκράτορος Κωνσταντίου
Α'. Έκτισε δε ο Κωνσταντίνος και πολλούς άλλους ναούς
Χριστιανικούς.
{25} Η βασιλεία του Κωνσταντίνου ως μονάρχου του Ρωμαϊκού κράτους
υπήρξεν ειρηνική. Διότι από βορρά μεν βαρβαρικαί επιδρομαί δεν
εγένοντο• προς ανατολάς δε οι Πέρσαι διήγον διαρκώς εν ειρήνη,
αφ' ού χρόνου ο Γαλέριος νικήσας τον βασιλέα αυτών Ναρσήν (11)
τω 297 επέβαλεν αυτοίς ειρήνην, δι' ής παρεχωρήθησαν εις το
Ρωμαϊκόν κράτος η Μεσοποταμία και πέντε επαρχίαι πέραν του
Τίγρητος ποταμού, ανεγνωρίσθη δε υπό των Περσών και η επί την
Αρμενίαν και Ιβηρίαν Ρωμαϊκή κυριαρχία. Εξ άλλου η ηθική αίγλη
και η δύναμις του Κωνσταντίνου ύψωσε το κράτος εις μεγίστην παρά
πάσι τοις λαοίς περιωπήν και δόξαν. Και αυτοί οι Αιθίοπες
(πρόγονοι των Αβησσυνών) συνήψαν επί του Κωνσταντίνου σχέσεις
προς το Ρωμαϊκόν κράτος.
Ούτως ο Κωνσταντίνος έθηκεν εν Ανατολή τα θεμέλια κράτους
Χριστιανικού Ελληνικού. Είνε αληθές ότι ο πολιτικός και
στρατιωτικός οργανισμός του κράτους, περί ού θέλομεν πραγματευθή
αλλαχού του βιβλίου τούτου, ήτο Ρωμαϊκός, συνδεόμενος μετά του
οργανισμού του όλου Κράτους και εν Ανατολή• και αυτή η επίσημος
γλώσσα του Κράτους ήτο και εν Ανατολή η Λατινική• και επισήμως το
κράτος εκαλείτο και ενταύθα Ρωμαϊκόν και οι πολίται Ρωμαίοι. Αλλ'
η γλώσσα η λαλουμένη υπό του λαού, η γλώσσα της Εκκλησίας, της
παιδεύσεως και φιλολογίας ήτο Ελληνική• αυτή η πρωτεύουσα ήτο
πόλις κατ' ουσίαν Ελληνική, υπό Ελλήνων το πλείστον οικουμένη.
Μεθ' όλα ταύτα το Κράτος του Κωνσταντίνου εν τω όλω αυτού
περιλαμβάνον και το δυτικόν τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους δεν
δύναται να θεωρηθή Ελληνικόν, αλλά θεμέλιον στερεόν Ελληνικού
Κράτους εν τω μέλλοντι, ευθύς ως ήθελε χωρισθή πολιτικώς, ως
εγένετο μετ' ού πολύ, η Ανατολή από της Δύσεως.