Την επιούσαν οι βαρώνοι και οι ιππόται απεφάσισαν να δοκιμάσ

Note: The tonic system has been changed from polytonic to

monotonic, otherwise the spelling of the book has not been

changed. Words in italics are included in _. Footnotes have

been converted to endnotes and are included in (). The book has

been corrected as per the Table of Errors at its end. The notes

are hardly readable and some might be incorrect. Question marks

show an even higher level of uncertainty.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,

κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις

με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις

έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε ().

Το βιβλίο έχει διορθωθεί σύμφωνα με τον Πίνακα Παροραμάτων, που

ευρίσκετο στο τέλος του. Οι υποσημειώσεις είναι δυσδιάκριτες

και σε αρκετά μέρη έχουν αντιγραφεί κατ' εκτίμηση. Τα

ερωτηματικά δείχνουν ακόμα μεγαλύτερη αβεβαιότητα.

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ

ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΘΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΥΤΩΝ.

1204-1261 Μ. Χ.

ΥΠΟ

ΕΠΑΜ. I. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΟΥ.

ΕΚΔΙΔΟΝΤΟΣ

Κ. ΤΕΦΑΡΙΚΗ.

ΑΘΗΝΗΣΙ.

ΤΥΠΟΙΣ Α. ΚΤΕΝΑ ΚΑΙ Π. ΣΟΥΤΣΑ.

(Επί της οδού Ευριπίδου.)

1865

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΘΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΥΤΩΝ.

1204-1264 Μ. Χ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ.

Εκστρατεία των Σταυροφόρων επί το Βυζάντιον.

Εν έτει 1202-1204 Μ. Χ.

Περίεργος μεν εν γένει υπάρχει η μελέτη της ιστορίας του

Βυζαντινού Κράτους, αλλ' η αφήγησις της εποχής εκείνης, ήν

προτιθέμεθα να σκιαγραφήσωμεν, δύναται να θεωρηθή ως η μάλλον

περιεργοτέρα, διότι είνε ούτως ειπείν το προοίμιον της πτώσεως

του Ελληνισμού, και η αρχή της υπάρξεως νέων εξουσιών, αγνώστων

μεν το παράπαν πρότερον εις την Ανατολήν, μικρόν δε αναλόγως

διαρκεσασών, αλλ' εν τούτοις λίαν επενεργησασών εις την

μετέπειτα υποδούλωσιν του Ελληνισμού υπό τον ζυγόν των Τούρκων.

Βεβαίως αι εξουσίαι αύται δεν ήσαν το μόνον της υποδουλώσεως

αίτιον, διότι τα σπέρματα της αποσυνθέσεως ενέκειντο εν αυτή

των Βυζαντινών τη καταστάσει· ουχ ήττον όμως οι σταυροφορικοί

πόλεμοι επήνεγκον θανατηφόρον επί της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

τραύμα και επροοιμίασαν, ως προείπομεν, την κατάπτωσιν αυτής.

Ίσως όπως γείνωμεν μάλλον καταληπτοί, ωφείλομεν ν' ανατρέξωμεν

εις προγενεστέρους χρόνους και εξεικονίσωμεν τα αίτια, τα

επαγαγόντα τους σταυροφορικούς εκείνους πολέμους, διαγράψωμεν

δε και τα κατ' αυτούς· αλλά τότε ηθέλομεν παρεκτείνει τον λόγον

πέραν του ημετέρου αντικειμένου, όπερ εστίν η ιστορία της υπό

των Φράγκων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, δηλονότι η

εξιστόρησις του τετάρτου σταυροφορικού πολέμου.

Και έν μόνον βλέμμα αν ρίψωμεν επί της τότε καταστάσεως του

Βυζαντίου, αρκεί να εννοήσωμεν την αθλιότητα εις ήν εκείνο

διετέλει. Εστερημένον των αναγκαίων εις παν κράτος στηριγμάτων,

του στρατού και του στόλου, έχον ταμείον κενόν, εξηντλημένον

εις θρησκευτικάς διαμάχας, αίτινες ενώ ουδέν απέφερον το

αγαθόν, τουναντίον διά της διαιρέσεως των πολιτών, καθ' όν

χρόνον η μεγίστη απητείτο σύμπνοια προς αντίκρουσιν των

πολυαρίθμων εχθρικών επιδρομών, οικτρά είχον τα αποτελέσματα,

εν απομονώσει διατελούν, πανταχόθεν καταπολεμούμενον, ωμοίαζε

προς άνθρωπον θανατιώντα, του οποίου το τέλος επίκειται και

άφευκτον και προσεχές· την δε αθλιότητα ταύτην επηύξανον αι των

αυτοκρατόρων βδελυρίαι, αι μέχρι του μη περαιτέρω προβαίνουσαι.

Μηδέν όσιον και ιερόν έχοντες ούτοι προσεπάθουν διά δολοφονιών,

διά τυφλώσεων και διά παντοειδών κακουργημάτων, να ανέλθωσιν

επί τον θρόνον, μηδόλως κατά νουν θέμενοι ότι τα αυτά επί

τέλους και αυτοί ήθελον υποστή των όσων εις άλλους διεπράξαντο.

Τοιουτοτρόπως ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Βατάτζης, τυφλώσας τον

νόμιμον του Βυζαντινού κράτους κληρονόμον, Αλέξιον τον Κομνηνόν

και επί τέλους δολοφονήσας αυτόν, ήρπασε την αρχήν· αλλά και η

τούτου βασιλεία, μεστή βδελυρών κακουργιών γενομένη, διετέλεσε

βραχυχρόνιος, διότι εφονεύθη και ο Ανδρόνικος μετά βασάνων, των

οποίων η παρά Νικήτα τω Χωνιάτη ανάγνωσις εμποιεί φρίκην.

Εμφανισθείς σιδηροδέσμιος ενώπιον του Ισαακίου, λέγει ο

συγγραφεύς ούτος, ύβρεσι βάλλεται, κατά κόρρης ραπίζεται, τους

γλουτούς επικρούεται, τον γένυν τίλλεται, τους οδόντας

εκριζούται, τον έτερον των οφθαλμών εξορύσσεται, την κεφαλήν

ψιλούται τριχών, εις κοινόν εκδίδοται παίγνιον, τύπτεται

πυγμαίς, την δεξιάν χείρα αποκόπτεται και επί τέλος ρίπτεται

εις φυλακήν άσιτος, άποτος, υπ' ουδενός περιποιούμενος. Μετά

τινας ημέρας εξορύσσεται και τον άλλον οφθαλμόν και καθεζόμενος

επί ψωριώσης καμήλου, περιάγεται εις την αγοράν, ένθα εν μέσω

αρρήτων σαρκασμών και ύβρεων αναρτάται από των ποδών και επί

τέλους φονεύεται. Αλλ' η θεία δίκη δεν άφησεν ατιμώρητον τον

τοιαύτα κατ' αυτού διαπραξάμενον και διάδοχόν του επί του

θρόνου Ισαάκιον Άγγελον· διότι και ούτος εκθρονίζεται υπό του

ιδίου αδελφού Αλεξίου και τυφλωθείς εν τη εις Βήραν μονή, ήν ο

πατήρ του Ανδρονίκου είχεν οικοδομήσει, κλείεται μετά του υιού

αυτού, Αλεξίου επίσης καλουμένου, εις ειρκτήν, εν τη οποία

λαμβάνει την σκληράν πείραν πόσον ευκύλιστος είνε ο της τύχης

τροχός.

Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Βυζαντίω, ετάρασσον την Ευρώπην αι

μεταξύ Ριχάρδου του Λεοντοκάρδου, βασιλέως της Αγγλίας, και

Φιλίππου Αυγούστου, βασιλέως της Γαλλίας, διαμάχαι· μόλις δε

κατέπαυσαν αύται τη μεσολαβήσει του Πάπα, και ο βασιλεύς της

Γαλλίας εγένετο παραίτιος νέου σκανδάλου, διότι αποπέμψας την

σύζυγον αυτού Ιγγεβούργην, αδελφήν του βασιλέως της Δανίας,

όπως νυμφευθή Αγνήν την εκ Μεραυίας, προυκάλεσε την οργήν του

Ρωμαίου ποντίφικος, όστις αφού παντοιοτρόπως προσεπάθησεν εις

μάτην να επαναγάγη τον Φίλιππον εις το καθήκον αυτού, επί

τέλους υπέβαλεν αυτόν τε και άπαν το βασίλειον της Γαλλίας εις

σφοδρόν εκκλησιαστικόν επιτίμιον, συνεπεία του οποίου οι ναοί

εκλείσθησαν και πάσαι αι ιεροπραξίαι, μηδ' αυτής της ταφής

εξαιρουμένης, διεκωλύθησαν. Αλλά και η Γερμανία διετέλει εν

μεγίσταις διαιρέσεσιν ένεκα του θανάτου του αυτοκράτορος

Ερρίκου Α'. Αφ' ετέρου ο Εμίρης Μαλέκ Αδέλ, κύριος μεγάλου

μέρους της Μεσοποταμίας, βλέπων μετά λύπης την εν Συρία

αποκατάστασιν των Φράγκων, την επελθούσαν κατόπιν των

προηγουμένων σταυροφοριών, εσκέπτετο διά τίνος μέσου εδύνατο ν'

απαλλαγή των θανασίμων τούτων εχθρών, ουδ' επαύετο παρενοχλών

παντοιοτρόπως και απειλών αυτούς, καταδιώκων δε και τους

προσκυνητάς, οίτινες μετέβαινον όπως επισκεφθώσι τον τάφον του

Κυρίου.

