Ποιος, Μούσες, ποιος αθάνατος έδειξε αυτήν την τέχνη;

Που αυτή η καινούρια μάθηση τανθρώπου νάχει αρχίσει;

Ο Αρισταίος ο πιστικός, καθώς ο λόγος λέει,

Σαν έχασε από λοιμικό και πείνα τα μελίσσια

Φεύγοντας τα Πηνειακά τα Τέμπη, λυπημένος

Στάγιο το κεφαλόβρυσο, στου ποταμού την άκρη.

Εστάθηκε κλαιάμενος πολύ και της γεννήτρας

Τούτα τα λόγια εμίλησε: — “Μάννα, Κυρήνη, μάννα.

Που μες στα βάθη κατοικείς σ' αυτήν την καταβόθρα,

Γιατί από γένος θεϊκό περίλαμπρο (αν αλήθεια,

Ως μούπες, είνε ο Απόλλωνας πατέρας μου ο θυμβραίος)

Από τες μοίρες μισητό μ' εγέννησες; Η αγάπη,

Πούχες για εμέ, πού εδιώχτηκε; τι με παρακινούσες

Να καρτερώ τον ουρανό; Μα κοίτα, ως και της ζήσης

Της πρόσκαιρης τη δόξα αυτή που, αφού εδοκίμασα όλα,

Μου επροβοδούσε μεταβιάς η ακάματη επιμέλεια,

Ενώ είσαι εσύ μητέρα μου, την παραιτώ· ομπρός τώρα

Η ίδια εσύ ξερρίζωσε τα χρήσιμα τα δέντρα,

Η ίδια με το χέρι σου φωτιά χαλάστρα φέρε

Στους σταύλους και κατάστρεφε το θέρισμα και κάψε

Τες φυταλιές, κι' ανέμισε και το τρανό πελέκι

Στ' αμπέλια, αφού εσυχάθηκες τον έπαινο μου τόσο.”

Μα την αντάρα αγρίκησεν η μάννα στο θαλάμι

Κάτουθε από τον τρίσβαθο τον ποταμόν. Οι Νύμφες

Γύρου της έγρεναν μαλλί της Μίλητος βαμμένο

Σε χορταμένα βάμματα, πράσινα σαν κρουστάλλι,

Η Δρυμώ, η Λίγεια, κ' η Ξανθώ, κ' η Φυλλοδόκη ακόμα,

Που στο λευκό τους το λαιμό λαμπρά σγουρά εχυνόνταν,

[Κ' η Κυμοδόκη, κ' η Σπειώ, κ' η Θάλεια, κ' η Νυσαίη,]

Ως κ' η Κυδίππη κ' η ξανθή Λυκωριάδα, η μία

Παρθένα, η άλλη πρωταριά στους πόνους της Ειλήθυιας,

Ως κ' η Βερόη κ' η αδερφή Κλειώ, που θυγατέρες

Ήταν κ' οι δύο του Ωκεανού κ' ήταν κ' οι δυο ζωσμένες

Με μάλαμα και με πετσιά χρωματιστά κ' οι δύο,

Κ' η Εφύρα, κ' η Ώπις, κ' η Ασιακή Δηιόπεια και τέλος

Η γοργοπόδα Αρέθουσα με δίχως τα βελτόνια.

Και στες κυκλοκαθούμενες διηγότουν η Κλυμένη

Τες μάταιες έγνοιες του Ήφαιστου και του Άρη τες απάτες

Και τες κλεμμένες ηδονές, και τες πυκνές αγάπες

Αναμετρούσε των θεών απ' τον καιρό του Χάους.

Κ' ενώ από το τραγούδι της συνεπαρμένες στρίφουν

Τ' αδράχτια και το μαλακό τον κάματό τους γνέθουν,

Ταυτιά της μάννας χτύπησε το κλάμα του Αρισταίου

Πάλι κι' όλες εσάστισαν στους κρουσταλλένιους θρόνους.

