PORTO CLIMENÒ

ΔΙΑΘΗΚΗ

Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Υ Χ Α Ρ I Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ,

Εφτά Αλωναρίου 1708 εις χωρίο Ζακύνθου Καταστάρι.

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν

και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.

Εδώ κάνω κατάγραμμο της δυστυχισμένης φαμίλιας μας που

καταγώμαστε σκλιτάδα και σκλιτάδα από τη Ρούμελη και ήρθαμε σε

τούτο το νησί της Ζακύνθου από κατατρεμμό και όχι από άλλο.

Ο πατέρας μας, που ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του, ελέγονταν Γιάννης

και ήτον από την χώραν Αγιθυμιά, και η μάνα μας, που ο θεός να τη

σχωράη, Σαλονίτισα, και ελέγονταν Βιολέτα. Γεννηθήκαμε τέσσαρα

αδέρφια. Ο μεγαλήτερος ελέγονταν Φίλιππος και καλογερεύοντας

επήρε όνομα Φιλόθεος και είναι, ο Δεσπότης, ο δούλος του Θεού,

που να έχω την αγίαν του ευχή εγώ και πας άλλος χριστιανός,

αγκαλά και απεθαμένος. Ύστερα έρχομαι στην αράδα εγώ, και η

αδερφή μου η Μάρω και το αδέρφι μου ο Γηώργης. Και ο πατέρας μου

πέθανε χρόνωνε ογδοήντα με θάνατο χριστιανικό, σαν καλός

χριστιανός οπού ήτανε, κάνοντας ψυχικά, και ποτέ στο ζύγι μην

αγελώντας, και αξιώθηκε να τον εβγάλη ο Φιλόθεος ο Δεσπότης που

του έδωκε και την αγίαν του ευχή. Και η μάνα μας πέθανε από τη

λοιμική που μας ηφέρανε οι Βενετζιάνοι και πολύς κόσμος εχάθηκε,

χρόνωνε εξήντα τρία.

Ο Φιλόθεος είχε γραμματαλλαγή με τους Βενετζιάνους, να το

βαρέσουνε λευθερόνοντας το σκλαβωμένο γένος μας και αγροικόταν με

τους Καπεταναίους και δεσποτάδες της Ρούμελης. Κατά καιρό που

κατέβηκε η αρμάδα στα νησιά, ούλη η Ρούμελη εδούλεψε σπαθί, και

εκλάδεψαν πάσα ψυχή αλλόπιστων αγαρηνών. Τότε ήτονε καπετάνιος

Σάλονα και Λοιδορίκη ο Καπετάν Κούρμας και με πεντακόσιους

αρματολούς επήρε Σάλονα, Λοιδορίκη και Έπαχτο, και περίττο από

δυο χιλιάδες Τούρκων έσφαξαν.

Ύστερα σε λίγο μας ήρθε η λοιμική και πολύς κόσμος εχάθη. Τότε

και η μάνα μας η μακαρίτισσα, ο Θεός να την σχωράη, πέθανε, και η

αδερφή μου Μάρω χρονών είκοσι οκτώ.

Σάμπως ήρθαν οι Τούρκοι, οι Βενετζιάνοι εμπήκαν στα κάτεργα και

αφήσαν εμάς τους δύστυχους. Και ο Καπετάν Κούρμας με τετρακόσους

εβγήκε και τους ετζάκισε σε τέσσεραις πάνταις. Ήρθε και ο

Φιλόθεος που ο Καπετάν γκενεράλες τον είχε μαζή του, γιατί είχε

υπόληψι και στίμα και ακουόνταν απ' όλους τους Ρουμελιώταις και

έκαμαν με τον Καπετάν Κούρμα βουλή να πάρουνε και το Ζητούνι. Μα

δε μπόρεσαν, γιατί εκλείστηκαν οκτώ πασάδες, και έκαψαν και τη

Θήβα, εκτυπήσαν και το ορδί του Τούρκου κοντά στο Πατραντζίκι,

και το Ταλάντι επήραν και ο Κούρμας λαβώθηκε. Ήρθε ο Λιμπεράκης

να πάρη το Σάλονα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο

Καρπενήσι και σε τρίχα να τόνε πιάση και ολοζώντανο. Ο δεσπότης ο

Φιλόθεος εβαρέθη στο λαιμό, στον πόλεμο, και σε δέκα μέραις

επρίστηκε και πέθανε και ο Κούρμας εσκοτώθη.

Ήρθαν οι Τούρκοι και έδιωξαν τους Βενετσιάνους και εγώ με άλλους

πολλούς αγκαλά και μας έταξαν οι Τούρκοι με όρκο να μη μας

πειράξουν, έφυγα με το αδέρφι μου το Γηώργη και με κάτεργο του

καπετάν Στάθη Βλαστού ήρθα σε τούτο το νησί της Ζακύνθου.

Σαν αληθινός χριστιανός χρήζοντας να ήμαι έτοιμος σε πάσα ώρα και

στιγμή να παρουσιαστώ εις το τρομερό και φρικτό του Θεού

κριτήριον, ερεγολάρησα τα πράγματά μου. Και πρώτο συχωράω πάσα

άνθρωπο που με έβλαψε και ζητάω απ' ούλα τ' αδέρφια μου τους

χριστιανούς συγχώρεσι σε ό,τι τους επίκρανα και τους εζημίωσα.

Αφίνω το τίποτές μου εις το αδέρφι μου το Γηώργη και θέλω να με

θάψη, χωρίς καμμία εξόδευσι και κοσμοπομπή. Να μου αφίση μονάχα

το βρακί και το μαύρο ποκάμισο και τίποτας άλλο, και να με ρίξη

σ' ένα ταφί. Και αν δώση ο πανάγαθος και πανοικτήρμονας Θεός και

καπιτάρει να ελευθερωθή το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό

και αντίχριστο και ανελεήμονα αγαρηνόν, να ξεθάψη τα κόκκαλά μου,

και τα κόκκαλα του μακαρίτου αδερφού μου Φιλόθεου που τα έχω

κρυμμένα σε μια σακκούλα στην σπηλιάν που εγνωρίζει και να τα

θάψη μαζή και κοντά στα κόκκαλα των γονηών μας εις την εκκλησιά

της πατρίδος μας· μα, το ξαναλέγω, _σαν ελευθερωθή και όχι τώρα

που είμαστε σκλάβοι_. Και αν κάμη έτζι νάχη την ευχή του Φιλόθεου

και εμένα, αλλέως τη κατάρα μας· _γιατί έτζι με ώρκησε στο

Ευαγγέλιο ο μακαρίτης Φιλόθεος ωσάν εξεψύχου_.

Αφίνω ακόμα διάτα και τόνε βάνω σε όρκο φρικτό εις το όνομα του

Θεού, του Χριστού, της Παρθένος, εις τα κόκκαλα των γονηών μας

και του αδερφού μας Φιλόθεου, και εξορκίζω τον αδερφό μας Γηώργη,

το σταυρό το μαλαματένιο να μην τόνε πειράξη· να τον απιθώση σε

μια εκκλησιά να λειτουργιέται και να κάμη κολάγι και τόνε στείλη

στην πατρίδα μας του Παπαθανάση να τον απίθώση στην εκκλησιά μας,

γιατί άνθρωποι είμαστε και πέφτομε σε λάθο· αυτός ο σταυρός είναι

του μακαρίτου αδερφού μας Φιλόθεου και νάχης την ευχή του, Γηώργη

μου, να τον φυλάξης.

Αφίνω και στον αδερφό μου Μήτρο να δώση 30 τζεκίνια στην κάσα για

ελευθέρωμα σκλαβών, και 10 στο οσπιτάλε και χωρίς άλλο να το

κάμη. Άλλο τίποτι δεν έχω να ειπώ και αυτή είναι η τελεία και

υστερινή μου θέλησι.

ΔΗΜ. ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ.

Επληρώθη άραγε η παραγγελία του αειμνήστου φιλοπάτριδος ή τα οστά

αυτού κείνται εισέτι κεχωρισμένα των του Φιλόθεου και των γονέων

αυτού;...

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ.

Ήκμασε περί τα μέσα τις παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Συνηγωνίσθη

μετά των αδελφών Μήτρου και Λάμπρου Τζεκούρα. Εμβαλών εις Ήπειρον

εισήλθε ξιφήρης εις Άρταν και ηχμαλώτισε τον κατήν και δύο

αγάδας. Το ανθραγάθημα τούτο προυκάλεσε Σουλτανικόν φιρμάνιον,

δι' ου διετάττετο η σύντονος αυτού καταδίωξις. Τότε ο εν

Ακαρνανία δερβέναγας, Μουχτάρ Κλεισούρας, μετά του προεστώτος

Πάνου Μαυρομμάτου, εξεστράτευσαν μεν κατ' αυτού, αλλά

καταληφθέντες υπό φόβου ενήργουν μετά πολλής αδρανείας και

απέφευγον πάσαν συνάντησιν. Διαφθείραντες ύστερον Σουλεϊμάνην

τινα φίλον στενώτατον τω Μηλιόνη, ενετείλαντο αυτώ την

δολοφονίαν. Πορευθείς ούτος προς τον αρματωλόν έτυχεν αδελφικής

δεξιώσεως ώστε σκληρώς ελεγχόμενος υπό του συνειδότος εδήλωσε τον

σκοπόν της αποστολής του, ελπίζων ότι οικειοθελώς έμελλε να

παραδοθή ο γενναίος εκείνος· Αλλ' ο Μηλιόνης αφ' ου απήντησε,

_Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός Τούρκο δεν προσκυνάει_

έδραξε το πυροβόλον και εξελθών εμονομάχησε προς τον Σουλεϊμάνην.

Με το τουφέκι ετρέξανε ένας να φάη τον άλλο

Φωτιάν εδώκαν 'ς τη φωτιά πέφτουν κ' οι δύο 'ς τον τόπο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ.

Γιος του Δήμου, ωρμάτο εκ Σακαρετζίου του Βάλτου, διέπρεψε δε

μαχόμενος διά βίου προς τους Οθωμανούς. Αλλ' εν έτει 1767 επί

κεφαλής 300 αρματωλών κατετρόπωσε τον Μούρτο Χούσον πάππον του

Αλήπασα, σταλέντα παρά του Κουρτ πασά προς καταδίωξιν αυτού, εν

τη εν Κερασόβω μάχη. Συνέδραμαν αυτόν τότε και ο Σταθάς και ο

Καρακίτζος και ο Κοντογιάννης και ο Στουρνάρης, αλλά την ανωτέραν

διεύθυνσιν είχεν ο Μπουκουβάλας και προς αυτόν οφείλεται η εν

τοις δημοτικοίς ημών άσμασι διασαλπιζομένη εκείνη νίκη. Ύστερον

κατέβαλε την οφρύν των εχθρών πάλιν εις _Χοτένια_ και τέλος

μετέσχε της περί το 1769 άλλης εθνικής επαναστάσεως.

Μετ' αυτού συνηγωνίσθη πολλάκις και ο εξ Ευρυτανίας Μητρομάρας,

πρωτοπαλλήκαρον του διαβοήτου Τζόλκα, όστις διαπρέψας κατά γην

ανεδείχθη τρομερός και κατά θάλασσαν πειρατής και πολλήν επήνεγκε

βλάβην εις τας νήσους του Αιγαίου τας μη μετασχούσας της

επαναστάσεως. Συνεκρότησεν ύστερον πολλάς κατά ξηράν μάχας υπό

Μοσχοβητικήν σημαίαν· ενίκησεν εν Αθήναις και εν Μεγάροις τους

Τούρκους και πληγωθείς περί την Ελευσίνα απεβίωσεν εν Σαλαμίνι.

Επεξερχόμενος πολλάκις την αξιόλογον συλλογήν του Κυρίου Πασσόβ

μετά λύπης παρετήρησα ότι εκτός προφανεστάτων αναχρονισμών, εκτός

πολλών αμαρτημένων στίχων, ουδεμία υπάρχει εν εκάστω άσματι, ούτε

προτεταγμένη ούτε επιτεταγμένη ιστορική διασάφησις. Εντεύθεν

σκότος μέγα επικρατεί και ακατανόητος αποβαίνει η διήγησις ιδίως

προς τους ξένους. Αισθάνομαι ότι το έργον τούτο απόκειται εις

ημάς και ότι πρέπει όπως δήποτε να ευγνωμονώμεν προς τον Κύριον

Πασσόβ και να αποδίδωμεν αυτώ χάριτας επί τω γιγαντιαίω έργω όπερ

επεχείρησε. Αλλ' ομολογώ ότι έλλειψις αποβαίνει επαισθητή και

ευχής άξιον εάν εθεραπεύετο όσον τάχιον.

ΣΤΑΘΑΣ.

Σταθάς Γεροδήμος εκ Βάλτου ήκμασε περί τα μέσα της παρελθούσης

εκατονταετηρίδος. Μετά τον θάνατον του Τριμπούκη περί το 1745

κατέκτησε τον Βάλτον και τ' Άγραφα. Πρωτοπαλλήκαρα αυτού υπήρξαν

ο Μπουκουβάλας, όστις έλαβε παρ' αυτού το αρματωλίκιον των

Αγράφων, ο Στουρνάρης προς ον απένειμε το του Ασπροποτάμου, ο

Αλέξης Καρακίτζος, όστις κατέσχε το του Καρπενησίου, και ο

Κοντογιάννης λαχών το της Υπάτης. Ο υιός αυτού Ιωάννης διέπρεψε

κατά την επανάστασιν των 1769. Κατά το έτος 1772 συνεκρότησε την

εν Κασσάνδρα της Μακεδονίας περιλάλητον ναυμαχίαν, το δε εις την

νίκην εκείνην αναφερομένον άσμα ημαρτημένως ανάγεται υπό του

Κυρίου Πασσόβ εις την μεταξύ του 1750 και του 1760 διαγενονομένην

δεκαετίαν. Κατέφυγεν ύστερον μετά του Ορλώφ εις Ρωσσίαν όπου και

έλαβε βαθμόν λοχαγού εν τω στρατώ. Οι εν τω Βάλτω απόγονοι αυτού

δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι το αρματωλίκιον, περιελθόν μετά

ταύτα εις τον συγγενή αυτού Ίσκον.

ΖΗΔΡΟΣ.