Τοιαύτη ην εν συνόψει η κατάστασις των πραγμάτων, ότε εφημέριός

τις της Νευλλής, Φούλκος ονόματι, ήρξατο προκηρύσσων νέαν κατά

των απίστων σταυροφορίαν. Ο ιερεύς ούτος σκανδαλώδη το πρώτον

βίον διαγαγών, αλλ' είτα διά της μετανοίας τα σφάλματα αυτού

καθαρίσας, και της ευγλωττίας το χάρισμα κεκτημένος, περιήρχετο

τας διαφόρους της Γαλλίας επαρχίας, τη προσκλήσει μάλιστα των

επισκόπων, αναζωπυρών τον ζήλον τον Χριστιανών από τε του

άμβωνος και εν τοις περιπάτοις, πλείστα δε υπισχνούμενος εις

τους λαμβάνοντας τον σταυρόν κατά των απίστων. Οι ακούοντες

αυτού έλεγον ότι ωμίλει τη εμπνεύσει του Αγίου Πνεύματος,

πλείστοι δε των περιωνύμων τότε κληρικών συνετάχθησαν αυτώ, εν

οίς ο Μαρτίνος Λίτζιος, ο Ερλοΐνιος, ο Ευστάθιος αββάς του Φλέη

και άλλοι, οίτινες, καίτοι μη έχοντες την αυτήν του Φούλκου

ευγλωττίαν, υπό του αυτού όμως ενεπνέοντο ζήλου. Αφ' ετέρου ο

τω 1178 επί τον παπικόν θρόνον αναβάς Ιννοκέντιος Γ'., ανήρ

τολμηρός και μέχρι φανατισμού υπέρμαχος της εκκλησίας κατά των

αιρέσεων, δεν έλειπε παντί σθένει να υποβοηθή των κηρύκων τας

ενεργείας, καραδοκών την εν τη Ανατολή επέκτασιν της εξουσίας

του. Ενθέρμως, δ' επεπόθει την εκστρατείαν ο τε βασιλεύς της

Γαλλίας Ερρίκος, όπως εκβιάση ούτω τον Πάπαν ν' αποσύρη το κατά

του Κράτους αυτού επιτίμιον, και οι άλλοι των ηγεμόνων και

βαρώνων, έκαστος δι' ιδίους σκοπούς, ολίγιστοι δε υπό ενθέου

ελαυνόμενοι ζήλου (1).

Των ηγεμόνων οίτινες απεφάσισαν ν' αποδυθώσιν εις τον αγώνα,

επρώτευον Θιβώτιος ο Δ', κόμης της Καμπανίας, και ο Λουδοβίκος,

κόμης της Σάρτρης και του Βλοά, αμφότεροι συγγενείς στενοί των

βασιλέων της Γαλλίας και της Αγγλίας. Αυτοίς δε συνείποντο ο

Γοδοφρέδος, κόμης της Πέρσης, Ματθαίος ο Μοντμορενσή, Γούης ο

φρούραρχος του Γουσή, Γοδοφρέδος ο Βιλλαρδουίνος, πρωτοστράτωρ

Καμπανίας, όστις κατέλιπε διήγησιν αρκούντως περίεργον της

εκστρατείας ταύτης, Βαλδουίνος ο κόμης Φλάνδρας

και Αϊνώ μετά των δύο αδελφών του Ερρίκου και Ευσταθίου, Ούγος

ο κόμης του Αγίου Παύλου, ο Σίμων κόμης της Μονφεράτης, ο Ρενώ

κόμης του Μοντρεάλλου, Ευράρδος ο εκ Μονταίνης, οι κόμητες

Γωτιέρος και Ιωάννης Βρυέννιος, ο Μανασής Δελίσλης, οι Άγγλοι

κόμητες του Νόρβιγκ και Νυρθαμπτών και άλλοι· μεταξύ δε των

εκκλησιαστικών, οίτινες απεφάσισαν να λάβωσι τον σταυρόν,

διεκρίνοντο οι επίσκοποι Σοασώνος, Βάλης, Λάγγρης, και

Αλβερστάδης, οι αββάδες Λώνζης, Βωκερνέης και άλλοι. Το όλον

των ούτω συνηγμένων ιπποτών συνεποσούτο εις τετρακισχιλίους και

πεντακοσίους, ών έκαστος συνωδεύετο υπό δύο ιπποκόμων (2).

Συνελθόντων των πρώτων αρχηγών της σταυροφορίας εις Βοασώνα και

είτα εις Κομπιένην, απεφασίσθη να δοθή η αρχηγία της αγίας

ταύτης εκστρατείας εις τον Θιβώτιον, κόμητα Καμπανίας, το

εικοστόν και τέταρτον της ηλικίας έτος μόλις άγοντα, αλλά

περιβόητον όντα επί ταις στρατιωτικαίς αυτού αρεταίς· σύναμα δε

απεφασίσθη όπως ο στρατός των σταυροφόρων μεταβή διαπόντιος εις

την Ανατολήν. Προς τούτο επέμφθησαν εις Ενετίαν έξ πρεσβευταί,

ίνα επιτύχωσι παρά της δημοκρατίας εκείνης τα αναγκαία προς

μεταφοράν των ανδρών και των ίππων πλοία, διότι η Ενετία ην

τότε εις το έπακρον της δόξης και ευημερίας αυτής. Δόγης της

δημοκρατίας ήτο κατά την εποχήν εκείνην ο Ερρίκος Δάνδολος,

ανήρ moult preus et moult saiges, κατά τον Βιλλαρδουίνον, ή ως

το Χρονικόν του Μωρέως λέγει (3)

Πάσης τιμής αξίας

άνθρωπος ήτο, φρόνιμος, πολλά χαριτωμένος.

αλλ' ουχ ούτω και υπό Νικήτα του Χωνιάτου εικονιζόμενος. «Πηρός

μεν ην, λέγει ούτος, τας όψεις και τω χρόνω πέμπελος,

επιβουλότατον δε πράγμα Ρωμαίοις και φθονερώτατον, ός παιπάλημα

ων αγυρτείας, και φρονιμώτερον των φρονίμων εαυτόν ονομάζων και

δοξομανών ως ουχ έτερος θανάτου ετιμάτο, το μη τίσασθαι

Ρωμαίοις δίκας της ες το γένος αυτού παρινοίας.» Ιστορικοί

τινες βεβαιούσιν ότι ετυφλώθη τους οφθαλμούς κατά τινα εν

Κωνσταντινουπόλει διατριβήν αυτού υπό του αυτοκράτορος Μανουήλ

του Κομνηνού· αλλ' η αποδιδομένη εις τον αυτοκράτορα τούτον

πράξις φαίνεται όλως συκοφαντία, διότι οι πλείστοι και

αξιολογώτεροι των ιστοριογράφων, καίτοι διομολογούντες την

τύφλωσιν του ογδοηκονταετούς ήδη γέροντος, εξ άλλων όμως αιτιών

αποφαίνονται αυτήν προελθούσαν, ως ο Βιλλαρδουίνος εκ

παραδείγματος λέγει ότι ο Δάνδολος έχασε την όρασιν κατά τινα

μάχην.

Ελθόντες οι πρεσβευταί εις Ενετίαν εξέθηκαν το αίτιον της

αποστολής αυτών εις τον Δόγην, αιτούμενοι την παραχώρησιν

πλοίων διά την μεταφοράν τεσσάρων χιλιάδων και πεντακοσίων

ίππων και εικοσιπεντακισχιλίων ανδρών, προς δε και την επί

εννέα μήνας προμήθειαν όλων των τροφών του στρατού. Ο Δόγης

υπεσχέθη εν ονόματι της δημοκρατίας ίνα διευκολύνη πάντα ταύτα

επί πληρωμή ογδοήκοντα πέντε χιλιάδων μαρκών αργυρίου ή δύο

εκατομμυρίων και διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων φράγκων. Και

επειδή δι' ιδίους σκοπούς ο Δάνδολος δεν ήθελε να μείνη ξένη η

Ενετία των σταυροφοριών, επρότεινε να εξοπλίση και ούτος

πεντήκοντα γαλέρας υπέρ των σταυροφόρων, επιφυλασσομένου τη

Ενετία του ημίσεως των κατακτήσεων, αίτινες ήθελον γίνει εις

την Ανατολήν. Ταύτα δε πάντα εγένοντο δεκτά εν ιδιαιτέρα

συνδιασκέψει· αλλ' έπρεπε να εγκριθώσι και υπό του λαού. Και

δη, συνελθόντων πάντων εν τω περικαλλεί του αγίου Μάρκου ναώ,

μετά την επίκλησιν του Αγίου Πνεύματος, εγερθέντες οι

πρεσβευταί των σταυροφόρων, απήγγειλαν τα επόμενα, δεικνύοντα

τα απλοϊκά της εποχής εκείνης ήθη. «Οι κύριοι και βαρώνοι της

Γαλλίας, οι ισχυρότεροι και μεγαλείτεροι, εξαπέστειλαν ημάς ίνα

σας παρακαλέσωμεν εν ονόματι του Θεού να λάβητε οίκτον υπέρ της

Ιερουσαλήμ, της δουλευούσης τοις Τούρκοις, και τους

διευκολύνητε όπως εκδικηθώσι το αίσχος του Ιησού Χριστού.

Προυτίμησαν δε να απευθυνθώσι προς υμάς, διότι γνωρίζουσιν ότι

δεν υπάρχει λαός θαλάσσιος ισχυρότερος. Εν ταυτώ μας εσύστησαν

να ριφθώμεν εις τους πόδας σας και μη εγερθώμεν, πριν ή

επακούοντες των ικεσιών ημών, οικτείρητε την Αγίαν Γην.» (4)

Και οι πρεσβευταί κλαίοντες εγονυπέτησαν· λαβών δε τότε τον

λόγον ο Δάνδολος, παρώρμησε το πλήθος όπως αποδυθή εις τον

αγώνα, ειπών, ως το Χρονικόν του Μωρέως λέγει·

Άρχοντες, φίλοι και αδελφοί, σύντροφοι, συγγενείς μου.