Μα πρώτη από τες αδερφές η Αρέθουσα προβάλλει

Στην κορυφή της ρεματιάς τολόξανθο κεφάλι

Τηράζοντας κι' από μακρυά τα λόγια τούτα λέει: —

“Του κάκου δεν ετρόμαξες, αχ αδερφή Κυρήνη.

Το τόσο στέναγμα· είνε αυτός· η πλιο μεγάλη σου έγνοια,

Ο Άρισταίος ο άχαρος, που δίπλα στου πατέρα

Πηνειού το κύμα στέκεται για σένα δακρυσμένος,

Και σου μιλεί,” σκληρόψυχη μητέρα “κράζοντάς σε.

Κι' από τη σκιάξη αγνώριστη, κρουσμένη η μάννα λέει:

“Φέρτον, ομπρός, φέρτον σε μας· τούνε συχωρεμένο

Των αθανάτων των θεών ν' αγγίξει τα κατώφλια.”

Και τα βαθειά τα κύματα φαρδιά προστάζει αμέσως

Ν' ανοίξουν και τα πόδια του βάζει εκεί μέσα ο νέος.

Όμως το κύμα εστάθηκε τρογύρω του καμπύλο

Σαν το βουνό, στο διάπλατο τον κόρφο τον εδέχτη

Και κάτου από του ποταμού την κοίτη τον επήρε.

Κ' επροχωρούσε τώρα αυτός θιαμάζοντας τα κράτη

Τα ογρά, και της μητέρας του τα σπίτια και στα σπήλια

Λίμνες κλειστές ολόγυρα και δάση που εβουίζαν,

Και στατικός απ' των νερών το κίνημα το μέγα

Όλους τηρά τους ποταμούς τους διάφορους να τρέχουν

Κάτου απ' τη γης την απεικιά, στους τόπους τους: το Λύκο,

Το Φάσιδα, και τες πηγές όθε με βια αναβρύζει

Ο Ενιπέας ο τρίσβαθος κι' ο Κάικος της Μυσίας,

Κι' ο πετρερός ο Ύπανις βροντώντας, κι' όθε βγαίνει

Ακόμα κι' ο Τιβερινός πατέρας και τ' Ανίη

Η ρεματιά κι' ο Ηριδανός, πούχει στο πρόσωπό του

Το δαμαλίσιο ολόχρυσα τα δυο τα κέρατά του,

Και σαν εκείνος ποταμός άλλος κανείς δε ρέει

Ανάμεσα στα λιπαρά χωράφια και κανένας

Με τόση ορμή στο πορφυρό το πέλαγο δε βγαίνει.

Και στην κισσεροθόλωτη τη γράβα εμπήκε απέκει

Του κρυφτοντά, κ' εγνώρισε του γιού της η Κυρήνη

Το περιττό παράπονο, κ' οι δυο αδερφές στα χέρια

Κατά την τάξη ξάστερο βρυσόνερο του χύνουν,

Και φέρνουν σφογγιστόπαννα με φλόκια κουρεμένα.

Και μερικές τα φαγητά φορτόνουν στα τραπέζια

Και τα ποτήρια ολάγιομα πιθόνουν και καπνίζουν

Φωτιές απάνου στους βωμούς Παγχαϊκές. Και τότες,

“Πάρε μια κούπα Λυδικό κρασί” του λέγει η μάννα

“Κι' ας στάξουμε του Ωκεανού.” Και παρευτύς εκείνη

Περικαλεί τον Ωκεανό, τον κύρη απ' ό,τι υπαρχει,

Ως και τες αδερφάδες της τες Νύμφες που ρουμάνια

Υπερασπίζουν εκατό κι' άλλα εκατό ποτάμια.

Και τρεις φορές εμόσκεψε με διάφανο νεχτάρι

Τον αναμμένον το βωμό και τρεις φορές η φλόγα

Λάμποντας επετάχτηκε προς την κορφή του θόλου.

