Πολύ πρωτήτερα τη γης και να σουδοκοπήσεις
Τα τρισμεγάλα τα βουνά, και στο βορηά τους σβώλους
Πρωτήτερα τανάσκελα ν' απλώσεις, πριν ριγίσεις
Πρόσχαρο γένος αμπελιού. Πολύ καλοί είνε οι κάμποι
Με τα σαπρά τα χώματα: κι' αυτό το κατορθόνουν
Οι αέριδες κ' οι παγερές πάχνες κι' ο νευρωμένος
Σκαφτηάς ανασκαλεύοντας τονιές ξεσφαλλισμένες.
Ανίσως κι' όλας μερικοί δεν αμελούν καμίαν
Έγνοια, πρωτήτερα ζητούν παρόμοιος νάνε ο τόπος,
Όπου το πρώτο το φυτό των δέντρων ετοιμάζουν,
Μ' εκείνον που θα τα δεχτεί σε λίγο χωρισμένα,
Μήπως τη μάννα που άλλαξε δε στρέξουν να γνωρίσουν.
Ως και το μέρος τουρανού στη φλούδα σημαδεύουν,
Για να στηθεί κάθε δέντρο στον τρόπο που εστεκότουν,
Με το ίδιο μέρος να βαστά τα κάματα του Νότου
Με το ίδιο μέρος να γυρνά τες πλάτες του στον πόλο·
Τόσο μπορεί το μάθημα στην τρυφερή ηλικία.
Και πρώτα απ' όλα ρώτησε που πρέπεται ταμπέλι
Να φυτευτεί· καλήτερα στες ράχες ή στο σιάδι·
Κι' α λιβαδιού θρεφτάρικου διαλέξεις τα χωράφια,
Φύτευε τότες τες κλαδιές πυκνές· πλιο οκνός ο Βάκχος
Δε γένεται με την πυκνή καρποφόρα· κι' αν πάλι
Διαλέξεις ένα γήπεδο ροβολητό με ράχες
Ή και βουνάκια πλαγιαστά, στα ορδίνια δώκε χάρη.
Μα πάντα οι δρόμοι, που λοξά τους κόβουν άλλες στράτες,
Θε νάνε τέλεια ταιριαστοί στα φυτεμένα δέντρα.
Κι' όπως, όταν τες σπείρες της ξεδίπλωσε του μάκρου
Η λεγεώνα για τρανόν αγώνα και τασκέρι
Εστάθηκε στον ανοιχτόν τον κάμπο κ' οι γραμμές του
Είν' ίσιες, κι' από το χαλκό που αστράφτει κυματίζει
Μακρόθε η γης ολάκερη, κ' οι τρομερές οι μάχες
Ακόμα δεν εμάνισαν, μα ανάμεσα στα όπλα
Περιπλανιέται δίβουλος ο Άρης, έτσι οι δρόμοι,
Που ολούθε θάνε ομοίως πλατειοί, θα διαχωρίζουν όλα.
Κι' όχι για νάβρει μοναχά στην αδειανή τη θέα
Κάποια ξεφάντωση η ψυχή, αλλά γιατί δε δίνει
Αλλοιώς τες ίδιες δύναμες η γης σε κάθε κλήμα,
Και δε θα μπόρειαν οι κλαδιές ν' απλώσουν μέσα στάδεια.
Ίσως ρωτάς τι βάθωμα ταυλάκια πρέπει νάχουν;
θα τόλμουνα να μπιστευτώ το κλήμα σε σαϊττάρι
Στενό· το δέντρο μπήγεται βαθύτερα στα σπλάχνα
Της γης, κι' ο πρίνος μάλιστα, που όσο με την κορφή του
Στου αιθέρα απλόνει τες πνοές, και με τη ρίζα τόσο
Έρχεται προς τα Τάρταρα· γι' αυτό μήτε ο χειμώνας,
Μήτε βροχάδες κι' άνεμοι δε θα τον ανασπάσουν,
Αλλά θα μείνει ασάλευτος και θένα καταβάλει
Στο δούρημα πολλότατους απόγονους κ' αιώνες.
Αφίνοντας πολλές γενιές ανθρώπων να διαβαίνουν,
Και τότες πέρα απλόνοντας τα μπράτσα και τους κλώνους
Τους δυνατούς, ολόγυρα τον απεικό τον ίσκιο
Αυτός στη μέση στέκοντας βαστά με τον κορμό του.
Ταμπέλι ας μη σου προσκυνά τον ήλιο που καθίζει,
Κι' ανάμεσα στα κλήματα λεφτοκαρυές μη βάλεις.
Και μη διαλές τες πλιο ψιλές βεργούλες και μη σπάσεις
Ρίγια από τα ψηλότερα του δέντρου (τόσος είνε
Της γης ο πόθος). Τα φυτά μη βλάφτεις με λεπίδι
Πατσό και κλώνους αγριλιού στη μέση μη φυτεύεις,
Τι οι ξέφρονες οι πιστικοί συχνά να πέσει αφίνουν
Φωτιά, που πρώτα κλέφτικα στη λαδερή τη φλούδα
Κρουμμένη, ανάφτει τους κορμούς και παίρνοντας τα φύλλα
Βροντά απεικά στον ουρανό κι' απεκείθε ακλουθώντας
Στους κλάδους και στες υψηλές κορφάδες βασιλεύει
Νικήτρα, κι' όλο το δέντρο τυλίγει με τες φλόγες,
Κι' από την πίσσινη καπνιά πυκνό, μελανιασμένο
Γνέφι πελλεί στους ουρανούς, και μάλιστα αν φουρτούνα
Πέσει στα δάσα από ψηλά, και συμμαζέψει ο αέρας
Τες πυρκαϊές και φέρει τες· και σύντα γένει τούτο
Από τη ρίζα δε φελούν και να συνέρθουν πάλι
Τα κούρβουλα που εκόπηκαν δε δύνανται, και μήτε
Όμοια και πάλι από τη γης να πρασινίσουν· μένει
Ταγρίλι μόνο τάχαρο με τα πρικά τα φύλλα.
