Αλλ' εις απάντησιν ο Πατούχας ύψωσε τον φοβερόν του πόδα, έτοιμος

να την εκδιώξη με λάκτισμα:

— Φύγε σου λέω, διάλε τσ' απεθαμένους σου να μη σε σκοτώσω!

Η χήρα αφού τον ητένισε με παρατεταμένον βλέμμα, εις το οποίον

έτρεμε μία τελευταία ελπίς, εστέναξε και ο αναστεναγμός εξήλθεν

από τα στήθη της ως οιμωγή. Έπειτα επροχώρησε προς την θύραν και

εξήλθεν. Ο δε Μανώλης την ήκουεν επί τινας στιγμάς ν'

απομακρύνεται και να ολολύζη εις το σκότος.

— Μωρέ μασκαραλίκι! μωρέ, μασκαραλίκι! είπε κρατών το μέτωπόν

του.

Η μέθη του είχε σχεδόν εντελώς εξατμισθή. Εξήλθεν εις τα πρόθυρα

και καθήσας εις το πεζούλι εστήριξε την κεφαλήν του εις το χέρι

του και έμεινεν εκεί σκεπτόμενος. Η νυξ ήτο ψυχρά, αλλ' ο Μανώλης

δεν ησθάνετο το ψύχος. Εκεί τον εύρεν η αυγή, εκεί και η ημέρα.

Κατά το διάστημα τούτο εστέναξε πολλάκις και με τους στεναγμούς

εκείνους φαίνεται εξητμίζετο η κουζουλάδα του και τον αφήκε

ναντικρύση με ψυχραιμίαν την κατάστασιν. Αλλά τι συνέβη ακριβώς

εις την κουζουλήν εκείνην κεφαλήν δεν δυνάμεθα να γνωρίζωμεν.

Τούτο μόνον είνε γνωστόν, ότι κατά το μεσημέρι, ενώ ο Σαϊτονικολής

εγευμάτιζεν, είδεν εισερχόμενον τον αποστάτην, ταπεινόν και

συνεσταλμένον.

— Επέρασέ σου; του είπε μειδιών. Καλά τώλεγα 'γώ.

— Συμπάθησέ μ' αφέντη, είπεν ο Μανώλης με ήθος οσίου και σκύψας

ησπάσθη το πατρικόν χέρι. Όποια θες θα πάρω.

— Εκείνη που θέλω εγώ τήνε κατέχεις. Τήνε λένε Πηγή. Έλα,

κάτσε ... Και για να μη σε ξαναπιάση η κουζουλάδα, για καλό και για

κακό, θα σας αρραβωνιάσωμε ευτύς απόψε και τη Λαμπρή θας σας

στεφανώσωμε.

Τωόντι το βράδυ ο Σαϊτονικολής, συνοδευόμενος υπό του Μανώλη, της

συζύγου του και διαφόρων συγγενών, μετέβη εις του Θωμά. Η Πηγή

τους υπεδέχθη ακτινοβολούσα και πλησιάσασα τον Μανώλην του

εψιθύρισε:

— Ετελειώσανε τα βάσανά μας· αι, Μανωλιό;

Ο Μανώλης έγινε κατακόκκινος και ησθάνθη να τον κυριεύη πάλιν το

θέλγητρον των γλυκυτάτων εκείνων οφθαλμών. Το τουρλωτόν φέσι του

εφάνη την εσπέραν εκείνην ήμερον, ως νυκτικός σκούφος, και εις το

τραπέζι συνέκρουσε το ποτήρι με τον Στρατήν, ο οποίος τον ηυχήθη:

— Στσι χαρές σου, κουνιάδο!

Μετ' ολίγον ήλθε μία γυναίκα εκ του συγγενολογίου, η οποία

ανήγγειλεν ότι η χήρα η Ζερβούδαινα είχε παραφρονήση και καθ' όλην

την ημέραν επανελάμβανε μίαν φράσιν: «Ντα δε σαρέσω 'γώ;»

— Μπρε την κακομοίρα! είπεν ο Σαϊτονικολής. Μα τώχε κι' από

πρώτα μια ολιά.

Ο Μανώλης εταράχθη, το μεν εκ λύπης, διότι συνησθάνετο ότι είχε

συντελέση εις την συμφοράν εκείνην, το δ' εκ φόβου. Αλλά τον φόβον

του καθησύχασεν η σκέψις ότι το σκότος της νυκτός και το σκότος

της παραφροσύνης ασφαλώς εκάλυψαν την τελευταίαν του τρέλλαν και

την εντροπήν της.

Την Κυριακήν της Διακαινισίμου έγινεν ο γάμος. Μετά δύο δε ή τρεις

ημέρας ο Μανώλης συνήντησε τον Τερερέν και άμα τον είδεν εξ

αποστάσεως ανέκαμψε τον βραχίονα προς το στήθος του και γελάσας

θορυβωδώς του εφώναξε:

— Να σου και σένα και στα μάγια σου!

ΤΕΛΟΣ

1) Μάχαιραν.

2) Θειαφίσωμεν.

3) Κτήνος.

Ο Πατούχας · 第 14 / 14 段