(Κλειεί τους οφθαλμούς και φαίνεται βυθιζόμενος εις σκέψεις. — Ο

Σωκράτης εισέρχεται προς στιγμήν εις τον οικίσκον)

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Βλέπε λοιπόν και σκέψου•

μέσα στο νου μαζέψου

και σαν τη σβούρα να γυρνάς•

κι' αν ίσως σε καμμία

θα πέσης απορία,

σε άλλη σκέψι να περνάς.

Και διώξε από τα μάτια σου τον ύπνο το γλυκό.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αναπηδών όρθιος)

Πωπώ!

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Ποιο έπαθες κακό;

Τι υποφέρεις;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Χάνομαι ο δύστυχος! [όσ' ήσανε]

Κορίνθιοι {85} μέσ' στο σκαμνί, απάνου μου γλιστρήσανε

και με δαγκώνουν [στα γερά]•

μου κατασχίζουν τα πλευρά, —

ταρχίδια μου τραβάνε,

και την ψυχή ρουφάνε, —

μου σκάφτουνε τον κώλο

και μ' αφανίζουν [όλο]!

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Άφησε τα κλαψίματα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Και πώς, πού παν' τα χρήματα,

κ' η όψι {86}, κ' η ψυχούλα μου,

και η παντούφλες, [κι' ούλα μου]!

Και 'ς όλα τούτα τα κακά, αν ίσως και θ' αρχίσω εδώ,

σαν τους φρουρούς να τραγουδώ,

[μην τύχη κι' αποκοιμηθώ]{87}, —

εμ δεν θ' αργήσω να χαθώ.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

(εξερχόμενος και βλέπων τον Στρεψιάδην όρθιον και δυσανασχετούντα).

Τι κάνεις συ; δεν σκέπτεσαι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Ναι, μα τον Ποσειδώνα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Και τι εσκέφθηκες λοιπόν; [για λέγε].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

[Τούτα μόνα:

αν οι κορέοι κάτι τι θα μου αφήσουν.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Χάσου!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Να, τώρα μόλις χάθηκα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Μη δειλιάς• σκεπάσου•

για ναύρης τρόπο αρνητικό {88}

και πονηρό [τους δανειστάς να μην πληρώσης].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Τι κακό!

Ποιος τάχα με σοφίσματα θα με σκεπάση α ρ ν η τ ι κ ά

από [προβιές και] αρνιακά!

(Πίπτει πάλιν επί του θρονίου και φαίνεται βυθιζόμενος εις σκέψεις).

ΣΩΚΡΑΤΗΣ (μετά στιγμήν:)

Και τώρα για να ιδώ,

τι κάνει αυτός εδώ.

(Παρατηρεί τον Στρεψιάδην άνωθεν και τον ωθεί εις τους ώμους),

Ε συ! αποκοιμήθηκες;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Όχι, μα τον Απόλλωνα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Τίποτε δεν θυμήθηκες;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Ω, μα τον Δία, τίποτε.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Τίποτε;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Έχω φέρη, —

αυτό και μόνο: την ψωλή μέσ' στο δεξί μου χέρι.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Πώς; γρήγορα δεν θα σκεφθής κουκουλωμένος κάτι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Και σαν τι πράμα [να σκεφθώ]; για λέγε μου, [Σωκράτη].

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Συ πρώτα πρέπει να μας πης: τι αγαπάς [ως τόσο]

ν' ανακαλύψης;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Κανενός τους τόκους να πληρώσω

δεν θέλω, και το άκουσες χίλιες φορές.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Σκεπάσου,

σχίσε τη σκέψι σου λεπτή, κι όλα τα πράματά σου

εξέτασε σιγά-σιγά, αφού τα διαιρέσης

ορθώς και [ημπορέσης

να τα] παρατηρήσης.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Αχ! αλλοίμονό μου, ο δυστυχής!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Έλα και μην ανησυχής•

κι' αν 'ς απορία θα βρεθή η σκέψι σου [μεγάλη],

άφ' την, και ξανακίνησε την ίδια σκέψι πάλι,

και κλείσ' τη σε λιγάκι

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αιφνιδίως:)

Ω φίλε Σωκρατάκη!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Τι, γέρο;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Μια α ρ ν η τ ι κ ή για τόκους μούρθε γνώμη.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Φανέρωσέ τη μου λοιπόν.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Για πες μου τούτο ακόμη:

Αν πληρώσω [λόγου χάρι]

μια μαγίστρα Θεσσαλή, {89}

και τη νύχτα το φεγγάρι

κατεβάσω και το κλείσω σε μια θήκη στρογγυλή,

και το έχω σαν καθρέφτη ....