Κανένας συμβουλάτορας ας μη σε καταπείσει,
Όσο κι' αν είνε γνωστικός, τους κάμπους τους πημένους
Χ' ανασκαλέψεις, σα φυσά Βορηάς, γιατί ο χειμώνας
Τότες με πάγο κατακλεί τη γης και δεν αφίνει
Τη ρίζα που μορφόνεται, σύντα θαφτεί το ρίγι,
Μέσα στο χώμα να μπηχτεί. Την κοκκινοβαμμένη
Την άνοιξη, σαν έρχεται το κάτασπρο λελέκι,
Που το μισούν τα μακρουλά τα φείδια, τότες είνε
Η πλιο καλήτερη εποχή για να φυτέψεις κλήμα,
Ή και με του χινόπωρου τες πρώιμες κρυάδες,
Όταν ο ήλιος ο γοργός δε γγίζει ακόμα τάστρα
Της χειμωνιας με τάλογα, κ' έχουν περάσει οι κάψες.
Η άνοιξη ξεχωριστά στες φυλλωσιές των δέντρων,
Η άνοιξη είνε χρήσιμη στο λόγγο. Η γης φουσκόνει
Την άνοιξη κι' αποζητά τους όρους που βλητρόνουν.
Τότες ο παντοδύναμος Αιθέρας, ο πατέρας,
Στον κόρφο της χαιράμενης συμβίας του κατεβαίνει
Με τες βροχές τες καρπερές, και θρέφει κάθε βλάστα,
Ο μέγας που ανταμόνεται με το κορμί το μέγα.
Και τότες από τα πουλιά τα λάλα αχολογάνε
Τα ξακρισμένα τα βεργά και τα κοπάδια τότες
Την Αφροδίτη αποζητούν στες διορισμένες μέρες.
Γεννοβολά το θρεφτικό χωράφι, και στες αύρες
Τες χλιαρές του Ζέφυρου τον κόρφο η γης ανοίγει.
Χυμός καινούριος περισσός είνε σε κάθε δέντρο.
Στες νέες λιακάδες άφοβα μπιστεύονται τα φύτρα.
Δεν τρέμει ταμπελόκλαρο μην ο νοτιάς φυσήσει,
Ή τες βροχάδες που οδηγούν στον ουρανό βορηάδες
Τρανοί, αλλά μάτια ξεπετά κι' ανοίγει όλα τα φύλλα.
Λέγω πως δεν ανάφαναν στην πρώτη αρχή του κόσμου
Που εγένοτουν, αλλοιώτικες ημέρες και δεν είχαν
Άλλη σειρά. Ήταν άνοιξη· την άνοιξη η μεγάλη
Σφαίρα εχαιρότουν, τες πνοές τες κρύες αντικρατούσαν
Οι Εύροι, σαν ερούφηξαν το φως τα ζα τα πρώτα,
Και των ανθρώπων πρόβαλε το χωματένιο γένος
Από τη γης τη χέριση την κεφαλή, και τάστρα
Στους ουρανούς ερρίχτηκαν και τα θεριά στους λόγγους.
Δε θα μπορούσαν ταπαλά φυτάρια να βαστάξουν
Τους κόπους τους τους τωρεινούς, α δεν έρχότουν τόσος
Αναπαμός ανάμεσα στο κρύο και στην κάψα,
Κ' η καλωσύνη τουρανού τη γης δεν περικλειούσε·
Μένει και τούτοι ολόγυρα στα ρίγια που ζουλίζεις
Στους κάμπους, σκόρπα κοπριές παχειές, όποια κι' αν είνε,
Κ' έχε στο νου σου με πολλούς χωμούς να τα σκεπάσεις,
Ή θάψε πέτρες πιοταριές, ή γριτσερά κοχύλια,
Τι ανάμεσό τους τα νερά ξεφεύγουν, κ' ένα αέρι
Μπαίνει ψιλό, και τα φυτά θυμόνουν, και βρεθήκαν
Καμπόσοι που από πάνουθε τα πλάκωσαν με γούλους,
Κι' άλλοι με βάρος κουρουπιού πολύ τρανού· κι' αυτό είνε
Αρματωσιά για τες δαρτές βροχές· αυτό, σα σκάζει
Τη γης, που η δίψα τη νικά, ο καυτερός ο Σκύλος.
Κι' αφού οι κλαδιές ριγίστηκαν ακόμα σου απομένει,
Τη γης ν' ανοίγεις το συχνό τρογύρου στα κεφάλια.
Και ν' αναρρίχνεις τη σκληρή δικέλλα ή να δουλεύεις
Βαθειά το χώμα μ' άλατρο, κι' ανάμεσα στα ίδια
Τ' αμπέλια, τα καματερά, που αγαναχτούν, να στρίφεις·
Να τες ταιριάσεις έπειτα στ' ανάλαφρα καλάμια
Σε βέργινα γδαρτά ραβδιά, σε φράξινα παλούκια,
Σ' αδρυά δικράνια, που σ' αυτών τες δύναμες θα μάθουν
Τα κλήματα να στηριχτούν και ν' αψηφούν ανέμους
Και ν' ανεβούν πατώματα στους τρίψηλους φτεληάδες.