Οράτε πώς μας αγαπά ο Κύριος της δόξης·

Τιμήν και διάφορον πολύ μας έστειλεν εμπρός μας,

Όταν το έθνος της Φραγκιάς, αυθέντες οι μεγάλοι

Ήλθαν παρακαλώντας μας 'ς την χώραν μας απάνω,

Να δώσουν το λογάριν τους κ' εμείς τα πλευτικά μας.

Ο λαός συγκινηθείς τότε εκραύγασε μια φωνή, ότι αποδέχεται τας

συμφωνίας του Δόγου, και εν μέσω ενθουσιασμού και αφάτου χαράς

αντηλλάχθησαν τα αναγκαία έγγραφα των αμοιβαίων υποχρεώσεων,

άτινα, πεμφθέντα εις Ρώμην, έτυχον και της εγκρίσεως του Πάπα.

Όταν οι έξ πρεσβευταί επανήλθον εις Καμπανίαν, εύρον τον

κηρυχθέντα ως αρχηγόν της σταυροφορίας Θιβώτιον, επικινδύνως

ασθενή. Ούτος μαθών την αισίαν έκβασιν της αποστολής των

τοσούτον εχάρη, ώστε και απεβίωσεν εκ της χαράς· οι δε ιππόται

και βαρώνοι συνελθόντες όπως διορίσωσι διάδοχον αυτού,

εξελέξαντο τοιούτον τον Βονιφάτιον μαρκήσιον της Μονφεράτης,

άνδρα ανήκοντα εις οικογένειαν ηρωικήν και πολλάκις τους

απίστους καταπολεμήσαντα. Ελθών ούτος εις Σοασώνα εδέξατο τον

σταυρόν από τας χείρας του εφημερίου του Νευλλή και προυκηρύχθη

αρχηγός μετά μεγίστης παρατάξεως εν τη Εκκλησία της Παναγίας

(5).

Εν τούτοις μετά διετή προπαρασκευήν οι σταυροφόροι διελθόντες

τας Άλπεις, αφίκοντο εις Ενετίαν, ένθα εύρον τον στόλον έτοιμον

να τους μετακομίση· αλλ' οι Ενετοί υπό του εμπορικού κέρδους

μάλλον, ή υπό του προς την θρησκείαν ζήλου εμπνεόμενοι,

προσεκάλεσαν τους βαρώνους να πληρώσωσιν αυτοίς προκαταβολικώς

τον συμπεφωνημένον ναύλον, τούτο δε προυκάλεσε μεγίστην

δυσαρέσκειαν, διότι οι πλείστοι των ιπποτών εστερούντο

χρημάτων, ώστε εδέησε πολλοί των αρχηγών να πωλήσωσι πάν ό, τι

εκέκτηντο όπως ικανοποιήσωσι τας απαιτήσεις των Ενετών. Αλλ'

επειδή και ούτω δεν εισεπράσσετο το ποσόν ολόκληρον των

ογδοήκοντα πέντε χιλιάδων μαρκών, ο Δόγης Δάνδολος ηθέλησε να

επωφεληθή της περιστάσεως και προσεκάλεσε τους σταυροφόρους

προς εξόφλησιν να προσφέρωσι την συνδρομήν αυτών όπως

καθυποτάξη την εν Δαλματία πόλιν Ζάραν, ήτις μη υπομένουσα τας

της Ενετίας καταπιέσεις επανέστη και ανεκήρυξεν ως κύριον αυτής

τον της Ουγγαρίας βασιλέα. Οι σταυροφόροι αντέστησαν κατά

πρώτον εις την πρότασιν ταύτην, λέγοντες ότι έλαβον τα όπλα να

πολεμήσωσιν όχι προς τους Χριστιανούς, αλλά προς τους απίστους,

ότι ο βασιλεύς της Ουγγαρίας, κύριος της Ζάρας, ήτον ου μόνον

Χριστιανός, αλλ', έλαβεν επίσης και τον σταυρόν μετά του

αδελφού του Ανδρέου, και ότι αναμιγνύμενοι εις τον πόλεμον

εκείνον ήθελον υποκύψει εις το ανάθεμα του πάπα, επιβαλόντος

τοιούτο καθ' ούτινος ήθελε προσβάλει τους σταυροφόρους· αλλ'

επιμείναντος του Δόγου, οι ιππόται ηναγκάσθησαν να ενδώσωσι,

καίτοι του πάπα πέμψαντος τον καρδινάλιον της Καπύης προς τον

Δόγην όπως τον αποτρέψη της εκστρατείας ταύτης.

Ενώ οι σταυροφόροι ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσιν εξ Ενετίας, ο εν

τη ειρκτή μετά του πατρός αυτού Ισαακίου εγκεκλεισμένος

Αλέξιος, διαλαθών τους φύλακας αυτού επέτυχε να δραπετεύση και

υπ' ολίγων τινών παρακολουθούμενος να μεταβή εις την Εσπερίαν

επί τη ελπίδι ότι οι εκεί βασιλείς εδύναντο να επαναγάγωσιν

αυτόν εις τον θρόνον του Βυζαντίου. Και πρώτον μεν απηυθύνθη

προς τον ηγεμόνα της Σοαβίας Φίλιππον, σύζυγον της θείας αυτού

Ειρήνης, αλλ' ούτος απησχολημένος ων εις ετέρους πολέμους

ουδεμίαν συνδρομήν εδύνατο να τω παράσχη, ηρκέσθη δε απλώς να

τον συμβουλεύση, ειπών· (6)

Υιέ και ανεψιέ μου,

Το τι να σε πήσω, ουδέν έχω, εις τούτο οπού με λέγεις,

Όμως μαντάτα ήκουσα (συντόμως με τα φέραν)

Το πώς το πλήθος των Φραγκών, όπου υπάσι στην Συρίαν

Εκεί στον τάφον του Χριστού, στην Βενετιάν εσώσαν·

Λοιπόν εμένα φαίνεται, αν θέλης να το πήσης

Και δυνηθής να υποσχεθής, τούτο του πάπα Ρώμης,

Ότι να ορίση τον λαόν αυτών των περεγρίνων

Ν' αφήσουν το ταξείδι τους εκείνο της Συρίας

Να παν ς' την Κωνσταντινούπολιν να σε την παραδώσουν

Να πήση το βασίλειόν σου, να έχης την αυθετείαν,

Και να ποιήση τους Ρωμαιούς να προσκυνούν τον πάπαν,

Της Ρώμης γαρ την εκκλησιάν, σύμβασιν να ποιήσουν

Να ήναι ένα μετ' εμάς εις του Χριστού την πίστιν.

Ούτως ελπίζω και θαρρώ να έχης την βασιλειάν σου.

Ήρεσεν η συμβουλή αύτη εις τον Αλέξιον, και δη έπεμψε πρέσβεις

προς τους σταυροφόρους, ίνα επικαλεσθή την συνδρομήν των. Ο

Δόγης της Ενετίας, ευρών ευκαιρίαν όπως ταπεινώση τους

αμειλίκτους αυτού εχθρούς Πισσαίους, έπεισε και τους λοιπούς

σταυροφόρους, καραδοκούντας κέρδη μεγάλα, να συνεκστρατεύσωσιν

επί το Βυζάντιον, ενώ προηγουμένως προυτίθεντο να προσβάλωσι

την Αίγυπτον, έδραν ούσαν των Σαρακηνών και των Τούρκων· ως

όρον δε της συνδρομής ταύτης, έθετο την πληρωμήν διακοσίων

χιλιάδων μάρκων αργυρίου, την επί έν έτος διατήρησιν του

στρατού και του στόλου των σταυροφόρων υπό του Αλεξίου, την

υποχρέωσιν του να τους συνοδεύση ούτος προσωπικώς εις Συρίαν,

να διατηρή εφ' όρου ζωής πεντακοσίους ιππότας εις Ιερουσαλήμ

και τέλος να υποτάξη τω πάπα την Ελληνικήν εκκλησίαν. Και οι

μεν πρεσβευταί παρεδέξαντο ταύτα, ο δε σταυροφορικός στόλος,

συγκείμενος εκ τετρακοσίων ογδοήκοντα πλοίων, ών διακόσια

τεσσαράκοντα ήσαν πολεμικά, εβδομήκοντα έφερον ζωοτροφίας και

μηχανάς, εκατόν είκοσιν ήσαν ιππαγωγά, και πεντήκοντα γαλέραι

Ενετικαί, απέλευσε τη 8 Οκτωβρίου 1202 εξ Ενετίας εις Ζάραν την

οποίαν και εκυρίευσαν. Διαχειμάσας δ' εν αυτή, ητοιμάζετο ν'

απέλθη εκείθεν κατά Απρίλιον του 1203 ότε αφίκετο αυτόσε ο

Αλέξιος συνοδευόμενος υπό Γερμανών τινων κυρίων προς τούτο

ταχθέντων υπό του ηγεμόνος Φιλίππου· γενόμενος δε δεκτός, κατά

την αρχαϊκήν έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, a mult grand joie et a

mult grand honor, επεκύρωσε τας συμφωνίας των πρεσβευτών του,

διότι «χαλίφρον όν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, και πραγμάτων

αδαές μειράκιον, ούτε ηκριβολόγησέ τινα των ζητημάτων, ούτε μην

το μισορώμαιον φρόνημα των Λατίνων οπωσούν εβάλλετο κατά νουν.»