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

[Ε, καλά]• με τούτο τάχα τι ωφέλεια σου πέφτει;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Τι; μα όταν δεν θα βγαίνη το φεγγάρι κάθε τόσο,

εγώ τόκους δεν θα δώσω.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Και γιατί;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Γιατί τους τόκους δίνουν και τα δανεικά

κάθε μήνα [τακτικά]{90}.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Εύγε! θα σου ειπώ κ' έν' άλλο

πειο σοφό και πειο μεγάλο:

Αν σου γίνη καμμιά δίκη πεντατάλαντος [επίσης]

πώς θα κάνης να τη σβύσης;

Λέγε μου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (σκεπτόμενος)

Πώς;... πώς;., δεν ξέρω... να σκεφθώ...

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Το λογισμό σου

μη τον φέρνης εσύ πάντα γύρω από τον εαυτό σου•

άφ' τη σκέψι απ' τον αγέρα νάρθη ψηλοκρεμαστή, —

σαν το μπούρμπουλα δεμένη απ' το πόδι με κλωστή.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(σκεπτόμενος προς στιγμήν λέγει αιφνιδίως:)

Βρήκα μια καταστροφή

για τη δίκη, πιο σοφή,

οπού και συ επίσης

μ' εμέ θα συμφωνήσης.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Και ποια λοιπόν απ' όλες;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Εις τους φραρμακοπώλες

είδες την πέτρα την καλή,

τη διάφανη, που την φωτιάν ανάφτουν;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Λες για το γυαλί;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Βέβαια.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Και με τούτο τι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Αν έπαιρνα λοιπόν αυτή,

κ' εκείνη την ημέρα

που θα 'γραφε ο γραμματικός, την πέτρα παρά πέρα

στον ήλιο ν' αντικρύσω,

και [στη στιγμή] τα γράμματα της δίκης μου να σβύσω {91};

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ω, μα της Χάριτες! {92} σοφόν!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(τρίβων τας χείρας με ευχαρίστησιν)

Πω, πω, πω, πω! τι γλύκες!

που [μ' ένα πουφ!] θα σβύνωνται πέντε ταλάντων δίκες!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ (αιφνιδίως)

Άρπαχ' το γρήγορα κι' αυτό!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Τι; ποιο;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Πώς σε μια δίκη.

όπου δε είναι μάρτυρες μπροστά, την καταδίκη

θα εμποδίσης;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Εύκολα κι' αυτό μπορεί να γίνη

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Για λέγε το.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

θα σου το ειπώ. Μια δίκη μόλις μείνη

προτού εγώ να δικασθώ,

θα τρέξω και θα κρεμασθώ.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ (με έκφρασιν απογοητεύσεως)

Τίποτε!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Ναι, μα τους θεούς! όταν εγώ πεθάνω

δίκη με ποιόν θα κάνω;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ως ανωτέρω)

Η κάθε λέξι σου κουτή•

α να χαθής!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Αλλά γιατί,

Σωκράτη μου; σου λέω ναι!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Μα συ ξεχάνεις το ταχύ

ό,τι κι' αν μάθης• λέγε μου, τι σούχα μάθη στην αρχή;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Τώρα θα ιδώ . . . για στάσου . . .

(Σκεπτόμενος και ξύων την κεφαλήν του)

ποιο πρώτο τάχα ήτανε [απ' τα μαθήματά σου]; . . . •

(Αιφνιδίως)

Εκείνο που ζυμώνουνε ταλεύρι πώς το λένε;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Δεν πας λοιπόν να χάνεσαι, γεροξεμωραμένε

και ξεχασιάρη;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Συφορά! Τι μού ' μελλε να πάθω!

Εχάθηκα, το στρίψιμο της γλώσσας αν δεν μάθω!

(Προς τας Νεφέλας:)

— Μα σεις, Νεφέλες, μια καλή

πέστε μου τώρα συμβουλή.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Γέρο! σου συμβουλεύουμε, αν έχης γυιο κανένα

αναθρεμμένο, στείλε τον να μάθη αυτός για σένα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Έχω ένα γυιο, καρδιά χρυσή,

μα δεν μαθαίνει τίποτε. Αχ! τι να κάνω!

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Πώς εσύ

το επιτρέπεις;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Γιατί αυτός,

είναι τρανός και δυνατός,

κι' από της Κοισύρες {93} μία μου τον εχει γεννημένο

της ελαφροπεταλούδες. Ε, λοιπόν εγώ πηγαίνω

εις αυτόν, κι' αν δεν θελήση —

ε, μα δεν θα μ' εμποδίση

τίποτε, από το σπίτι να μη τον πετάξω [τώρα].

(Προς τον Σωκράτην:)

Έμβα και περίμενέ με μέσ' στο σπίτι λίγην ώρα.

(Απέρχεται ταχέως και εισέρχεται εις τον έναντι οίκον του).

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Καταλαβαίνεις τάχα,

ότι εμείς μονάχα

απ' όλους τους θεούς, πολλά

θα σου δωρήσουμε καλά;

Σαν τάχη αυτός χαμένα

και κρέμεται από σένα,

και τη δική σου προσταγή

να εκτελέση δεν θ' αργή, —

γλείφ' του το γρηγορώτερο

ό,τι μπορείς περσσότερο.

