ήρχισε να πελεκά με το μαχαίρι του την καθέκλαν επί της οποίας
εκάθητο.
— Ας είνε, εξηκολούθησεν ο Σαϊτονικολής, καταλαβαίνω 'γώ πως
ό,τι κακό κιανε 'πής για την Πηγή ταχείλι σου το λέει μα η καρδιά
σου δεν το λέει.
— Δεν τήνε θέλω, δεν τήνε θέλω, λέω! είπεν ο Μανώλης συγκεντρών
εις τελευταίαν αντίστασιν το ηττώμενον πείσμα του. Ρωμαίικα σου το
λένε.
— Για πε το χωρίς να φανούνε τα δόντια σου;
— Να μαφήσης θες; είπεν ο Μανώλης υποκρινόμενος θυμόν και
δυσφορίαν διά να μη γελάση.
— Όι, να το πης χωρίς να γελάσης! επανέλαβεν ο Σαϊτονικολής.
Τότε πλέον ο Μανώλης δεν ηδυνήθη να κρατηθή, αλλ' αμέσως πάλιν
έτρεψε τον γέλωτά του εις αγανάκτησιν.
— Αγαπητική που δε μαφίνουνε να τήνε δώ, είντα τήνε θέλω;
— Μα άφησε, μωρέ παιδί, την καθέγλα! ανεφώνησεν ο Σαϊτονικολής,
ιδών ότι το πείσμα του Μανώλη εξέσπα εις αυτήν. Δε σου φταίει
αυτή.
Έπειτα εξηκολούθησεν:
— Ο ερίφης ήθελε να τον αφίνουνε να μεροξημερώνεται στο σπίτι
του Θωμά· και με το να μη γενή το θέλημά του ερεμπέλεψε κήρχιξε να
γυρίζη στα δώματα και στσι ρούγες σαν κουζουλός, να ρίχτη πέτρες
και λόγια και να σπα σταμνιά. Κεγώ, μωρέ, είχα αγάπη με τη μάνα
σου πριχού να παρθούμε και δεν εμπήκα καλά καλά στο σπίτι τως,
παρά μόνο όντε τση πήα σημάδι. Μάτια δεν εσήκωνα να τήνε δω
σάλλους ομπροστά. Αλήθεια δε λέω, Ργινιώ;
— Αλήθεια κιαμέ ψώματα;
— Μόνο στο χορό τσ' έλεγα κιαμμιάν ανεγυριστική μαντινάδα και μ'
απηλογούντονε και κείνη πλεια ανεγυριστικά. Η αγάπη θέλει φρόνησι,
θέλει ταπεινωσύνη ... Δεν το λέει και το τραγούδι; έτσα διάχνουνε,
Μανώλη, οι τιμημένοι άντρες.
Η Ρηγινιώ ανεστέναξε και το ρεμβόν της βλέμμα εβυθίζετο εις την
μακρυνήν εποχήν από την οποίαν της ήρχετο εξησθενημένη η απήχησις
ενός διστίχου του χορού:
Να τα χαρώ τα μάτια σου
όντε τα κλίνης κάτω ...
Αλλ' ο Σαϊτονικολής διέκοψε τον ρεμβασμόν της· ενθουσιασθείς από
τας αναμνήσεις του, της εφώναξε να φέρη «μια σταλιά κρασί». Εις το
τέλος δε και ο Μανώλης υπεσχέθη ότι θα έπαυε τας παρεκτροπάς και η
Ρηγινιώ εξήλθε και έστρωσεν εις το δώμα, όπου εκοιμώντο αφ' ότου
είχεν αρχίση να ζεσταίνεται ο καιρός. Την επιούσαν ο Μανώλης
εξήλθε με αξιεπαίνους διαθέσεις. Αλλ' όταν μετ' ολίγον συνήντησε
την Πηγήν, επιστρέφουσαν από τον ποταμόν, παραδόξως το πείσμα του
εξηγέρθη εκ νέου και, αποστρέψας το πρόσωπον, επροχώρησε χωρίς να
την χαιρετήση.
— Τόσο μεγάλο κακό σούκαμα; είπεν η Πηγή σταματήσασα.
— Δε θέλω να μου μιλής! απήντησε με τραχύτητα ο Μανώλης χωρίς να
στραφή, και έφυγεν επισπεύσας το βήμα του, ως να τον κατεδίωκαν.
Ενώ δε απεμακρύνετο, εμονολόγει: «Δε θέλω να μου μιλής ... Διάολε,
με το ζόρε αγάπη; Να πάρης τον Τερερέ να γενή το κέφι ταδερφού
σου. Δε σε θέλω, τζάνε μου· πως το λένε; ... Έχει κιάλλες
κοπελλιές το χωριό δέκα βολές καλλίτερες. Καλλίτερη 'σαι συ απού
το Μαρούλι;»
Ούτω βαδίζων εξήλθεν από το χωριό, χωρίς να το καταλάβη.