(7)

Άραντες οι σταυροφόροι εκ Ζάρας, κατηυθύνθησαν εις Κέρκυραν·

ενώ δε ο στόλος αυτών έπλεε προς την Κωνσταντίνου πόλιν, ο

αυτοκράτωρ Αλέξιος ύπνωτε βαρέως, ότε δε ανένηψεν εκ του

ληθάργου και απεφάσισε διά πρέσβεων προς τον πάπαν να προλάβη

την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα, ήτον ήδη πολύ αργά. Οι

σταυροφόροι αναχωρήσαντες εκ Κερκύρας τη 24 Μαΐου, και διά του

Αιγαίου πελάγους πλεύσαντες αγκυροβόλησαν εις το έξωθεν της

Κωνσταντινουπόλεως προάστειον του Αγίου Στεφάνου. Η θέα της

μεγάλης εκείνης πόλεως, τα υψηλά τείχη και οι πλούσιοι πύργοι

της ετάραξαν τους σταυροφόρους, ώστε κατά την έκφρασιν του

Βιλλαρδουίνου il n' y ot si hardi cui li cuer ne fremist. Εκεί

αποβιβασθέντες οι κόμητες και οι βαρώνοι συνεκρότησαν

συμβούλιον, λαβών δε τον λόγον ο Δόγης της Ενετίας είπεν·

«Άρχοντες, γνωρίζω κάλλιον πάντων υμών τον τόπον τούτον, διότι

και άλλοτε ήλθον. Ανελάβατε το μεγαλείτερον έργον και την

κινδυνωδεστέραν επιχείρησιν, αφ' όσας ποτέ άνθρωποι

επεχείρισαν, ώστε πρέπει να προβώμεν συνετώς. Μάθετε ότι αν

υπάγωμεν εις την ξηράν, αύτη είνε μεγάλη και εκτενής, οι δε

ημέτεροι εισι πτωχοί και πάσχουσιν έλλειψιν τροφών, ώστε αν

διασπαρώμεν εις τας πεδιάδας προς εύρεσιν τοιούτων, θέλομεν

φθείρεσθαι υπό των εγχωρίων, ενώ ημείς είμεθα ολίγοι και έχομεν

να πράξωμεν πολλά. Εδώ πλησίον κείνται νήσοι τινες, ας δύνασθε

να ιδήτε εντεύθεν, κατωκημέναι και έχουσαι σίτους, κρέα και τα

λοιπά επιτήδεια. Ας υπάγωμεν να ελλιμενισθώμεν εκεί ίνα

επιτοπίως λάβωμεν τας τροφάς· όταν δ' εφοδιασθώμεν, τότε

πορευόμεθα επί την πόλιν και πράττομεν ό, τι ο στρατάρχης μας

διατάξη, διότι καλλίτερον πολεμεί ο έχων τροφάς ή ο μη έχων.»

Ευρόντες συνετήν την γνώμην του Δόγου οι σταυροφόροι

διενυκτέρευσαν την νύκτα εκείνην εις τον Άγιον Στέφανον, την δ'

επιούσαν ήραν τας αγκύρας όπως πλείωσιν εις τας νήσους των

Πριγγίπων· αλλ' άνεμος εναντίος πνεύσας τους ηνάγκασεν αντί του

εις τας νήσους των Πριγγίπων πλοός των να συμπροσαράξωσιν εις

Χαλκηδόνα, ενώ οι εκ του Βυζαντίου συνηγμένοι εις τας επάλξεις

των τειχών παρετήρουν αυτούς μετά θαυμασμού. Εις Χαλκηδόνα οι

αρχηγοί των σταυροφόρων κατέλαβον περικαλλές τι ανάκτορον, ο δε

στόλος ένεκα της ελλείψεως λιμένος, ηναγκάσθη μετά τρεις ημέρας

να κατευθυνθή εις Χρυσούπολιν, ένθα αφίκοντο διά ξηράς και οι

ιππόται. (8)

Βεβαίως έπρεπε να πλησιάση τοσούτον ο κίνδυνος διά να ανανήψη ο

αυτοκράτωρ του Βυζαντίου εκ του ληθάργου του, διότι μέχρι της

στιγμής εκείνης ουδέν μέτρον προς άμυναν έλαβε. Τα ολίγα πλοία

άτινα είχεν, εστερούντο των προς πλουν επιτηδείων, καθόσον ο

μέγας ναύαρχος του κράτους Μιχαήλ Στρυφνός, σύζυγον έχων την

αδελφήν της αυτοκρατείρας, ωφελήθη της συγγενείας ταύτης διά να

πλουτίση ανταλλάσων προς χρυσίον τας αγκύρας, τα ιστία, την

ξυλείαν και αυτούς έτι τους ύλους των πλοίων. Ότε λοιπόν ο

αυτοκράτωρ είδεν εν Χρυσουπόλει τους Λατίνους, εξήλθε της

απραξίας αυτού, διέταξε να εξοπλίσωσιν είκοσι σεσηπυίας

γαλέρας, και να κατεδαφίσωσι τας έξωθεν επί των τειχών

ερειδομένας οικίας, και παρασκευάσας τον στρατόν του ανέλαβε

την αρχηγίαν αυτού όπως αποκρούση πάσαν προσβολήν των εχθρών.

(9)

Εν τούτοις οι σταυροφόροι ήρξαντο να διατρέχωσι τας πλουσίας

πεδιάδας, αίτινες εκτείνονται εκείθεν της Χρυσουπόλεως.

Απόσπασμα αυτών προβάν ολίγον, παρετήρησε σκηνάς τινας, εν αίς

διέμενεν ο μέγας δουξ μετά πεντακοσίων στρατιωτών. Οι

σταυροφόροι ώρμησαν κατ' αυτών, και μετά ολιγοχρόνιον μάχην

τους έτρεψαν εις φυγήν και εκυρίευσαν τας τροφάς, τας σκηνάς

αυτών και πολλά ζώα. Τοσούτον δ' ετάραξεν η ήττα αύτη τους εν

Βυζαντίω, ώστε ψυχάρπαγας αγγέλους και χαλκηλάτους ανδριάντας

εθεώρησαν τους Φράγκους, και οι μεν έπιπτον, οι δε εδραπέτευον

και μάλιστα οι στρατηγοί ως κρουδέλαφοι, κατά την έκφρασιν του

Νικήτα, πλέον δείλανδροι.

Την επιούσαν της ήττης ταύτης, ενώ οι άρχοντες των σταυροφόρων

συνεσκέπτοντο εν τοις ανακτόροις της Χρυσουπόλεως, αφίκετο εκ

μέρους του αυτοκράτορος απεσταλμένος τις προς αυτούς,

καλούμενος Νικόλαος Ρόσσης εκ Λομβαρδίας, όστις αφού

εχαιρέτησεν αυτούς εν ονόματι εκείνου, τοις έλεξε τάδε· «Ο

αυτοκράτωρ οίδεν ότι είσθε οι μεγαλείτεροι και ισχυρότεροι

άρχοντες εκ των μη φερόντων στέμμα, και ότι ηγείσθε των

ανδρειοτέρων του κόσμου λαών· απορεί όμως πώς ενώ όντες, ως και

αυτός, Χριστιανοί, ήλθατε εις τα κράτη του, χωρίς να τον

ειδοποιήσητε και ζητήσητε την συγκατάθεσίν του. Έμαθεν ότι

πρώτιστος υμών σκοπός εστιν η απελευθέρωσις του Αγίου Τάφου.

Αν, όπως εκπληρώσητε τον σκοπόν σας, έχητε χρείαν τροφών, θα

σας δώση τοιαύτας προθύμως, μηδενός φειδόμενος όπως σας

συνδράμη· αλλά σας εξορκίζει ν' αποσυρθήτε του κράτους του,

καίτοι δυναμένου να σας εκβιάση προς τούτο, διότι η δύναμίς του

είναι τόσον μεγάλη, ώστε και εικοσάκις πλείονες αν ήσθε, δεν

εδύνασθε να σωθήτε και διαφύγητε την οργήν του, αν ήθελε να σας

προσβάλη και κακοποιήση». Προς ταύτα δε αναστάς ο ιππότης Κόνων

Πετούνης, όστις ήτο bons chevaliers et sages et bien éloquens,

αντέλεξεν. «Ωραίε κύριε, ο αυτοκράτωρ απορεί, διότι εισήλθομεν

εις τα κράτη του· η γη όμως ήν πατούμεν, γνωρίζεις καλώς ότι

δεν ανήκει εις αυτόν, επειδή την κατέχει αδίκως και εναντίον

του τε θείου και των ανθρωπίνων νόμων, αλλ' ανήκει εις τον

ανεψιόν του, όν βλέπεις μέσω υμών. Αν θέλη να τω αποδώση το

στέμμα και επικαλεσθή το έλεός του, τότε θα παρακαλέσωμεν και

ημείς τον Ισαάκιον και τον υιόν του ίνα τω συγχωρήση και τω

εξασφαλίση πόρον ζωής ικανόν και ανάλογον της θέσεώς του· αν δε

δεν δεχθή να πράξη τούτο, μη τολμήσης πλέον να έλθης παρ' ημίν

φέρων τοιαύτας προτάσεις.» Και ούτως ο πρεσβευτής απήλθεν

άπρακτος, ο δε αυτοκράτωρ φοβούμενος τους εν τη πόλει

πολυαρίθμους παροίκους Λατίνους, εξεδίωξεν αυτούς παραχρήμα.