Η οικογένεια του Ζήδρου εκ των αρχαιοτέρων και ρωμαλεωτέρων του

Πίνδου παραφυάδων, ήκμασεν ως απόλυτος κυρίαρχος εν Ελασσώνι περί

τα διακόσια έτη. Αλλ' ο Πάνος Ζήδρος περί τας αρχάς του δεκάτου

ογδόου αιώνος, δι' ακαταπαύστων πολέμων εξέτεινε την γραμμήν και

τα όρια του προγονικού αρματωλικίου, ανεκηρύχθη δε διά

Σουλτανικού φιρμανίου έξαρχος Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο τίτλος

ούτος αναφερομένος εν τω δημοτικώ άσματι τω παρά τω Κυρίω Πασσόβ

δημοσιευθέντι υπ' αριθμόν XVI εγράφη ημαρτημένως και χρήζει

διορθώσεως.

Ήσουν και πρώτος _έπαρχος_ 'ς όλα τα μοναστήρια

αντί

Ήσουν και πρώτος _έξαρχος_...

Οι έξαρχοι ούτοι ήσαν άλλοι βασιλίσκοι και ενέμοντο κυριαρχικώς

τας Επαρχίας των, ούδ' ετόλμα ποτε, άνευ αδείας, Οθωμανός να θέση

τον πόδα εντός του κύκλου της δικαιοδοσίας των. Κραταιωθείς ούτω

και θέλων ν' ανταμείψη τους μετ' αυτού αγωνισθέντας απένειμεν

εκτεταμένα _κόλια_ (αρματωλικαί χωραρχίαι) εις τα πρωτοπαλλήκαρά

του και διώρισε τον Βλαχάβαν εις Χάσια, τον Λάζον εις

Αικατερίναν, τον Τόσκαν εις Γρεβενά, τον Μπιζώτην εις Βέρροιαν,

τον Νάννον εις Σέρβια, τον Σύρον εις Πλαταμώνα και άλλους

αλλαχόσε.

Οι αρματωλοί ούτοι (τα πρωτάτα) διετέλουν υπό την κυριαρχίαν του

εξάρχου. Ανεγνώριζον επομένως ως ανώτατον άρχοντα τον Ζήδρον

εδρεύοντα συνήθως εν Βλαχολιβάδω. Εκεί συνήρχοντο τακτικώς υπό

την προεδρίαν του Ηγεμόνος, συνεκρότουν σύνοδον και συνεσκέπτοντο

και απεφάσιζον περί παντός εκκλησιαστικού, πολεμικού ή πολιτικού

ζητήματος.

Έζησεν ο Ζήδρος έτη 128 ή 130 και συνήψε πρώτον γάμον ότε ήτο

υπερεννεντηκοντούτης. Κατέλιπε δε ένα μόνον υιόν τον Φώτον,

δολοφονηθέντα περί τα 1768. Τοιουτοτρόπω αποσβεσθείσης της

διασήμου γενεάς, παρέλαβε την ήδη κατακερματισθείσαν κληρονομίαν

ο επί θυγατρί γαμβρός του Πάνου Ζήδρου, Πάνος Τζάρας, πάππος του

διαβοήτου Νίκου Τζάρα.

Έξαρχοι, εκτός του Ζήδρου, υπήρχον και ο Μάρκο-Πούλιος εν Ηπείρω,

ο Τριμπούκης εν Ακαρνανία, ο Τζόλκας εν Ευρυτανία και Φθιώτιδι,

ο Βρυκόλακας εν Παρνασσίδι, Δωρίδι και Ναυπακτία.

Οι έξαρχοι ούτοι, ως προείπον, εκυβέρνων διά τοπαρχών, εδίκαζον

πολιτικάς και θρησκευτικάς διαφοράς, επώπτευον τα μοναστήρια,

είχον ιδίαν σημαίαν και σωματοφυλακήν.

ΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ.

Υιός του Αθανασίου, αρματωλού των Χασίων. Προς συμπλήρωσιν δε

όσων περί αυτού έγραψα εν τοις Μνημοσύνοις, προστεθήτω ότι την

υπ' αυτού κινηθείσαν επανάστασιν εν έτει 1808 προέδωκαν οι εκ

Μετζόβου οπλαρχηγοί Δεληγιάννης και Βλαχοθώδωρος. Ο Ευθύμιος μετά

την αποτυχίαν επειράθη να στρατολογήση εν Επτανήσω και εν Ηπείρω

νέας δυνάμεις, αλλά συλληφθείς παρεδόθη τω Αλή και εστέφθη διά

του μαρτυρίου. Ο υιός αυτού Φλώρος κληρονομήσας το πατρικόν

αίσθημα, προσεπάθησε να αναστατώση την Θεσσαλίαν κατά το 1814,

αλλά προδοθείς και ούτος παρά των εν Χασίοις _καπητανευόντων_

Ψιραίων συνελήφθη, παρεδόθη τω Αλή και ετελεύτησεν, ως ο αοίδιμος

αυτού πατήρ, εν βασάνοις.

ΒΛΑΧΑΡΜΑΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ.

Αρματωλός εκ Μαυρολιθαρίου, είς εκ των γενναίων οίτινες ύψωσαν

την σημαίαν της επαναστάσεως κατά το 1750 — 1760 εν Παρνασσίδι

και εν Δωρίδι. Βαρέως πληγωθείς εν τη παρά τω χωρίω Δεσφίνα

γενομένη συμπλοκή κατέφυγεν εις το εν Δαυλία μετόχιον του

μοναστηρίου Ιερουσαλήμ, κείμενον παρά τοις Δελφοίς. Διωκόμενος δε

προσέφυγεν είς τι παρακείμενον σπήλαιον αλλά προδοθείς υπέστη

σκληρότατον θάνατον. Το πτώμα αυτού εσύρθη επί της πετρώδους

οδού, ήτις άγει εκ Δελφών προς το Κρισσαίον πεδίον και

κατακερματισθέν ανεστηλώθη επί πασσάλων κατά το διασταύρωμα των

προς Χρυσόν και Σάλονα οδών.

ΗΛΙΑΣ ΒΙΔΑΒΙΩΤΗΣ.

Κατά τα 1770 νέα απόπειρα εκ μέρους των αρματωλών εγένετο προς

ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας. Προεξήρχον δε ο Βλαχοθανάσης εκ

Βουνιχώρας, ο Αλέξης Καλόγερος εκ Χρυσού, ο Κώστας Σουσμάνης εκ

Γαλαξειδίου, ο Μήτρος Δενδούσης εξ Αγίας Ευθυμίας, ο Νίκος

Μαραβέλης εκ Σιγδίτζης και ο Ηλίας Βιδαβιώτης. Απαντες οι

γενναίοι ούτοι είτε εν πολέμω, είτε εν βασάνοις κατέλυσαν τον

πολυτάραχον βίον, παράδειγμα γενόμενοι μοναδικής καρτερίας και

τόλμης απαραμίλλου. Τα κατά την επαναστατικήν ταύτην απόπειραν

αιματηρά συμβάντα ακριβώς εξιστορούνται υπό του κυρίου Σάθα εν τω

_ανεκδότω_ αυτού _Χρονικώ του Γαλαξειδίου_.

ΛΑΜΠΕΤΗΣ — ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ

Εκ των ωραιοτέρων επεισοδίων δι' ων πενθηφορούσαι κοσμούνται αι

αιμοσταγείς σελίδες της ιστορίας του μεσαιωνικού αρματωλισμού,

αφόβως δύναται να υποστηρίξη τις ότι τα περί Αστραπογιάννου και

Λαμπέτη δίδουσιν ακριβή ιδέαν των αισθημάτων, υφ' ων ενεπνέοντο

αι ψυχαί των ακαταδαμάστων εκείνων πολεμιστών.

Κατήγετο ο Αστραπόγιαννος εκ του χωρίου Αγίας Ευθυμίας και ήκμασε

περί τα μέσα του παρελθόντος αιώνος. Υπηρέτησε κατά πρώτον ως

απλούς κλέφτης υπό την σημαίαν των αδελφών Λάμπρου και Μήτρου

Τζεκούρα και του Βλαχαρμάτα Βέργου. Μετά τον σκληρόν θάνατον

τούτων συνεκρότησεν ο Αστραπόγιαννος ίδιον σώμα και επιβληθείς

διά των όπλων ανεγνωρίσθη επισήμως αρματωλός της Δωρίδος και

χρόνον τινα ησύχασε. Αλλά του Δερβέναγα των Σαλόνων Μίρτζα,

βιάσαντος γυναίκα τινα υπαγομένην εις το αρματωλίκιον αυτού, μη

ανεχόμενος την ύβριν, ήλθεν εις ρήξιν και μάχη πεισματώδης

συνήφθη έξω του Γαλαξειδίου, εν η κατεστράφησαν οι οθωμανοί. Όσοι

δε εκ των πολεμίων ώρμησαν προς την θάλασσαν ζητούντες διέξοδον

και σωτηρίαν, έπεσον και ούτοι υπό την μάχαιραν του φοβερού

αρματωλού μη φεισθέντος μηδενός.

Οι επομένοι στίχοι, οι μόνοι διασωθέντες έκ τινος δημοτικού

άσματος, μαρτυρούσι περί τούτων. Λυπηρόν δε είναι ότι δεν

διεφυλάχθη ακεραία η διήγησις.

Ο Μίρτζας εξεκίνησε κατά το Γαλαξείδι

Πιάνει και γράφει μια γραφή, πικρή φαρμακεμμένη:

« Σε σέ μώρ' Αστρατόγιαννε, ναρθής να φιληθούμε

» Και μη γυρεύεις πόλεμο και μη ζητείς τουφέκι,

» Συμπάθησέ με....

Πρωτοπαλλήκαρον αυτού υπήρξεν ο Λαμπέτης εκ Βουνιχώρας. Έν τινι

δε συμπλοκή θανατηφόρως πληγωθείς ο Αστραπόγιαννος, εστράφη προς

τον πιστόν τούτον συναγωνιστήν και εξητήσατο παρ' αυτού να

αποκόψη την κεφαλήν και απαλλάξη αυτήν από των ύβρεων των

πολεμίων. Υπακούσας ο φίλος εξετέλεσε την σκληράν διαταγήν και

λαβών την προσφιλή του αρχηγού του κεφαλήν, κατέθεσεν αυτήν εντός

δισακκίου και εσώθη φεύγων. Διωκόμενος ακαταπαύστως υπό των

εχθρών και μη στέργων να παραιτήση την πολύτιμον παρακαταθήκην,

έτρεχεν επί πολλάς ημέρας, εν μέσω κρημνών και βράχων, ζητών

απόκεντρον και άγνωστον τινα κρύπτην, όπως ασφαλώς ενταφιάση το

πεφιλημένον λείψανον. Κατά την νεκρώσιμον ταύτην περιοδείαν,

οσάκις ο Λαμπέτης, ασθμαίνων, κεκμηκώς, ανεπαύετο παρά ταις

πηγαίς υπό την σκιάν των δένδρων, ετοποθέτει απέναντι αυτού την

τάλαιναν κεφαλήν, και αφού την περιέβρεχε διά των δακρύων του,

εδιχοτόμει τον επιούσιον αυτού άρτον, και απένεμεν εις τον νεκρόν

το σιτηρέσιον, εδρόσιζε τα άφωνα χείλη διά καθαρού ύδατος, την

κατέθετε πάλιν εντός του σάκκου και εβάδιζεν. Η ακατανόητος αύτη

και υπερανθρώπινος καρτερία παρετάθη μέχρις ου αι σάρκες ήρξαντο

καταρρέουσαι υπό σήψεως και απογυμνούσαι το κρανίον. Τότε ο

Λαμπέτης αλλά τότε μόνον, απεφάσισε να χωρισθή από του νεκρού και

φθάσας εις Παλάτια άνωθεν του χωρίου Πέντε Ορίων, ανέσκαψε την

γην παρά τους πόδας αποτόμου πέτρας και ενεταφίασε την κάραν.

Εκεί καθ' εκάστην πορευομένος ησπάζετο το χώμα και διελέγετο προς

τον φίλον.

Αλλά φονευθέντος του Αστραπογιάννου, διωρίσθη αρματωλός και

πληγωθείς καιρίως επί του όρους Τρικόρφου, ήδη επιθάνατος ων,

διήλθεν έρπων από θάμνου εις θάμνον, μακράν και δύσβατον οδόν,

μέχρις ου φθάσας επί του προσφιλούς μνήματος και επιθέσας τον

τελευταίον ασπασμόν εξέπνευσεν ο λεοντοκάρδιος.

Είναι αδύνατον νομίζω το αίσθημα της φιλίας να λάβη ποτέ

ευρυτέραν ανάπτυξιν και ποιητικωτέραν εκδήλωσιν!

Μνημονεύονται δε και άλλαι περιστάσεις, δι' ων αποδεικνύεται

τίνων θυσιών και παθημάτων ελογίζετο αξία η κεφαλή των εν πολέμω

πιπτόντων συμμαχητών και συναδέλφων.

Ο εκ Δωρίδος αρματωλός Λουκάς Καλλιακούδας εφονεύθη, ως γνωστόν,

εν τη μάχη της Καβρολίμνης. Ο πιστός αυτού συναγωνιστής και φίλος

Σάκος, ο εξ Ακαρνανίας, κατά παραγγελίαν του θνήσκοντος αρχηγού

απέκοψε την κεφαλήν και μόνος απομείνας εν μέσω των πολεμίων,

περιετύλιξεν αυτήν εντός της φουστανέλλας και υπεχώρει μαχομένος

διά της δεξιάς χειρός προς τους επιτιθεμένους μαχητάς τον Μήτζου

Μπόνου. Αλλ' η κεφαλή ολισθαίνουσα εκ του βάρους και του σχήματος

κατέπιπτε πολλάκις και τότε εξήπτετο έρις περί αλώσεως αυτής

ένθεν μεν αντιποιουμένων πάντων των αλβανών, ένθεν δε μόνου του

Σάκου. Τοιουτοτρόπως διέσωσεν αυτήν πολλάκις, αλλ' επί τέλους

πληγωθείς εν τη ατελευτήτω πάλη και μη δυνάμενος πλέον ν'

ανακτήση το πολύαθλον γέρας, εκτραπέν υπό των εχθρικών

λακτισμάτων πέραν του κύκλου ον διέγραφε το ξίφος, επέπεσε

μανιωδώς κατά των πολεμίων και εφονεύθη καθ' ην στιγμήν έψαυε διά

των δακτύλων την κόμην του Καλλιακούδα.