Κι' όταν το πρώτο το κλαρί με φυλλωσιά καινούρια
Αξαίνει, πρέπει να φυλάς τες τρυφερές τες άκρες,
Κι' όταν ο πρώτος ο βλαστός στες αύρες ανεβαίνει
Και ρίχνεται στον ουρανό με τα λουριά ντωμένα,
Δεν πρέπει με του κοπιδιού την κόψη να τες γγίξεις,
Αλλά κρατώντας γυριστά τα χέρια σαν αγκύστρια.
Καμπόσα φύλλα θένα σπας για να τα ξαναρηόνεις·
Και σαν το κλήμα ηλικιωθεί και το φτεληά αγκαλιάσει
Με το χοντρό το κούτσουρο, τα ξώκλαρά του τότες
Κόβε και τότες σμίκραινε τες πλαγεινές τσαμπούνες,
(Το έσκιαζε πριν το σίδερο) κυριάρχησέ το τώρα
Σκληρά, και μάσε τες κλαδιές που γένονται μυζήτες.
Και φράχτες πλέξε ολόγυρα, και βάστα κάθε ζώο
Μακρυά, σα μάλιστα ο φλαστός είνε χολός ακόμα,
Κ' είνε στα πάθια αμάθητος τι δεν τον περιπαίζουν
Μόνο οι χειμώνες οι άδικοι κι' ο δυνατός ο ήλιος,
Μα και λογγίσια αγριόβωιδα και γίδες κυνηγήτρες,
Βόσκει τον και το πρόβατο κ' η αχόρταγη αγελάδα.
Και τόσο δεν τον έβλαψαν ποτέ τους οι κρυάδες
Με πάχνες ασπρουλιάρικες που πήγουν, μήτε οι κάψες
Που αβάσταχτες στ' απόξερα χαράκια πέφτουν, όσο
Κείνα τα ζα και του σκληρού δοντιού τους το φαρμάκι
Και το σημάδι της πληγής στη δαγκαμένη δράνα.
Τον τράγο σ' όλους τους βωμούς δε σφάζουν γι' άλλο κρίμα
Στο Βάκχο, και τα παλαιά δραματικά παιγνίδια
Δεν ανεβάζουν στη σκηνή. Το γένος του Θησέα.
Σε σταυροδρόμια και χωριά, τον έδινε βραβείο,
Κι' αδειάζοντας χαιράμενο κρασόκουπες πηδούσε
Μες στα λιβάδια ταπαλά σ' ασκιά αλειμμένα λάδι.
Αλλά κ' οι Αυσόνιοι γεωργοί, που από την Τροία βγήκαν,
Παίζουν με στίχους άτεχνους και γέλοια δίχως μέτρο,
Και προσωπίδια σκιαχτερά σε φλούδες σκαλισμένα
Φορούν, και κράζουν, Βάκχε, εσέ με πρόσχαρα τραγούδια,
Κ' είδωλα σειούμενα κρεμούν στον υψηλόν τον πεύκο.
Γι' αυτό με πλήθιο κάρπισμα μεστόνει κάθε αμπέλι,
Γιομίζουν οι γυρτές λακκιές και τα βαθειά φαράγγια,
Κι' όθε ο θεός περίστρεψε το τίμιο το κεφάλι.
Λοιπόν, θα λέμε, ως πρέπεται, με πατρικά τραγούδια
Στο Διόνυσο τες δόξες του· και πήτες και πινάκια
Θα φέρνουμε, και στο βωμόν ο τράγος ο αγιασμένος
Θα στέκει, από το κέρατο φερμένος, και σε σούβλες
Λεφτοκαρένιες τα παχειά θα ψένουμε τα σπλάχνα.
Για το συγύριο του αμπελιού δουλειές υπάρχουν κι' άλλες,
Που ολότελα δε σώνονται ποτέ: γιατί στο χρόνο
Και τρεις και τέσσερις φορές θε ν' ανοιχτεί το χώμα,
Και με τους σκούλους δικελιού θε να τριφτούν οι σβώλοι
Πάντα, και θα αλαφραίνεται το κάθε περιβόλι
Από το βάρος του κλαριού. Γυρίζοντας σε κύκλο
Οι κόποι για τους δουλευτές ξανάρχονται, κι' ο χρόνος
Πάνου στα χνάρια του κυλά γύρου στον εαυτό του.
Και για καιρό αφού ερείπισε ταμπέλι το στερνό του
Φύλλο κι' ο κρύος ο Βορηάς το στόλισμα του λόγγου
Εμάδησε, τες φαντασιές ο ράθυμος χωριάτης
Στο χρόνο τον ερχάμενον απλόνει και απηχάει
Τα κλήματα τα ολόγυμνα με το γυρτό το δόντι
Του Κρόνου και κλαδεύοντας και κόβοντας τα σιάζει.
Πρώτος τη γης ανάσκαφτε, πρώτος τα ξακρισμένα
Κοψίδια κάψε, φύλαγε τους πάλους σπίτι πρώτος.