Αίφνης ήκουσε γυναικείαν φωνήν γνωστήν, η οποία τον εχαιρέτα εξ
αποστάσεως και στραφείς είδε την Ζερβούδαιναν πορευομένην προς την
αυτήν διεύθυνσιν. Η χήρα είχε καλάθι περασμένον εις τον βραχίονα
και εβάδιζε με το σύνηθες γοργόν της βήμα. Ήτο δύσκολον να περάση
ημέρα χωρίς να την ίδη μίαν φοράν τουλάχιστον και άλλος
προσεκτικώτερος του Μανώλη θα έφθανεν εκ τούτου εις το συμπέρασμα
ότι η χήρα επεδίωκε την συνάντησίν του. Αλλ' ενώ κατά τας άλλας
ημέρας η συνάντησις εκείνη δεν δυσηρέστει τον Μανώλην, την ημέραν
εκείνην τον ανησύχησε.
Παραδόξως όμως η Καλιώ δεν εφαίνετο θυμωμένη.
— Ως πού, Μανωλιό; τον ηρώτησεν.
— Ίσα με το Μαβρικό θα πάω να μεταδέσω το μουλάρι.
— Κεγώ στο Μαβρικό θα πάω να μαζόξω κολοκυθαθούς για ντολμάδες·
μόνο στάσου να πηαίνωμε μαζή, να σου πω κιόλας.
Ο Μανώλης την επερίμενε.
— Κατέχεις το πως θα μαλώσωμε, Μανωλιό; είπεν η χήρα όταν τον
έφθασε.
Και με τόνον μητρικής μάλλον επιπλήξεως του είπε να μη ξανακάμη
αυτό που έκαμε. Αυτή τον αγαπούσε σαν παιδί της, μα δεν μπορούσε
και να μη θυμώση για τη διαγωγή του με την κόρη της. Αφού
επρόκειτο να πάρη την Πηγή και την είχε λογοστέση, τι ήθελε με τη
θυγατέρα της; ... Έφαγε το κουλούρι του κάτω τη μούρη του ... .
Αλλ' ας είνε, για πρώτη φορά του το συμπαθούσε· αν όμως άλλη φορά
ξαναπείραζε την κόρη της, θα περνούσαν άσχημα. Αλλά και η ίδια η
Μαργή δεν θα εδέχετο να την ενοχλήση εκ νέου και ήτον καλή να του
σπάση την κεφαλή με πέτρα.
— Δεν πειράζει, είπεν ο Μανώλης μειδιών και κοκκινίζων συγχρόνως.
Εγώ θέλω να μου τη σπάση. H πέτρες τση θάνε απαλές σαν και τα
χεράκια τση.
— Έλα στο νου σου, Μανώλη, του είπεν η Καλιώ προσπαθούσα να φανή
αυστηρά, ενώ ενδομύχως δεν την δυσηρέστησεν η τόλμη του Μανώλη.
Αυτά 'ν' άσκημα πράμματα κι' άπρεπα και να τα παραιτήσης. Μια
γυναίκα θα πάρης, δε θα πάρης δυο. Κιό προκομμένος ο κύρης σου την
εδιάλεξε αυτή που θα πάρης. Σ' αυτήν να τα λες αυτά τα λόγια και
να μην πειράζης άλλες κοπελλιές, γιατί θα βρης τον μπελά σου ...
Α! αν δεν ήσουνε δεμένος με τσοι Θωμαδιανούς γή αν τα χαλάτε, τότε
με όλη μου την καρδιά θάβανα τη βουλή μου να πάρης τη Μαργή ...
— Χαλώ τα 'γώ, μα δεν τα χαλά ο κύρης μου.
Και με πάσαν αφέλειαν διηγήθη όσα συνέβησαν μεταξύ αυτού και των
Θωμαδιανών, ως και όσα είχαν λεχθή μετά των γονέων του κατά την
παρελθούσαν εσπέραν.
Η Καλιώ εδικαίωσε τον Μανώλην και τον ενίσχυσε με τους
συμπαθητικούς της λόγους εις την ιδέαν του ότι ήτο θύμα. Τους
ήξευρε αυτή τους Θωμαδιανούς τι βιλάνοι και χοντροκέφαλοι ήσαν. Σε
καλό σόι τον έρριξε ο κύρης του. Για την Πηγή ελέγανε πως ήτονε
καλόγνωμη, μα — ο Θεός να με συχωρέση — δεν μπορούσε παρά να
μοιάζη λιγάκι με τον πατέρα και τον αδελφόν της. Από τούτο το
κηπούλι είν' και τούτο το μαρούλι. Δεν έκαμε φρόνιμα ο
Σαϊτονικολής να πάη να ρίξη το παιδί του σε μια τέτοια χοιρογενιά.
Μήγαρις ο Μανώλης δεν ήτονε παρακαλετός να πάρη και καλή κοπελλιά
και περιουσία; τι των εζήλεψε των Θωμαδιανών; τα πλούτη των ή την
ανθρωπιά των; Λένε πως το παιδί δεν πρέπει να κάνη τίποτε χωρίς τη
βουλή των γονέων του, μα σαν οι γονέοι δεν θωρούν το σωστό και
πάνε να κάψουν το παιδί των, και το παιδί πρέπει να κάνη της
κεφαλής του, μου φαίνεται.
— Έτσα θαρρώ πως θα το κάνω κεγώ, είπεν ο Μανώλης σκεπτικός.