Ο εξ Αγράφων αρματωλός Κώστας Χρήστος συναντηθείς μετά των

οθωμανών έξω του Καρπενησίου, εννόησε μετά την νίκην ότι οι

φυγάδες εχθροί είχον αποκόψη και λάβει την κεφαλήν ενός των

συνεταίρων, ην μετακομίσαντες εις Καρπενήσιον κατέπηξαν επί δοκού

και έστησαν εν τη αγορά προς επίδειξιν ενταυτώ και τρόμον. Ο

Κώστας Χρήστος μη ανεχομένος την ύβριν, εισήλασε νύχτωρ εις

Καπερνήσιον, εφόνευσε τας τουρκικάς περιπόλους μεθ' ων συνηντήθη,

ανέκτησε την κεφαλήν και βαλών πυρ εις το Σεράγιον απήλθε σώος.

Ο αρματωλός Γηώργος Σιγδίτζας στενώς επολιόρκησε τα Σάλονα

εκζητών την απόδοσιν της κεφαλής φονευθέντος συντρόφου.

Ο Χρόνης Λευκαδίτης, κλέφτης περίφημος εκ Λοιδορικίου, συλληφθείς

διά προδοσίας εκαρατομήθη εν Δαδίω, την δε κεφαλήν αυτού έστησαν

οι Τούρκοι κατά το διασταύρωμα της οδού της Αταλάντης. Μετά

παρέλευσιν δέκα ετών παρουσιασθέντες οι συγγενείς προς τον

Ανδρούτζον εζητήσαντο εκδίκησιν υπέρ της ατιμασθείσης κεφαλής του

Χρόνη. Ο Ανδρούτζος υπεσχέθη και πολιορκήσας την Αταλάντην

απήτησε την παράδοσιν των φονέων. Επειδή δε, ο μεν είς εξ αυτών

είχεν αποθάνει, συνέλαβε τον υιόν και αποκόψας την κεφαλήν αυτού

την έστησεν εκεί όπου άλλοτε είχεν εκτεθή η του Χρόνη. Μετά τούτο

πορευθείς εις Λεβαδείαν, όπου διέμενεν ο έτερος των φονέων,

απήτησε και αυτού την παράδοσιν. Αλλ' ούτος προειδοποιηθείς

εδραπέτευσεν, οι δε Λεβαδιείς υπεσχέθησαν να μη επιτρέψωσιν

ουδέποτε πλέον προς αυτόν την επάνοδον.

ΤΑ ΚΑΤΑ ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΝ.

Κατά τον χειμώνα του 1865, ενώ η ληστεία ελυμαίνετο τας επαρχίας

του Βάλτου και της Ακαρνανίας, εγώ και άλλοι τινες φίλοι τεθέντες

υπό την άμεσον οδηγίαν του ταγματάρχου Ηλία Δημητρακαράκου

εξήλθομεν χάριν κυνηγεσίας εις Χελογίβαρον. Αφ' ου δε διετρέξαμεν

τα ωραιότατα δάση τα περικυκλούντα την λίμνην, διενυκτερεύσαμεν

εν τη συνοικία των Βλαχοποιμένων αδελφών Φερεντίνου.

Όσον και αν ζήσω δεν θέλω λησμονήση τας τερπνοτάτας εντυπώσεις

της εκδρομής εκείνης!

Συνελθόντες εντός πενιχράς, αλλά καθαροτάτης καλύβης και

ευχαρίστως επαναλαμβάνοντες κύκλω σφριγώντος πυρός τας

περιπετείας της ημέρας, αφού κατά το πατρώον έθιμον

κατεβροχθήσαμεν αμνόν ανεκτίμητον προσενεχθέντα ακέραιον,

εξηντλήσαμεν δε τας συνήθεις προπόσεις και επολιτικολογήσαμεν

μέχρι κόρου, κεκμηκότες εκ της επιπόνου οδοιπορίας, χαύνοι, ενώ

παρεσκευαζόμεθα να παραδοθώμεν εις τας αγκάλας του ύπνου, ήλθε

και παρεκάθησε μεθ' ημών ο Αθανασούλας Φερεντίνος, επανακάμπτων

εκ Βονίτζης. Ήρξατο και ούτος διηγούμενος περί ληστών, περί της

μαστιζούσης τα ποίμνια επιζωοτίας, περί βουλής, περί συντάγματος,

εκφέρων παρατόλμους δοξασίας ουδέν συναδούσας (λυπούμαι να το

είπω) προς τας ομολογίας των εν τη πρωτευούση ελευθεροφρόνων

δογματολόγων, μέχρις ου, επελθούσης γενικής ναρκώσεως, παρελύθη

ολοσχερώς η συνδιάλεξις και την επικρατούσαν σιγήν μόλις εκ

διαλειμμάτων διέκοπτον αρνητικά ή καταφατικά τινα μονοσύλλαβα

τυχαίως ριπτόμενα εν τω μέσω προς τιμήν του ευφραδούς και

φιλοξένου οικοδεσπότου.

Οι λύκοι ωρύοντο μακρόθεν, εβληχώντο τα ποίμνια, οι φρουρούντες

αυτά κύνες υλάκτουν ακαταπαύστως, και η μοναδική και απερίγραπτος

αύτη αρμονία, ενώ πολλούς εκ των συνεταίρων απεκοίμιζεν

ευχαρίστως, διήγειρεν εν εμοί ακάθεκτον επιθυμίαν ν' ακούσω και

μάθω αρχαίαν τινα ιστορίαν σχετιζομένην προς την φυσικήν τάσιν

του πνεύματός μου.

Εκδηλώσας τον πόθον τούτον, είδον μετ' αγαλλιάσεως τον φίλον

Θανασούλαν πρόθυμον να με ικανοποιήση και επί παρουσία του Κυρίου

Ηλία Δημητρακαράκου διοικητού του εν Λευκάδι εδρεύοντος τάγματος,

του αυταδέλφου μου Ξενοφώντος, του Νικολάου Σικελιανού και του

γαμβρού μου Δημητρίου Σούντια, ήκουσα τα κατά Αμπελογιάννην και

ιδού παραδίδω εις τας σημειώσεις ταύτας την περί αυτού φημηγορίαν

(legende) χαίρων ότι δύναμαι να προσθέσω σελίδα μικράν εις την

ογκώδη βίβλον των αρματωλικών παραδόσεων.

Ο Αμπελογιάννης ή Μπελογιάννης, μονογενής υιός και κληρονόμος

πατρός κτηνοκόμου, διήνυσε τον πρώτον αυτού νεανικόν βίον

περιθάλπων και επιτηρών τα ποίμνια. Αλλ' εν μέσω των ερήμων

διαιτώμενος και αδιαπαύστως συναντώμενος μετά φιλοπολέμων

συνεταίρων, τυχών δε του βαπτίσματος των καταιγίδων και την ψυχήν

αυτού αναθρέψας νηπιόθεν εν μέσω των απεριγράπτων καλλονών

αειπαρθένου και σοβαράς φύσεως, ησθάνθη ταχέως εαυτόν

προωρισμένον να διατρέξη άλλο παρά το ποιμαντικόν στάδιον και

βαθμιαίως αναπτυσσομένην εν τη καρδία του ακατάσχετον ορμήν προς

τον πολεμικόν βίον.

Εμφορούμενος υπό τοιαύτης ιδέας, είδε κατ' όναρ ότι ευρέθη όρθιος

εν μέσω της κοίτης του Αχελώου και ότι έχων τα νώτα εστραμμένα

προς τας εκβολάς αυτού αντιπαρέταττε το στήθος προς την ορμήν των

ρευμάτων μηδόλως πτοούμενος εκ της μεγάλης των υδάτων εξογκώσεως.

Ενώ δε το κύμα του ποταμού ανυψούμενον συνεστρέφετο ήδη περί τον

τράχηλον και τον πώγωνα και τα χείλη περιέβρεχεν απειλητικόν και

επίφοβον, ηνέωξεν αυτομάτως το στόμα και ησθάνθη ότι εντός του

λάρυγγος αυτού, ως εις αχανές βάραθρον βυθιζομένης της πλημμύρας,

ο κίνδυνος βαθμηδόν ηλαττούτο, οι δε πόδες αυτού εκραταιούντο και

αι δυνάμεις επηύξανον. Το απροσδόκητον φαινόμενον διήρκεσεν επί

πολλήν ώραν, μεθ' ο κατενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι είχεν

απορροφήση πάντα τα νάματα του καταπληκτικού Αχελώου μέχρι

παντελούς αποξηράνσεως.

Εγερθείς του ύπνου προς ουδένα έφρασε την οπτασίαν, αλλ' αύτη επί

τρεις κατά συνέχειαν νύχτας επανήλθε και σπουδαίαν ενεποίησε τότε

εντύπωσιν εις την παράθερμον του νεανίου διάνοιαν. Ουχ ήττον

ετήρησε πάλιν αυστηράν εχεμυθίαν και προσεπάθει μόνος, άνευ της

αρωγής ονειροκρίτου τινος να εξηγήση το καταπληκτικόν όνειρον.

Επήλθεν εν τοσούτω η ημέρα, καθ' ην οι ποιμένες εορτάζουσι την

μνήμην του αγίου Γεωργίου. Ο δε Αμπελογιάννης σφάξας τον αμνόν

αυτού ανέγνωσε και επί της ωμοπλάτης σημεία αναντίρρητα,

επιβεβαιούντα και σχολιάζοντα το δράμα. Γενομένου δε κατά την

στιγμήν εκείνην ραγδαίου υετού, έρριψε την καταβραχείσαν κάπαν

επί τινα θάμνον και ρεμβάζων εφύλαττεν έως ο εμφανισθείς ήλιος

την αποξηράνη. Αίφνης εγείρεται τότε θύελλα και ορμητικός

στρόβιλος ανήρπασεν εν τη δίνη αυτού την μηλωτήν, ήτις

μετεωρισθείσα μέχρι νεφελών κατέπεσε μετ' ολίγον επί τους ώμους

του ποιμένος.

Ενταύθα η διήγησις προς στιγμήν διεκόπη, και ο απλοήθης φημηγόρος

αναλαβών σοβαρώτερον ήθος, προσέθηκε μετ' αφελείας ότι εκ της

θαυμασίας εκείνης της _κάπας_ καταπτώσεως προήλθεν ο πολεμικός

των αρματωλών τίτλος _καπετάνος_, ως αν ήθελε σπουδάζων ν'

ανασκευαστή την περί της ξενοφωνίας ταύτης επικρατούσαν δόξαν

(capetano) προκειμένου λόγου περί του εθνοπαραδότου εκείνου

συμβόλου της στρατιωτικής ισχύος, περί της πορφύρας δι' ης

περιεβάλλετο ανέκαθεν ο βασιλεύς των ορέων, ο ακαταδάμαστος και

άσπονδος εχθρός της οθωμανικής κατακτήσεως, ο αήττητος μαχητής, ο

κλέφτης.

Μετά τοσαύτα και τοιαύτα σημεία πορευθείς ο Αμπελογιάννης προς

τον γηραιόν πατέρα ανήγγειλεν αυτώ ην είχεν αμετάτρεπτον απόφασιν

να παραιτήση τον ποιμαντικόν βίον και να επιδοθή εις το πολεμικόν

στάδιον. Ματαίως εδάκρυσε γονυπετής ο γέρων, πειρώμενος ίνα τον

μεταπείση. Ο Αμπελογιάννης ησπάσατο την χείρα του γεννήτορος και

απήλθε.

Ήτο τότε η ώρα καθ' ην οι ποιμένες απολείποντες τας πεδιάδας

άγουσι τα ποίμνια εις τας ακρωρείας, και ελθών εις την γέφυραν

της Τατάρνας όθεν συνήθως διέρχονται, είδε πολλούς εκ των

ομηλίκων και εκθέσας αυτοίς τα γενόμενα εστρατολόγησε και

επέπεσεν αμέσως κατά των πολεμίων.

Η φήμη αυτού εμεγαλύνθη εν βραχυτάτω χρόνω και το όνομα του

Αμπελογιάννου αντηχούν απ' άκρου εις άκρον, διέσπειρεν απελπισίαν

και τρόμον παρά τοις οθωμανοίς, οίτινες βλέποντες καταστρεφομένην

την κυριαρχίαν αυτών συνεκέντρωσαν μεγάλας δυνάμεις και

επετέθησαν φοβούμενοι μη εκ του παραδείγματος εκείνου προκύψη

παντελής όλεθρος. Διήρκεσεν ο αγών επί πολύ αιματηρός,

φονικώτατος. Αλλά εξαντληθέντων των μέσων του αρματωλού καί τινων

εκ των συνεπαρχιωτών αντιφερθέντων κατ' αυτού, ενόησεν ο

Αμπελογιάννης ότι ώφειλε προς στιγμήν να διακόψη τας εχθροπραξίας

και να αναβάλη εις άλλην καταλληλοτέραν ώραν την επανάληψιν του

πολέμου.

Απέστειλε λοιπόν τον Μούρτον και τον Βλαχογηωργάκην, εκ των

ανδρειοτέρων και πιστοτέρων αυτού συναγωνιστών, τον μεν εις

Ακαρνανίαν, τον δε εις Λευκάδα, αυτός δε μόνος επορεύθη εις τα

Μετέωρα της Θεσσαλίας, ένθα εύρεν άσυλον παρά τινι των εκεί

Ηγουμένων. Εξαγορεύσας δε το όνομα και τα πολλά παθήματα,

αφιέρωσε πάντα τον πλούτον εις την μονήν και λαβών του μοναχού το

σχήμα, ησύχασεν εν τη ιερά εκείνη ακροπόλει.

Νοσήσαντος μετ' ου πολύ χαλεπήν νόσον, κατέρρευσεν εκ μιας η εκ

της ηλικίας και των δεινών αγώνων ήδη πολιωθείσα κόμη και μετ'

αυτής ο μύσταξ και το γένειον. Το σύμπτωμα τούτο θεωρηθέν

θανάσιμον έπεισε τον Ηγούμενον να εισέλθη παρά τω αγωνιώντι και

λάβη την τελευταίαν αυτού εξομολόγησιν.