Να γίνη δεν πολυαργεί

σε τέτοιες σκέψης αλλαγή.

(Ο Χορός των Νεφελών αποσύρεται . — Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ εισέρχεται εις τον

οικίσκον του. — Εκ του έναντι οίκου εξέρχεται ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μετά του

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΟΥ).

ΣΚΗΝΗ Γ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εν οργή:)

Μα την καταχνιά! να μείνης πειά δω πέρα, δεν θα γίνη:

πήγαινε στο Μεγακλή, {94} [σου• — του 'χουν] η κολόνες [μείνη]

άντε φά 'τες [εκεί πέρα].

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Τι έπαθες, καλέ πατέρα;

Μα τον Δία του Ολύμπου, δεν είσαι καλά.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(με ειρωνείαν και αγανάκτησιν:)

Να, να!

καλέ τι κουτός! τον Δία του Ολύμπου κοπανά!

Να! σε τέτοια ηλικία

πούνε τώρα, να πιστεύη στον Ολύμπιο τον Δία!

(καγχάζει).

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Τι γελάς γι' αυτό;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Που βλέπω πως παιδί εισ' απ' τώνα μέρος,

μα στης σκέψεις είσαι γέρος.

Έλα δω λοιπόν [μαζύ μου] για να ξέρης πειο πολλά,

και για να σου ειπώ και πράμα, που αν το μάθης συ καλά,

σωστός άνδρας θα γενής•

μα δεν πρέπει να το μάθη από σέν' αυτό κανείς.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Ε, καλά λοιπόν, τι είνε;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Συ ωρκίσθης «μα τον Δία».

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Βέβαια.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Λοιπόν το βλέπεις τι καλό πούν' η παιδεία;

Δεν υπάρχει, Φειδιππίδη, Ζευς.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

[Καλά, και] τι υπάρχει;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Σ τ ρ ό β ι λ α ς {95}, οπού τον Δία πέταξε και τούτος άρχει.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Μπα! παραλαλείς;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Να ξέρης πως είν' έτσι [κι' όχι αλλοιώς].

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Ποιος τα λέει αυτά [για πες μου];

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Ο Σωκράτης ο Μ η λ ι ό ς {96}

και ο Χαιρεφών, που ξέρει να μετράη του ψύλλου αχνάρι {97}

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Και η ζούρλια η δική σου τέτοιον δρόμον έχει πάρη,

που 'ς εκείνους να πιστέψης τους υποχονδριακούς;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Να μιλάς καλά, και λόγους να μη λες ποτέ κακούς

για τους άνδρες τούτους, πούχουν νου και γνώσι και σοφία.

Γιατί από οικονομία

δεν κουράσθηκαν ποτέ τους, ή με μύρα ν' αλειφθούνε,

ούτε πήγανε ως τώρα στο λουτρό για να πλυθούνε.

Ενώ συ μου καταλούζεις [διαρκώς] τα χρήματά μου,

σαν να ήμουν πεθαμένος. Έλα γρήγορα [κοντά μου]

να τα μάθης συ για μένα.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Τι καλό [και κολοκύθια]

θα μπορέση για να μάθη απ' αυτούς κανείς;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ειρωνικώς:)

Αλήθεια;

Μα την κάθε μια σοφία πούχει ο άνθρωπος [θα λάβης],

που [ευθύς] θα καταλάβης

τι χονδρός ο εαυτός σου κι' αμαθής που είνε [τώρα].

Στάσου και περίμενε με εδώ πέρα λίγην ώρα.

(Εισέρχεται μετά σπουδής εις τον οίκον του).

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (μόνος:)

Δυστυχία! τι να κάνω; ο πατέρας μου ετρελλάθη!

και μ' αυτό που έχει πάθη

[σκέπτομαι] διπλό σκοπό:

ή να πάω στους νεκροθάφτες και την τρέλλα του να ειπώ,

ή σε δίκη να τον φέρω.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(εξέρχεται κρατών υπό την μίαν μασχάλην πετεινόν και υπό την ετέραν

όρνιθα:)

Για να ιδούμε, [το γνωρίζεις];

(Δεικνύων τον πετεινόν:)

Λέγε μου, σαν τι νομίζεις

πως είναι τούτο που κρατώ;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Πουλερικό {98}.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (δεικνύων την όρνιθα:)

Καλά• κι' αυτό;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Π ο υ λ ε ρ ι κ ό.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

[Μπα! Ετσι αι;] Ώστε τα δυο αντάμα

είναι το ίδιο πράμα;

Είσαι γελοίος! τα παληά που ξέρεις πάν' εκείνα {99}•

αυτό το λένε πετεινό και τούτο π ε τ ε ι ν ί ν α.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (καγχάζων:)

Πώς; π ε τ ι ν ί ν α; και αυτά τα γνωστικά μαθαίνεις

εδώ 'ς αυτούς τους γηγενείς τους [ασεβείς] {100} που μπαίνεις;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Κι' άλλα πολλά• μα ό,τι εγώ κι' αν μάθω μια φορά καλά,