Και μετά σιωπήν ολίγων στιγμών ηρώτησε με φωνήν διστακτικήν:
— Μα ... να μου δώσης θες το Μαρούλι;
Η Καλιώ τον ητένισε με βαθύ εξεταστικόν βλέμμα.
— Να ξεμπλέξης πρώτα απού τσοι Θωμαδιανούς ... Εγώ σούπα πως το
θέλω με όλη μου την καρδιά.
— Και τα Μαρούλι, θεια Καλιώ, θέλει; είπεν ο Μανώλης με φωνήν
παλλομένην από συγκίνησιν.
Αλλ' αν ηδύνατο να φαντασθή ο ταλαίπωρος νέος εις ποίον λάθος
υπέπεσε με την λέξιν την οποίαν μετεχειρίσθη διά να εκφράση τον
σεβασμόν του προς την χήραν, η συγκίνησίς του θα μετεβάλλετο εις
απελπισίαν.
Η Καλιώ δεν ηδυνήθη να κρύψη την δυσαρέσκειάν της. Η λέξις «θειά»
της εκτύπησε κατά πρόσωπον ως ράπισμα. Παρ' ολίγον να του είπη ότι
ήτο ζωντόβολο και να την ξεφορτωθή ο μπουντάλακας, που ήθελε και
παντρειά, ενώ δεν μπορούσε να διακρίνη μια νέα γυναίκα από τις
γρηές και την έλεγεν αυτήν, τριάντα οκτώ χρονών γυναίκα, θεια, σαν
να ήταν εξηντάρα. Αλλ' η αγανάκτησίς της υπεχώρησε σχεδόν αμέσως
εις την γοητείαν την οποίαν εξήσκει εις την ψυχήν της η θαλερά
νεότης του Μανώλη. Εάν η γλώσσα του νέου έσφαλλεν, η νεότης του
όμως και η κορμοστασιά του, η οποία υψούτο ενώπιον της πλήρης ζωής
και δυνάμεως, ήσαν ικανά να του συγχωρήσουν κάθε σφάλμα εις τα
μάτια μιας γυναίκας, η οποία γνωρίζει τον άνδρα. Δι' αυτήν ο
Μανώλης, με όλα τα σφάλματα της απειρίας και της απροσεξίας του,
ήτο το ιδεώδες του ανδρός.
— Είντα να σου πω κεγώ απού την αγρίεψες με το φέρσιμό σου,
είπεν η Καλιώ με φωνήν εις την οποίαν διεκρίνετο ακόμη η
δυσαρέσκεια. Μα άφησε δα να ξεμπλέξης πρώτ' απού τσοι Θωμαδιανούς.
Εκεί έπρεπε να χωρισθούν και η Καλιώ διηυθύνθη εις τον κήπον της.
Ήτο φαιδρά θερινή πρωία, αλλ' η χήρα εβάδιζε βαρύθυμος εις την
χαράν εκείνην της φύσεως. Αντί να την ευχαριστήση, εφάνη μάλλον
ότι την δυσηρέστησεν η προθυμία του Μανώλη να ενδώση εις τας
προσπαθείας της. Αλλ' ούτε η ιδία δεν ηδύνατο να εξηγήση την
ψυχικήν της εκείνην κατάστασιν. Ενώ διέτρεχε τον λαχανόκηπον,
κόπτουσα τους κίτρινους ανθούς και παρακολουθουμένη υπό του θρου
των αδρών και υγρών εκ της δρόσου φύλλων, ησθάνετο μίαν πίεσιν εις
το στήθος, ήτις την ηνάγκαζε ν' αναστενάζη. «Παράξενο πράμμα!
έλεγε με τον εαυτόν της. Είντά 'παθα; Είντα κατασκέπαση 'ν' αυτή
που μ' έπιασε;» Και διακόπτουσα την ανθοσυλλογήν, εστέκετο
ακίνητος επί αρκετήν ώραν και παρετήρει κάτω εις την ανοικτήν
έκτασιν των λιβαδιών, χωρίς να βλέπη τίποτε, αφηρημένη, με το
βλέμμα κενόν. Αόριστος ανησυχία περιέσφιγγε την καρδίαν της.
Συγχρόνως δε ήρχοντο και επανήρχοντο εις την σκέψιν της με
επιμονήν παραληρήματος οι πρώτοι στίχοι παλαιού τραγουδιού, το
οποίον είχεν ακούση κατά τα παιδικά της έτη και έκτοτε έμενε
θαμμένον εις τα βάθη της μνήμης της:
Μια κόρη ανθούς εμάζονε
Κιανθούς εκορφολόγα ...
Το κάτω μέρος της κοιλάδας εκάλυπτεν ακόμη λευκός πέπλος πρωινής
ομίχλης, την οποίαν ηραίωνε και διέλυεν ολίγον κατ' ολίγον ο
ήλιος. Ο θερισμός είχεν αρχίση και εφαίνοντο αγροί ημιθερισμένοι
και ξανθοί λόφοι θεμωνιών. Οι θερισταί και αι θερίστριαι είχαν ήδη
από της αυγής αρχίση την εργασίαν των· οι δε βουκόλοι είχαν
οδηγήση και αυτοί λίαν πρωί τα ζώα των διά να βοσκήσουν εις τις
καλαμιές και τους αρμούς των λιβαδιών. Αφ' ότου ηκούσθη η φωνή του
κούκου, είχαν αρχίση να μυγιάζωνται όταν επροχώρει η ημέρα και
εδυνάμωνεν η ζέστη. Διά τούτο έσπευδαν να τα βοσκήσουν και να τα
κλείσουν κατά τας θερμάς ώρας εις τις βουκολιές, είδος μεγάλων
μανδρών σκιαζομένων υπό πλατάνων.