Αλλ' ώ του θαύματος! Ενώ ο Αμπελογιάννης παρεσκευάζετο εις

μετάληψιν των αχράντων μυστηρίων, αίφνης ανθηρά, μέλαινα,

ανηβλάστησεν επί της κεφαλής η κόμη, ανεφύησαν οι μύστακες και το

γένειον, η χροιά μετεβλήθη και εν ακαρεί μετεμορφώθη ο επιθάνατος

εις ακμαίον και θάλλοντα νεανίαν υπό τα όμματα του πνευματικού.

Το απροσδόκητον θαύμα υπέλαβεν ο Ηγούμενος κατόρθωμα σατανικόν,

οιωνόν αποτρόπαιον, όθεν δραμών λάθρα εις Λαμίαν κατήγγειλε τον

πρόσφυγα και παρέδωκεν αυτόν δέσμιον εις τους δημίους.

Καταδικασθέντα εις τον δι' αγχόνης θάνατον, ήγαγον αυτόν οι

οθωμανοί εις τον τόπον της εκτελέσεως, αλλ' άπαξ και δις

αναρτήσαντες αυτόν είδον μετά τρόμου ρηγνύμενον το σχοινίον και

τον Αμπελογιάννην μετέωρον επί τινα ώραν διαμένοντα ώς περ

ερειδομένον επί αφανούς τίνος βάθρου. Η δε αρχή προς ην ηγγέλθη

το γενόμενον αναστείλασα την εκτέλεσιν έπεμψεν έκτακτον

ταχυδρόμον εις Κωνσταντινούπολη εκθέτουσα το συμβάν και αιτούσα

οδηγίας.

Εν τοσούτω διεθρυλλήθη το θαύμα και τις εξ Ακαρνανίας Κυρ

Σταμούλης, μέγας και πολύς τω καιρώ εκείνω, αδιάλλακτος του

αρματωλού εχθρός, επορεύθη εις Λαμίαν και χλευάσας τους οθωμανούς

επί τη μικροψυχία αυτών ητήσατο και έλαβε την άδιαν ίνα ιδίαις

χερσί διαπράξη την απαγχόνισιν. Παραδοθέντος του ήρωος εις τας

χείρας του ομοπίστου και ομοφύλου εκείνου αλιτηρίου ετελέσθη η

καταδίκη, ενώ δε κατεβιβάζετο ο νεκρός από της αγχόνης, έφθανεν

εκ Κωνσταντινουπόλεως και η χάρις.

Ο επιτυχής δήμιος εξελθών της Λαμίας επορεύθη εις Λευκάδα και

μεγαλαυχών ανήγγειλε το στυγερόν κατόρθωμα προς τον

Βλαχογεωργάκην. Συνάμα δε ηπείλησεν αυτόν και τω προείπε την

αυτήν τύχην άν ποτε επανήρχετο εις το αρχαίον στάδιον.

Ο Βλαχογεωργάκης υπεκρίθη μεν μεταμέλειαν αλλά μαθών την ημέραν

καθ' ην ο φονεύς του προσφιλούς αρχηγού του έμελλε να επιστρέψη

εις τα ίδια, εξήλθε μετά των συνεταίρων και κατέλαβε δίοδόν τινα

στενήν παρά τη πηγή της Πλαγιάς. Εκεί επιπεσών εφόνευσε τους

συνοδεύοντας τον Σταμούλην οθωμανούς, συλλαβών δε ζώντα τον

βδελυρόν δήμιον απήγαγεν επί την κορυφήν του λόφου και τεταρτίσας

αυτόν, εκρέμασε σταυροειδώς τα τεμάχια επί τεσσάρων δένδρων και

έκτοτε η θέσις εκείνη επωνομάσθη Σταυροί.

Ο Μούρτος διωκόμενος ακαταπαύστως και θέλων να μεταβή εις Βάλτον

ενέπεσεν εις ενεδρεύουσαν τινα εχθρικήν συμμορίαν και μονομαχήσας

προς τον φιλοπόλεμον αυτής αρχηγόν εφόνευσε μεν τον αντίπαλον

αλλά τρωθείς θανατηφόρως εζωγρήθη υπό των πολεμίων και παρέδωκε

το πνεύμα εν βασάνοις.

0 προπάππος του Θανασούλα Φερεντίνου ήτο αυτάδελφος του Μούρτου.

Αφού δε παρηκολούθησεν απ' αρχής την ανύψωσιν του Αμπελογιάννου,

είδε δε μετά ταύτα την παντελή καταστροφήν αυτού τε και των

συνεταίρων, εν ώρα θανάτου, προσεκάλεσε τα τέκνα, εξέθηκεν αυτοίς

τα γενόμενα και εφ' όρω φοβεράς κατάρας παρήγγειλεν αυτοίς να μη

επιδοθώσι ποτέ εις τον κλέφτικον βίον. Διό και από του χρόνου

εκείνου οι απόγονοι αυτού έχοντες υπ' όψιν την ιστορίαν ταύτην

και του προπάτορος την αράν, διαδοχικώς ασχολούνται εις την

καλλιέργειαν των πολλών αυτών ποιμνίων.

Ότε η διήγησις ετελείωσεν ο παρακολουθών τον φίλον Δημητρακαράκον

σαλπιγκτής, εσάλπισε το εωθινόν εγερτήριον και συγχρόνως πεζός

ταχυδρόμος καταφθάσας εκ Βονίτζης ανήγγειλε προς ημάς ότι

μεταβατικόν τι απόσπασμα είχε συγκρουσθή μετά της ληστρικής

συμμορίας του Μαριώλη και του Κρίκα κατά τα απέναντι ημών

υψούμενα Σκλάβενα.

ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑΣ.

Κρίνω όλως περιττήν πάσαν μνείαν περί του διαβοήτου τούτου

αρματωλού, αφού εν εκτάσει τον βίον αυτού συνέγραψε και εξέδωκεν

ήδη, ο Κύριος Σάθας εν τη Χρυσαλλίδι (φυλλάδ. ΞΑ'. — ΞΒ'.). Αλλά

προς ευχερεστέραν κατάληψιν των εις αυτόν αναγομένων στίχων μου,

νομίζω απαραίτητον να υπενθυμίσω ότι ο σιδηροκάρδιος ούτος

γίγας, ο διά των όπλων αναδειχθείς το φόβητρον των οθωμανών και

θέσας την πολεμικήν τιμήν του ονόματός του υπεράνω και αυτών των

τρυφερωτέρων και αγιωτέρων της καρδίας αισθημάτων, αφού έλαβε το

ατύχημα να ίδη φονευμένους τους δύο υιούς του, έμαθε δε παρά του

Χρόνη, υπό την σημαίαν αυτού υπηρετούντος, ότι ο τρίτος και

τελευταίος καθ' ον χρόνον εν τω νησιδρίω του αγίου Κωνσταντίνου

τω κειμένω εν τω Κρισσαίω κόλπω, εμαθήτευεν έν τινι

γραμματοδιδασκαλείω, είχεν εξοκείλει εις πολλά χαμερπή ατοπήματα,

καταισχύνων ούτω το ευκλεές πατρικόν όνομα, ιδίαις χερσίν

εθυσίασεν αυτόν, προτιμών να γίνη παιδοκτόνος παρά να ίδη

στιγματιζομένην την αρματωλικήν δόξαν του εν τω προσώπω του

απογόνου.

Το τραγικόν τούτο γεγονός διεσώθη έν τινι δημοτικώ άσματι εσχάτως

δημοσιευθέντι, εξ ου και παραθέτω μόνον τους τελευταίους πέντε

στίχους.

Κι ο Κωσταντάρας τάκουσε βαρυά του κακοφάνη.

» Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγγόνι

» Μου ντρόπιασες την λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια,

« Κάλλιο να κλάψω μια φορά, παρά να κλαίγω πάντα. »

Το γιαταγάνι ετράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.

ΛΑΖΟΣ.

Ανήκεν εις αρχαίαν αρματωλικήν οικογένειαν εξ Αικατερίνης του

Ολύμπου. Συλληφθείς διά προδοσίας υπό του Βελή πασά κατά το 1818

υπέστη μετά της πολυπληθούς αυτού οικογενείας και των αδελφών

Κώστα και Τόλια τον δι' ανασκολοπισμού θάνατον.

ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ.

Προκάτοχος του Κωσταντάρα, επονομασθείς ούτως εκ της μελανωπής

του προσώπου χροιάς. Ωρμάτο εξ αγίας Ευθυμίας και ανήκεν εις την

γενεάν των Κατζώνων, όθεν εβλάστησε μετά ταύτα και ο διαβόητος

Λάμπρος Κατζώνης.

Αι ρωμαντικαί περιπέτειαι του δημοτικωτάτου τούτου αρματωλού

περιέχονται εν τω πρώτω μέρει της βιογραφίας του Κωσταντάρα.

Αρκεί μόνον να είπη τις ότι διά των κατορθωμάτων αυτού επιβληθείς

εις τας τουρκικάς αρχάς, ανεγνωρίσθη διά Σουλμανικού φιρμανίου

αυτόνομος δεσπότης ευρυτάτης επαρχίας συμπεριλαμβανούσης και το

Γαλαξείδιον επί τη μόνη υποχρεώσει να πέμπη κατ' έτος δώρον εις

την Υψηλήν Πύλην ένα ιέρακα (σαΐνι),

ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΛΑΣ.

Περί του αρματωλού τούτου ακμάσαντος κατά το 1730 διασώζεται

μόνον το επόμενον ανέκδοτον δημοτικόν άσμα.

Κλαίν' τα βουνά με τη χιονιά, κ' οι κάμποι το χειμώνα,

Κλαίγει κι ο Πάλλας κλαίγεται, παρηγοριά δεν έχει.

Δεν έχει χέρι για σπαθί, μάτι για το τουφέκι

Αρματωλού παλληκαριά και κλέφτικο καμάρι,

» Μην κλαίτε μαύρα μου παιδιά, καϋμένα παλληκάρια!

» Εξήντα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης

» Να κυνηγάω την Τουρκιά να πελεκάω πασάδες.

» Μόν' τώχω ντέρτι 'ς την καρδιά, τώχω βαρύ μαράζι

» Πως σαν το μάθουν οι άπιστοι θα μπουν 'ς το σύνορό μου,

» Θα μου πατήσουν τα χωριά, το πατρικό μου κόλι.

» Για κόφτε το κεφάλι μου, βάλτε το 'ς την κοτρόνα

» Να καταιβούνε τα πουλιά να το μοιρολογήσουν,

» Να καταιβούν κ' οι σταυραητοί 'ς τα νύχια να το πάρουν.

» Να πάνε να το στήσουνε ταμπούρι 'ς τη φωλειά τους.

» Και σαν οι Τούρκοι καταιβούν 'ς το σύνορο του Πάλλα

» Να πάνε να το ρίξουνε ανάμεσα 'ς τ' ασκέρια,

» Για να το ιδούν οι άπιστοι και πίσω να γυρίσουν. »

ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΑΣ.

Εκ Λοιδορικίου, πρωτοπαλλήκαρον του Ανδρούτζου μεθ' ου και

συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω. Διορισθείς αρματωλός, έπεσε

μαχόμενος κατά την εν Καβρολίμνη της Αιτωλίας μάχην.

ΧΡΟΝΗΣ.

Αρματωλός της Δωρίδας υπηρέτησεν υπό τον Κωσταντάραν. Ο Αλή

Τζεκούρας Δερβέναγας συλλαβών διά προδοσίας τα τέκνα του

κατέσφαξεν αυτά. Εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου περί τα 1791. Εις

ανάμνησιν της σφαγής των τέκνων διεσώθη το υπ' αριθμόν XLVIΙΙ εν

τη συλλογή του Κυρίου Πασσόβ αναγινωσκόμενον άσμα.

Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλλιόνια, καρυοφύλλια,

Αλή Τζεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι.

Διαβαίνει ο Χρόνης για να ιδή πηγαίνοντας 'ς το σπήτι·

» Πολλά τα έτ' μπουλούκμπαση» — «Καλώς τονε το Χρόνη.

» Πώς τάχεις Χρόνη τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;»

«Σε προσκυνούν μπουλούκμπαση και σου φιλούν τα χέρια,

» Δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω.

— » Αν θέλης Χρόνη μου να ιδής ώμορφα κεφαλάκια,

» Τήραξε μέσα τον τορβά να ιδής αγγελουδάκια.

Ο Χρόνης ανατρίχιασε τον έφαε μαύρο φίδι.

Πάει τηράζει 'ς τον τορβά, τηράζει και τι βλέπει;

Βλέπει το πρώτο του παιδί μικρό παλληκαράκι.

Ο νους του σκοτεινιάστηκε, τα χείλια του παγώνουν·

Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι

Βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω,

Σφάζει αρβανίτας δώδεκα και δυο μπουλουκμπασίδες.

Αλή Τζεκούρας έπεσε και τρεις επανωθειό του.

ΓΥΦΤΑΚΗΣ.

Γυφτάκης και Καλέμης αυτάδελφοι, ανεψιοί εκ μητρός του Μήτζου

Κοντογιάννη. Εφονεύθησαν περί το 1802 έξω της Υπάτης πολεμούντες

κατά του Ιουσούφ Αράπη.

ΑΝΔΡΟΥΤΖΟΣ.

Ανδρέας Βερούσης εκ του χωρίου Λιβανάταις της Αταλάντης, πατήρ

του διαβοήτου Οδυσσέως. Φοβούμενος μη προσβάλλω την μνήμην του

μεγαλουργού και μεγαλεπηβόλου τούτου αθλητού περικλείων το

Ηράκλειον όνομά του εντός των στενωτάτων ορίων περιληπτικής

σημειώσεως, αποφεύγω εκ προθέσεως να είπω τι περί του

καταπληκτικού βίου του.

Συλληφθείς διά προδοσίας των Βενετών παρεδόθη τοις οθωμανοίς,

οίτινες και έπνιξαν αυτόν εν ταις ειρκταίς της

Κωνσταντινουπόλεως, ως μετά ταύτα διά χειρών ανόμων επνίγη και ο

υιός αυτού Οδυσσεύς εν τη ειρκτή της Αθηναϊκής ακροπόλεως.