Κι' αυτό το αγούρι στην ψυχή της δίνει θάρρος, κ' έτσι

Αρχίζει τότες να μιλεί: — “Μέσα στου Ποσειδώνα

Το βόθυνα, στην Κάρπαθο, μάντης υπαρχει, ο μπλάβος

Πρωτέας, κι' αυτός τα πέλαγα διαγέρνει σ' ένα αμάξι,

Που δίποδα αλογόψαρα το σέρνουν. Την Παλλήνη

Ξανάειδε την πατρίδα του και τους λιμιώνες τώρα

Της Ημαθίας· κι' αυτόν εμείς οι Νύμφες τον τιμούμε

Και τον τιμά κι' ο γέροντας Νηρέας, γιατί γνωρίζει

Ο μάντης όλα: τωρεινά και περασμένα κι' όσα

Μέλλουν σε λίγο να γενούν. Το θέλησε έτσι βέβαια

Ο Ποσειδώνας, που εκεινού του βόσκει τα τεράστια

Κοπάδια και τες άσκημες τες φώκες μες στα βάθη

Του βόθυνα· κι' αυτόν εσύ με τα δεσμά, παιδί μου,

Θα τον σκλαβώσεις παρευτύς για να σου φανερώσει

Κάθε αφορμή του λοιμικού και για να σου βολέψει

Την έβγαση. Χωρίς στανιό δε θα σου δώκει ορμήνειες·

Και δε λυγάει με δέησες· τη βια μεταχειρίσου·

Του σκλαβωμένου τα δεσμά γδώνε· σ' εκείνα οι δόλοι

Οι μάταιοι τέλος θραύονται. Η ίδια, σαν ανάψει

Ο ήλιος του μεσημεριού τες φλόγες και διψάσουν

Τα χόρτα και τα ζωντανά τους ίσκιους προτιμήσουν,

Στου γέροντα τες μοναξιές, εκεί που αποτραβιέται,

Όταν από τα κύματα μουδιαίνει, θα σε πάρω

Για να τον πιάσεις εύκολα, σύντα τον παίρνει ο ύπνος.

Μα τότες που θα τον κρατείς πιασμένον με τα χέρια

Και τα δεσμά πολλές φορές, πολλών θηρίων μυσείδια

θα σε γελούν· τι παρευτύς θα γένει αναμαλλιάρης

Κάπρος και τίγρης τρομερός και λιόντας χρυσοχήτης

Και δράκοντας λεπιδωτός ή και της στιας το βρόντο

Θα κάμει κ' έτσι απ' τα δεσμά θα ξεγλυστρήσει, ή κι όλας

Γενάμενος λυωτό νερό θα φεύγει. Μα όσο εκείνος

Όλες λαβαίνει τες μορφές, τόσο εσύ, γιέ μου, σφίγγε

Περσότερο τα δυνατά δεσμά του, ως που στο τέλος,

Το σώμα πάλι αλλάζοντας, θα γένει τέτοιος όπως

Θα ιδείς τον σαν τα βλέφαρα του κλειούν στο πρωτούπνι.”

Έτσι είπε κ' επερίχυσε το κρουσταλλένιο μύρο

Της αμβροσίας κ' εμόσκεψε με κείνο όλο το σώμα

Του τέκνου της, κι' ανάδωκαν τα ομορφοστολισμένα

Σγουρά του μια γλυκειά πνοή και δύναμη επιδέξια

Αγρίκησε στα μέλη του. Σ' ενού βουνού το πλάι

Το φαγωμένο βρίσκεται σπηλιά πολύ μεγάλη,

Κ' εκεί ντρυμόνουν κύματα πολλά με τους ανέμους,

Κι' απέκει σπαν απόπερα σ' ένα κλειστό λιμάνι,

Αραξοβόλι σίγουρο του ξαφνισμένου ναύτη

Από τα χρόνια τα παληά. Και μέσα εκεί ο Πρωτέας

Αποτραβιέται στα ριζά βράχου τρανού· κ' η Νύμφη,

Στο φως ενάντια, βάζει εκεί το νιο σε μια κρουβίστρα.