Την επιούσαν οι βαρώνοι και οι ιππόται απεφάσισαν να δοκιμάσωσι

την διά της πειθούς ανάβασιν του παρ' αυτών προστατευομένου επί

του θρόνου. Επιβάντες λοιπόν επί των γαλερών, επί μιας των

οποίων ήτο και ο νέος Αλέξιος έχων εκατέρωθεν τον Δόγην της

Ενετίας και τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, επλησίασαν εις τα

τείχη της πόλεως, και τότε κήρυξ τις ήρξατο κραυγάζων ταύτα

«Ιδού ο νόμιμος κύριός σας. Μάθετε ότι ήλθομεν όχι όπως σας

κακοποιήσωμεν, αλλ' όπως σας φρουρήσωμεν και υπερασπίσωμεν, αν

πράξητε ό, τι πρέπει. Γνωρίζετε ότι εκείνος, ώ δουλεύετε,

κακεντρεχώς και παραλόγως κατέλαβε την αρχήν, ουδ' αγνοείτε

πόσον παρανόμως προσηνέχθη προς τον κύριον αυτού. Βλέπετε, ιδού

ο κληρονόμος του Ισαακίου· αν έλθητε προς αυτόν, εκπληροίτε το

καθήκον σας, άλλως μάθετε ότι θα σας κακοποιήσωμεν, όσον

δυνηθώμεν.» Επειδή όμως ουδείς εκ των επάλξεων απεκρίνατό τι,

οι ιππόται απεφάσισαν να προπαρασκευασθώσιν εις πόλεμον. (10)

Τη 6 Ιουλίου 1204 συνελθόντες οι βαρώνοι εν συμβουλίω εις την

πεδιάδα της Χρυσουπόλεως, ένθα τανύν υπάρχει το Οθωμανικόν

Κοιμητήριον, απεφάσισαν όπως ο μεν στόλος εισέλθη εις Βόσπορον,

ο δε στρατός διαιρεθείς εις έξ φάλαγγας προσβάλη τον

αυτοκράτορα, όστις ιδών τας προπαρασκευάς των σταυροφόρων, είχε

στρατοπεδεύσει εις την από των νυν κανονοστασίων (Τοπ-Χανέ)

μέχρι του Διπλοκιονίου (Μπεσίκ-τας) ακτήν μετά πολυαρίθμου

στρατού, ού η θέα επί τοσούτον εξήγειρε τους σταυροφόρους, ώστε

ils ne demendent mie chasquns qui doit aller devant. Εκ των έξ

φαλαγγών, την πρώτην, την και εμπροσθοφυλακήν, εδιοίκει ο

Βαλδουίνος κόμης της Φλάνδρας, την δευτέραν ο Ερρίκος, αδελφός

του Βαλδουίνου, την τρίτην ο Λουδοβίκος κόμης του Βλοά, την

τετάρτην ο Ούγος κόμης του αγίου Παύλου, την πέμπτην Ματθαίος ο

εκ Μοντμορενσή και την έκτην, την και οπισθοφυλακήν, ο

μαρκήσιος της Μοντφεράτης. Αλλ' ο χαύνος Αλέξιος μη τολμών να

συμπλακή προς τους στραυροφόρους εθεώρησε κατάλληλον να

εγκαταλείψη το στρατόπεδόν του και αποσυρθή εις την πόλιν,

αφίνων ούτω κυρίους του Γαλατά τους Λατίνους, οίτινες εισήλθον

τέλος και εις αυτό το φρούριον αυτού, αφού οι εντός

απεπειράθησαν επί μικρόν να τους αντικρούσωσι. Μετά ταύτα δε

θραύσαντες την μεγάλην άλυσον, ήτις εκώλυε την είσοδον του

λιμένος και εισελθόντες εις αυτόν, εκυρίευσαν και τας των

Βυζαντινών γαλέρας.

Μετά την πτώσιν του Γαλατά υπό τους Λατίνους, απελείπετο η

άλωσις και αυτής της πόλεως του Κωνσταντίνου, ήτις ικανάς

παρίστα δυσχερείας· δύο δε προς επιτυχίαν προετάθησαν σχέδια.

Οι μεν Ενετοί έλεγον ότι όπως αλωθή έπρεπε να στηθώσιν εκ των

πλοίων κλίμακες εις τα τείχη, και ούτως από μέρους της θαλάσσης

να γείνη η έφοδος, οι δε Γάλλοι τουναντίον προέτεινον ταύτην

από του μέρους της ξηράς, προφασιζόμενοι ότι δεν εδύναντο να

νικήσωσιν άνευ των ίππων αυτών. Επί τέλους όπως μη προκύψη

σχίσμα τι απεφασίσθη να γείνη η έφοδος ταυτοχρόνως εκ τε της

ξηράς και εκ της θαλάσσης, και ούτως ο μεν στόλος έπλευσε

κάτωθεν των προμαχώνων, αι δε έξ φάλαγγες, διαβάσαι τον

Κύδαριν, εστρατοπέδευσαν όπου υπάρχει το νυν καλούμενον Εγιούπ,

και εκείθεν ήρξαντο προσβάλλουσαι την Χαρσίαν ή Καλλιγαρίαν

πύλην (Εγρή-καπού). (11)

Των Βυζαντινών εστρατήγει ο του βασιλέως γαμβρός Θεόδωρος ο

Λάσκαρις, ανήρ γενναίος και έμπειρος, όστις απέκρουσεν

επανειλημμένως τας εφόδους των φράγκων, πλήττων αυτούς εκ των

τειχών διά λίθων, υγρού πυρός και βολών, καθ' όν χρόνον σώματα

πεζών εκπηδώντα εκ της πόλεως, πολλήν ενεποίουν αυτοίς την

φθοράν· αλλά και εκ των πλοίων εμάχοντο εκείνοι μετά πολλού

πείσματος. «Φέροντες τα πλοία, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης,

έστησαν κατέναντι Πετρίων, βοείαις δοραίς φραξάμενοι ταύτα, ως

είεν πυρί αδήωτα, και εν ταις κεραίαις τεκτηνάμενοι κλίμακας

τας βαθμίδας μηρινθώδεις εχούσας, υποχαλωμένας διά κάλων και

αύθις αιρομένας εις ύψος προσδεδεμένων τοις ιστοίς. Οι δε

τειχεσιπλήτην κριόν κρατυνάμενοι και τους Τζαγγροτοξότας

πολλαχή περιστήσαντες, ως αφ' ενός συνθήματος ποιούνται την

σύρρηξιν. Και ην η μάχη φρικαλέα τις και στονόεσσα πάντοθεν. Οί

τε γαρ περί τον κριόν οπλισάμενοι Λατίνοι, το τείχος ρήξαντες,

πρόοδον έσχον ένδοθεν, ό παρατείνει προς θάλασσαν περί τόπον,

ός Αποβάθρα βασιλέως ωνόμασται, ει και προς των επικούρων

Ρωμαίοις Πισσαίων και των πελεκυφόρων βαρβάρων γενναιότερον

απεκρούσθησαν, και τραυματίαι οι πλείονες ανέζευξαν. Οί τε τοις

πλοίοις ενόντες τοις περί τα Πέτρια τείχεσι προσπελάσαντες και

δι' ακατίων τας αγκύρας των πλοίων έραζε ρίψαντες εκ των

κλιμάκων έπειτα τοις εκ των πύργων Ρωμαίοις συμπλέκονται και

τρέπονται τούτοις ραδίως, ως εξ υπερδεξίων μαχομένοις, και ου

μόνον από ύψους, αλλά και κατά κορυφήν εφιστώτες και

βάλλοντες.»

Εξηκολούθουν τοιουτοτρόπως αι αψιμαχίαι επί εννέα ημέρας μεταξύ

πολιορκούντων και πολιορκουμένων, ότε οι Φράγκοι απεφάσισαν την

δεκάτην ημέραν, 17 Ιουλίου 1204, πέμπτην της εβδομάδος, να

ποιήσωσι ταυτοχρόνως εκ τε της ξηράς και εκ της θαλάσσης τον

πόλεμον. Και δη εκ των έξ φαλάγγων, αι μεν δύο υπό τον

μαρκήσιον της Μοντφεράτης απελείφθησαν εις φρούρησιν του

στρατοπέδου, αι δ' έτεραι τέσσαρες υπό τον κόμητα της Φλάνδρας

Βαλδουίνον διετάχθησαν να προσβάλωσι την πόλιν. Ήρξαντο λοιπόν

την προσβολήν κατά πρώτον είς τι προπύργιον, το oποίον

εφρούρουν Άγγλοι και Δανοί. Οι Γάλλοι σταυροφόροι ανέπτυξαν

κατά την ημέραν εκείνην ανδρίαν αξιοθαύμαστον, δεκαπέντε δε

αυτών και επί τας επάλξεις επέτυχον να αναβώσιν· αλλ'

ηναγκάσθησαν επί τέλους να εγκαταλείψωσι την κινδυνώδη εκείνην

θέσιν, δύο δ' εξ αυτών αιχμαλωτισθέντες προσηνέχθησαν και

ενώπιον του αυτοκράτορος· ενώ δε οι Γάλλοι έβλεπον ματαιουμένας

τας προσπαθείας αυτών, οι Ενετοί όμως εκ των πλοίων αυτών

ηυδοκίμουν μεγάλως. Τάξας ο δόγης Δάνδολος τας γαλέρας εις δύο

σειράς, εις μεν τας εν τη πρώτη έθηκε τας πολεμικάς μηχανάς,

εις δε τας εν τη δευτέρα επεβίβασε τους πολεμιστάς, όπως ενώ αι

πρώται προσβάλλουσι τα τείχη, οι εν ταις δευτέραις πολεμισταί

φονεύωσι τους εν ταις επάλξεσι. Και εξηκολούθει λοιπόν η μάχη

πεισματώδης και αιματηρά, καθόσον μάλιστα άφθονον ερρίπτετο από

τα τείχη το υγρόν πυρ. Εντούτοις ο Δάνδολος, όστις vialz hom

ere et gote ne véoit (ην γέρων και ουδόλως έβλεπε) θέλων

αποτελεσματικωτέραν να ποιήση την προσβολήν, διέταξε να τον

καταβιβάσωσιν εις την ξηράν, όπερ έσπευσαν οι υπηρέται του να

πράξωσιν, έχοντες προ αυτού κυματίζον και το γόνφαλον του Αγίου

Μάρκου. Τούτον ιδόντες δεν ώκνησαν να μιμηθώσι και εξ άλλων

πλοίων οι ιππόται μετά κλιμάκων, ώστε ο πόλεμος κατήντησεν υπ'