Δημοτικόν άσμα πρωτοτύπου ωραιότητος, εν ω παρίστανται τα όρη της

στερεάς Ελλάδος διαπληκτιζόμενα προς τας πεδιάδας και εκζητούντα

δι απειλών την απόδοσιν του Ανδρούτζου προσκαίρως παραιτήσαντος

αυτά, δίδει εν συνάψει ακριβή ιδέαν της μεγάλης του οπλαρχηγού

τούτου βαρύτητος.

Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά παρηγοριά δεν έχουν.

Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,

Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας, κ' η Λιάκουρα της Γκιόνας:

«Βουνί πούσαι ψηλότερο, και πλειο ψηλ' αγναντεύεις,

»Ανδρούτζος τι να γίνηκε, η λεβεντιά πού νάναι;

»Τι να σου 'πω βουνάκι μου, τι να σου πω βουνί μου,

»Τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμέν' οι κάμποι,

»'Σ τους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρίχνουν 'ς το

[σημάδι

»Τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια.»

Κ' η Λιάκουρα σαν τάκουσε πολύ της κακοφάνη.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβιά, τηράει κατά τη Σκάλα,

«Βρε κάμπε αρρωστιάρηκε, βρε κάμπε μαραζάρη,

»Με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις;

»Για βγάλε τα στολίδια μου, δος μου τη λεβεντιά μου,

»Μη λυώσ' όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω.»

Το άσμα τούτο, εξ ου απορρέει κρουνηδόν ο πλαστικός οπός της

δημοτικής ποιήσεως, εποιήθη περί τα 1789, ότε ο μεν Ανδρούτζος

μετά πεντακοσίων πολεμιστών καταβάς από των ορέων αναπεπταμένας

έχων τας σημαίας, περιέτρεχε νικηφόρος την Στερεάν και την

Πελοπόννησον, το δε Γαλλικόν έθνος ανέτρεπεν εκ θεμελίων το

σαθρόν οικοδόμημα του μεσαιωνικού απολυτισμού και διεκήρυττε τ'

αθάνατα και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου.

ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗΣ.

Εκ Βουνιχώρας της Παρνασσίδος, _ψυχοπατέρας_ του Ανδρούτζου,

αγαπών αυτόν ως ίδιον τέκνον, πρώτος τον καθωδήγησεν εις το

πολεμικόν στάδιον. Διατηρηθείς ακμαίος μέχρις εσχάτου γήρατος και

ουδέποτε απαυδήσας μαχόμενος, έπεσεν ο γενναίος πλησίον της

Ναυπάκτου, ότε ξιφήρης ώρμησεν εις μέσον των πολεμίων ίνα

συμπλακή προς τον διοικητήν αυτής Μουχτάρ πασάν. Εν τη ορμητική

ταύτη εφόδω μόλις επρόφθασε να τον ακολουθήση ο Ιωάννης

Ξυλικιώτης, όστις και εφονεύθη παρά τω πολιώ αρματωλώ. Μάχη

πεισματώδης συνήφθη μετά ταύτα προς κατάκτησιν της κεφαλής του

Βλαχοθανάση. Υπερισχύσαντες δε οι Αλβανοί ήρπασαν αυτήν και αφού

εν θριάμβω την περιέφερον ένθεν κακείθεν, την επώλησαν επί αδρά

αμοιβή προς τον βέην των Σαλόνων, όστις και διέταξε να στηθή επί

τινος κοπρώνος.

Ο Ανδρούτζος θρηνών τον θάνατον του Βλαχοθανάση είπε:

Πέντε παιδιά μου σκότωσαν και το Βλαχοθανάση,

Πέντε πλευρά μου τζάκισαν και τη δεξιά μου πλάτη.

ΛΙΑΚΟΣ ΚΟΥΤΑΒΑΣ.

Αρματωλός του Ολύμπου περί ου και το υπ' αριθμόν LXXXIX εν τη

Πασσοβίω συλλογή δημοτικόν άσμα όπου διαλάμπουσιν οι τρεις

επόμενοι στίχοι.

Προσκύνα, Λιάκο, τον πασά, προσκύνα το Βηζύρη.

Όσο είν' ο Λιάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει·

Πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βηζύρη το τουφέκι.

ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ.

Ιωάννης Κοντογιάννης εκ Χαλικιοπούλων του Βάλτου, αρματωλός

Υπάτης. Παρευρέθη και διέπρεψε κατά την εν Κερασόβω μάχην. Επειδή

δε ο Κουρτ πασάς βαρέως φέρων την ήτταν διέταξε τον Μούρτο

Χούσον, ίνα διά νέων δυνάμεων επιπέση κατά του Μπουκουβάλλα,

ειδοποιηθέντες οι αρματωλοί συνεξεστράτευσαν πάντες, και ταύτην

την φοράν αναθέσαντες την αρχηγίαν εις τον Κοντογιάννην

επορεύθησαν προς συνάντησιν των πολεμίων. Ο Κοντογιάννης απ'

αρχής απέφυγε την συμπλοκήν μέχρις ου, διά στρατηγημάτων

εφελκύσας τους Αλβανούς εις Χόνια, σύμφυτον και αδιέξοδον χώρον

εν Βάλτω, επέπεσε κατ' αυτών και τους κατέστρεψε. Παρίσταται ο

αείμνηστος ούτος εν τω στιχουργήματι σκυθρωπάζων και εξαιτούμενος

συγγνώμην παρά του Διάκου υπέρ του απογόνου αυτού Μήτζου. (όρα

προλεγόμενα).

ΚΑΤΖΑΝΤΩΝΗΣ.

Ευχαρίστως επανέρχομαι εις το προσφιλές τούτο όνομα ου μόνον

διότι απ' αρχής του ποιητικού μου σταδίου συνηντήθην μετ' αυτού,

υπό την σκιάν του εν Ιωαννίνοις αιμοχαρούς πλατάνου, αλλά διότι

στενώς διατελεί συνδεδεμένον μετά της φίλης μου Λευκάδος.

Αναδιφών την ιστορίαν των χρόνων εκείνων, καθ' ους, αφ' ενός μεν

Αλής ο Τεπελενλής διενοήθη να καταστρέψη το τελευταίον του

Ηπειρωτικού αρματωλισμού καταφύγιον, αφ' ετέρου δε οι

διασημότεροι των ημετέρων πολεμιστών απεφάσισαν αντί οιαςδήποτε

θυσίας να το διασώσωσι και διεξερχόμενος τα έγγραφα τα

επιμαρτυρούντα τας θυσίας ας υπέστη ο λαός της πατρίδος μου, τους

κινδύνους ους διέτρεξε, τας κακουχίας, την ακαταμάχητον

καρτερίαν, αγάλλομαι ενδομύχως βλέπων ανά πάσαν στιγμήν τον μεν

Κατζαντώνην επισκιάζοντα την ακρόπολιν ταύτην του Ελληνισμού διά

της κεραυνοβόλου σπάθης του, τον δε Ιωάννην Καποδίστριαν δι'

ακαταλογίστων προσπαθειών παρηγορούντα τους θλιβομένους και

αεννάως μεριμνώντα υπέρ της αγωνιώσης Λευκάδος.

Μεθ' όσα εδημοσίευσεν ο Κύριος Επαμινώνδας Φραγγίστας υιός ενός

των γενναιοτέρων του Κατζαντώνη συναγωνιστών, μεθ' όσα κ' εγώ

εσημείωσα εν τοις Μνημοσύνοις, περιττή απέβαινε, πάσα περαιτέρω

έρευνα αν δεν ησθανόμην βαρείαν του συνειδότος τύψιν παρασιωπών

τας σπουδαίας υπηρεσίας ας παρέσχε τότε τη πατρίδι, ο φιλόπατρις

ημών κλήρος έχων επί κεφαλής τον δημοτικώτατον αυτού ιεράρχην,

τον διά του ιδίου παραδείγματος αδιαλείπτως διεγείροντα εις τας

ψυχάς απάντων την εθνικήν φιλοτιμίαν, τον απ' αρχής μέχρι τέλους

της μακράς εκείνης πολιορκίας γενναίως προκινδυνεύσαντα, τον μη

φεισθέντα ούτε αγώνων ούτε μόχθων προς ματαίωσιν των εθνοκτόνων

βουλών του τρομερού Βεζύρου.

Ο Μητροπολίτης Λευκάδος Παρθένιος Κονιδάρης έσχε τότε την τιμήν

να υποδεχθή τον Αρτης Ιγνάτιον, ηυτύχησε δε τας ευλογίας αυτού να

επιδαψιλεύση και επί της αρειμανίου κεφαλής του Κατζαντώνη,

δραμόντος προς ενίσχυσιν των διακινδυνευόντων αδελφών του. Ακμαία

διατηρείται εισέτι εν τη μνήμη των γερόντων η ιστορία των ημερών

εκείνων, διασώζεται δε ζωηροτάτη και η εθνική και απαράμιλλος

διαγωγή του Παρθενίου. Μετά την αποσόβησιν του κινδύνου ο Κόμης

Ιωάννης Καποδίστριας, ο έκτακτος απεσταλμένος της Ιονίου

Κυβερνήσεως, θέλων να επισημοποιήση τα διατρέξαντα απηύθυνε προς

τον ιεράρχην ευχαριστήριον επιστολήν, ην ασμένως δημοσιεύω,

καθόσον εξ αυτής προκύπτουσι γεγονότα τότε μεν επαξίως

εκτιμηθέντα, σήμερον δε εις ουδέν λογιζόμενα επί μεγάλη βλάβη των

συμφερόντων του Ελληνισμού.

Επίσης δημοσιεύω επίσημον δίπλωμα, δι' ου ο Κόμης Γεώργιος

Μοτζενίγος εκφράζει προς τον Λευκάδος μητροπολίτην την

ευγνωμοσύνην της Κυβερνήσεως, και επιστολήν του Παρθενίου προς

τον Ιγνάτιον, εν η μετά χριστιανικής μετριοφροσύνης και

σεμνότητος αποδίδεται πάσα της επιτυχίας η τιμή εις τας

ενδελεχείς προσπαθείας του διασήμου εκείνου πρόσφυγος.

Ο ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ

Προς τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Λευκάδος.

Τη 23 Αυγούστου 1807.

Εκπληρώσας την εντολήν μου, μεταβαίνω εις Κέρκυραν. Αλλά

κοινοποιών υμίν, Πανιερώτατε, την αγγελίαν ταύτην δεν δύναμαι να

μη εκδηλώσω συγχρόνως την αΐδιον ευγνωμοσύνην μου προς υμάς, εν

δυσχερεστάταις περιστάσεσιν ευαρεστηθέντας ίνα μοι παράσχητε

συνδρομήν διά της μεγάλης επιρροής, ην εξασκείτε επί της ψυχής

του λαού τούτου ανέκαθεν εκτιμήσαντος τας αρετάς, δι' ων

περικοσμείσθε, και δικαίως ανυψώσαντος υμάς εις την υψηλήν έδραν,

ην κατέχετε.

Γλυκυτάτην θέλω φέρει μετ' εμού την ανάμνησιν της εποχής, καθ'

ην, πιστώς υπηρετούντες τη πατρίδι, ετιμήσατε τα πολεμικά έργα τα

κατασκευαζόμενα υπό την βολήν των εχθρικών τηλεβόλων,

παριστάμενοι εντός των τάφρων δι' ων περιεζώσθη η πόλις. Ούτε

θέλω λησμονήση τας ημέρας καθ' ας περιτρέχοντες τα όρη της Νήσου

ενεπνέετε εις τας καρδίας των ανδρείων αυτής τέκνων τον ιερόν

υπέρ Πατρίδος και πίστεως έρωτα. Διά της ισχύος του λόγου και

του υμετέρου παραδείγματος ο λαός ούτος υπέστη αγογγύστως μόχθους

και ακαταπαύστους αδροτάτας δαπάνας (fatiche e incessanti dispendii

gravosissimi) αυτοί δ' εκείνοι, οίτινες αυτοπροαιρέτως

ανεδέχοντο το βάρος των πολεμικών έργων, προέταξαν εν ώρα

κινδύνου και τα στήθη επί των εξωτερικών οχυρωμάτων, και ο

βάρβαρος και αυθάδης εχθρός όστις μας ηπείλει ωχρίασεν ενώπιόν

των, (ed all'uopo quei stessi che sostennero il peso dei

travagli, si presentarono nelle esteriori trinciere a far

impallidire il prepotente ed il barbaro nemico che ei

minacciava).

Τηλικαύται υπηρεσίαι μεγάλως τιμώσαι την υμετέραν Πανιερότητα και

την πατρίδα, ήτις ευτύχησε να έχη υμάς, αναντιρρήτως συνέτειναν

προς ευόδωσιν και αισίαν εκπεραίωσιν της εντολής ην ανεδέχθην ως

έκτακτος απεσταλμένος της εκλαμπροτάτης Γερουσίας εν ταύτη τη

Νήσω.

Διό παρακαλώ υμάς ίνα αποδεχθήτε τας εν τω επισήμω τούτω εγγράφω

κατατεθείσας θερμάς ευχαριστίας μου, μοι επιτρέψητε δε συγχρόνως

ίνα μετά της αυτής ειλικρινείας υποβάλω τη εκλαμπροτάτη Γερουσία

τας πατριωτικάς υμών προσπαθείας και μαρτυρήσω υπέρ της

ευγνωμοσύνης και των εγκωμίων άτινα οφείλονται προς την υμετέραν

Πανιερότητα.

Εύχομαι ίνα η χειρ του Υψίστου, η προστατεύσασα αείποτε, την

νήσον ταύτην, ευλογήση αυτήν και πάλιν, απομακρύνουσα πάντα

κίνδυνον εκ των μεθορίων προερχόμενον, προάξη δε την ευημερίαν

αυτής εις αμοιβήν των δυστυχημάτων όσα υπέμεινε (a cui ha diritto

di aspirare dopo le sventure sofferte).

Η ευχή αύτη ην εγώ απευθύνω προς τον παντοδύναμον, εμπνεόμενος

υπό της ζωηροτέρας αγάπης προς τον λαόν της Λευκάδος και

γνωρίζων, κακή τύχη, την οικτράν κατάστασιν εις ην περιήλθεν η

Νήσος, εξέρχεται εκ των μυχών της καρδίας μου.