την άλλη ώρα τα ξεχνώ, από τα χρόνια τα πολλά.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Μπα, και για τούτο έχασες λοιπόν το φόρεμά σου;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Το κ α τ α φ ι λ ο σ ό φ η σ α {101}, δεν το 'χασα.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

[Για στάσου]•

κι' η παντούφλες σου, κουτέ, πού τάχα παίρνουνε ψωμί;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Α, σαν τον Περικλή [κ' εγώ θα σου το ειπώ εις τη στιγμή]:

(με κωμικόν στόμφον)

«Της έχασα όπου έπρεπε {102}!» — Και σφάλμ' αν είν' ακόμη

τράβα να πάμε, κι' άκουσε την πατρική τη γνώμη.

Κ' εγώ θυμούμαι μια φορά, που ήσουν έξη χρόνων

παιδί, και όμως σ' άκουσα — τραύλιζες τότε μόνον —

και με τον πρώτον οβολό που πήρα του ηλιαστή {103},

έν' αμαξάκι {104} αγόρασα στων Διασίων {105} τη γιορτή.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Για όλ' αυτά, [πατέρα],

θα λυπηθής μια μέρα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ενθουσιωδώς:)

Εύγε σου! που επείσθηκες [το πως δεν είνε τρέλλα

αυτά που άκουσες να ειπώ].

(Εισέρχεται εις την αυλήν του Σωκράτους, σύρων εκ της χειρός τον

Φειδιππίδην, και σπεύδει εις την θύραν του οικίσκου:)

— Σωκράτη! έλα! έλα!,

του άλλαξα τη γνώμη

του γυιου μου, και στον κουβαλώ και άθελά του ακόμη.

(Εξέρχεται ο Σωκράτης)

ΣΚΗΝΗ Δ'

ΣΩΚΡΑΤΗΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ακόμ' είν' άμυαλο παιδί, και δεν είνε τριμμένο

εις της κρεμάστρες μας εδώ.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

(δεικνύων τον κρεμάμενον κόφινον:)

Αν σ' είχαν κρεμασμένο,

θάσουν τριμμένος πειο καλά.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Δεν χάνεσαι [κρεμανταλά],

που έβρισες το δάσκαλο;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

(μιμούμενος εις την έκφρασιν τον Φειδιππίδην:)

«Αν σ' είχαν κρεμασμένο!»

Τι άσχημα ειπωμένο,

και με τα χείλια χάσκοντας!... Μια δίκη [εναντία]

πως θα γνωρίζη να γλιστρά, ή και μια μαρτυρία

και στον αντίδικο γερά να βγάλη επιχειρήματα {106};

το έμαθ' ο Υπέρβολος {107} μ' ενός ταλάντου [χρήματα].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Ησύχασε και μάθε τον• έχει εξυπνάδα φυσική.

Ήτανε τόσο δα παιδί, και μέσ' στο σπίτι μας εκεί,

και καραβάκια σκάρωνε, κ' έφτιανε και σπιτάκια,

και πέτσιν' αμαξάκια,

και βατραχάκια [τόσα να]

από ροϊδόφλουδ' αδειανά, —

άμ' τι θαρρείς; Όταν λοιπόν τους λόγους σου, — τον

[«Κρείττονα»

ποιος είνε, και τον «Ήττονα» εκείνος θα

γνωρίζη,

τα δίκαια με τάδικα θαναποδογυρίζη.

Και αν να μάθη και τους δυο τους λόγους βρίσκη κόπο,

ε, μάθε του τον Άδικο λοιπόν με κάθε τρόπο.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

[Σώπα]• κι' απ' τους δυο αντάμα

θα τα μάθη το παιδί σου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Ε, πηγαίνω• μα θυμήσου

ότι [πρέπει] ν' αντιλέγη 'ς όποίο [βρίσκει] δίκηο πράμα.

(Ο Στρεψιάδης αποσύρεται και εισέρχεται εις τον οίκον του. — Δύο

Μαθηταί του Σωκράτους εξάγουν εκ του οικίσκου τον ΔΙΚΑΙΟΝ ΛΟΓΟΝ και

τον ΑΔΙΚΟΝ ΛΟΓΟΝ, έκαστον εντός κλωβού, και τοποθετούντες αυτούς

έναντι αλλήλων, αποσύρονται. — Ο Άδικος είνε ακμαίος ανήρ, ο δε

Δίκαιος γέρων).

ΣΚΗΝΗ Ε'

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ. — ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ. — ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

(προς τον Άδικον Λόγον προκλητικώς:)

Έλα και στους θεατάς μας να φανής ποιος είσαι, συ

με το ύφος το θρασύ.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Τράβα κι' όπου θέλεις πάμε• 'ς όσο πειο πολλούς μιλήσω,

πειο πολύ θα σε νικήσω.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Συ εμέ; ποιος είσαι τάχα;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Λόγος.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μα ο «Ήττων» [λόγος, ο κατώτερος μονάχα).