αυτά αμέσως τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Αίφνης η σημαία

του Αγίου Μάρκου φαίνεται επί τι προπύργιον της πόλεως και η

θέα αυτής τους μεν Γραικούς αποθαρρύνει, την δε γενναιότητα των

Φράγκων επαυξάνει, νομιζόντων ότι βλέπουσι την πανσθενή του

ιερού Ευαγγελιστού χείρα ότι τους προστατεύει. Διπλασιάζουσι

λοιπόν ζήλον και εν ακαρεί, είκοσι πέντε πύργοι πίπτουσιν εις

την εξουσίαν αυτών. Καταδιώκουσι λοιπόν τους Γραικούς εν τη

πόλει, αλλά φοβούμενοι ένεδράν τινα ή επίθεσιν εκ μέρους του

πολυαρίθμου λαού, θέτουσι πυρ εις τας οικίας, άς απαντώσιν· αι

φλόγες διαδίδονται ταχέως, και ιδού η Κωνσταντινούπολις

παρίστησι το φρικώδες θέαμα πόλεως πυρπολουμένης. (12) Τότε

μόλις εμφανίζεται ο αυτοκράτωρ Αλέξιος μετά στρατού τοσούτου,

ώστε, κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, ενόμιζέ τις ότι ce

fust tonz li mons (όλος ο κόσμος συνεσωρεύθη εκεί). Όταν είδον

οι Λατίνοι τον αυτοκράτορα προερχόμενον, παρετάχθησαν εις

μάχην, νομίζοντες ότι θέλουσι προσβληθή· αλλ' ο χαύνος

αυτοκράτωρ μη τολμών αυτός, μηδ' επιτρέπων την προσβολήν εις

τον οργώντα προς πόλεμον γαμβρόν αυτού Λάσκαριν, μόλις είδε την

παράταξιν των εχθρών, εισήλθεν αύθις εις την πόλιν αίσχιστος

και εφύβριστος. Όταν δε οι εν Βυζαντίω είδον τον αυτοκράτορα

αυτών τοσούτον ανάνδρως επανελθόντα, περιήλθον εις μεγίστην

οργήν, η δε ταραχή και η σύγχισις έφθασεν εις το έπακρον, διότι

ο μεν λαός κατηγόρει τον στρατόν, ο δε στρατός τον βασιλέα,

πάντες δ' εν γένει έπνεον μένεα κατ' αυτού. Ο Αλέξιος

τοιουτοτρόπως καταρώμενος υπό πάντων, δυσπιστών εις τους περί

αυτόν, και μηδεμίαν ελπίδα σωτηρίας έχων, απεφάσισε να

εγκαταλείψη την πόλιν. Κοινωσάμενος λοιπόν την πρόθεσιν αυτού

ταύτην εις ολιγίστους, και λαβών μεθ' εαυτού δέκα κεντηνάρια

χρυσίου και διάφορα άλλα τιμαλφή πράγματα, αναχώρησε νύκτωρ

προς το Δελβετόν «δείλαιος εν ανθρώπους, μη φίλτρω παίδων

μαλαχθείς, μη γυναικός έρωτι δαμασθείς, μη τηλικαύτη πόλει

μαλακισθείς, μηδέ τι των άλλων εις νουν βαλλόμενος, φιλοψυχία

δε και δειλανδρία σωτηρίαν εαυτώ, και ταύτην αμφίβολον, χωρών

και πόλεων τοσούτων και γένους παντός αλλαξάμενος.» Εβασίλευσε

δε έτη οκτώ, μήνας τρεις και ημέρας δέκα. (13)

Η νυξ είχεν ήδη διακόψει τα πολεμικά έργα και οι κάτοικοι

ανελάμβανον εν τοις κόλποις του ύπνου εκ των καμάτων αυτών.

Σιγή βαθύτατη επεκράτει καθ' άπασαν την πόλιν, ότε κραυγή τις

αντήχησεν εις όλας τας οδούς· «Έλειψε πλέον ο Αλέξιος Κομνηνός!

έλειψεν ο τύραννος! εφυγαδεύθη!» Πάραυτα ο θόρυβος διεδέξατο

την τέως ηρεμίαν, λαμπάδες εφώτισαν όλα τα παράθυρα, ερωτήσεις

και ομιλίαι ηκούσθησαν πανταχού. «Τις θα μας υπερασπισθή;»

ηρώτων οι μεν.» «Τις θα μας παραδώση εις τους Φράγκους; έλεγον

οι άλλοι·» πάντες δ' ομοφώνως ήρξαντο να υβρίζωσι τον Αλέξιον,

άρπαγα του θρόνου αποκαλούντες αυτόν και φαύλον και αίσχιστον.

Η Ευφροσύνη, ήτις όπως βασιλεύση, δεν είχεν ανάγκην ειμή ενός

φάσματος, συναγαγούσα τους συγγενείς και φίλους της, τοις

προσέφερε το στέμμα· ουδείς όμως συγκατένευε να δεχθή φορτίον

τόσον βαρύ. Εν τούτοις ο ευνούχος Κωνσταντίνος, ο μέγας

θησαυροφύλαξ, πεπεισμένος ότι τα χρήματα είναι το μόνον

σημείον, περί ό εν τοιαύταις περιστάσεσι περιστρέφεται η

νομιμιμότης του βασιλέως, ήρξατο διανέμων τοιαύτα εις τους

Βαράγγους επ' ονόματι του Ισαακίου. Τότε οι μεγιστάνες

ενθυμήθησαν τον εν τη ειρκτή μένοντα τυφλόν Ισαάκιον, εις όν

ανέθεσαν, ως επί άγκυραν ιεράν, πάσαν αυτών την ελπίδα·

συναγαγόντες λοιπόν τους φίλους και δούλους των, μεταβαίνουσιν,

εις τα ανάκτορα, συλλαμβάνουσι την Ευφροσύνης, και εκείθεν

πορευθέντες εις την ειρκτήν, κατακλείουσι μεν αυτήν, λύουσι δε

τα δεσμά του Ισαακίου και τον αποκαλούσιν αυτοκράτορα. Ο

Ισαάκιος, όστις δεν εγνώριζε τί συνέβαινεν εν τη πόλει, ούτε αν

ήνε νυξ ή ημέρα ηνόει, ενόμισεν ότι τον παρέλαβον εκ της

ειρκτής, όπως τον οδηγήσωσιν εις τον θάνατον· έμεινεν όμως ως

εννεός ότε μετ' ολίγον επείσθη περί της εσφαλμένης ιδέας του,

αφού παραλαβόντες αυτόν, τον έφερον μετά πομπής εις τα ανάκτορα

των Βλαχερνών ένθα τον έστεψαν, κατά τα ειθισμένα. Έκπληκτος

λοιπόν γενόμενος επί τη φορά των πραγμάτων, διαμηνύει τοις

Φράγκοις και τω εν μέσω αυτών υιώ του Αλεξίω την φυγήν του

άρπαγος του θρόνου και την αναγόρευσιν αυτού ως αυτοκράτορος.

Τοσούτον δ' απροσδόκητον εφάνη τούτο εις τους σταυροφόρους,

ώστε συνελθόντες εκείνοι εν συμβουλίω εις την σκηνήν του

μαρκησίου της Μοντφεράτης, και δυσπιστούντες προς την

πραγματικότητα των μηνυομένων, αφού εδοξολόγησαν τον Θεόν,

παρετάχθησαν εις μάχην, υποπτεύοντες ένεδράν τινα· ότε δε

πολυάριθμοι Γραικοί εξελθόντες της πόλεως, ήλθον να

επιβεβαιώσωσι τα γεγενημένα, τότε μόνον απεφάσισαν να πέμψωσιν

εντός της πόλεως τετραμελή επιτροπήν, συγκειμένην εκ του

Ματθαίου Μοντμορενσή, εκ του Γοδοφρέδου Βιλλαρδουίνου και εκ

δυο Ενετών, όπως ιδίοις οφθαλμοίς αντιληφθώσι την κατάστασιν

των πραγμάτων, και, αν τα λεγόμενα έχωνται αληθείας,

προσκυνήσωσι τον Ισαάκιον εκ μέρους των Φράγκων, και απαιτήσωσι

την αναγνώρισιν των υποχρεώσεων, άς ο υιός αυτού Αλέξιος

ανέλαβεν. Η επιτροπή μέχρι των πυλών τις πόλεως μετέβη έφιππος,

εκεί δε αφιππεύσασα, ωδηγήθη εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών·

προσαχθείσης δε ταύτης ενώπιον του αυτοκράτορος, λαβών τον

λόγον ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, έλεξε τάδε· «Κύριε, βλέπεις

τας υπηρεσίας, τας οποίας προσφέραμεν εις τον υιόν σου, και

πόσον συνεδράμαμεν αυτόν. Απόκειται ήδη να εκπληρώση και αυτός

τας υποχρεώσεις, άς ανεδέχθη απέναντι ημών· απόκειται δε και

εις σε να αναγνωρίσης τας υποχρεώσεις εκείνας.» Ερωτήσαντος του

Ισαακίου οποίαι εισιν αι υποχρεώσεις αύται, και του Γοδοφρέδου

εκθέντος αυτάς, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, ο αυτοκράτωρ

εκπλαγείς επί τη δυσχερεία της εκπληρώσεως, «Βεβαίως,

απήντησεν, αι υπηρεσίαι υμών εισί μεγάλαι, ουδέ δυνάμεθα τας

αναλόγους να διομολογήσωμεν υμίν χάριτας· διό και το κράτος

αυτό σύμπαν ει ζητήσητε, δικαίως ανήκει υμίν.» Ούτως ανεγνώρισε

την συνθήκην του Αλεξίου και επεκύρωσεν αυτήν διά της χρυσής

των αυτοκρατόρων σφραγίδος. (14)