Ύστερος τρύγα. Δυο φορές στους αμπελώνες ίσκιοι
Ντρυμόνονται, και δύο φορές με τα πυκνά ταγκάθια
Το χόρτο ντύνει τες φυτειές· βαρειές δουλειές κι' οι δύο·
Το μέγα χτήμα επαίνεσε, το λίγο καλλιέργα.
Στους λόγγους κι' όλας τα τραχειά βεργιά του αγριομύρτη
Και το καλάμι κόβεται στων ποταμών τους όχτους,
Και για τες άγριες ιτιές δεν ησυχάζουν οι έγνοιες.
Εδέθηκε το κλήμα πλια, για τα δεντράκια τώρα
Το κλαδευτήρι είν' άχρηστο, και τραγουδά ο κλαδούχος,
Αφού τους ύστερους δομούς συγύρισε, στην άκρη,
Μα η γης δε θέλει αναπαμό, και σκόνες θα σηκόνεις
Και τες βροχές θα σκιάζεσαι για το σταφύλι τ' ώρμο.
Οι εληές αντίς καλλιεργημό κανέναν δε χαλεύουν,
Αφού κολλήσουν μια φορά στο χώμα και στ' αέρι
Μάθουν, δρεπάνι γυριστό και δυνατές αξίνες
Δεν περιμένουν, μόνη η γης χυμό αρκετό τους δίνει,
Σαν ανοιχτεί με τη ζαβή τη δίκοπη και πλήθιους
Καρπούς, ανίσως με γυννί. Θα κουναρείς για τούτο
Το λαδερό το εληόδεντρο, που αρέσει της Ειρήνης.
Έτσι και τα καρπούσιμα τα δέντρα, σα γρικήσουν
Δυναμωμένους τους κορμούς, και μπόρεσες δικές τους
Λάβουν, γοργά με δύναμη δική τους προς ταστέρια
Πετιώνται και το βόηθειο μας καθόλου δε γυρεύουν.
Παρόμοια κι' όλας με καρπούς κάθε δρυμό βαραίνει.
Και κοκκινίζουν χέρισες των όρνιων οι κουρνιάστρες
Με τα αιματένια τα σπειριά· κουρεύονται τριφύλλια,
Και τα ρουμάνια τα ψηλά μας προβοδούν τες δάδες,
Που θρέφουν της νυχτός τες στιες και χύνουν φως τρογύρου.
Και να διστάζουν οι άνθρωποι να σπέρνουν κ' έγνοιες νάχουν!
Τι τα τρανώτερα να ειπώ; Τα ταπεινά τα σπάρτα,
Κ' οι ετιές, σταρνιά το φύλλο τους, ισκιά στον κοπαδιάρη
Χαρίζουν, φράχτες στα φυτά και βόσκισμα για μέλι·
Κ' είνε χαρά τον Κύτωρο, που κυματοκοπάει
Απ' τα πυξάρια, να θωρείς, και τα δρυμά που βγάζουν
Την πίσσα τη Ναρυκιακή· χαρά να βλέπεις κάμπους,
Που δε χρειάζονται τσαπιά και κανενού φροντίδες.
Οι λόγγοι κι' όλας οι άκαρποι στο χτένι του Καυκάσου,
Που οι Εύροι πάντα μανιακοί τους θραύουν και τους παίρνουν.
Ή τονα ή τάλλο γέννημα μας δίνουν: δίνουν ξύλο
Χρήσιμο· για πλεούμενα τους πεύκους· κυπαρίσσια
Και κέδρους για τα σπίτια μας. Τορνεύουν για τες ρόδες
Εκείθε αχτίδες οι γεωργοί, και γι' άμαξες τροχάλια,
Και για καράβια απόζαβες καρήνες ετοιμάζουν.
Γεννούν πλεχτόβεργες οι ετιές, και φυλλωσιά οι φτεληάδες.
Από μερτσίνες γένονται λογής κοντάρια, κ' είνε
Καλές για πόλεμο οι κρανιές, λεβδίζουν για δοξάρια
Της Ιτουραίας οι σμιλακιές, και ταλαφρό φλαμούρι
Και το πυξάρι, που λαμπρό το κάνει ο τόρνος, παίρνουν
Μορφές, αφόντις σκαλιστούν μ' ακονισμένο ατσάλι.
Οι σκλήθροι πλεν στ' ορμητικό το κύμα, αφού ερριχτήκαν
Στον Πάδο, τα κουβέλια τους οι μέλισσει τα κρούβουν
Σε σάπιους πρινοκούφαλους και κουφωμένες φλούδες.
Τι έφεραν όμοια αξιόλογο τα Βακχικά τα δώρα;
Ο Βάκχος κι' όλας έδωκε την αφορμή στο κρίμα,
Με θάνατο τους κένταυρους, το Ροίτο και το Φόλο
Και τον Υλαίο κατάβαλε, που τούτος τους Λαπίθες
Φοβέρισε σηκόνοντας τη στάμνα τη μεγάλη.
Ω τρισμακάριστοι οι γεωργοί σαν ξέρουν ταγαθά τους!
Η ίδια η γης δικαιότατη τους χύνει από το χώμα
Εύκολη ζήση, μακρυά από τα διχόγνωμα όπλα.