Κι' άφαντη σ' ένα σύγνεφο στέκεται εκείνη αλάργα.

Ο Σείριος κι' όλας έκαιγε θερμός τους διψασμένους

Ινδούς, κι' ο ήλιος το μισό το δρόμο πυρρωμένος

Έσωνε, κ' εμαραίνονταν τα βότανα, κ' οι αχτίδες

Ανάβραζαν τα βαθουλά ποτάμια, πούχαν μείνει

Απόξερα στες μπούκκες τους, κ' ήταν ζεστά ως το βούρκο·

Σαν ο Πρωτέας βγαίνοντας από το κύμα ερχότουν

Στες μαθημένες του σπηλιές κι' ολόγυρά του ο κόσμος

Ο νοτερός της θάλασσας της ανοιχτής πηδώντας

Πέρα σκορπά πικρή δροσιά. Στο περιγιαλι οι φώκες

Εδώ κ' εκεί ξαπλόνονται να κοιμηθούν, κ' εκείνος,

Καθώς ο σταυλοφύλακας πολλές φορές στα όρη,

Σαν τα μοσκάρια σπίτι τους τα φέρνει ο Αποσπερίτης

Κ' οι λύκοι αψιόνουν των αρνιών τα βλιάσματα γρικώντας,

Καθίζει μες στη μέση τους απάνου σε μια ξέρα

Και τες μετρά ξεταστικά. Και μεταβιάς προσμένει

Ο Αρισταίος, σα βολικιά στιγμή του επαρουσιάστη,

Τα κουρασμένα πόδια του ο γέροντας ν' απλώσει,

Και με φωνή του χύνεται μεγάλη και με σπέδες

Κυριεύει τον κοιτάμενον. Κι' αυτός απ' τάλλο μέρος

Δε λησμονά τες τέχνες του, την όψη παίρνει απ' όλα

Τα θιαμαστά τα πράματα, και φλόγα και θηρίο

Γένεται τρομερώτατο και ξάστερο ποτάμι.

Μα αφού δε βρίσκει της φυγής τον τρόπο με τους δόλους

Παίρνει ξανά την πρώτη του μορφή και νικημένος

Τέλος με στόμα ανθρώπινο του αναθιβαίνει τότες:

“Και ποιος σ' επρόσταξε λοιπόν απόκοτο κοπέλι

Μέσα στα σπίτια μας να μπεις; και τι ζητάς εδώθε;”

Είπε· και του αποκρίθηκε: “Ξέρεις, Πρωτέα, ξέρεις

Ο ίδιος, και σε τίποτα δε σ' απατάει κανένας·

Μα ας μην το θέλεις ούτε συ· στες προσταγές υπάκουοι

Των αθανάτων των θεών ήρθαμε εμείς· εδώθε

Για τα χαμένα πράματα μαντέματα ζητώντας.”

Τόσα είπε μόνο, και σ' αυτά με δύναμη μεγάλη

Τα μάτια πούχαν γαλανές αναλαμπές απέκει

Ο μάντης στριφογύρισε, βαρειά έστριξε τα δόντια

Κι' άνοιξε τέλος για να ειπεί την προφητεία το στόμα:

“Αληθινό είνε, οργή θεού σε κυνηγά· πλερώνεις

Κρίμα μεγάλο. Δύστυχος, χωρίς να φταίει καθόλου,

Ο Ορφέας, α δεν αντισταθούν οι μοίρες, ανασταίνει

Για σένα τούτες τες ποινές και φοβερά μανίζει

Μαζή σου, γιατί του άρπαξεν ο χάρος τη συμβία.