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μα κι' αν λες πως είσαι ο «Κρείττων» [κι' ο ανώτερος], η

[νίκη

εις εμένα μόνο ανήκει.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Τι σοφό θα κάνης;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Νέας θαύρω σκέψεις.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (δεικνύων το κοινόν)

Εις αυτούς

τους κουτούς περνούνε τέτοια.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Τους σοφούς, κι' όχι κουτούς.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Θα σε καταστρέψω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πες μας, πώς;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Τα δίκηα θα μιλήσω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μα κ' εγώ μ' αντιλογίες θα ταναποδογυρίσω.

Σου το λέω: δεν υπάρχει πουθενά δικαιοσύνη.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Δεν υπάρχει, λες;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Για πες μας, που υπάρχει τάχα εκείνη;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Στους θεούς.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Και αν υπήρχε τέτοιο πράμα [εκεί πέρα],

πώς ο Ζευς, που τον πατέρα

είχε δέση, δεν εχάθη;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πω, πω, πω! ως εδώ φθάνει

το κακό;! φέρτε λεκάνη!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Σαχλέ, γεροφαντασμένε!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πούστη συ και ντροπιασμένε, —

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ρόδα είν' τα λόγια εκείνα!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Με βρωμόλογα στο στόμα {108} —

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μ' εστεφάνωσες με κρίνα.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πατροκτόνος είσαι ακόμα!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μωρέ δεν καταλαβαίνεις

με χρυσάφι πως με ραίνεις;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το χρυσάφι αυτό μολύβι ήταν στον παληό καιρό.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Τώρα όμως με στολίζει.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Έχεις θράσος φοβερό!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Και συ είσαι μουχλιασμένος.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Και συ είσαι η αιτία,

που δεν θέλουν πειά οι νέοι να πηγαίνουν στα σχολεία.

Μα κι' οι Αθηναίοι αυτοί

θα το νοιώσουν τι μαθαίνουν από σένα, οι κουτοί!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Εξεράθης πεινασμένος!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Και συ είσ' ευτυχισμένος.

Μολονότ' [συνεχώς]

ήσουν στην αρχή φτωχός,

λέγοντας πως είσαι όμοιος του Τηλέφου {109} απ' τη Μυσία,

κ' έτρωγες απ' το ταγάρι, Πανδελέτου {110} πονηρία.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (θριαμβευτικώς:)

Πώπω! για την εξυπνάδα και τη γνώσι μου λες τώρα!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (ειρωνικώς:)

Πώπω! για την τρέλλα λέω, πούχεις συ και τούτ' η χώρα

που την αφεντιά σου τρέφει,

τα παιδιά να καταστρέφη.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (εννοών τον Φειδιππίδην).

Δεν θα τον διδάξης τούτον εσύ, γεροκουτομόγια.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πρέπει να σωθή, και όχι να μαθαίνη μόνο λόγια.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

(προς τον Φειδιππίδην δεικνύων τον Δίκαιον Λόγον)

Έλα δω, [και μη σε μέλη]•

κι' ας ζουρλαίνεται όσο θέλει.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μα να κλάψης [θα σε κάνω],

αν του βάλης χέρι απάνω.

ΧΟΡΟΣ

Να παύσετε τον πόλεμο, [τα πάθη],

και τα βρισοκοπήματα.

(προς τον Δίκαιον Λόγον:)

— Συ δείξε, στους παληούς τι έχεις μάθη —

(προς τον Άδικον Λόγον: )

— Δείξε και συ τα νέα τα μαθήματα,

κι' αυτός από τα λόγια σας θα κρίνη

ποιου απ' τους δυο σας μαθητής θα γίνη.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ω, ναι! κ' εγώ αυτό θέλω να κάνω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κ' εγώ το θέλω με το παραπάνω.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Έλα, ποιος θ' αρχίση

πρώτος να μιλήση;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ας αρχίση αυτός• και όσα

η δική του θα ειπή [γλώσσα],

θα τα καταπολεμήσω με λογάκια όλο νέα

και σοφίσματα [σπουδαία].

Και στο τέλος, αν [μπροστά μου]

ένα γκιχ θα κάνη μόνο, από τα σοφίσματά μου

θα γενή [ευθύς] κομμάτια,

σαν να τον κεντρώσαν σφήκες και στα μούτρα και στα μάτια.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Σεις, πούχετε το θάρρος στη ρητορική,

δειχθήτε και ο ένας και ο άλλος

με λόγια επιτήδεια και λογική {111},

να ιδούμε ποιος θα βγη ο πειο μεγάλος.

Γιατί στην ώρα αυτή

κίνδυνος φαίνεται τρανός

για τη σοφία καθενός,

που με αγώνα τρομερόν ο κάθε φίλος μου ζητεί.