Ο Αστρονόμος εθέριζεν εις έν από τα λιβάδια· διακόψας δε την
εργασίαν του και παρατηρών την ομίχλην, εφώναξε προς τον
Μπαρμπαρέζον, ευρισκόμενον εις γειτονικόν αγρόν:
— Βλάβος θα πέση. Αρρώστεια και για τσ' ανθρώπους και για τα
κηπικά.
— Πώς το καταλαβαίνεις; ηρώτησεν ο Μπαρμπαρέζος ενώ κατεγίνετο
να στρήψη τσιγάρον.
— Δε θωρείς την κατσιφάρα; είπεν ο Αστρονόμος εκτείνων τον
βραχίονά του προς την ομίχλην.
— Αι! θωρώ τηνε.
— Όλο βλάβος είνε και καλά θα κάμωμε ν' απυριάσωμε (2) τσι
φασουλιές.
— Δεν κάνει ναπυριαστούμε κιοί γίδιοι για να μη μάςε πιάση το
βλάβος; είπεν ο Μπαρμπαρέζος εξάγων τα «πυροβολικά του» διά να
ανάψη το πελώριον τσιγάρον το οποίον είχε κατασκευάση. Εγώ αυτό θα
κάμω με τον καπνό. Δεν τσ' αφίνεις, μωρέ άθρωπε, αυτές
τσανεμοκουβέντες; Κάθα καλοκαίρι την ταχυνή πέφτει αυτή η
καταχνιά.
— Ντα ξυπνάς ποτέ σου την ταχυνή για να δης είντα γίνεται;
απήντησεν ο Αστρονόμος πειραχθείς. Και σήμερο κιαμμιά γρα θα
ψοφήση απού σευρήκε ο ήλιος ξυπνητό.
Ο Μπαρμπαρέζος έστρεψε τα νώτα περιφρονητικώς, χωρίς να δώση
απάντησιν και καθήσας επί της απαλής χλόης του αρμού εξηκολούθησε
να καπνίζη. Άλλος όμως εκ παρακειμένου αγρού, διά να εξερεθίση τα
πράγματα, είπεν ότι είχε δίκιο ο Μπαρμπαρέζος. Η ομίχλη δεν ήτο
τίποτε άλλο παρά η εξάτμισις της δροσιάς που έπεφτε την νύκτα και
τακτικά κάθε καλοκαίρι αυτό γίνεται.
— Κ' εγώ από 'παδά 'μαι, δε μ' έφεραν απού τα Παρίσια· μαυτή η
κατσιφάρα δεν είνε σαν τσ' άλλαις· σύρνει μιαν κιτρινάδα σαν το
βούρκο
— Δε θωρώ 'γώ κιαμμιάν κιτρινάδα, είπεν ο άλλος και θαρρώ πως
'νειρεύγεσαι, Νικολή.
Και δεν έδωκε πλέον προσοχήν εις τον ανόητον Αστρονόμον που άφινε
τη δουλειά του για να κάθεται να μελετά το χρώμα της πρωινής
ομίχλης ή την κίνησιν των νεφών. Οι πρακτικοί άνθρωποι τον έθεταν
εις την αυτήν μοίραν με τον οκνηρόν Μπαρμπαρέζον, που κατέβηκε και
αυτός μια μέρα για να δουλέψη, λέει, κιόλη η δουλειά που είχε κάμη
ήτο να τυλίση τσιγάρα και να καπνίζη.
Αλλά μετ' ολίγον μία αναφώνησις τους έκαμεν όλους να στραφούν και
να ίδουν εις απόστασιν τον Μανώλην καταδιώκοντα ημίονον, όστις
έφευγεν εγείρων νέφη κονιορτού και λακτίζων. Από την εποχήν καθ'
ην μετέφερε πέτρας διά την οικοδομήν, ο ημίονος τον είχε πάρη
τόσον από φόβον, ώστε άμα τον είδε πλησιάζοντα διά να τον μεταδέση
εις την νομήν, απέσπασε τον πάσσαλον εις τον οποίον ήτο δεμένος
και έφυγεν έντρομος. Ο Μανώλης τον κατεδίωξε βλασφημών και ρίπτων
κατ' αυτού μεγάλους βώλους χώματος, διότι λίθοι δεν υπήρχον εις το
λιβάδι. Και επί τέλους κατώρθωσε να συλλάβη τον πάσσαλον, τον
οποίον ο ημίονος έσυρεν εις το άκρον του σχοινιού, και με ισχυράν
έλξιν ηδυνήθη να σταματήση το ζώον.