Ψηλό παλάτι, με μπασιές περήφανες, την κάθε
Αυγή, α για κείνους δεν ξερνά χαιρετιστάδων πλήθος
Απ' όλες του τες κάμαρες, κι' ορθούς πλουμιδισμένους
Με ωραίο μπαγά α δε λαχταρούν, και ντυμασιές κλεισμένες
Στο μάλαμα, και χάλκωμα της Κόρινθος, κι' αν τάσπρο
Μαλλί δε βάφουν πορφυρό στ' Ασσυριακό φαρμάκι,
Κι' α με κανέλλα δε χαλούν του αγνού λαδιού τη χρήση,
Μα δεν τους λείπει η ξέγνοιαστη γαλήνη, δεν τους λείπει
Ζωή με πλούτη μπόλικα, που πλάνες δεν κατέχει·
Μα δεν τους λείπει η ανάπαψη στους διάπλατους τους κάμπους,
Σπηλιές, και λίμνες ζωντανές, τα παγερά τα Τέμπη.
Και των βωδιών το μούγγρισμα, και στες ισκιές των δέντρων
Ύπνοι γλυκοί. Εκεί βρίσκονται θεριών μονιές και λόγγοι
Και νεολαία εργατική στο λίγο μαθημένη·
Εκεί γιορτάζουν τους θεούς και σέβονται τους γέρους.
Και φεύγοντας από τη γης τα τελευταία τα ζάλα
Ανάμεσό τους έκαμεν η θεία Δικαιοσύνη.
Εγώ το πρώτο επιθυμώ να με δεχτούν οι Μούσες,
Που πριν απ' όλα είνε γλυκές και ιερουργός τους είμαι
Από μεγάλον έρωτα για κείνες χτυπημένος,
Και να μου μάθουν τουρανού τους δρόμους και ταστέρια,
Του ήλιου τα σκοτίσματα, του φεγγαριού τα πάθη,
Πώς γένονται οι σεισμοί στη γης, πώς τα βαθειά πελάγη
Φουσκόνουν, τα προχώματα χαλώντας, και καθίζουν
Πάλι στον τόπο τους, γιατί της χειμωνιάς οι ήλιοι
Βιάζονται τόσο να σβυστούν στον Ωκεανό και τέλος
Ποια χασομέρια αντικρατεί τες άργητές τες νύχτες.
Αλλά α, για να μη δύναμαι να μπω σ' αυτά μέρη
Της φύσης, το αίμα αντισταθεί στα φυλλοκάρόια κρύο,
Βρύσες ποτίστρες λαγγαδιών θα χαίρομαι και κάμπους
Και ποταμούς αδόξαστος θένα αγαπάω και λόγγους.
Ω εσείς λιβάδια πού είσαστε, και Σπερχειέ, και πού είσαι
Ταΰγετε όπου οι Λάκαινες παρθένες οργιάζουν!
Ω ποιος στου Αίμου τες λακκιές τες κρύες θα με ποθώσει,
Και με ίσκιους κλώνων απεικούς ποιος θένα με σκεπάσει;
Χαρά στον όπου μπόρεσε να μάθει τες αιτίες
Απ' όλα, και που επέταξε στα πόδια του τον κάθε
Φόβο την ασυγκίνητη τη μοίρα και τον κρότο
Του Αχέροντα. Καλότυχος κ' εκείνος που γνωρίζει
Τους ξεχωρίτες τους θεούς, τες αδερφάδες Νύμφες,
Τον Πάνα και το γέροντα Σιλβάνο· δε λυγίζουν
Εκείνον οι βασιλικές πορφύρες, μήτε οι βέργες
Της εξουσίας του λαού, μήτε η διχογνωμία
Που ανακατόνει τ' άπιστα ταδέρφια, μήτε ο Δάκας
Σαν οχ τον Ίστρο κατεβεί το συνωμότη, μήτε
Της Ρώμης τα πολιτικά και τα πεσμένα κράτη.
Για πένητα δεν πόνεσε σπλαχνιούμενος εκείνος.
Μήτε τον πλούσιο εφτόνεσε, μα τους καρπούς που οι κλώνοι
Κ' οι κάμποι δίνουν μόνοι τους, καλόβουλοι, τρυγάει,
Και δε γνωρίζει του λαού τες χαρτοθήκες, μήτε
Την αγορά την άτσαλη και τα σκληρά κριτήρια.
Άλλοι το κύμα το τυφλό με τα κουπιά ταράζουν,
Ρίχνονται στ' άρματα, σ' αυλές ντρυμόνουν και κατώφλια
Βασιλικά· μ' αφανισμό τη χώρα φοβερίζει
Και τους σπιτίσιους τους θεούς τους δύστυχους εκείνος,
Για νάχει στρώμα Τυριακή πορφύρα και να πίνει
Από πετράδι· και στη γης τα πλούτη του άλλος κρούβει.
Και σαν κλωσσώντας κάθεται το χρήμα το θαμμένο,
Τούτος θαμπόνεται μπροστά στο βήμα ξυπασμένος.
Κι' άλλος χειροκροτήματα στο θέατρο γρικώντας —
Και πατρικίων και λαού — συνεπαρμένος χάσκει·
Κι' άλλοι ζητούν χαρούμενοι, κάτουθε απ' άλλον ήλιο,
Πατρίδα με αίμα αδερφικό βαμμένοι και ξαλλάζουν
Μ' εξορισμό την κατοικιά και το γλυκό το σπίτι.
Τη γης δουλεύει ο γεωργός με το γυρτό ταλέτρι,
Απόκει το συνέμπασμα του χρόνου, κυβερνάει
Απόκει την πατρίδα του και τους μικρούς θεούς του,
Και τες κοπές του και, καθώς τους πρέπει, τα δαμάλια.
