Χαίρε και συ! Αγαπητή μητέρα, συγχωρήστε με! Παρηγόρησέ την,
Γουλιέλμε! Ο Θεός να σας ευλογήση! Τα πράγματά μου είναι όλα σε τάξη.
Χαίρετε! θα ξαναϊδωθούμε και φαιδρότεροι. — Κακά σε αντήμειψα,
Αλβέρτε, και με συγχωρείς. Ετάραξα την ησυχία του σπιτιού σου, έφερα
δυσπιστία μεταξύ σας. Χαίρε! θέλω να τα τελειώσω. Ω! μακάρι να
γινόσαστε ευτυχείς με τον θάνατό μου! Αλβέρτε, κάμε τον άγγελον
ευτυχή! και έτσι να έχης την ευλογία του Θεού!»
Το βράδυ ακόμη κατεγίνετο με τα χαρτιά του, εξέσχισε πολλά και τα
κατέρριψε στη θερμάστρα, εσφράγισε μερικά δέματα που έστελνε στο
Γουλιέλμο. Παρείχαν μικρές μελέτες και σκόρπιες σκέψεις· είδα
μερικές· και αφού κατά τας δέκα διέταξε και επρόσθεσαν ξύλα στη
θερμάστρα και του έδωκα ένα μπουκάλι κρασί, έστειλε τον υπηρέτη του
να κοιμηθή, που είχε δωμάτιο, καθώς και οι άλλοι άνθρωποι του
σπιτιού, στο πίσω μέρος, μακριά από το δικό του. Ο υπηρέτης κοιμήθηκε
ντυμένος για να είναι έτοιμος την άλλη μέρα το πρωί, επειδή ο κύριός
του τού είχε πη πως τα ταχυδρομικά άλογα θα είναι προς στο σπίτι
πριν των έξ.
Μετά τις ένδεκα.
«Το παν είναι τόσο σιωπηλό γύρω μου, και η ψυχή μου τόσο ήσυχη! Σ'
ευχαριστώ, Θεέ μου, που δίνεις σ' αυτές τις τελευταίες μου στιγμές
τόση θερμότητα και δύναμη. Έρχομαι στο παράθυρο, αγαπημένη μου, και
βλέπω, και βλέπω ακόμη μέσα από τα σύνεφα, που δείχνει μακριά η
καταιγίδα, να λάμπουν εδώ και εκεί μερικά αστέρια του αιωνίου
ουρανού! Όχι, δεν θα πέσετε! ο Αιώνιος σας κρατεί στην καρδιά του
καθώς και μένα! Βλέπω ταστέρια της ουράς της Άρκτου, του πιο
αγαπημένου από όλους τους αστερισμούς. Όταν τη νύχτα έφευγα από σένα,
άμα έβγαινα απ' την πόρτα σου εστέκετο αντικρύ μου. Με πόση μέθη τον
έβλεπα συχνά! συχνά με σηκωμένα χέρια το πήρα για σημάδι ιερό για την
ευδαιμονία που τότε είχα! και ακόμη . . . Καρολίνα! τι δεν μου θυμίζει
άπληστα μύρια ασήμαντα πράγματα που συ έπιασες, αγία μου!
«Αγαπητό σκιαγράφημα! Σου το αφίνω κληρονομιά, Καρολίνα σε παρακαλώ
να το τιμήσης. Όταν έβγαινα ή έμπαινα στο σπίτι σου του έστελνα χίλια
φιλήματα· χίλιες φορές του διηύθυνα ένα σημείο χαιρετισμού.
»Έχω παρακαλέσει τον πατέρα σου σ' ένα γραμματάκι να προστατέψη το
λείψανό μου. Στο κοιμητήριο είναι δύο φιλύρες, πίσω στη γωνία προς
τον κάμπο. Εκεί θέλω να ησυχάσω. Μπορεί να το κάμη, και θα το κάνη
για το φίλο του. Παρακάλεσέ τον και συ. Δεν θέλω ν' απαιτήσω από
καλούς χριστιανούς να θάψουν τα σώματά τους στο πλάι ενός
δυστυχισμένου. Αχ, ήθελα να με θάψετε στο δρόμο, ή σε έρημη κοιλάδα!