— Δεν είνε παράξενο; είπεν ο Αστρονόμος. Αν ήτον ο Τερερές, απού
'νε μιας μπάτσας άθρωπος, θα τον εφοβούντονε· και το μουλάρι, απού
μπορεί με μια τσινιά να τόνε ξεβγάλη, δεν το φοβάται.
Και ο σοφός έδιδε την εξής εξήγησιν εις το πράγμα. Επειδή είχε
ζήση έως τώρα με τα ζώα, δεν τα εφοβείτο· τους ανθρώπους όμως
εφοβείτο διότι δεν τους εγνώριζεν.
Όταν ο Μανώλης επέστρεφεν, ο ήλιος είχεν υψωθή πολύ και το καύμα
της ημέρας είχεν αρχίση. Εις το επάνω μέρος των Λιβαδιών εκίνησε
την περιέργειάν του και τον εσταμάτησε μια βουκολική σκηνή.
Κάμποσοι μικροί βουκόλοι είχον περιστοιχίση εξ αποστάσεως ένα
ταύρον κ' επροσπάθουν να τον «μυγιάσουν». Και προς τούτο εξεφώνουν
εν χορώ τα εξής:
Έβγα, μύγιο, απού το βώλο
κέμπα στου βουγιού τον κώλο.
Δος του να πυροβολήση
και τα όρη να γυρίση,
Κού-κου! κού-κου! κού-κου!
Ο βουκόλος, εις τον οποίον ανήκεν ο ταύρος, επροσπάθει να τους
εμποδίση, ικετεύων, βλασφημών, καταδιώκων, πότε τον ένα, πότε τον
άλλον, και επί τέλους ήρχισε να κλαίη, ενώ οι άλλοι εξηκολούθουν
ναπαγγέλλουν την επωδόν της μυίγας. Μία κορασίς ιδίως, ανυπόδητος,
ως ήσαν και οι περισσότεροι αρσενικοί, και μαύρη εκ φύσεως και από
το ηλιόκαυμα, δεν έπαυεν, αλλά χοροπηδώσα ως τρελλή,
επανελάμβανεν:
Έβγα μύγια απού το βώλο
κέμπα στου βουγιού τον κώλο ...
Κού-κου! κού-κου! κού-κου!
— Κατερινιά! εφώναζεν ο βουκόλος και ώρμα εναντίον της. Αλλ' αυτή
διέφευγε τρέχουσα μελιγμούς μεταξύ των βοσκόντων ζώων και
κρυπτομένη όπισθεν πότε του ενός και πότε του άλλου βουκόλου. Αλλά
και αν αυτή έπαυε προς στιγμήν, εξηκολούθουν οι άλλοι, μετ' ολίγον
δε ηκούετο εκ νέου η φωνή της.
Ο Μανώλης σταματήσας παρηκολούθει μ' ενδιαφέρον την σκηνήν και
εγέλα μετέχων εξ αποστάσεως εις την ευθυμίαν των βουκόλων. Αν δεν
τον ημπόδιζε μάλιστα πλατύς χάνδαξ, πιθανώτατα θα επλησίαζε και θα
ελάμβανε μέρος εις τον βουκολικόν χορόν.
Ο ταύρος έν τω μεταξύ είχεν αρχίση να δεικνύη σημεία ανησυχίας και
εκίνει ζωηρώς την ουράν του και ανοιγόκλειε τους ρώθωνάς του.
Έπειτα εξαγριωθείς ύψωσε την ουράν ως σημαίαν και έφυγε τρέχων με
όλην του την ορμήν. Ο βουκόλος έτρεξε κατόπιν του φωνάζων: «Να!
να!», αλλά ταχέως είδεν ότι εματαιοπόνει και σταματήσας παρετήρει
τον οιστρηλατούμενον ταύρον απομακρυνόμενον, υπερπηδώντα τα
χανδάκια, εισδύοντα εις τα σπαρτά και πάλιν αναφαινόμενον με την
ουράν πάντοτε υψωμένην. Ολίγοι εκ των θεριστών, πλησίον των οποίων
διήρχετο, επεχείρουν επισείοντες τα δρέπανα να τον σταματήσουν ή
να τον στρέψουν προς τα οπίσω· οι περισσότεροι εξ αυτών τον
εξηρέθιζον έτι μάλλον φωνάζοντες: «Κού-κου! κού-κου!»
Μετ' ολίγον η Κατερινιά επανέλαβε το παιγνίδι περί άλλο βώδι και
οι αρσενικοί την εμιμήθησαν. Ο δε Μανώλης, μη δυνάμενος να υπερβή
το χαντάκι, έλαβε μέρος εξ αποστάσεως και ήρχισε να φωνάζη και
αυτός μετά των βουκόλων: «Κού-κου! Κού-κου!»
Αλλ' ο βουκόλος, εις ον ανήκεν ο εξερεθιζόμενος ταύρος, ακούσας
την φωνήν του Μανώλη, έστρεψε κατ' αυτού την οργήν του και του
εφώναξε:
— Άμε στο διάολο και συ, Πατούχα!