(Προς τον Δίκαιον Λόγον:)

Και τώρα συ, που τους παληούς ανθρώπους

τους εστεφάνωσες με τίμιους τρόπους,

βάλε λοιπήν, όση αγαπάς, φωνή,

ο λόγος σου ποιος είνε να φανή.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Για την παληά θα σας ειπώ εκείνη

παιδεία, σαν η νειότη μου ανθούσε,

όταν μιλούσα με δικαιοσύνη

κι ο κόσμος φρονιμάδα την περνούσε.

Απ' τα παιδιά 'ς εκείνον τον καιρό

ούτ' ένα γκιχ δεν άκουγες [ξερό].

Μισόγυμνοι, μα και σεμνοί εβγαίνανε

μαζύ—μαζύ στους δρόμους οι γειτόνοι,

και στης κιθάρας το σχολειό πηγαίνανε,

κι' αν έπεφτε σαν πίτουρο το χιόνι.

Κ' εκεί μαθαίνανε να τραγουδούνε,

ή «την Παλλάδα [Αθηνά] την τρομερή» {112}

ή «τον αχό της λύρας τον βαρύ», {113}

χωρίς σφιχτά τα πόδια να κρατούνε•

και δίνανε στην αρμονία τον τόνο,

που παίρνανε απ' τους γονηούς τους μόνο

Κι' αν έλεγαν καμμιά φορά

λόγια σαχλά και βρωμερά,

ή τη φωνή τους λύγιζαν ποτέ,

— όπως του Φρύνι {114} τώρα οι μαθηταί

με τη δυσκολολύγιστη στροφή

και τα στρεβλά και πούστικα τσακίσματά {115} τους, -

γι' αυτή της Μούσας την καταστροφή

πολλές ραβδιές ετρώγαν στα πλευρά τους!

Και, καθισμένοι στη γυμναστική τους,

οι νέοι, επροβάλλαν το μερί τους,

κανείς από τους έξω να μη βλέπη

εις το κορμί τους πράμα που δεν πρέπει.

Κι' όταν εσηκώνοντο, εσιάζανε

την άμμον, [όπου ήσαν καθισμένοι,

στους εραστάς που απ' έξω [τους κυττάζανε],

της νειότης τους σημάδι να μη μένη.

Ο νέος άλειφε το σώμα [στα μισά]

κι' από τον αφαλό ποτέ πειο κάτου,

κι' ανθούσε εις τα μέλη τα κρυφά του,

όπως στα μήλα, χνούδι και δροσιά.

Και ούτε την κατέβαζε στα μαλακά

σαν περπατούσε, ο νέος, τη φωνή του,

να προξενεύη με τα μάτια [τα γλυκά]

τον εαυτό του εις τον εραστή του.

Ούτ' ήτανε δικαίωμα [του κάθε νηού],

στην ώρα του φαγιού, ν' απλώνη χέρι

σε άνηθο ή σε κεφάλι ραπανιού

ή σέλινο, εκεί που ήσαν οι γέροι,

κι' ούτε φαγιά και τσίχλα κατεβάζανε,

ούτε το πόδι απάνω στ' άλλο εβάζανε.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Αυτά τα κάνανε θαρρώ

στων Διπολίων {116} τον καιρό,

και μυρίζουνε Κηκείδην {117} και Βουφόνια {118} [περισσά]

και τζιτζίκια [που φορούσαν στα κεφάλια τους, χρυσά].

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κι' όμως τούτη μόνον ήταν η παιδεία μου [κ' η σκέψι],

που τους Μαραθωνομάχους [τους μεγάλους] είχε θρέψη.

Συ τον έχεις μαθημένον

τον σημερινόν τον νέον

μεσ' στα ρούχα τυλιγμένον, —

οπού πνίξιμο με πιάνει, μέσα στων Παναθηναίων

σαν χορεύη [τη γιορτή]

[το χορό] στην Αθηνά {119},

την ασπίδα του κρατεί,

(ειρωνικώς:)

και χαλάει το χορό του, κρύβοντας τα μπροστινά.

(Προς τον Φειδιππίδην:)

Για όλ' αυτά, παιδάκι μου, [που έχεις ακουσμένα],

τον Λόγον τον καλήτερον διάλεξε συ, — εμένα.

Και θα μισής την αγορά,

θαπέχης κι' από τα λουτρά,

στο κάθε πράμα πούν' αισχρό συ θα αισθάνεσαι ντροπή

κι' όλος θανάφτης, αν κανείς λόγο πειραχτικό σου ειπή,

και θα μισοσηκώνεσαι από το κάθισμά σου,

όταν οι γεροντότεροι περνούν από μπροστά σου.

Μη κάνης στο γονηό κακό, μη κάνης πράματ' απρεπή,

γιατί προσβάλλεις τη Ντροπή•,

Και ούτε στης χορεύτριες αρμόζει να πηγαίνης,

γιατί εκεί που χάσκοντας θα μένης,

με μήλο ένα πορνίδιο μπορεί να σε χτυπήση,

και την υπόληψί σου να τη σβύση.