Εκείνη, όταν σ' εξέφευγε γοργά κατά το μάκρος

Του ποταμού, στα πόδια της η θανατογραμμένη

Κόρη δεν είδε τον τρανό τον ύδρο που τους όχτους

Στα ψηλά χόρτα εφύλαγε. Μα των βουνών τα χτένια

Εγιόμισαν απ' τες φωνές ομόλικων Δρυάδων,

Κλαιν τα Παγγαία τα ψηλά κ' οι ράχες της Ροδόπης,

Κ' η γης η πολεμόχαρη του Ρήσου, οι Γέτες, ο Εύρος,

Η Ωρείθυια κι' όλας η Αττική. Κ' εκείνος με χελώνα

Κούφια πρααίνει την πικρήν αγάπη του και σένα

Συμβία γλυκειά ολομόναχος σε ψάλλει στ' ακρογιάλι,

Εσέ σαν έρχεται το φως, εσέ σα φεύγει η μέρα,

Εμπήκε και στου Ταίναρου την καταβόθρα, στ' Άδη

Τα τρίσβαθα τα στόματα, σε λόγγους που τα μαύρα

Τα σκιάχτρα τους μελάνιαζαν, κ' ηρθε στο βασιλέα

Τον τρομερό και στες ψυχές των αποκοιμημένων,

Και στες καρδιές που δε λυγάν με παρακάλια ανθρώπων.

Άλλα από το τραγούδι του συγκινημένοι οι ίσκιοι

Και τ' άσαρκα φαντάσματα που πλια ζωή δεν έχουν,

Από του Ερέβους έβγαιναν τα τρίσβαθα τα μέρη,

Πλήθος πολύ, σαν τα πουλιά που κρούβονται χιλιάδες

Στα φύλλα, σαν οχ τα βουνά το σούροπο τα διώχνει

Ή κ' οι βροχάδες οι δαρτές: μάννες αντάμα κι' άντρες,

Και ηρώων μεγαλόψυχων κορμιά πούχαν πεθάνει,

Και κορασιές ανύπαντρες, παιδιά μικρά, και νέοι

Που σε πυρές πιθώθηκαν μπρος στων γονηών τα μάτια.

Κι' όλους ο βάλτος μελανός και τάσκημο καλάμι

Του Κωκυτού και με ταργό το κύμα της η λίμνη

Η αχάρευτη απ' ολόγυρα τους σταματούν, κ' η Στύγα,

Που εννιά φορές ανάμεσα περνά, τους περιορίζει.

Ως κ' η καρδιά του Τάρταρου, το σπίτι του θανάτου,

Και οι Εριννύες, που τα μαλλιά με μπλάβα φείδια πλέκουν,

Εσάστισαν, και χάσκοντας αντικρατεί τα τρία

Τα στόματά του ο Κέρβερος, και στέκεται ως και η ρόδα,

Που στρίφει τον Ιξίονα, γιατί κι' ο αέρας πέφτει.

Και τώρα πλια ξανάγερνε, κ' είχε ξεφύγει απ' όλα

Τα κίντυνα και προς το φως του κόσμου η Ευρυδίκη.

Που πάλι τούχε χαριστεί, κατόπι ακολουθώντας,

(Τι τέτοιο νόμο τούβαλεν η Περσεφόνη) ερχότουν.

Όταν κυριεύει ξαφνικά τον άβουλο ερωτάρη

Μια τρέλλα, που συχωρετή θε νάταν, αν ο Άδης

Εγνώριζε να συχωρεί: σιμά στο φως τελείως,

Από το πάθος της ψυχής παρμένος, λησμονάει,

Και, ώφου! την Ευριδίκη του γυρίζοντας τηράζει.

Όλα τα κόπια εχάθηκαν· χαλιώνται κ' οι συνθήκες

Του τύραννου του φοβερού και τρεις φορές στες λίμνες

Τ' Αόρνου αντάρα ακούστηκε. Και τότες “Ποιος” του λέει

“Ορφέα και με τη δύστυχη και σε μας έχει χάσει;

Ποια μάνητα; Αχ, οι άσπλαχνες οι μοίρες πάλι οπίσω

Με κράζουν, κ' ύπνος τα θολά τα μάτια μου σκεπάζει.