Ο Μανώλης εξηγριώθη, και ώρμησε κατά του βουκόλου, αλλά το χαντάκι
ανέκοψε την ορμήν του. Ήτο τόσον το πλάτος του, ώστε αν επεχείρει
να το υπερπηδήση θα έπιπτεν εις το νερόν, το οποίον είχεν ικανόν
βάθος. Παρετήρησε γύρω, αλλά λίθον δεν είδε και μη έχων πέτραν να
ρίψη κατά του αυθάδους βουκόλου, του εξετόξευσε μίαν απειλήν:
— Καλά, μωρέ, θα σε πιάσω άλλη ώρα να σε μάθω 'γώ ποιος είν' ο
Πατούχας!
Αλλ' εις μίαν γωνίαν του λιβαδιού, όπου ευρίσκοντο οι βουκόλοι,
υπήρχε σωρός χαλίκων· και όταν είδαν ότι ο Μανώλης δεν ηδύνατο ή
δεν ετόλμα να πηδήση το χανδάκι, ώρμησαν εις τα χαλίκια και
ήρχισαν να τον πετροβολούν. Ζωηρόν δε μέρος εις τον πετροπόλεμον
εκείνον έλαβε και η μελαμψή Κατερίνα. Ο δε Μανώλης, αφού εδέχθη
κάμποσα χαλίκια κατάστηθα, ηναγκάσθη να αποχωρήση και απεμακρύνθη
επαναλαμβάνων την απειλήν του, ενώ οι βουκόλοι εκραύγαζαν κατόπιν
του:
— Κού-κου! Κού-κου, Πατούχα!
Το χλευαστικόν «παρανόμι» ανέμνησεν εις τον Μανώλην τον Τερερέν,
και όλη η αγανάκτησίς του εστράφη κατά του μάγου, εις τον οποίον
απέδιδε την εύρεσιν και την διάδοσιν του χλευασμού, τον οποίον
συνήντα τώρα παντού, εις το χωριό και εις τα Λιβάδια ακόμη. Ενώ δε
εσκέπτετο πώς να εκδικηθή, ανεμνήσθη τους λόγους της μητρός του,
ότι αν απηρνείτο την Πηγήν θάκανε ό,τι επεθύμει ο Τερερές. Αλλ'
ακριβώς διά να σκάση τον Τερερέν, έπρεπε να την πάρη. Λοιπόν θα
τον έσκαζε τον ασχημάνθρωπον τον Τερερέν. Θα επέμενε να πάρη την
Πηγήν, μαγάρι κιάν επρόκειτο να περιμένη δέκα έτη. Το βέβαιον είνε
ότι από την προηγουμένην εσπέραν είχον εκ νέου στραφή τα αισθήματά
του προς την κόρην του Θωμά. Αλλ' όταν το πρωί την επανείδε τον
κατέλαβεν αιφνίδιον πείσμα παιδίου, το οποίον συντρίβει όταν του
δίδουν το αντικείμενον το οποίον εζήτει επιμόνως. Εις αυτήν δε την
ψυχικήν διάθεσιν τον εύρε μετ' ολίγον η χήρα και δεν εδυσκολεύθη
να τον φέρη εις τα νερά της. Αλλ' η μεταβολή δεν ήτο πραγματική.
Εις το βάθος της καρδίας του παρέμενεν η Πηγή, τόσον δειλή όμως
και συνεσταλμένη, ώστε να μη αισθάνεται την παρουσίαν της ο
πεισμωμένος και επιπόλαιος Μανώλης. Είνε αληθές ότι αφ' ότου
επρόσεξεν εις την κόρην της χήρας, τα λευκά και αβρά θέλγητρα της
Μαργής εξήσκουν άλλου είδους γοητείαν εις την ψυχήν του ημιαγρίου
εφήβου και όταν την έβλεπε τον ώθει αγρία ορμή να την περιβάλη με
τους ρωμαλέους βραχίονάς του και να λυώση εις την λαύραν των πόθων
του την μικροκαμωμένην και γαλακτώδη εκείνην ξανθήν. Αλλ' είναι
βέβαιον ότι χωρίς τας αυστηρότητας των Θωμαδιανών, η προσοχή του
δεν θα εστρέφετο ίσως ποτέ προς την Ζερβουδοπούλαν και μεθ' όλας
τας επιμόνους προσπαθείας της χήρας.
Η πραγματική του προτίμησις ήτον η Πηγή και αυτή κατείχε τους
διαλογισμούς του και όταν ακόμη το πείσμα τον ώθει προς την άλλην
ή προς άλλας. Την ημέραν δ' εκείνην επ' ολίγον έμεινεν η Μαργή εις
την φαντασίαν του. Μόλις εχωρίσθη από την Ζερβούδαιναν, ανεφάνη η
Πηγή και την εξετόπισεν. Αντί της ψυχράς και ξιππασμένης Μαργής, η
κόρη του Θωμά ενεφανίσθη εις τους διαλογισμούς του ταπεινή,
λυπημένη και ικετευτική. Και του έλεγε με σιγανήν και φοβισμένην
φωνήν: «Τι σούφταιξα, Μανωλιό, και δε μου μιλείς, και δε στρέφεσαι
να με δης; Τι σου φταίω εγώ αν ο αδερφός μου είνε κακός κι'
ανάποδος; μήπως εμένα δεν με βασανίζη; νάξερες τι τραβώ κεγώ! ...