Υμίν δε απόκειται, Πανιερώτατε, διά των προς τον Θεόν δεήσεων, να

εμπνεύσητε τω λαώ τούτω καρτερίαν, μετριοπάθειαν, σύνεσιν,

παραμυθούντες και ενθαρρύνοντες αυτόν διά του υμετέρου βλέμματος.

Δέξασθε την διαβεβαίωσιν της βαθυτάτης υπολήψεώς μου.

Κόμης ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΠΛΩΜΑ.

Κόμητος Γεωργίου Μοτζενίγου.

Επειδή προκύπτει ημίν εξ επισήμων διαβεβαιώσεων, η ενδελεχής

συνδρομή του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος Παρθενίου υπέρ

της αισίας διεξαγωγής της επιχειρήσεως, ην από κοινού ανεδέχθησαν

ότε Ρωσσικός στρατός και η Ιονική Κυβέρνησις προς σωτηρίαν και

ασφάλειαν της Λευκάδος κατά την διάρκειαν του πολέμου, παρέχομεν

αυτώ την παρούσαν εις ένδειξιν της υμετέρας ευγνωμοσύνης και της

πλήρους ευαρεσκείας της Σεπτής Αυτοκρατορικής ημών αυλής.

Πεποίθαμεν ότι η πατρίς του αγαθωτάτου ποιμενάρχου εκτιμώσα τας

αρετάς και τας υπηρεσίας δι' ων κατέκτησε την συμπάθειαν των

Ρωσσικών όπλων και της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλει και εν τω

μέλλοντι αποδίδει αυτώ αγάπην αμετάτρεπτον προς αμοιβήν του ιερού

χαρακτήρος, των αρετών δι' ων περικοσμείται, και των εξόχων

υπηρεσιών ας προσήνεγκε. (17)

Κερκύρα τη 15 Αυγούστου 1807.

Κόμης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΤΖΕΝΙΓΟΣ.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ.

_Πανιερώτατε και θεοπρόβλητε Δέσποτα._

Είναι γνωστόν και ομολογούμενον από όλους σχεδόν και τους

εγκρίτους της πόλεως και τους κατοίκους ταύτης της Νήσου, πόσος

ήτον ο κίνδυνος του τόπου τούτου και ο μέγας φόβος, οπού δι'

αυτόν περιείχε δικαίως τας ψυχάς όλων των εντοπίων, και πόσον εξ

εναντίας ενεψύχωσεν όλους η παρουσία της υμετέρας Πανιερότητος.

Οι ελλόγιμοι και πατρικοί αυτής λόγοι, τα γενναία και ηρωικά

κατορθώματα του εκλάμπρου υποκειμένου της, οπού διά φυσικήν αυτής

καλοκαγαθίαν και ζήλον ένθερμον πατριωτισμού κατά συνέχειαν και

πόνοις και ιδρώσιν εις όλους εδείκνυε, δεν εδυνήθησαν παρά να

αποδιώξωσι κάθε κίνδυνον και να δώσωσι ψυχήν και εις τους πλέον

αψύχους.

Όθεν όλοι κοινώς δι' εμού του ελαχίστου αυτών ποιμένος

απονέμουσιν εις την ιεράν και ευεργετικήν αυτής ψυχήν τας διά

λόγου οφειλομένας χάριτας, ομολογούντες απανταχού το μέγεθος των

προτερημάτων της.

Δέξαι λοιπόν, πανιερώτατε Δέσποτα, εις απόδειξιν της ευχαρίστου

προς αυτήν ημών διαθέσεως την παρούσαν ομολογίαν, οπού δι εμού

γίνεται, δεομένου του παντοδυνάμου Θεού υπέρ της υγείας και

παντός άλλου αγαθού της υμετέρας Πανιερότητος.

Ο Μητροπολίτης Λευκάδος και αγίας Μαύρας.

ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ.

ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ.

Νέος έτι εισήλθεν ως μοναχός εν τη μονή του προφήτου Ηλιού. Η

σπανία αυτού καλλονή τον υπεχρέωσε ν' αποδυθή εις το πολεμικόν

στάδιον, όπως διαφύγη τας αισχράς των οθωμανών καταδιώξεις. Προς

ανάμνησιν δε του καλογηρικού του βίου προσηγορεύθη _Καλόγερος_,

ενώ της οικογενείας αυτού το επώνυμον ήτο _Ρουμάνης_. Υπηρέτησεν

υπό τον Ανδρούτζον. Συλληφθείς δε διά προδοσίας εφονεύθη εις

Σάλονα.

ΚΑΤΖΙΚΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ.

Την δραματικοτάτην ιστορίαν της οικογενείας ταύτης ευχαρίστως

αναφέρω εν ταις σημειώσεις μου, ου μόνον διότι αδίκως μέχρι τούδε

παρεσιωπήθησαν αι σπουδαίαι υπηρεσίαι, ας προσήνεγκε τη πατρίδι,

αλλά και διότι εκ των πολλών επιστολών, αίτινες διασώζονται εν τω

χαρτοφυλακείω της Λευκάδος, προκύπτει η ακατανόητος επιμονή, αφ'

ενός μεν του Αλή πασά προς εξόντωσιν αυτής, αφ' ετέρου δε των

εγχωρίων αρχών της πατρίδος μου, όπως την διαφυλάξωσιν.

Κατά το έτος 1802 και 1803 οι αδελφοί Χρήστος και Απόστολος

Κατζικογιάνναι κατείχον το καπιτανάτον της Ακαρνανίας. Αμφότεροι

ούτοι, εξαιρέτως δε ο Χρήστος, κηρυχθέντες κατά του σατράπου των

Ιωαννίνων, επί πολλά έτη εβασάνισαν αυτόν επιπίπτοντες κατά των

αλβανών Δερβεναγάδων, οίτινες ανηλεώς τους κατεδίωκον.

Νοήσας ο Αλής ότι αδύνατον ήτο να τους εξολοθρεύση διά του

πολέμου, απεφάσισε να προστρέξη εις την στυγερωτέραν των

προδοσιών. Προσεκάλεσε τον Βεκήρ Τσουγαδούρον, _αδελφοποιητόν_

του Χρήστου και του Αποστόλου, και ενετείλατο αυτώ την

δολοφονίαν, αφού διεφήμισεν ότι λησμονών τα παρελθόντα, έπεμπε

τον διαβόητον τούτον αλβανόν, όπως διαβιβάση προς τους παλαιούς

φίλους του την διαβεβαίωσιν της πατρικής στοργής του.

Ο Βεκήρ παραλαβών εκλεκτήν συνοδείαν μετέβη εις Ακαρνανίαν και

μαθών ότι οι Κατζικογιάνναι διέμενον κατά τας ημέρας εκείνας εις

Πλαγιάν, έδραμεν αυθωρεί, παραγγείλας προς τους παρακολουθούντας

αυτόν να πυροβολήσωσι κατ' εκείνων, ους ήθελεν ασπασθή.

Αφού οι δύο αδελφοί έμαθον την άφιξιν του αρχαίου φίλου εξήλθον

εις προϋπάντησιν αυτού. Τον υπεδέχθησαν δε περιπαθώς και

φιλοφρόνως υπό την σκιάν της πλατάνου παρά τη πηγή της Πλαγιάς·

εκεί ο Ισκαριώτης εναγκαλισθείς αυτούς, υπέδειξε τα θύματα, και

οι αλβανοί πυροβολήσαντες εκ των νώτων εφόνευσαν αμφοτέρους.

Μετ' ου πολύ έφθασεν επιστολή εκ Πρεβέζης, δι' ης ο Κάσκαρης,

στενός αυτών συγγενής, έγραφε προς τους δολοφονηθέντας την εις

Ακαρνανίαν μετάβασιν του Τσουγαδούρου, και αινιγματωδώς

εσυμβούλευεν εν τη συναντήσει αυτών μετά του αλβανού δερβέναγα,

να προσέχουν ώστε, «_όπου είναι ο Χριστός να μην ήναι και ο

Απόστολος,_» υποδεικνύων ούτω πως την τεκταινομένην προδοσίαν και

προειδοποιών περί αυτής τον Χρήστον και τον Απόστολον. Αλλ' ότε η

αγγελία έφθασεν, ο φόνος είχεν εκτελεσθή και ο Βεκήρ επανήρχετο

τροπαιοφόρος άγων μετ' αυτού και τας πενθηφορούσας οικογενείας

των προδοθέντων φίλων του. Κατά την οδοιπορίαν ταύτην η σύζυγος

του Αποστόλου, επί επιμόνω αυτής αιτήσει, έλαβε τας δύο κεφαλάς

ταριχευμένας ήδη, και εγκολπωθείσα αυτάς τας μετέφερε μεχρις

Ιωαννίνων.

Ο Αλής προσεποιήθη βαθυτάτην λύπην επί τη αυθαιρέτω, ως έλεγε,

διαγωγή του Τσουγαδούρου, αλλά μη δυνάμενος να επανορθώση το

κακόν ηθέλησε διά πολλών περιποιήσεων να δείξη προς τας

οικογενείας των φονευθέντων την εύνοιαν και την αγάπην του, και

διέταξεν ίνα αρμόδιον κατάλυμα χορηγηθή αυταίς εν τοις ιδίοις

σεραγίοις.

0 Χρήστος αφήκεν υιούς τον Μήνιον φονευθέντα κατά τον ιερόν αγώνα

εις τον Ανηφορίτην πλησίον των Θηβών, τον Σπύρον φονευθέντα

επίσης κατά τα 1821 εις Καγκέλια, τον Στάθην προαχθέντα

συνταγματάρχην και αποθανόντα κατά το 1836 και μίαν θυγατέρα την

Μπήλιω.

Ενώ η οικογένεια διέμενεν εν Ιωαννίνοις ηράσθη αυτής ο Βεζύρης

και επειράθη να την εισαγάγη εντός του Χαρεμίου του, αλλ' ο

αδελφός αυτής Μήνιος μη ανεχόμενος την ατιμίαν, ιδίαις χερσί την

εφόνευσε.

Ο δε Απόστολος αφήκε τον Κωστούλαν φονευθέντα εις Βλαχίαν υπό την

σημαίαν του Υψηλάντου, τον Αποστόλην πεσόντα εν τη ακροπόλει των

Αθηνών, και τον Πρέβαν αποθανόντα εις Πάτρας επί Κυβερνήτου.

Ο Συνταγματάρχης Ευστάθιος Κατζικογιάννης αριθμείται μεταξύ των

γενναίων εκείνων, οίτινες υπό την αρχηγίαν του Οδυσσέως

εκλείσθησαν εις το χάνι της Γραβιάς, και διά της περιφανεστέρας

ανδραγαθίας αντεστάθμισαν την ήτταν των Θερμοπυλών.

ΓΡΙΒΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ.

Κατά τινα νεωτέραν ανακάλυψιν περί ης εν εκτάσει πραγματεύεται ο

Κύριος Σάθας εν τω κατά την στιγμήν ταύτην εκδιδομένω πονήματι

αυτού, «_Ανδραγαθήματα Μπούα,_» η αρειμανής των Γριβών οικογένεια

αριθμείται μεταξύ των πολλών παραφυάδων, οίτινες ανεβλάστησαν εκ

του περιφανούς των Μπουκίων γένους όθεν ανεφύησαν και οι Σπάται,

και οι Σγούροι και άλλοι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ηγεμόνες

της Αλβανίας, της Ηπείρου και της Ακαρνανίας.

Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας κατά την πρώτην εν Πελοπονήσω οθωμανικήν

εισβολήν επολέμησεν ως οπλαρχηγός μετά του συγγενούς αυτού

Κορκονδείλου Κλαδά κατά Βενετών και Τούρκων. Ύστερον η οικογένεια

εγκατέστη εν Αλβανία και μέλη τινα εξ αυτής μετώκησαν εκείθεν εις

την Επτάνησον και την Ακαρνανίαν.

Σίμος Γρίβας Μπούας αρματωλός της Ακαρνανίας περί τα τέλη του

ΙΖ'. αιώνος κατέφυγεν εις Λευκάδα και τον μοναχικόν ασπασάμενος

βίον ετελεύτησεν εκεί κατά το 1622 και ετάφη εν τη μονή του αγίου

Ιωάννου του Προδρόμου.

Ο συγγενής αυτού Θεόδωρος ανέκτησε διά του ξίφους το αρματωλίκιον

του Σίμου και απέθανε κατά το 1653 δολοφονηθείς κατά την θέσιν

ήτις σήμερον εισέτι καλείται «_του Μπούα ταυλάκι._»

Δράξας την ευκαιρίαν ταύτην ο εκ Βάλτου Τζεκούρας εισήλασεν εις

Ακαρνανίαν και ήρπασε περί το 1680 το κληρονομικόν των Γριβαίων

αξίωμα. Ολίγον ύστερον ο Απόστολος Γρίβας, όστις διέμενεν εις

Τόσκεσι του Σουλίου, επέπεσε μετά 100 οπαδών κατά του Τζεκούρα

και ανακτήσας το αρματωλίκιον κατώκησεν εν Περατιά της Ακαρνανίας

παρά τους πρόποδας του όρους Λάμιας. Τούτον διεδέχθη ο υιός του

Χρήστος, τον δε Χρήστον ο ομώνυμος τω πάππω Απόστολος και τον

Απόστολον ο εν τη οπτασία του Διάκου εμφανιζόμενος Χρήστος όστις

και συνήψε γάμον μετά νεάνιδος εκ του οίκου των Κατζικογιανναίων.

Κατά την επανάστασιν του 1769 ανέλαβεν ούτος την αρχηγίαν πάντων

των εν τη δυτική Ελλάδι αρματωλών και εξεστράτευσε κατά του

Βραχωρίου, αλλ' αποτυχών υπεχώρησεν εις _άγιον Ηλίαν_ του

Αγγελοκάστρου ένθα και υπέμεινε τους επελθόντας πολυαρίθμους

εχθρούς προς ους και συνεπλάκη. Εν τω διαβοήτω τούτω αγώνι έπεσεν

ο γενναίος και το απαίσιον εκείνο πεδίον της μάχης, βαπτισθέν διά

του αίματός του, προσηγορεύθη έκτοτε «_τα κόκκαλα του Γρίβα._»

Αλλ' ό,τι πλήττει την φαντασίαν εμού γινώσκοντος ακριβώς πάσας

τας αιματηράς θυσίας ας οι Γρίβαι προσήνεγκον τη πατρίδι από

διακοσίων και επέκεινα ετών, είναι η περίεργος σύμπτωσις καθ' ην

εκ μακρών διαλειμμάτων παρίσταται ο προφήτης Ηλίας, ώς περ

επιθεώμενος τους διαπρεπεστέρους άθλους της φιλοπολέμου ταύτης

οικογενείας.