Επανελθούσης της επιτροπής παρά τοις σταυροφόροις και

αγγειλάσης τα αποτελέσματα της αποστολής αυτής, εισήλθον

εκείνοι εν μεγίστη, παρατάξει εις την πόλιν, έχοντες εν μέσω

τον Αλέξιον, ού εκατέρωθεν ίππευον ο κόμης της Φλάνδρας και ο

Δόγης της Ενετίας. Άπειρος λαός συνωθείτο περί την συνοδείαν

χαιρετών διά φρενιτιωδών κραυγών τον νέον αυτοκράτορα. Ο

Iσαάκιος ηυχαρίστησεν εκ νέου τους σταυροφόρους, δι' άς τω

παρέσχον υπηρεσίας, και φοβούμενος μη έλθωσιν εις ρήξιν προς

τους Βυζαντινούς, τους παρεκάλεσε να στρατοπεδεύσωσιν εις τον

κόλπον του Χρυσοκέρατος. Οι σταυροφόροι υπήκουσαν, και εν τη

αναπαύσει και αφθονία πάντων, ήρξαντο λησμονούντες τους κόπους

και τους κινδύνους, ούς τέως υπέςτησαν, διότι ανέκαθεν το

Βυζάντιον εθεωρείτο ως έδρα ακολασίας και αναπαύσεως. (15)

Μετά τινας δε ημέρας ο Αλέξιος εστέφθη εν τω ναώ της Αγίας

Σοφίας κοινωνός του πατρός του εν τη εξουσία.

Ενόσω ο Αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνας υποσχέσεις, τα

πράγματα ώδευον καλώς· η εκπλήρωσις όμως αυτών πολλάς

παρενέβαλλε δυσχερείας. Μη δυνάμενος να επιβαρύνη διά μιας τον

λαόν με φόρους, αλλά και οφείλων να αποτίση, κατά τα

συμπεφωνημένα, διακοσίας χιλιάδας μαρκών, προσκαλεσάμενος τους

αρχηγούς των σταυροφόρων, τοις έδωκε μικράν τινα προκαταβολήν·

ζητήσας δε προθεσμίαν ενός μηνός όπως εισπράξη χρήματα,

παρασκευάση δε και τα πλοία δι' ών ώφειλε, κατά την συνθήκην,

να συνοδεύση αυτούς εις Αίγυπτον ή Συρίαν, τοις έλεξε ταύτα

δεικνύοντα άριστα τον εξευτελισμόν εις όν είχε περιέλθει το

Βυζαντινόν στέμμα. «Κύριοι σταυροφόροι, εγώ ανέβην επί του

θρόνου τον οποίον η γέννησίς μου μοι είχε προωρίσει, τούτο δε

οφείλω εις την θείαν αγαθότητα και εις την υμετέραν ανδρίαν,

και εφ' όσον διατηρήσω το κράτος, εστέ βέβαιοι ότι θέλετε

βασιλεύει εν τη καρδία μου· πολύ όμως απέχουσιν οι υπήκοοι μου

να αισθάνωνται προς εμέ ό,τι υμείς. Με μισούσι, και τολμώ

ειπείν ότι εγκαυχώμαι διά το μίσος των, και μοι περιποιεί τιμήν

διότι τας ρίζας του έχει εις την προς εμέ συμπάθειάν σας.

Γνωρίζετε καλώς την απέχθειάν των προς τα Λατινικά έθνη, τα

οποία δεν δύνανται να συγχωρήσωσι, δι' ήν μοι προσέφεραν

επικουρίαν· κρίνατε λοιπόν αν ήμαι εις θέσιν να διατηρηθώ άνευ

υμών. Η αναχώρησίς σας, ορισθείσα κατά την επέτειον ημέραν του

αγίου Μιχαήλ πλησιάζει, εγώ δε αδυνατώ εν τοσούτω βραχεί χρόνω

να αποτίσω το προς υμάς χρέος μου, το oποίον μάλιστα ουδέ θα

δυνηθώ ποτέ να εξοφλήσω, αν στερηθώ της συνδρομής σας, διότι

τότε κινδυνεύω ν' απολέσω ου μόνον το στέμμα, αλλά και την

ζωήν. Έν μόνον μέσον βλέπω όπως προληφθή το τοιούτο, την

παράτασιν της αναχωρήσεώς σας μέχρι του προσεχούς Πάσχα. Έως

τότε θα δυνηθώ να παγιώσω την δύναμίν μου, να εισπράξω χρήματα

όπως εκπληρώσω τας υποσχέσεις μου, και να παρασκευάσω και

εξοπλίσω τα πλοία, άτινα οφείλουσι να σας συνοδεύσωσι, κατά τας

συμφωνίας ημών. Αναδέχομαι κατά το διάστημα τούτο να σας

προμηθεύσω ό,τι σας αναγκαιοί, και ν' αποζημιώσω τους Ενετούς

διά τα πλοία των· άλλως τε η παράτασις της ενταύθα διαμονής σας

κατ' ουδέν θέλει σας βλάψει, διότι τον χειμώνα πάσα επιχείρησις

είνε ακατόρθωτος, το δε έαρ δύνασθε ν' αναλάβητε το ένδοξον

έργον σας.» Η πρότασις του αυτοκράτορος εγένετο δεκτή, και

τούτο μόνον το αποτέλεσμα έσχεν ότι επεβάρυνε τους υπηκόους του

χωρίς να βελτιώση την τύχην αυτού. (16)

Εν τούτοις ο φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτωρ Αλέξιος

καταλαβών την Αδριανούπολιν, έστησεν εκεί τον θρόνον αυτού,

συναθροίζων στρατόν και τα λοιπά προετοιμάζων ως εις πόλεμον.

Ταύτα πληροφορηθείς ο ανεψιός αυτού Αλέξιος, παραλαβών μέρος

των Φράγκων, υπό Βονιφάτιον τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, τον

κόμητα του Αγίου Παύλου, τον Ερρίκον αδελφόν του κόμητος της

Φλάνδρας, τον Ιάκωβον Δαβέσνην, τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ και

τον Ούγον δε Κολέμην, εξήλθεν όπως καταπολεμήση εκείνον.

Περιήλθεν ούτω διαφόρους πόλεις, άς οι συνέκδημοι αυτώ Φράγκοι

εφιλοτιμήθησαν να λαφυραγωγήσωσι, και αφού εφυγάδευσε την θείον

αυτού, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν ως εν θριάμβω.

Αλλ' ήδη ήρξατο δύων και του Αλεξίου τούτου ο αστήρ. Όπως

εισπράξη χρήματα ίνα πληρώση τους Φράγκους επώλησε τα κοσμήματα

και λοιπά πολύτιμα σκεύη των ναών, αφήρεσε την περιουσίαν

πάντων εκείνων, οίτινες ή υπεβοήθησαν την επί του θρόνου

ανάβασιν του θείου αυτού ή ήσαν φίλοι του, επέβαλε φόρους

δυσβαστάκτους και ενί λόγω έλαβε μέτρα τοσούτον βίαια, ώστε ο

λαός ήρξατο αναφανδόν κραυγάζων κατά των νέων αυτοκρατόρων.

Ταύτα βλέπων ο νέος Αλέξιος και δυσπιστών προς τους

Βυζαντινούς, αφιερώθη ολοσχερώς εις τους Φράγκους, εν τω

στρατοπέδω των οποίων νυχθημερόν διέτριβε συντρώγων μετ' αυτών

και συμπίνων και πλείστα άλλα ανάξια βασιλέως έργα ποιούμενος.

Επί τοσούτον δε βαθμόν οικειότητος μετά των σταυροφόρων προέβη,

ώστε πολλάκις εν ώ χρόνω συνέτρωγον, οι Ενετοί αφαιρούντες από

της κεφαλής αυτού το βασιλικόν λιθοκόσμητον διάδημα, τω

επέθετον τον εξ ερίου χονδρόν σκούφον των ναυτών της Ενετίας·

αλλά και ο του Αλεξίου πατήρ Ισαάκιος εις τας αυτάς υπέπιπτε

πράξεις, εξ ού μεγίστη ηγέρθη κατακραυγή. Επηύξησε δε αύτη,

οπόταν ο Αλέξιος πειθόμενος τοις Φράγκοις, αιτούσι την ένωσιν

των εκκλησιών, ηνάγκασε τον τότε Πατριάρχην από του άμβωνος της

Αγίας Σοφίας να διομολoγήση τον πάπαν Ιννοκέντιον Γ'. επίτροπον

του Ιησού Χριστού επί της γης, αρχιποίμενα του πιστού ποιμνίου

του και διάδοχον του αγίου Πέτρου. (17)

Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινουπόλει ανήρ τις, ονόματι Αλέξιος