Μαν ο Στρατής είνε κακός, μπορείς να πης κακό για μένα; κατέχεις
το πόσο σ' αγαπώ· μα είντα μπορώ να κάμω; Θ' αφήσης να με δώσουνε
του Τερερέ, να με κακομοιριάσουνε; δε με λυπάσαι;»
Τοιαύτα φανταζόμενος ο Μανώλης συνεκινείτο μέχρι δακρύων και
έλεγε:
— Μα είντα φταίει κιόλας αυτή η μαυρομοίρα; ... .Όι, Τερερέ, δε θα
σ' αφήσω 'γώ να τήνε πάρης· καλλίτερα να σε πάρη ο διάολος.
Επιστρέψας δε εις το χωριό, αντί ν' αποφύγη διά λοξοδρομίας, ως
από τινος συνήθιζε, τον δρόμον του Θωμά, εβάδισε κατ' ευθείαν.
— Σ' όλο το ύστερο, εξηκολούθει να λέγη καθ' εαυτόν, δεν θα πάρω
το Στρατή, ετσά που το λέει κ' η μάνα μου. Σαν τήνε πάρω και πάμε
στο σπίτι μας, ας κοτήση νάρθη. Όξω, όξω, φαρμακίτη. Η Πηγή ως
οψές ήτον αδερφή σου· από σήμερο είναι γυναίκα μου.
Η ανάμνησις όμως του σπιτιού έπεσεν ως αποθάρρυνσις εις τας
γενναίας του αποφάσεις. Εάν ετελείωνεν αυτό το σπίτι, θα είχαν
τελειώσει και τα βάσανά του. Αλλά δεν είχε τελειωμό. Το κατώγειον
επλησίαζε να τελειώση, αλλ' ο Σαϊτονικολής επέμενε να του κτίση
και ανώγειον κ' έτσι θα ήρχετο και ο άλλος χειμώνας· και αν αι
βροχαί διέκοπτον την εργασίαν, θα ήρχετο και η άνοιξις και ... ζήσε,
Μάη μου. Είχεν αποτολμήση προ ημερών να είπη προς τον πατέρα του
ότι ήτον αρκετόν το κατώγι, αλλ' ο Σαϊτονικολής δεν ηθέλησε ν'
ακούση τίποτε. Ήξευρε αυτός τι έκανε. Μια δουλειά που θα γίνη,
γιατί να μη γίνη σωστή; Μια φορά που θα πάντρευε το γυιό του,
ήθελε να του κάμη ένα σπίτι σωστό· όχι καλύβα σαν άτονε κανενός
διακονιάρη παιδί. Και με αυτάς τας δικαιολογίας, των οποίων την
σπουδαιότητα δεν ενόει ο Μανώλης, αλλ' ούτε και ηδύνατο να τας
αντικρούση, διαιωνίζετο η οικοδομή και μετ' αυτής δεν ετελείωναν
και τα βάσανά του.
Όταν έφθασε προ της οικίας του Θωμά, ο κρότος του αργαλειού
διέκοψε τας μελαγχολικάς του σκέψεις. Σταματήσας υπό το παράθυρον
εξερόβηξεν αλλ' ήδη η Πηγή, αναγνωρίσασα το βήμα του, είχεν
ανατιναχθή από τον αργαλειόν και το πρόσωπόν της εφάνη μεταξύ των
ανθέων του παραθύρου. Από την ταχείαν εμφάνισιν της κόρης, ο
Μανώλης ενόησεν ότι ήτο μόνη· αλλά διά παν ενδεχόμενον την
ηρώτησεν αν ήτο εκεί ο πατέρας ή ο αδελφός της. Ήθελε τάχα να τους
ειδοποιήση ότι εις τα Λιβάδια, όπου ήτο, είδεν ότι είχαν κάμη
ζημίας εις τα σπαρτά των τα ζώα και έπρεπε να πάνε να «στιμάρουν»
τας ζημίας διά να ζητήσουν αποζημίωσιν.
— Όι, λείπουνε κιοί δυο. Κιάν δε μ' οχτρεύγεσαι ακόμη, είπε με
μειδίαμα η Πηγή, κόπιασ' από μέσα.
Ο Μανώλης εισήλθε κατακόκκινος από εντροπήν και χαράν.
— Καλώς τονε το μανισμένο! είπεν η Πηγή, ακτινοβολούσα.
Και αφού του προσέφερε καθέκλαν, εκάθησε και αυτή απέναντι εις το
«σανίδι» του αργαλειού.
— Εγώ 'λεγα πως δε θα μου ξαναμίλιες μπλειο ... εξηκολούθησε.
Και την ταχυνή, οντέν επέρασες από κοντά μου και δεν εγύρισες να
με ξανοίξης ... Μα δεν ήκουσες απού σου μίλησα;
Ο Μανώλης εχαμήλωσε τα μάτια του και δεν απήντησε.
— Θα μάκουσες, μα ήθελες να με σκάσης κ' εγώ μόνο κατέω τον
καϋμό που πήρα!
— Ετσά τώκαμα, στα ψώματα ... είπεν ο Μανώλης γελών και
αισχυνόμενος συγχρόνως.