Μήτε και στον πατέρα σου ναντιλογής ποτέ,

ή να του πης καμμιά φορά «[γέρω]»-Ιαπετέ {120}»,

ούτε και για τα χρόνια του να τον χλευάσ' η γλώσσα σου,

αυτόν, που ήταν η κλώσσα σου.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Αν όσα λόγια είπ' αυτός, παιδί μου, ακολουθήσης,

τότε, μα τον Διόνυσο, και συ θα καταντήσης

σαν τα παιδιά [που γέννησε] ο Ιπποκράτης {121} [ο γιατρός] —

και θα σου λέν' πως βλίτα {122} τρως.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

(εξακολουθών ν' αποτείνεται, προς τον Φειδιππίδην:)

Με δυνατό και ανθηρό το σώμα

στα γυμναστήρια θα είσαι [ακόμα]•

ούτε από το στόμα σου θα βγαίνη

ανοησία — σαν κι' αυτούς — στην αγορά,

ούτε θα παρασύρεσαι [κάθε φορά]

σε δίκη μικραντιλογοχαμένη {123} .

Μα στην Ακαδημία συχνά θα κατεβαίνης

και στης εληάς τον ίσκιον [εκεί] της ιερής {124},

με συνομήλικόν σου σεμνόν που θα πηγαίνης

από καλάμι άσπρο στεφάνι θα φορής•

πυκνοφυλλούσσας λεύκας {125} και σμιλαγγιού μαζύ σου

και «αμεριμνησίας» {126} θάχης μοσχοβολιά,

κ' η άνοιξις σαν έλθη θα χαίρετ' η ψυχή σου,

που ο πλάτανος συρίζει κοντά εις τη φτελιά.

Αν ίσως κάνης συ αυτά

οπού εγώ σου λέω,

θάχης τα στήθηα δυνατά,

το χρώμα σου ωραίο,

θάχης τον ώμο σου μακρύ,

θάχης τη γλωσσά σου μικρή,

θάχης πλατειά τα πισινά

θάχης κοντά τα μπροστινά.

Κι' αν από τους σημερινούς

παράδειγμα θα πάρης,

θάχης τους ώμους αχαμνούς,

θα γίνης κιτρινιάρης,

θάχης τα στήθηα σου λεπτά,

μεγάλα τα μεριά σου [αυτά],

θάχης στενά

τα πισινά,

και ψηφίσματα και γλώσσα

θάχης τόσα κι' άλλα τόσα.

Το κάθ' αισχρό, καλό πως είναι θα σε πείση,

και το καλό, πως είν' αισχρό θάχης νομίση,

και εις το τέλος θα γεμίσης κι' από κείνη

του Αντιμάχου {127} του αισχρού την πουστοσύνη.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

Συ, που καλλιεργείς τη δοξασμένη

σοφία και την καλοπυργωμένη,

ω τι σεμνό λουλούδι και γλυκύ

υπάρχει μέσ' στα λόγια σου [εκεί]!

Μα βέβαια κ' ευτυχισμένοι ήσανε

όσοι στην εποχή σου τότε ζήσανε!

(Προς τον Άδικον Λόγον:)

Συ, με τη Μούσα την κομψή, κάτι καινούργιο τώρα

πρέπει να ειπής, γιατί αυτός σ' ενίκησε [ως την ώρα]•

αν θέλης από πάνω του να ρθης [εις την εντέλεια],

σου πρέπει σκέψι δυνατή, χωρίς να φέρης γέλια.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (προς τον Φειδιππίδην:)

Τα σπλάχνα μου επνίγονταν [για τούτη την αιτία],

και να γκρεμίσω ήθελα με λόγια εναντία

τα όσα είπε• γιατί εδώ, σε τούτους τους δασκάλους

ο «Ήττων» ωνομάσθηκα, που πρώτος απ' τους άλλους

βρήκα τη μέθοδο εγώ

στους νόμους για ναντιλογώ

και εις τα δικαστήρια• όταν λοιπόν η νίκη

στο λόγο, τον περσότερο αδύνατον, ανήκη,

δέκα χιλιάδες τ ά λ η ρ α {128} και πειο πολύ βαρύνει.

Κύττα πώς τη σοφία του θα κουρελιάσω εκείνη,

που τόσο την πιστεύει.

Νάτος! αυτός γυρεύει

και να λουσθής με το θερμό νερό να μη μπορής.

(Προς τον Δίκαιον Λόγον:)

Για πες μας, το θερμό λουτρό γιατί κατηγορείς;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Είνε κακό• φτιάνει δειλόν τον άνδρα

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Στάσου, στάσου!

δεν μου ξεφεύγεις• πιάστηκες [στα λόγια τα δικά σου].