Και τώρα γεια σου! εβύθισα, με τρογυρίζει νύχτα

Βαρηά κι' απλόνω κατά σε του κάκου εγώ τα χέρια

Τανήμπορα, που, αλοίμονο! δε θάνε πλια δικά σου.”

Είπε· κι' από τα μάτια του, σαν ο καπνός που λυώνει

Μες στον αέρα τον ψιλό, στα βάθη φεύγει αμέσως·

Και τον Ορφέα πουθελε πολλά να κρίνει ακόμα

Κ' ίσκιους του κάκου προσπαθεί να πιάσει πλια δεν είδε.

Και τώρα δεν του συχωρεί τ' Άδη ο περαματάρης

Το βάλτο πάλι να διαβεί που τούκοφτε το δρόμο.

Τι θάκανε; σα δυο φορές του αρπάχτηκε η συμβία,

Που θένα πήγαινει με τι παράπονο τον Άδη

Και τους θεούς με τι φωνές αυτός θα εσυγκινούσε;

Μα κρύα πλια τώρα στης Στυγός τη βάρκα εκείνη πλέει,

Κ' έκλαιγε εκείνος, καθώς λεν, κατά σειρά εφτά μήνες

Μες στου Στρυμόνα το έρημο το φρύδι κι' αποκάτου

Από ένα βράχο τρίψηλο και στο ψυχρό το σπήλιο

Ξετύλιγε τη μοίρα του κ' ημέρευε τον τίγρη

Με το τραγούδι κ' έκανε τα δέντρα να σαλεύουν,

Όπως στης λεύκας την ισκιά δέρνεται η Φιλομήλα

Θρηνώντας τα χαμένα της τα τέκνα, που τα πήρε

Ο ζευγουλάτης ο άκαρδος, ιδόντας τη φωληά της,

Αφτέρωτα, και τότε αυτή τη νύχτα κλαίει σε κλάδο

Καθούμενη, και τ' άχλιο της τραγούδι ξαναρχίζει,

Και θλιβερό το κλάμα της γιομίζει όλο τον τόπο.

Και την καρδιά δεν του λυγάν οι Υμέναιοι κ' η Αφροδίτη,

Μα ταξειδεύει μοναχός τους υπερβόρειους πάγους.

Το χιονισμένον Τάναϊ και τα Ριπαία λιβάδια,

Που οι πάχνες πάντα σκέπουν τα, και κλαίει την Ευρυδίκη,

Που ο Χάρος του την άρπαξε, και τ' άχρηστα τα δώρα

Του Πλούτωνα. Κ' η πίστη του τες μάννες των Κικόνων

Εκαταφρόνεσε· κι' αυτές στα νυχτικά μυστήρια

Του Βάκχου, όταν εγιόρταζαν τους αθανάτους, σκίζουν

Τον άγουρο και τον σκορπούν στους ανοιχτούς τους κάμπους.

Και τότε, ενώ την κεφαλή, που τούχαν ζεριζώσει

Από το μαρμαρόλευκο λαιμό, την εκυλούσε

Στη μέση της κατεβασιάς ο Οιαγριακός ο Έβρος,

Η κρύα του η γλώσσα, κ' η ίδια του η φωνή την Ευρυδίκη

Κράζει (και τούφευγε η ψυχή): “αχ δύστυχη Ευρυδίκη!

Κι' αντιλαλούν όλες οι οχτιές του ποταμού; Ευρυδίκη.”

Είπε και πέφτει στο βαθύ το πέλαγο ο Πρωτέας.

Και κει που πέφτει τ' αφριστό το κύμα στριφουλίζει.