— Α! στα ψώματα! ... πεισματικά μούκανες! ... είπεν η Πηγή
σείουσα τον λιχανόν. Καλά, πονηρέ!
— Μα είντά 'θελες; να μη μανίσω ύστερ' από τα όσα μούπ' αδερφός
σου; ανεφώνησεν ο Μανώλης με αιφνιδίαν έξαψιν.
— Όι, εγώ δεν είπα πως δεν είχες δίκιο. Μα το φταίξιμό 'τονε
ταδερφού μου, δεν ήτονε δικό μου· κείντα μπορώ να 'πω 'γώ πούν'
αδερφός μου;
— Κ' εγώ είντα θες να κάνω σα μου λέει να μη ξαναρθώ στο σπίτι
σας και να μη σου ξαναμιλήσω;
— Να μη του συνορίζεσαι, γιατί 'νε αψόθυμος, μα κακός δεν είνε.
Και στο ύστερο είντα σε γνοιάζει;.. Δε σε φτάνει ... που σαγαπώ
εγώ; είπεν η Πηγή με φωνήν μόλις ακουσθείσαν.
Τα μάτια του Μανώλη εξήστραψαν.
— Κ' εγώ σ' αγαπώ, είπε, μα θωρείς πως δε μας αφίνουνε.
— Και θα περνάς πάλι απού τη στράτα μας να σε θωρώ;
— Ντα μπορώ να μην περνώ; είπεν ο Μανώλης και το πρόσωπόν του
εκοκκίνιζεν, ως μύδρος.
— Και δε θα μου ξανακάμης πεισματικά, ναι;
— Ναι, απήντησεν ο Μανώλης και η λέξις εξήλθεν από το στήθος του
ως εκπνοή κοχλάζοντος λέβητος.
Κάτι δε τωόντι έβραζε και εκόχλαζεν εντός του και τον ετίναξεν από
την καθέκλαν. Ηγέρθη και πλησιάσας εστήριξε τον βραχίονά του εις
την κορωνίδα του αργαλειού. Αλλ' η προσέγγισίς του επέτεινε και
την συγκίνησιν της Πηγής· εις δε την ταραχήν της εστράφη και αφού
επέρασε τα πόδια της εις τις πατητήρες έπιασε την σαΐταν. Αλλά τα
χέρια της έτρεμαν. Ο Μανώλης είχε σκύψει επ' αυτής και ησθάνθη
θερμήν την πνοήν του επί του τραχήλου της.
— Ψυχή μου, Πηγιό, ώμορφη πούσαι! εψιθύρισεν η φωνή του εγγύτατα
εις την παρειάν της.
Η κόρη απεσύρθη ολίγον εις το σανίδι και στραφείσα τον ητένισε με
πονηρόν μειδίαμα:
— Πλεια ώμορφη κιαπού τη Ζερβουδοπούλα; του είπε.
— Όι, όι, είπεν ο Μανώλης κρύπτων το πρόσωπον με τα χέρια του.
— Δεν τσ' είπες κιαυτηνής τα ίδια;
— Δεν το ξανακάνω ... θεόψυχά μου, δεν το ξανακάνω.
— Και δεν την αγαπάς καθόλου, καθόλου;
— Καθόλου.
— Παίρνεις όρκο;
— Θεόψυχά μου δε σούπα;
Η Πηγή εσταύρωσε τους δακτύλους της και προτείνουσα τον σταυρόν
προς τον Μανώλην του είπε:
— Φίλησ' εκέ!
Ο Μανώλης έσκυψεν, αλλ' από του σταυρού το φίλημα μετεπήδησεν εις
το μάγουλον. Η Πηγή προσεπάθησε να τον απωθήση, αλλ' ο Μανώλης ήτο
πλέον ακράτητος.
— Πηγιό μου, εψιθύριζεν, εγώ εσέν' αγαπώ κιόχι άλλη.
Και οι δυνατοί του βραχίονες την περιέσφιγγον, ενώ τα χείλη του
ανεζήτουν το στόμα της.
— Άφησε, Μανώλη ... έλεγεν η Πηγή προσπαθούσα να διαφύγη. Μπορεί
νάρθη κιανείς ... Άφησέ με, σου λέω, Άνε μ' αγαπάς ...
Επιτέλους, εξολισθήσασα από τον εναγκαλισμόν, έπεσεν εις τον
«πατητηρόλακκον», δηλαδή εντός του αργαλειού. Αλλ' ο ερωτικός
παροξυσμός του Μανώλη θα την παρηκολούθει και εκεί. Εννοείται δε
ότι διέτρεχεν ο αργαλειός τον κίνδυνον να εξαρθρωθή και το υφάδι
να κατακοπή. Αλλ' όλας αυτάς τας συμφοράς επρόλαβε μία γνωστή
φωνή:
— Επαδά 'σαι, παιδί μου Πηγιό;
— Η μάνα μου! ... είπεν ο Μανώλης, απομακρυνόμενος από τον
αργαλειόν.
— Η ντροπή! εψιθύρισε και η Πηγή εξερχομένη από τον
πατητηρρόλακκον κατασκονισμένη, με τα ενδύματα και την κόμην εις
αταξίαν.