Ο ιερεύς και ο Λευίτης θα αντιπαρήρχοντο μπρος από την πέτρα που
θάδειχνε τον τάφο μου, και ο Σαμαρείτης θα έχυνε ένα δάκρυ.
»Κύτταξε, Καρολίνα! Δεν φρικιώ πιάνοντας το ψυχρό τρομερό ποτήρι που
θα πιω τη ζάλη του θανάτου! Συ μου το έστειλες και εγώ δεν διστάζω.
Όλα! Όλα! Έτσι εκπληρώνονται όλες η επιθυμίες και η ελπίδες της ζωής
μου! Θα κτυπήσω ψυχρός και απαθής τη σιδερένια πόρτα του θανάτου.
»Να μπορούσα να έχω την ευτυχία να πεθάνω για σένα, Καρολίνα, για
σένα να θυσιασθώ! Ήθελα με θάρρος και φαιδρός να πεθάνω αν μπορούσα
να σου ξαναδώσω την ησυχία, την ηδονή της ζωής σου. Αλλ' αχ! αυτό
μόνο σε μερικούς ευγενείς εδόθηκε, χύνοντας το αίμα τους για τους
δικούς τους και με το θάνατό τους να δώσουν νέα εκατονταπλάσια ζωή
στους φίλους τους!
»Με αυτά τα φορέματα, Καρολίνα, θέλω να με θάψουν· τα έγγιξες συ, τα
έκαμες ιερά· παρεκάλεσα ακόμη γι' αυτό και τον πατέρα σου. Η ψυχή
πετά επάνω στο φέρετρο. Να μη εξετάσουν τις τσέπες μου. Εκείνος ο
τριανταφυλλί φιόγκος, που είχες στο στήθος όταν για πρώτη φορά σε
βρήκα μέσα στα παιδιά σου . . . Ω, φίλησέ τα χίλιες φορές και
διηγήσου τους την τύχη του άτυχου φίλου τους. Τα αγαπημένα! Τα βλέπω
ακόμη πως μαζεύονται γύρω μου. Αχ! πόσο εδέθηκα κοντά σου! από την
πρώτη στιγμή δεν μπορούσα να σ' αφήσω! — Εκείνος ο φιόγκος να θαφτή
μαζί μου· στα γενέθλιά μου μού τον χάρισες! Πώς τα άρπαξα όλ' αυτά! —
Αχ! δεν σκεπτόμουνα πως αυτός ο δρόμος θα με έφερνε εδώ! — Έσω ήσυχη
σε παρακαλώ, έσω ήσυχη!
»Είναι γεμάτα. — Κτυπάει δώδεκα! Ας γείνη λοιπόν! — Καρολίνα! Χαίρε!
χαίρε!»
Ένας γείτονας είδε την λάμψη της μπαρούτης και άκουσε τον κρότον
επειδή όμως ήτανε ησυχία δεν έδωκε περισσότερη σημασία.
Το πρωί κατά τας έξ εμπήκε ο υπηρέτης με το φως. Βρίσκει τον κύριο
του κατά γης, το πιστόλι και αίμα. Φωνάζει, τον πιάνει· καμμία
απόκριση, εροχάλιζε μόνον ακόμη. Τρέχει στους γιατρούς, στον Αλβέρτο.
Η Καρολίνα ακούει το κουδούνι την πιάνει τρόμος. Εξυπνά τον άνδρα
της, σηκώνονται, ο υπηρέτης κλαίοντας και τραυλίζοντας τους
αναγγέλλει την είδηση! Η Καρολίνα πέφτει λιποθυμισμένη στα πόδια του
Αλβέρτου. Όταν ο γιατρός ήρθε στον δυστυχή, τον βρήκε χάμω χωρίς
ελπίδα να σωθή· ο σφυγμός εκτυπούσε, τα μέλη του ήσαν όλα παραλυμένα.