Και δεν υπάρχει αναπαμός ή με καρπούς ο χρόνος
Γιομίζει, ή με των κοπαδιών τη γέννα ή με φουφούλες
Αστάκια Δημητριακά, και με το δόσιμό τους
Φορτώνει τ' αυλακώματα και ξεχειλά τ' αμπάρια·
Αλέθονται στα λητρουβειά, σαν έρχεται ο χειμώνας
Της Σικυώνας τα σπειριά, κι' από το βαλανίδι
Χαρούμενα τα μοχτερά ξανάρχονται στο σπίτι,
Και δίνουν τότε οι κουμαριές τα κούμαρα στους λόγγους.
Προσφέρνει το χινόπωρο λογιών καρπούς και βράζει
Ήμερος τρύγος στα ψηλά, σε βράχους ηλιασμένους:
Κι' ως τόσο τέκνα ολόγυρα στο στόμα του πατέρα
Γλυκά κρεμιώνται, την τιμή φυλάει το αγνό το σπίτι,
Των αγελάδων τα βυζιά γαλατερά προβάλλουν.
Και τα θρεμμένα τα τραγιά στο πρόσχαρο γρασίδι
Μ' αντικρυσμένα κέρατα παλεύουν σύνατά τους.
Αυτός γιορτάζει τες γιορτές και πλαγιαστός στο χόρτο.
Όπου τη στάμνα οι σύντροφοι στολίζουν με στεφάνια
Γύρου στη στια καθούμενοι, σε κράζει και σου χύνει
Κρασί, Ληναίε, και στους βοσκούς αγώνισμα προβάλλει
Να σημαδέψουν το φτεληά με το γοργό κοντάρι.
Και για το ξεχωρίτικο το πάλεμα γυμνόνουν
Τούτοι τ' απόσκληρα κορμιά. Τέτοια ζωή οι Σαβίνοι
Αγάπησαν οι παλαιοί στους περασμένους χρόνους·
Τέτοιαν ο Ρήμος κι' ο αδερφός, κ' η δυνατή Ετρουρία
Σ' αυτόν τον τρόπο ετράνωσε· κι' αλήθεια απ' ό,τι υπάρχει
Εγίνηκε το πλιο ώμορφο σ' αυτόν τον τρόπο η Ρώμη.
Και με τειχιά περίκλεισε τα εφτά τα κάστρα αντάμα.
Και πρίχου πάρει ο βασιληας ο Κρητικός το σκήπτρο,
Και τα σφαχτά καματερά γευτεί το ανόσιο γένος,
Στη γης ο Κρόνος ο χρυσός τέτοια ζωή περνούσε,
Κι' ακόμα σάλπιγγες κανείς δεν άκουε να σημαίνουν,
Και σπάθες να τριζοκοπούν στα σιδερένια αμόνια.
Μα άπειρο σιάδι αφήκαμε στο δρόμο μας οπίσω·
Καιρός του ατιού να λύσουμε τον τράχηλο που αχνίζει.
ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ.
Μεγάλη Πάλης ως κ' εσέ, και σε βοσκέ του Αμφρύσου,
Περίφημε, και σας δρυμά του Λύκαιου και ποτάμια,
Σας ψάλλω. Τάλλα που το νου τον εύκαιρο σκλαβόνουν
Με το τραγούδι, είνε κοινά. Ποιος το σκληρό Ευρυσθέα,
Ή τους βωμούς του ανέπαινου του Βούσιρι δεν ξέρει;
Τον Ύλα ποιος δε μελετά, και τη Λητώα Δήλο,
Ή και την Ιπποδάμεια και το δεινό αλογάρη
Τον Πέλοπα, τον προφαντόν από το φιλντισένιο
Το νώμο; Πρέπει να ριχτώ σε δρόμο, όπου κι' ο ίδιος
Θένα μπορέσω από τη γης να σηκωθώ παράνου
Και νικητής να πέτομαι στο στόμα των ανθρώπων.
Εγώ πρώτος στον τόπο μου μαζή μου θα οδηγήσω,
Όταν από το ψήλωμα της Αονίας ξανάρθω,
Ανίσως ζήσω μοναχά, τες Μούσες, κ' εγώ πρώτος
Θε να σου φέρω τες βαγιές της Ιδουμαίας, Μαντύη,
Κ' ένα ναό στον πράσινο τον κάμπο μαρμαρένιον
Θα στήσω δίπλα στο νερό, κει που πλανιέται ο Μίγκιος,
Μέγας, με γύρες σιγαλές, με το χολό καλάμι
Τους όχτους του πλουμίζοντας. Στη μέση θα μου στέκει
Ο Καίσαρας και το ναό θα πιάνει· και για κείνον,
Σα νικητής, περίλαμπρος στην Τυριακή πορφύρα,
Άμαξες τεσσεράλογες εγώ εκατό θα βάλω
Να τρέξουν στ' ακροπόταμα· κι' ολάκερη η Ελλάδα
Αφίνοντας τον Αλφειό για εμέ και του Μολόρχου
Τα περιβόλια, με άργαστο πετσί και στην τρεχάλα
Θα αγωνιστεί. Κ' εγώ με εληάς ζαΐδα μουτεμένην
Στεφανωμένος, χάρισμα θυσιαστικό θα φέρω·
Τώρα πομπές επίσημες, ω τι χαρά! στρατεύω
Προς τα αγιαστήρια και θωρώ σφαμένα τα δαμάλια.
Βλέπω να αλλάζεται η σκηνή γυρνώντας, κ' οι υφαμένοι
Οι Βρεταννοί την πορφυρήν αυλαία να σηκόνουν.