Για πες μου: από του Διός, σαν πειό απ' όλα τα παιδιά

κόπους δοκίμασε πολλούς και έχει την πειο τρανή καρδιά;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Τον Ηρακλή εκείνο

για πειο μεγάλον κρίνω.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κ' είδες Ηράκλεια λουτρά

ως τώρα πουθενά ψυχρά;

Παλληκαράς ποιος άλλος

εβγήκε πειο μεγάλος;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Αυτά κι' αυτά, που σήμερα οι νέοι σαλιαρίζουν,

αδειάζουν της παλαίστρες μας και τα λουτρά γεμίζουν.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κατόπιν [επροχώρησες

και 'ς άλλο], και την αγοράν [ακόμα] κατηγόρησες•

μα εγώ την επαινώ αυτή•

γιατί αν ήτανε κακόν, ο Όμηρος αγορευτή

δεν θάκανε τον Νέστορα, και τους σοφούς τους άλλους.

Στη γλώσσα τώρα έρχομαι, που λόγους, λέει, μεγάλους:

δεν πρέπει να γυμνάζωνται οι νέοι — αλλά πρέπει!

και νάνε, λέει, φρόνιμοι• εδώ [καθένας βλέπει]

δύο κακά• εξέτασε και πες μου [σε παρακαλώ]:

τη φρονιμάδα είδες ποτέ να βγαίνη σε καλό;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ω, σε πολλά• και ο Πηλεύς {129}, γιατ' ήταν μυαλωμένος,

επήρε ξίφος.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ξίφος, αι; ωχ! ο δυστυχισμένος!

αστεία, πήρε χάρι.

Κέρδισ' απ' το λυχνάρι

τάλαντα ο Υπέρβολος {130}, μα με την πονηρία•

και όμως δεν εκέρδισε και ξίφος, μα τον Δία!

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μα ο Πηλεύς της Θέτιδος ο άνδρας είχε γίνη,

που ήταν φρόνιμος.

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Γι αυτό του το 'σκασε κ' εκείνη.

Γιατί δεν ήταν τολμηρός, κι' ούτε γλυκύς [ακόμα

της νύχτες εις το στρώμα.

και η γυναίκα δεν ποθεί

παρά το πώς να γαμηθή, —

και σ' είσ' ένα ψωφάλογο!

(Προς τον Φειδιππίδην:)

Ο νους σου τώρ' ας κρίνη,

παιδάκι μου, πόσα καλά η φρονιμάδα κλείνει!

Τι ηδονές θα στερηθής! παιδιά, γυναίκες, φαγητά,

τι γέλια και τι χάχλανα και τι παιγνίδια {131} και πιοτά!

Τότε γιατί κανείς να ζη

στερούμενος αυτά μαζύ;

Ας είνε^ τώρ' ας έλθουμε 'ς ό,τι απαιτεί κ' η φύσι•

Αν ίσως και αμάρτησες, αν έχης αγαπήση,

και σε τσακώσουνε ποτέ γυναίκα να μοιχεύης,

εχάθηκες• και να σωθής με λόγια μη γυρεύης.

Μαζύ μου όμως [θα μπορής]

και να πηδάς και να χαρής

ό,τι είνε πράμα φυσικό,

και να γελάς, και τίποτα να μη νομίζης για κακό.

Κι' αν σε τσακώσουν για γαμιά,

να ειπής πως αδικία συ δεν έκαμες καμμιά,

κι' αμέσως το παράδειγμα να φέρης εις τον Δία,

πούχει κι' αυτός στον έρωτα [μεγάλη] αδυναμία

και στης γυναίκες• πώς λοιπόν θα γίνης συ, πούσαι θνητός,

απ' το θεό πειο δυνατός;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κι' αν πίσωθε ραπανωθή {132}

και με τη στάχτη μαδηθή,

θα έχη επιχείρημα κανένα να μας μάθη

πώς δεν είν' ανοιχτόκωλος;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Και τι κακό θα πάθη

κι' αν είναι κι' ανοιχτόκωλος;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μα κι' απ' αυτό μονάχα

τι είνε μεγαλείτερο;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Τι θάλεγες συ τάχα

'ς αυτό κι' αν σε νικούσα;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Εγώ; θα σιωπούσα.

Τι άλλο;

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Πες: τους ρήτορας {133} [αυτούς που έχουμ' όλους],

πού τους προμηθευόμαστε;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Απ' τους ανοιχτοκώλους!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μ' έπεισες• και τους τραγικούς [αυτούς που έχουμ' όλους]

που τους προμηθευόμαστε;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Απ' τους ανοιχτοκώλους!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Σωστά• και τους δημαγωγούς [αυτούς που έχουμ' όλους]

που τους προμηθευόμαστε;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Απ' τους ανοιχτοκώλους!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Νοιώθεις πως τίποτα δεν λες; Για κύτταξε απ' τους θεατάς

τους πειο πολλούς.

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κυττάζω, να!

Ο ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Και τι λοιπόν εσύ κυττάς;

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μα τους θεούς! οι πειο πολλοί και από τούτους όλους —

απ' τους ανοιχτοκώλους!

Νεφέλαι · 第 2 / 5 段