Είχε μια σφαίρα στο κεφάλι πάνω από το δεξί μάτι, τα μυαλά του ήσαν
πεταμένα έξω· ως εκ περισσού του άνοιξε μια φλέβα στο βραχίονα, το
αίμα έρρεε ανέπνεε ακόμη.
Από το αίμα στα χέρια της πολυθρόνας μπορούσε κανείς να συμπεράνη πως
επυροβόλησε καθήμενος μπρος στο γραφείο του· πως έπειτα έπεσε με
σπασμούς και κυλίστηκε γύρω στην καρέκλα. Ήτανε στο παράθυρο,
παραλυμένος, ανάσκελα, με όλα του τα φορέματα, με τα παπούτσια, με
γαλάζιο επανωφόρι και κίτρινο γελέκο.
Όλο το σπίτι, η γειτονιά, η πόλις αναστατώθηκε. Ο Αλβέρτος εμπήκε.
Τον Βέρθερο τον είχαν βάλει στο κρεββάτι με το μέτωπο σκεπασμένο· το
πρόσωπό του, σαν πεθαμένου, δεν έκανε καμμιά κίνηση. Ο πνεύμονας
άσθμαινε ακόμη φοβερά, πότε αδύνατα, πότε με περισσότερη δύναμη.
Από το κρασί είχε πιη μόνο ένα ποτήρι. Η Αιμιλία Γαλότη ήταν ανοικτή
μπρος στο γραφείο του.
Για την ταραχή του Αλβέρτου, για το κλάμμα της Καρολίνας δεν μπορώ να
πω τίποτε.
Ο γέρος έπαρχος ήρθε βιαστικά έφιππος μόλις άκουσε την είδηση·
εφίλησε τον ετοιμοθάνατο με τα πιο θερμά δάκρυα. Οι μεγαλύτεροί του
γυοί ήρθαν αμέσως πεζή, εγονάτισαν μπρος στο κρεββάτι για να
εκφράσουν τη μεγάλη λύπη τους, του εφίλησαν τα χέρια και το στόμα,
και ο πιο μεγάλος, που πάντα περισσότερο τον αγαπούσε, εκόλλησε τα
χείλια του έως ότου κείνος ξεψύχησε και τον έβγαλαν με τη βία. Κατά
το μεσημέρι πέθανε. Η παρουσία του επάρχου και τα μέτρα του εμπόδισαν
το πλήθος να μαζευτή μπρος στο σπίτι. Το βράδυ στις ένδεκα τον έθαψαν
στη θέση που είχε διαλέξει. Ο γέρος και τα παιδιά του ακολούθησαν την
κηδεία, ο Αλβέρτος δε μπόρεσε. Ήταν φόβος για τη ζωή της Καρολίνας.
Τον εβαστούσαν εργάτες· κανένας παπάς δεν τον συνώδευσε.
ΤΕΛΟΣ
1) Ο αναγνώστης ας μη κοπιάση να ζητήση τους εδώ αναφερομένους
τόπους· ηναγκάσθην να μεταβάλω τα αληθή ονόματα του πρωτοτύπου. ***
2) Αναγκάζομαι να σβύσω το μέρος τούτο της επιστολής διά να μη δώσω
αιτίαν παραπόνου εις κανένα, αν και ολίγον ενδιαφέρει κάθε συγγραφέα
η κρίσις μιας κόρης και ενός αστάτου νέου.
3) Και εδώ παρελείφθησαν τα ονόματα εντοπίων τινών συγγραφέων, όποιος
μετέχε του επαίνου της Καρολίνας, θα το αισθανθή εις την καρδίαν
του, αναγινώσκων το χωρίον αυτό, άλλος δε κανένας δεν χρειάζεται να
το γνωρίση.
4) Τώρα έχομεν έν έξοχον κήρυγμα του Λαβετέρ περί τούτου μέσα εις το
βιβλίον του Ιωνά.
End of Project Gutenberg's Die Leiden des jungen Werther, by Johan Goethe