Δούκας, τον οποίον οι συνέταιροι, διότι συνέσπα τας οφρύς είχον

επονομάσει Μούρτζουφλον. Ο ανήρ ούτος ανήκεν εις μίαν των

πρώτων οικογενειών του Βυζαντίου, διότι ην υιός Ισαακίου Δούκα

του Σεβαστοκράτορος και κατά συνέπειαν εξάδελφος του Αλεξίου·

φιλόδοξος δε εις υπερβολήν ων και πολυμήχανος, ενόμισε την

περίστασιν πρόσφορον εις τους σκοπούς αυτού και προσεποιήθη

μεγίστην αφοσίωσιν προς τον αυτοκράτορα Αλέξιον, όστις και

Πρωτοβεστιάριον τον κατέστησεν. Αλλ' ενώ εις αυτόν εμεγαλοποίει

την κατακραυγήν του λαού, ενέπνεε φόβους εις την καρδίαν του

και ως μόνην άγκυραν σωτηρίας τω παρίστα τον προς τους Φράγκους

σφιγκτόν σύνδεσμον, αφ' ετέρου διέβαλλε τον βασιλέα παρά τω

λαώ, λέγων αυτώ, ότι ο Αλέξιος προτίθεται να εκλατινίση το

Βυζάντιον και παραδώση την πόλιν εις τους σταυροφόρους. Εμάνη ο

λαός επί τη αγγελία ταύτη, ο δε Μούρτζουφλος θέλων να περιπλέξη

επί μάλλον τα πράγματα του κούφου αυτοκράτορος, προέτρεψεν

αυτόν, όπως εξευμενίση δήθεν το πλήθος, να παύση την προς τους

Φράγκους φιλίαν, και να κηρύξη τον προς αυτούς πόλεμον, διότι

τότε μόνον εδύνατο να στηριχθή επί του θρόνου. Αλλ' επειδή ο

Αλέξιος δεν επείθετο εις ταύτα, ενθυμούμενος οποίαν συνδρομήν

παρ' εκείνων έλαβεν, ο Μούρτζουφλος υπεκίνησε στάσιν, συνεπεία

της οποίας ανηγορεύθη νεανίσκος τις, Νικόλαος Καναβός τούνομα,

αυτοκράτωρ, ανήρ ως λέγει ο Νικήτας «το ήθος μειλίχιος και

δεξιός την γνώμην, μηδ' αγενής τα πολέμια.» Σπεύδει ο

Μούρτζουφλος μετά δακρύων κροκοδείλου να εξαγγείλη τα γενόμενα

εις τον Αλέξιον, ώ ως μόνον προς σωτηρίαν μέσον προβάλλει τον

προς τους Φράγκους πόλεμον. Και βλέπει μεν ο δυστυχής

αυτοκράτωρ το προ αυτού χαίνον βάραθρον· αλλά μη έχων άλλο να

πράξη, πείθεται εις του απατεώνος τους λόγους και επιτρέπει εις

αυτόν ίνα μετά πολυαρίθμου στρατού επιπέση αίφνης κατά των

σταυροφόρων, και ει δυνατόν, τους καταστρέψη. Αλλ' οι Φράγκοι,

έτοιμοι αείποτε όντες, αντικρούουσιν ισχυρώς την επίθεσιν και

αναγκάζουσι τους Βυζαντινούς να επανακάμψωσιν εις την πόλιν

κατησχυμένοι· η δε αποτυχία αύτη, αντί να επιφέρη την

ταπείνωσιν του Μουρτζούφλου, τουναντίον κατέστησεν αυτόν

υψηλοφρονέστερον, περί αυτόν δε συνησπίσθησαν πολλοί άλλοι,

οίτινες ώμωσαν να συναποθάνωσιν υπέρ πατρίδος. (18)

Η απροσδόκητος αύτη προσβολή εξηγρίωσεν επί τοσούτον τους

Φράγκους ώστε πανταχόθεν ήρξαντο κραυγάζοντες ότι πρέπει να

καταπολεμήσωσι τον αχάριστον αυτοκράτορα, όστις, ως αντιμισθίαν

των όσων υπέρ αυτού διεπράξαντο, τοις αποδίδωσι δόλον και

πλεκτάνας· αλλά πριν ή προβώσιν εις το τελευταίον τούτο μέτρον,

απεφάσισαν να πέμψωσι πρέσβεις εις Βυζάντιον τον Κόνωνα

Πετούνην, τον Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, τον Μίλην δε

Βραιβάνσιον και τρεις ευγενείς Ενετούς, όπως, ει δυνατόν,

εμπνεύσωσιν εις τον αυτοκράτορα νομιμώτερα αισθήματα. Μεταβάσης

λοιπόν της πρεσβείας εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών, λαβών τον

λόγον ο Κόνων Πετούνης, έλεξε προς τον αυτοκράτορα τάδε·

«Μεγαλειότατε, ο Δόγης και οι βαρώνοι σοι λαλούσι σήμερον διά

στόματός μου. Γνωρίζεις τας υπηρεσίας, άς σοι προσήνεγκον και

αίτινες ουδένα λανθάνουσιν. Ανεδέχθης ενόρκως συ και ο υιός

σου, να τοις δείξης την ευγνωμοσύνην σου, τούτου δε έχουσιν

ενσφράγιστον απόδειξιν· αλλά, φαίνεται, ότι συ ελησμόνησες την

υπόσχεσίν σου. Πολλάκις σοι υπέμνησαν ταύτην, και σοι την

υπομιμνήσκουσι και πάλιν σήμερον παρουσία της αυλής σου. Αν την

εκπληρώσης, θέλεις φανή δίκαιος και ημείς θέλομεν διατελεί εν

ειρήνη· άλλως όμως μάθε ότι οι βαρώνοι ημών δεν σε γνωρίζουσι

πλέον ούτε ως αυτοκράτορα, ούτε ως φίλον, αλλά θέλουσι λάβει

κατά σου όσα μέτρα δυνηθώσι. Τούτο δε σοι αναγγέλλουσι σήμερον

εν πάση ειλικρινεία, διότι δεν γνωρίζουσι να μεταχειρίζωνται

επιβουλάς ή να πολεμώσι πριν ή προκηρύξωσι τούτο. Ιδού το

αντικείμενον της πρεσβείας ημών, εις σε δε ανήκει να αποφασίσης

περί του πρακτέου.»

Η αγέρωχος αύτη γλώσσα φυσικόν ήτο να διαγείρη την οργήν εις

μίαν αυλήν, ένθα ο αυτοκράτωρ υπήρχε πάντοτε το αντικείμενον

της αισχροτέρας κολακείας· διά τούτο οι περί τον Αλέξιον

εκραύγασαν ότι έπρεπε να τιμωρηθή ο αυθάδης Φράγκος, όστις

απετόλμησε να εξυβρίση την σεπτήν του αυτοκράτορος κορυφήν· ο

Αλέξιος όμως, υπό του παλιμβούλου Μουρτζούφλου συμβουλευόμενος,

απεφάσισεν αντί της συμμαχίας των υπηκόων του να προτιμήση την

των Φράγκων, και δη πέμψας αυτόν τον Μούρτζουφλον προς τον

μαρκήσιον της Μοντφεράτης, έσπευσε να δικαιολογηθή, και να

ζητήση σύναμα την συνδρομήν των Φραγκικών δυνάμεων ίνα δι'

αυτών αποβάλη τον δημοπρόβλητον βασιλέα και στηριχθή αυτός επί

του θρόνου, ενέχυρον δε έδιδε πολλούς άρχοντας της αυλής του.

Γενομένων δεκτών των ικεσιών του Αλεξίου, την επιούσαν, 25

Ιανουαρίου 1204 ο μαρκήσιος της Μαντφεράτης μετά στρατού

επαρουσιάσθη εις την πύλην των Βλαχερνών, όπως εισέλθη εν τη

πόλει και αναλάβη υπό την προστασίαν αυτού τον αυτοκράτορα.

Εφρύαξαν οι εν Βυζαντίω, έτι μάλλον ερεθιζόμενοι υπό των

πρακτόρων του Μουρτζούφλου, ιδόντες την νέαν ταύτην του Αλεξίου

προδοσίαν, και ήρξαντο αναφανδόν εξυβρίζοντες αυτόν ότι από

δούλου εγένετο κύριος. «Ερρέτω, εκραύγαζον, η γεννεά αύτη των

Αγγέλων, προδοτών της πατρίδος αείποτε γενομένων, και τοις

εχθροίς πωληθέντων.» Τότε και ο Μούρτζουφλος, ρίπτων πλέον το

προσωπείον. (18α)

Λαλεί τιναίς του συγγενείς, φίλους, γαρ και γειτόνους.

Τζαγδάρους και λυμαντικούς . . . . . .

Και διενεργεί ευρείαν κατά των αυτοκρατόρων στάσιν, την οποίαν

σπεύδει πάλιν μετά υποκριτικής συμπαθείας να εξαγγείλη εις τον

Αλέξιον· ούτος δε, περιδεής γενόμενος και βλέπων τον λαόν

ερχόμενον προς τα ανάκτορα, ανατίθησι την σωτηρίαν αυτού επί

τον Μούρτζουφλον, και περιβληθείς υπ' αυτού ποδήρη χειτώνα,

οδηγήται, ίνα δήθεν διαφύγη την οργήν του όχλου, είς τινα

σκηνήν, υποτονθορίζων το του προφητάνακτος «Έκρυψέ με εν σκηνή

αυτού εν ημέρα κακών μου,» ενώ ώφειλε μάλλον να ενθυμηθή το,

«Εμοί μεν ειρηνικά ελάλουν και επί καρδίας δόλους

διελογίζοντο.» Ο Ισαάκιος, κλινήρης ων, μαθών την οικτράν του

υιού του κατάστασιν, κατελήφθη υπό σπασμών και εξεμέτρησεν

αγωνιωδώς το ζην, εις ηλικίαν πεντήκοντα ετών. Ο δε

Μούρτζουφλος βλέπων, ούτω πληρουμένους τους σκοπούς του,

προσφέρει δις εν κύλικι δηλητήριον εις τον Αλέξιον· αλλ'

επειδή, είτε διότι ο μείραξ ην του φαρμάκου νεανικώτερος, είτε

διότι μετεχειρίζετο αντίδοτόν τι, απέφευγε τον θάνατον, ο

Μούρτζουφλος δι' αγχόνης τον εκπυρηνίζει προς το του άδου

πέταυρον, μετά βασιλείαν μηνών έξ και ημερών οκτώ. Τοιούτον

υπήρξε το τέλος των δύο αυτοκρατόρων, οίτινες παραγνωρίσαντες

ότι μόνη του λαού η αγάπη είνε η αληθής ισχύς και επί ξενικής

συνδρομής ερεισθέντες, και την πατρίδα κατά κρημνών έφερον και

εαυτούς κακώς ώλεσαν. (19)

Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών · 第 1 / 18 段