Με μάλαμα και φίλντισι σκληρό των Γαγγαρίδων
Τον πόλεμο και τάρματα του νικητή Κυρίνου
Θένα εικονίσω στες μπασιές. Εκεί το Νείλο κι' όλας,
Που κύματα από τες μαλιές και που μεγάλος ρέει,
Και τες κολώννες πώβγαλε το χάλκωμα των πλοίων.
Τες χώρες, που υποτάχτηκαν, θα σμίξω της Ασίας
Και το Νιφάτη που έπεσε, τον Πάρθο που στο φύγι
Μπιστεύεται κι' ανάστροφα τες σαγιττιές του ρίχνει,
Τα δυο τα τρόπαια που από οχτρούς ξεχωριστούς παρθήκαν
Και σε θριάμβους δυο βολές των δυο γιαλών τον κόσμο.
Κι' ορθά θα στέκουν στο ναό τα Παριακά ληθάρια,
Αγάλματα που την πνοή θε νάχουν: του Ασσαράκου
Το γεννοβόλι κ' η σειρά που βγήκε από το Δία,
Κι' ο πρώτος Τρώας κι' ο Κυνθιακός θεμελιωτής της Τροίας.
Άχαρος θένα σκιάζεται τες Εριννύες ο φτόνος
Και το νερό του Κοκυτού ταψύ, και τα στριμμένα
Σερνάμενα του Ιξίονα και την τεράστια ρόδα
Και τον ακατανίκητο το βράχο. Ως τόσο τώρα
Ας ακλουθήσω τ' άχραντα ρουμάνια των Δρυάδων
Και τα φαράγγια, τες βαρειές, Μαικήνα, προσταγές σου.
Δίχως εσέ δεν αρχινά τρανό κανένα ο νους μου·
Έλα λοιπόν την άνεργη τη χασομέρια πάψε·
Μ' ένα μεγάλο χουγιατό με κράζει ο Κιθαιρώνας,
Κ' οι σκύλοι του Ταΰγετου κ' η Επίδαυρο, που στρώννει
Τ' άτια· κι' απ' τον αντίλαλο των λόγγων διπλωμένο
Αντιβογγάει το φωνατό. Μα γλίγωρα θε νάμαι
Αρματωμένος για να ειπώ τες φλογερές αμάχες
Του Καίσαρα· κι' όσες χρονιές τον Καίσαρα χωρίζουν
Από την πρώτη την αρχή του Τιθωνού άλλες τόσες
Στην οικουμένη η δόξα του θ' απλώνει τόνομά του.
Όποιος βαγιάς Ολυμπιακής θιαμάζει τα βραβεία
Και ταληγάρια κουναρεί, κι' όποιος για το ζευγάρι
τα δυνατά καματερά, το πρώτο των μαννάδων
Θένα διαλέξει τα κορμιά. Της πλιο καλής δαμάλας
Είνε το βλέμμα ανάποδο, και κακοειδή η κεφάλα
Και πλήθιο είνε το σνίχι της και κρέμεται η μαντύλα
Απ' το πηγούνι στα μεριά· κι' απέκει δίχως μέτρο
Είν' απλωμένη η πλαγαριά· κ' είνε όλα της μεγάλα
Ως κ' η ποδάρα· και ταυτιά κάτου από τα στριμμένα
Τα κέρατα είνε τριχωτά. Δε με κακοφανίζει
Αν είνε με μπαλώματα και μ' άσπρο σημειωμένη,
Ή αν το ζυγό δε δέχεται, κι' αν κάποτε ξαμόνει
Με τάρματο, κι' α δαμαλιού προσμοίαζει στο μεισήδι,
Ή εκείνη πούνε ολάκερη ψηλή, που περπατώντας
Τες πατουμιές της φρουκαλεί με της οράς την άκρη.
Κ' έπειτα από τους τέσσερους και πριν τους δέκα χρόνους
Εινε για την Ειλήθυια και για τους Υμεναίους
Σωστή ηλικία· τα επίλοιπα τα χρόνια δεν αχρίζουν
Για γέννες κι ούτε δύναμη για τ' άλατρο δεν έχουν.
Ως τόσο σύντα τες κοπές η νειότη πλημμυράει
Πασίχαρη, ξαπόλυσε τ' αρσενικά κι' απ' όλους
Πρώτος εσύ παράδωκε τα ζα της Αφροδίτης,
Κι' από το γεννοβόλι τους ξανάνειονε το σόι.
Φεύγουν μπροστά για τ' άτυχα τα θανατογραμμένα
Όλες οι πλιο καλήτερες ημέρες της ζωής τους·
Έρχονται αρρώστειες κι' άχαρα γεράματα, κ' οι κόποι
Και η απονιά του αλύγιστου θανάτου τα ξεκάνουν.
Κάποια, που τα κουφάρια τους θε νάθελες ν' αλλάξεις,
Υπάρχουν πάντα· πάντοτε για τούτο πόλλαινέ τα,
Και για να μην αποζητάς τα ψόφια, θα προλάβεις
Και θα διαλές για τες κοπές μοσκάρια κάθε χρόνο.
Κ' έχει παρόμοιο διάλεγμα κ' η φάρα των αλόγων.
Εκείνα που αποφάσισες εσύ ν' αναλικώσεις
Ελπίζοντας να γενειαστείς το σόι, θα τα φροντίζεις
Από τα χρόνια τα μικρά περίσσια. Το πουλάρι
Του ευγενικού του ζωντανού περήφανα στους κάμπους
Βαδίζει εύτύς και τ' απαλά μεριά του τανεμίζει.