Μα όχι η Κυρήνη, τι έκρινε και τούτα του σκιασμένου:

“Τες λυπηρές αφαντασιές μπορείς ν' αφήσεις, γιε μου·

Τούτη είν' η αιτία του λοιμικού· στες μέλισσες οι Νύμφες,

Που τους χορούς τους στα ψηλά τα νάπη αυτή οδηγούσε,

Το θλιβερόν το χαλασμό τους έστειλαν για τούτο.

Μα πρόσφερέ τους ταπεινός χαρίσματα ζητώντας

Ειρήνη, και προτίμησε τες σπλαχνικές Ναπαίες,

Τι εκείνες με τα τάματα τη χάρη θα σου κάμουν,

Και θένα πάψουν την οργή. Μα στη σειρά από τώρα

Τον τρόπο της παράκλησης εγώ θα σου αραδιάσω:

Τέσσερους ταύρους προφαντούς μ' εξαίρετο κουφάρι,

Που τες χλωρές κορφές για σε του Λύκαιου τώρα βόσκουν,

Και τέσσερες με αμάλλαγη ζυγοτριβή δαμάλες

Θε να διαλέξεις και βωμούς θα χτίσεις άλλους τόσους

Μπρος στους ψηλούς των θεαινών ναούς γι' αυτά τα ζώα,

Και από τη φλέβα του λαιμού το αίμα θα τους βγάλεις

Τάγιαστικό και τα κορμιά στο φυλλωμένο δάσος

θα παραιτήσεις· κ' ύστερα τόμου θα βγαίνει η Αυγούλα

Η έννατη θυσίασε του Ορφέα παπαρούνες

Ληθαϊκές και μελανό κριάρι σκότωσέ του,

Και σα ξανάρθεις στο δρυμό με μια σφαχτή μοσκάρα

Την Ευρυδίκη τίμησε, και θάνε ειρηνεμένη.”

Και δεν αργεί· τες προσταγές της μάννας πράζει αμέσως·

Πάει στους ναούς· στιεί τους βωμούς, που τούδειξε, και φέρνει

Τέσσερους ταύρους προφαντούς μ' εξαίρετο κουφάρι,

Και τέσσερες με αμάλλαγη ζυγοτριβή δαμάλες.

Κ' ύστερα, όταν η έννατη ξανάφανεν Αυγούλα,

Στέρνει του Ορφέα προσφορές και πάει στο δάσος πάλι.

Μα ξάφνου εκεί ένα θάμασμα, που κι' αν το λες ξενίζεις

Παρατηρούν οι θυσιαστές μες στων βωδιών τα σπλάχνα

Τα νερουλά, εμπουμπούριζαν απ' όλην την κοιλιά τους

Οι μέλισσες, κι' απ' τα πλευρά τα τσακισμένα εβράζαν,

Κ' εσηκονόνταν σύγνεφο τεράστιο στον αέρα,

Κ' εμαζευόνταν στες κορφές των δέντρων κι' απ' τους κλάδους

Τους λυγερούς σαν τα τσαμπιά του σταφυλιού εκρεμώνταν.

Αυτά για τ' όργωμα της γης και για την επιμέλεια

Των ζωντανών εγώ έψαλλα, και για τα δέντρα ακόμα,

Όταν ο μέγας Καίσαρας τινάζει του πολέμου

Ταστροπελέκι στο βαθύν Ευφράτη και χαρίζει

Νόμους στους πρόθυμους λαούς νικώντας, και το δρόμο

Αρχίζει προς τον Όλυμπο. Και τον καιρόν εκείνον

Εμενα, το Βεργίλιο, που εμέστωνα στες τέχνες

Άδοξης σκόλης η γλυκειά μ' έθρεφε Παρθενόπη,

Εμέ που παιγνιδίζοντας των πιστικών τραγούδια

Είχα τονίσει μια φορά και τολμηρό κοπέλλι,

Τίτυρε, κάτου απ' της οξιάς τη στέγη εσέ είχα ψάλει.

***

Τα Γεωργικά · 第 5 / 5 段