Εν αγίω Ηλία του Αγγελοκάστρου έπεσε μαχόμενος ο Χρήστος Γρίβας.

Εν αγίω Ηλία της Ακαρνανίας ήρατο περιφανεστάτην νίκην ο

περιώνυμος αυτού απόγονος στρατάρχης Θεόδωρος, ότε ανακρούσας τα

κύματα της πρώτης Αλβανικής εισβολής, κατώρθωσε να σώση τα

απανθρώπως εκ Καλάμου εξελασθέντα γυναικόπαιδα.

Εν αγίω Ηλία της Αργολίδος ο υιός του Στρατάρχου Δημήτριος

αντετάχθη προς τον βασιλικόν στρατόν και έσωσε προκινδυνεύων την

στρατιωτικήν τιμήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αναδειχθείς άξιος

απόγονος του περιλαλήτου Χρήστου και υιός εφάμιλλος του πατρός

αυτού Θεοδώρου.

Επειδή δε τα περί της οικογενείας ταύτης απαιτούσι λίαν

διεξοδικήν αφήγησιν υπερβαίνουσαν τα στενά όρια βραχείας,

σημειώσεως, αναγκάζομαι και άκων να περιστείλω τον λόγον εις μόνα

τα προς τον εν τω κειμένω μνημονευόμενον Χρήστον αναφερόμενα.

ΣΑΜΟΥΗΛ.

Ο γνωστός πολέμαρχος, ο θεόπνευστος προφήτης, ο εν τη εκκλησία

της αγίας Παρασκευής πυρίκαυστος γινόμενος, ο διά της θυσίας

αυτού απαθανατίσας το Κούγγι, έρχεται τελευταίος εν τη οπτασία

του Διάκου συνοδευόμενος υπό των πέντε συνεταίρων αυτού, και της

χορείας των νηπίων, άτινα καθηγίασαν διά του αθώου αίματός των

τον βράχον του Ζαλόγγου, ότε αι μητέρες αυτών προς αποφυγήν της

επικειμένης καταισχύνης πρώτον μεν εξεσφενδόνισαν αυτά κατά του

κρημνού, ύστερον δε τα παρηκολούθησαν πίπτουσαι μία μετά την

άλλης εις τα βάθη του αχανούς βαράθρου. (όρα Μνημόσυνα).

Λαθύρια, βρακανίδαις. σ. 147.

_Λαθύρια_ όσπριον εκ των ευτελεστέρων. _Βρακανίδα_, αγριολάχανον

περιφρονούμενον ως και η _βρούβα_.

Κρεμούν τον Πατριάρχη, σ. 148.

Παρηκολούθησα πιστώς τας ακριβεστέρας πληροφορίας περιγράφων το

μαρτύριον του αειμνήστου εθνομάρτυρος Γρηγορίου.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ

ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ

ΟΜΕΡ ΒΡΙΟΝΗΣ.

«Όπου αγαπά — Συχναπαντά.»

Ο ύπνος, πούναι της ψυχής κρυφό περιβολάκι

Με χίλια μύρια βότανα για να γιατρεύη πόνους,

Είχε γλυκάνη την καρδιά του Ομέρπασα Βριόνη

Και τούχε σβύση τη χολή, την άγρια την αψάδα

'Σ τ' ανδρειωμένα σωθικά. Καμμιά φορά 'ς το νου του

Το διάνεμα γοργά γοργά του αλόγου του επερνούσε,

Τάκουε που χλημήτιζε... 'ς το φυσσομανητό του

Ταντιβοούσανε ταυτιά, του ξάναφταν τα μάτια,

Κ' ύστερα πάλ' επλάκωνε με τη χαρά της νίκης

Κάθε πικρό συλλογισμό, κι άφινε να φωτίζουν

Το μέτωπό του το τραχύ παράδοξαις ελπίδαις.

Αντραγαθήματα παληά, χρυσοπλασμένα γνέφη,

Μ' ένα χαμόγελο πικρό για τον Κιοσέ Μεχμέτη.

Τα περασμένα χρόνια του, τώνα σιμ' από τάλλο,

Μισοσβυσμένα, σκοτεινά, χωρίς να τα φωτίζη

Της νειότης το ξημέρωμα, τη μνήμη του χτυπούνε

Με το νεκρό τους τον αφρό. — Θυμήθηκε την ώρα

Που θρονιασμένος βασιλειάς 'ς του αλόγου του τη ράχη,

Μ' ένα με δυο πηδήματα, βορειάς, ανεμοζάλη,

Πετάχτηκε 'ς την Αραπιά. — Τα σωθικά του τότε

Δεν τα φαρμάκευαν κρυφοί και φλογισμένοι πόθοι,

Ούτε του κόσμου ψεύτικαις αναλαμπαίς και δόξαις.

Τάρεσε νάχη μοναχά πρωτοπαλλήκαρά του

Μες 'ς την πλατειά την ερημιά, τα δυο του φτερνιστήρια,

Το δαμασκί του το σπαθί, κ' εκεί να παρατρέχη

Με του Σιμούν το φύσημα ποιος να πρωτοπεράση.

Ύστερα τον εμάγεψε τ' Αλήπασα ταστέρι

'Σ το νου του εσπιθοβόλησαν τιμαίς και μεγαλεία,

Κ' επήρε τον ανήφορο... Αναίβαινε τρεχάτος...

Εμπρός του ο βράχος του Σουλιού, θεόχτιστος, δεν σκύφτει

Να τον αφήση να διαβή. Γλιστρά... γυρίζει πίσω,

Με λίγο χιόνι 'ς τα μαλλιά, με καταχνιά 'ς την όψη.

Περνούν η μέραις σα νερό ... Ανέλπιστο λιοβόρι

Τη φλόγα του Τεπελενλή τη σβει, τη συνεπέρνει.

Πόλεμος πάντα πόλεμος... 'Σ τάρματα μέρα νύχτα ...

Τότε για τον Αλήπασα. Τώρα... για ποιόνε τώρα;... ·

Η μοίρα τον εγλύκαινε με ταγκαλιάσματά της.

Και φιλενάδα του πιστή εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα

Τώστρωσε δάφναις να διαβή... Αν έσφιγγε τα φρύδια

'Σ το θέλημά του η Αρβανιτιά με τρόμο επροσκυνούσε

Κρατεί 'ς τα χέρια του σφιχτά δεμένο το λειοντάρι.

Που τούχε φράξη τα Θερμιά... Γιατί, γιατί θα νάναι

Πάντοτε ίσκιος κι' όχι φως;.... Μ' αυτούς που πολεμούσε

Γνωρίζει ότι τον έδεναν, παληαίς αδερφοσύναις.

Πως μια φορά κ' έναν καιρό, μια μόν' ήταν η ρίζα

Και χίλια τ' αντιρίμματα... 'Στα στήθια του αναβράζουν

Σα 'ς το κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση,

Αμέτρητα φαντάσματα, και πότε ο λογισμός του,

Ανήμερο αγριοπούλαρο, πετιέται, λειβαδεύει

Και βόσκει μες 'ς τα ονείρατα, πότε του παραστένει

Την άβυσσο, που ερούφηξε το βράχο πούχε χτίση

Με στοιχειωμένα ριζιμιά 'ς τα Γιάννινα ο Βηζύρης,

Και τότ' ενύχτονε η χαρά με μιας 'ς το μέτωπό του

Επίκραιναν τα χείλη του, κι' ανατριχύλαις κρύαις

Του ράγιζαν τα κόκκαλα και τώκοβαν το αίμα.

Τεντόνει το παράθυρο. Βλέπει πασπρογαλιάζει

Το χάραμμα 'ς τον ουρανό, και τάστρα λίγο λίγο

Να κρύβωνται, να φεύγουνε, καθώς κατακαθίζουν

Βαθειά 'ς τα φυλλοκάρδια του και σβυόνται της ψυχής του

Τα κούφια ταστραπόβροντα... Ξανοίγει το ρουπάκι...

Χτυπά τα χέρια τρεις φοραίς: «Οσμάν!..Οσμάν!..το Διάκο!»

— Λεβέντη, η περηφάνεια σου, το φτερωτό σου μάτι

Σε λεν παιδί της Ρούμελης... Σ' είσ' ο Θανάσης Διάκος;

— Όλος... Με ξέρει η Αρβανιτιά, κ' η πέτραις με

[γνωρίζουν.

— Και πώς επιάστης ζωντανός;

— Δέκα χιλιάδαις κ' ένας.

Ο Χάρος μ' απαρνήθηκε και το στερνό μου βόλι,

Όπου το φύλαγα για με, σας τώδωκα κ' εκείνο.

— Αν έπεφτα 'ς τα χέρια σου τ' ήθες με κάμει, Διάκε;

— Θα σου φορούσα τάρματα να ματωθούμε πάλε.

— Μην αγριεύεσαι μ' εμέ. Πριν σ' εύρω 'ς τη Δαμάστα,

Σ' απάντησα 'ς τα Γιάννινα. 'Σ τον ίσκιο του Βηζύρη

Δεν ελημέριασες και συ;

— Ομέρπασα Βριόνη,

Πνίγει το δέντρο κι' ο κισσός με ταγκαλιάσματά του.

— Κι' όταν το δέντρο ξεραθή και γύρη ταντιστύλι

Θανάση Διάκε, κι' ο κισσός, το ξέρεις, γονατίζει.

— Όχι, μα την ανάσταση του γένους μου, δεν πέφτει.

Τη γη που τον ανάθρεψε με τα βλαστάρια ζώνει,

Κι' όπου απαντήση ριζιμιό κι' όπου εύρη χαραμάδα

Γενειάζει εκεί βαθειά, βαθειά, κ' υφαίνει τον πλοκό του

Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κι' αιώνια φράχτη,

Για κείνους που συνείθισαν... να παρασυνορίζουν.

— Θανάση, θα λησμόνησες!... Εχτές 'ς την Αλαμάνα

Εγώ δεν άνοιξα πορειά;

— Ομέρπασα, φυλάξου

'Σ το γύρισμά σου μην ευρής ορθά τα κόκκαλά μου

Και σ' εμποδίσουν να διαβής.

— Να μη γυρίζω πίσω

Τώμαθα πάντ' από παιδί, και τα μαθηταρούδια

Τ' Αλήπασα δεν σκιάζονται, Θανάση, βρυκολάκους.

Συ το γνωρίζεις, πολεμώ, γιατί τροφή, χαρά μου,

Ειν' ο καπνός του τουφεκιού. Με σας δεν έχω πάθος.

Μαρέσει μέσα 'ς τη φωτιά να βλέπω το σπαθί μου

Να φέγγη, να σπιθοβολή, να μη θολόνη εμπρός σας.

Ζηλεύω την παλληκαριά, δεν τη φθονώ σαν άλλους...

Κι' όταν εγώ 'ς τα Γιάννινα, εσέ, το υιό τ' Ανδρούτζου,

Του Καραΐσκου το παιδί, το Θώδωρο το Γρίβα,

Με τάλογά σας έβλεπα να λάμπετε 'ς τον ήλιο,

Ν' ανεμοστροβιλίζετε, σας εχαιρόμουν, Διάκε,

Κ' έλεγα μέσα μου κρυφά, ένας Θεός το ξέρει,

Νάμουν εγώ το σύγνεφο και σεις ταστροπελέκια...

Καλός καιρός οπούτανε!... Τώρα και σας κ' εμένα

Μας άρπαξε το σύφλογο και ξεζευγαρωμένους

Μας δέρν' η ανεμοριπή... Θέλεις να ζήσης, Διάκε;...

— Ένας μωρίζει τη ζωή, ό,τ' είπε θα να γένη.

Πώς με ρωτάς, Ομέρπασα;... Το χέρι το δεξί μου

Τώχασα χτες μες 'ς τη φωτιά. Με τάλλο ωρφανεμένο

Δε θα χορταίνω σκοτωμό.

Με φτάνει το ζερβί σου.

Αν είχες δυο δε σ' ήθελα... Ζύγωσε κι' άκουσέ με...

Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος

Με χιόνια, με τρισκότειδο, 'ς το σπήτι του Κροκίδα

Κλεφτά σας εσυμάζονε, κι' άγρυπνοι κάθε βράδυ

Εδιαλογίζεστε μαζύ πώς να την καταπιήτε

Του Αλήπασα τη δύναμη, τα μάτια του Ταχήρη

Πιστά σας παραμόνευαν κ' εφέγγαν 'ς το πλευρό σας

Ακοίμητα σαν τα κεριά, που ανάφτετε την ώρα

Οπού σας ώρκιζε ο πάπας 'ς το τετραβάγγελό σας.

Μια μέρα μ' έκραξε ο Αλής... Τα φρύδια του μαχαίρια,

Το στόμα τάφος ανοιχτός... Μου λέγει... «Ομέρ Βριόνη

»Απόψε τα κεφάλια τους...» Και βγάνει ένα δεφτέρι

Οπού είχε μες 'ς τον κόρφο του. Μου τώδωκε και φεύγει.

Τανοίγω κ' ανατρίχιασα... Δεν έλειπε κανένας...

Αστράψανε τα μάτια μου, η γλώσσα μου φαρμάκι...

Εγώ φονειάς;... Και μ' απιστιά;... Εγώ, Θανάσης

[Βάγιας!...

Διαβάζω ακόμα... τι να ιδώ;... Με τον Αλέξη Νούτζο,

Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο...

Έτρεξα 'ς τη Βασιλική... Πέφτει 'ς τα γόνατά του

Και το λειοντάρι ημέρεψε... Πες μου, Θανάση Διάκε,

Ξέρεις γιατί σας έσωσα;...

— Δε θέλω να το μάθω.

— Θυμήθηκα τον πάππο μου, που 'ς τα γεράματά του

Μώδινε πάντα μιαν ευχή, ποτέ να μην ξεχάσω...

Ότ' είμαι... βασιλόπουλο..

— Μας τούπε και ο Κυρ Μάνθος.

— Κι' ότι η γενειά μου μια φορά της Μουζακιάς το

[θρόνο...