Να τρέχει πρώτο αποκοτά στο δρόμο και να μπαίνει
Σ' αγροικωμένους ποταμούς και σ' άγνωρο γιοφύρι
Μπιστεύεται και περιττούς δε σκιάζεται σαλάγους.
Κ' έχει τον τράχηλον ορθό, και νόστιμο κεφάλι,
Μικρή κοιλιά και παχουλά καπούλια, και το στήθι
Το ψυχερό από μούσκουλα τριοντίζει. (Προτιμιώνται
Τα καστανά και τα ψαριά, το μούρτζινο και τάσπρα
Εινε τα πλιο χειρότερα στο χρώμα.) Κι' α σημάνουν
Κάπως μακρόθε τάρματα να στέκεται δεν ξέρει
Στον τόπο του· και τράζονται τα μέλη του και σειούνται
Ταυτιά του, και φρουμάζοντας τη συναγμένη φλόγα
Κυλά από τα ρουθούνια του· κ' έχει πυκνή τη χήτη
Που πέφτει απάνου στο δεξιό τον ώμο του ριγμένη,
Κι' από τα απάκια του περνά διχαλωτή η καρήνα,
Και σκάφτει με το πόδι του τη γης και του νυχιού του
Βαρειά το στέριο κέρατο σημαίνει. Τέτοιος ήταν
Ο Κύλλαρος που τα λουριά τον στρώσαν του Αμυκλαίου
Του Πολυδεύκη και τα δυο τα ταληγάρια του Άρη,
Που οι ποιητές οι Έλληνες συχνά τα μνημονεύουν,
Και τα αμαξάδικα φαριά του ξακουστού Αχιλλέα.
Τέτοιος κι' ο Κρόνος ο γοργός περίχυσε τη χήτη
Στον τράχηλο, και φεύγοντας, σα φάνηκε η συμβία,
Εγιόμισε χρημητισμούς ψιλούς το μέγα Πήλιο.
Αλλά ως κ' εκείνο αφού βαρύ το καταντήσει η αρρώστεια,
Ή και τα χρόνια πλιο νωθρό, κρούβε το για το σπίτι,
Κι' ανασκοπή για τ' άσκημα γεράματα μην έχεις.
Εινε στο ταίριασμα ψυχρό το γερασμένο τ' άτι,
Και κόπους ανεπρόκοπους αδίκως υποφέρνει,
Κι' ανίσως κάποτε βρεθεί σε πόλεμο, του κάκου
Μανίζει σα στα φλίκουρα καμιά φορά η μεγάλη
Στια, που δεν έχει δύναμες. Για τούτο θα σημειόνεις
Με προσοχή του ζωντανού το θάρρος και τα χρόνια,
Κ' απέκει τάλλα διώματα και των γονιών το γένος,
Και ποιος εστάθη ο πόνος του τα βγήκε νικημένο.
Και πόσες δόξες έλαβε σε νίκες. Μη δε βλέπεις
Πως, σαν ταμάξια ρίχνονται για αγώνα γλιγωράδας
Στον κάμπο και μ' ορμή χυμούν από το κλείσμα, οι νέοι
Σαστίζουν από απαντοχές, κ' η σκιάξη την καρδιά τους.
Που αναπηδά σπαράζοντας, λιγόνει; Το φραγγέλι
Ανεμισμένο αυτοί κρατούν, και τα φαριά τους βιάζουν,
Και σκύφτοντας απολυτά τα χαληνάρια αφίνουν
Κι' από τη δυνάμη πετά το πυρωμένο αξόνι.
Πότε τους βλέπεις χαμηλά, και πότε ανεβασμένοι
Στον άδειο αέρα πιλαλούν ψηλά και προς τες αύρες
Σηκόνονται, κι' ανάπαψη μηδέ ησυχία δεν έχουν·
Μα από τον άμμο τον ξανθό σύγνεφο αναπελλιέται,
Και τ' άλογα που ακολουθούν μ' αφριά κι' αχνούς τους βρέχουν.
Τόσο αγαπούν τον έπαινο, τόσο ποθούν τη νίκη.
Ετόλμησε ο Εριχθόνιος στην άμαξα να ζέψει
Πρώτος τα τέσσερα άλογα, κι' ορθός να σταματήσει
Πάνου σε ρόδες νικητής γοργός. Στο Πελεθρώνιο
Τους γύρους και τους χαλινούς ευρήκαν οι Λαπίθες,
Που αυτοί καβάλλα ανέβηκαν, κ' έδειξαν του αλογάρη
Ν' αναπηδά με τ' άρματα στον κάμπο πιλαλώντας
Και μ' ανοιχτά πατήματα περήφανα να τρέχει.
Όμοιοι είνε κόποι και τα δυο· κι' ο μερωτής χαλεύει
Πάντα του τ' άλογο το νιό, πώχει φωτιά στα σπλάχνα
Και πούνε αψύ στο τρέξιμο· κι' ας έχει κυνηγήσει
Συχνά σ' αμάχες τους οχτρούς, που εφεύγαν, κι' ας καυκιέται
Πως έχει για πατρίδα του τες δυνατές Μυκήνες,
Ή ακόμα και την Ήπειρο, και την καταγωγή του
Στου Ποσειδώνα την αρχή την ίδια ας ανεβάζει.