— Χριστιανή κι ορθόδοξη κληρονομιά τον είχε...

— Θανάση, δε σ' ερώτησα. Μη μ' αντικόβης, πάψε...

Εκάθηκε ο Αλήπασας και με το χαλασμό του

Ο σπόρος, που εκοιμότουνε κρυφά μες 'ς την καρδιά μου,

Ανάδωκε κ' εγέννησε ταγκαθερό λουλούδι,

Που μέρα νύχτα με κεντά... Είδες το γυιο τ' Ανδρούτζου;

— Θα τον ευρής 'ς το δρόμο σου.

— Θανάση, θα γνωρίζης

Ότ' είμεθα σαν αδερφοί. Το μυστικό που σούπα

Μας δένει τώρ' από καιρό... Σπαθί, φωτιά, τουφέκι,

'Σ τους ξένους οπού επάτησαν τα χώματά μας, Διάκε.

Εμέ με φτάνει η Αρβανιτιά, και τάλλα, απ' άκρη 'ς άκρη

Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα, κλαρί και πέτρα.

— Κι' αφού σ' εκάμανε πασά, με μιας τα ονείρατά σου,

Βριόνη, τα λησμόνησες και δούλος του Μεχμέτη

Σκοτώνεις τους συντρόφους σου...

— Διάκε, νερό κι αλάτι...

Εσ' είσαι ακόμα ζωντανός, και τον Κιοσέ Βεζήρη

Τον έχομε 'ς τα νύχια μας, μ' ένα σου λόγο, σβυέται...

Δεν ξέρω παρακάλεσαις, δε διακονεύω σχώρια...

Στοχάσου... η ώραις φεύγουνε... και πες μου, ναι ή όχι;

— Εψές τα παλληκάρια σου, Ομέρπασα Βριόνη,

Το δαχτυλίδι μάρπαξαν και το φορείς 'ς το χέρι..

Πριν απαντήσω... το φιλείς;

— Και τι σημάδια φέρνει;

— Εκείνα πούχαν μια φορά, Βριόνη, οι γέροντές σου.

Ένα δικέφαλο αητό με τα φτερ' απλωμένα

Κ' επανωθέ του το Σταυρό...

— Θανάση... ναι ή όχι;

— Όχι... δε δίνω σ' άπιστον ούτε μια φούχτα χώμα

Από τη γη μου τη γλυκειά, ούτ' από τα νερά μου

Δε δίνω μια σταλαματιά.

— Το κρίμα στο λαιμό σου...

Οσμάν!... πώς ήρθες;... τι θα πης;

— Ομέρπασα, ο Βεζήρης,

Ακούστηκ' έξω αναβρασμός, φωναίς ξαγριωμέναις

Κι αλόγωνε ποδοβολή... Δειλιάζει, ανατριχιάζει

Ο λύκος της Αρβανιτιάς... τρέμ' η φωνή του... αχνίζει.

— Θανάση, το κεφάλι μου...

— Μη σκιάζεσαι. Μαζί μου

Το μυστικό σου θα ταφή ...τώχω βαθειά κρυμμένο.

Και συ τι θέλεις από με;... 'Σ τον κόσμο κάτι ορίζω.

— Δος μου, το δαχτυλίδι μου.

— 'Σ τα χέρια σου, Θανάση,

Αλυσωμένα, θα φανή και θα με μαρτυρήση.

— Εδώ... 'ς το στόμα... γρήγορα... φέρε το...πίθωσέ το.

Του τώδωκε ο Ομέρπασας. 'Σ τη φλογερή χαρά του

Ταρπάζει εκείνος, το φιλεί, δεν το χορταίνει ο Διάκος.

Ακόμα τανασπάζεται και κοινωνιά στερνή του

Το καταπίνει λαίμαργα, λες κ' ήθελε να σώση

'Σ το είδωλό του το γλυκό τα σπλάχνα του κιβούρι.

Πλακόνει ωστόσο κι ο Κιοσές. Μαύρη, θολή πλημμύρα

Το πάτημά του ακολουθεί, σαν νάταν ένα κύμα

Πώσερνε φύκη 'ς το γιαλό. Τασπράδι του ματιού του

Έσταζεν αίμα και χολή...

— Ομέρπασα Βριόνη,

Μα τώνας είναι του Θεού ο φοβερός προφήτης,

Αν έλειπαν τα σίδερα 'ς αυτό ταγριοπούλι,

Θα πίστευα πώς είσαι συ, κατάδικος και φταίστης...

Τόσο σε βλέπω ανόρεχτον! .. Εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα

Δε σου πονούσεν η καρδιά να βλέπης τάλογό σου

Κουφάρια να ποδοπατή, 'ς το αίμα να βαλτόνη

Και τώρα σαν κ' εμούδιασες!

— Βεζήρη, οι αρβανίταις,

Εχθρούς δεμένους δε κτυπούν.

— Και μάλιστα όταν λάχη

Νάναι παληοί των σύντροφοι... Εμείς, ανατολίταις,

Σύγνεφα διαβατάρικα, όταν περνούμ' εδώθε,

Ομέρ Βριόνη, μάθε το, χαλάζι φορτωμένοι

Κι' αστροπελέκια φλογερά, δεν έχομε 'ς το νου μας

Παρά πώς να πλατύνωμε την ερημιά, το μνήμα.

Ούτε το σπόρο μες 'ς τη γη, ούτε κλαρί 'ς το λόγγο,

Ούτε παιδί μες 'ς την κοιλιά θ' αφήσωμε να ζήση.

Ως τα θεμέλια ο χαλασμός. Για πεντακόσια χρόνια

'Σ αυτά τα στειρολίθαρα, πώσο και αν έχουν χώμα

Ταπόχτησανε τρώγοντας από τα κόκκαλά μας,

Μάτι ποτέ δεν έκλεισεν ούτ' ένας Μουσουλμάνος

Χωρίς να ιδή 'ς τον ύπνο του να λάμψη ένα τουφέκι

Ή να σφυρίξη ένα σπαθί. Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος,

Θα ξεχωνιάσω αυτήν τη γη. Θα ιδώ 'ς τα σωθικά της

Ποιος δαίμονας εφώλιασε. Και αλλοίμονον 'ς εκείνον

Που μ' αντικόψη, Ομέρπασα, και που τον εύρω εμπρός μου...

Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη; Κι όσοι πιστοί, τι λέτε;

— Βεζήρη, εχάθηκε η Τουρκιά. Πενήντα παληοκλέφταις

Μας εζεμάτισαν. Αμάν! Θέρισε, σώριασέ τους

'Σ ένα ρογό και κάψε τους. Πελέκα αυτούς τους λύκους·

Ξεσπέρμεψέ τους απ' εδώ, κ' η στάχτη τους, Βεζήρη,

Ας ριπιστή 'ς τον άνεμο να μη ματαφυτρώσουν.

— Όχι, δε χάνετ' η Τουρκιά. Να κλαίτε το μερμήγκι

Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια

Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά, ή 'ς το νερό θα πέση,

(Δεν είν' αλήθεια, Ομέρπασα;) και θαυρεθή πνιμμένο,

Ή θα ταρπάξη το πουλί... Πούναι το παλληκάρι

Που χτες μ' ανδρειευότουνε;

— Εδώμαι, και σ' ακούω.

— Ποιος είσ' εγώ δεν το ρωτώ. Για με τα ονόματά σας

θα να σβυστούν όλα με μιας κ' είναι καιρός χαμένος

Εμείς να τα μαθαίνωμε. Θέλεις να προσκυνήσης

Και να δεχτής την πίστη μου;

— Κιοσέπασα δε θέλω.

— Θα να σε ψήσω ζωντανόν.

— Εμείς οι παληοκλέφταις

Έχομε σάρκα κάκοψη.

— Χαλήλμπεη!.. δικός σου.

***

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

» Με χίλια μύρια βότανα. » σ. 219

_Βότανα_, χόρτα κατέχοντα ιαματικάς ιδιότητας, όθεν και το

δημώδες.

Τα βότανα της γης γιατρεύουνε τα πάθη.

» Την άγρια την αψάδα. » σ. 219

_Αψάδα_, κυρίως επί δριμέων υγρών, μεταφορικώς δε σημαίνει

_θυμόν. Αψής_ θυμοειδής. Συνηθέστατον επί ίππων.

» Το διάνεμα γοργά γοργά. » σ. 219

_Διάνεμα_, σκιά φεύγουσα ταχέως, αστραπηδόν.

» Αναλαμπαίς και δόξαις. » σ. 220

_Αναλαμπή_ η εκ μεγάλης πυρκαϊάς προκύπτουσα λάμψις, αλλά και

αυτή η θερμότης της φλογός.

» Ανέλπιστο λιοβόρι. » σ. 221

_Λιοβόρι_ βορειανατολικός άνεμος πνιγηρός και καυστικός.

» Και χίλια τ' αντιρίμματα. σ. 221

_Αντιρίμματα_ οι περί την ρίζαν δένδρου τινος φυόμενοι βλαστοί.

Σα στο κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση. σ. 221

_Κυβέρτι_ το κύβεθρον, η κυψέλη.

_Γονός_ η νέα γενεά των μελισσών η κατά το έαρ απολείπουσα τον

γενέθλιον οίκον και μεταναστεύουσα αλλαχόσε.

Όστις παρετήρησεν εκ του πλησίον τα πολύτιμα ταύτα έντομα δεν

παρέλειψε βεβαίως να σημειώση τον απερίγραπτον βόμβον, όστις

επικρατεί εντός της κυψέλης ολίγην ώραν πριν ή εξέλθη ο _γονός_.

Ήθελεν είπη τις, ότι αι μητέρες και οι πατέρες θρηνούσι συνάμα

και χαίρουσιν επί τη εξόδω των τέκνων.

Ο _γονός_ εξερχομένος πρώτην φοράν εις το φως της ημέρας πλανάται

προς ολίγον ένθεν κακείθεν και προσκολλάται μετά ταύτα επί τινος

αποτόμου πέτρας, ή κάθηται επί κλαδίσκου τινός δένδρου. Αν δε

αμελήση τις να τον παραλάβη και τοποθετήση εντός κυψέλης,

απέρχεται προπορευομένης της _Ανάσσης_. Την αποχώρησιν ταύτην ως

και την πρώτην έξοδον του _γονού_ εκ της κυψέλης ήκουσα να

χαρακτηρίζωσιν οι ημέτεροι χωρικοί διά των λέξεων, »_Εκίνησεν ο

λαός._» Και μα την αλήθειαν δεν εδυνήθην να μη ενθυμηθώ την

διαβόητον Ομηρικήν παρομοίωσιν ένθα το «έθνεα πολλά μελισσάων»

αντιστοιχεί πληρέστατα προς το _λαός_.

»Και τώκοβαν το αίμα.» σ. 222

Φράσις εμφαίνουσα την νευρικήν κατάπτωσιν ήτις προέρχεται ένεκα

φόβου αιφνιδίου. Πιστεύεται δε υπό του λαού ότι επί τοιούτων

περιστάσεων το αίμα αποσυντίθεται. Το αυτό ρήμα εν χρήσει επί

γάλακτος αποσυντεθειμένου. « _Έκοψε το γάλα._»

Βλέπει πασπρογαλιάζει. σ. 222

_Ασπρογαλιάζει_ και _ασπρογάλιασμα_, το υπόλευκον χρώμα του

ουρανού και της θαλάσσης κατά το λυκαυγές της ημέρας.

»Το φτερωτό σου μάτι.» σ. 223

Οφθαλμός περικυκλούμενος υπό μακρών και πυκνών βλεφαρίδων ή

επισκιαζόμενος υπό δασέων οφρύων, εθεωρείτο ως τεκμήριον ανδρείας

ψυχής και συνδυαζόμενον μετ' άλλων τινων προσόντων, καθωδήγει εις

εύστοχον εκλογήν των _παλληκαρίων_.

Κι όπου απαντήση ριζιμιό κι όπου εύρη χαραμάδα,

Γενειάζει εκεί βαθειά βαθειά κ' υφαίνει τον πλοκό του

Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κ' αιώνια φράχτη

Για κείνους που συνείθισαν να παρασυνορίζουν. σ.224

_Ριζιμιό_, πέτρα ερριζωμένη, κατ' αντίθεσιν προς το »_πέτρα

πλεούμενη._»

_Χαραμάδα_ τα σκίσματα εν γένει.

_Γενειάζει_ επί φυτών, όταν βάλλωσι τας πρώτας οιονεί τριχοειδείς

ρίζας. Επί κισσού, όταν προσκολλάται διά των ελαστικωτάτων

νεύρων, άτινα αναφύονται εκ των απείρων αυτού γονάτων.

_Πλοκός_ σύμπλεγμα εκ κλάδων προς ανακοπήν των υδάτων. Η εργασία

αύτη δηλούται διά του _υφαίνω_.

_Γεροβολιά_ Κλείσμα, φραγμός κυκλοειδής διά καλαμών

κατασκευαζόμενος δι' ου πολιορκούνται οι ιχθύες ένθα

ενδιαιτώνται. Μεταφορικώς παν περίκλεισμα ασφαλές, ανυπέρβλητον.

Μας άρπαξε το σύφλογον. σ. 225

_Σύφλογο_ η δίνη η προερχομένη εκ της συναντήσεως φλογών πρώην

κεχωρισμένων. Συνήθης κατάρα· »_Να σε πάρη το σύφλογο.» Μ' επήρε

το σύφλογο»!_

Μας δέρν' η ανεμοριπή. σ. 225

_Ανεμοριπή_ ορμή ανέμου παρασύροντος παν το προστυχόν, και τούτο

προς δήλωσιν καταστροφής. »_Μας επήρε η ανεμοριπή._»

Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος

Με χιόνια με τρισκότειδο 'ς το σπήτι του Κροκίδα

Κλεφτά σας εσυμάζονε. σ. 226

Αποφασισθείσης υπό του Σουλτάνου της καταστροφής του Αλή πασά οι

έφοροι της φιλικής εταιρίας απέστειλαν εκ Κωνσταντινουπόλεως εις

Ιωάννινα τον Χριστόδουλον Οικονόμου ίνα κατηχήση τον αδελφόν

αυτού Μάνθον, τον εξ απορρήτων του Βεζύρου, μεγάλην χαίροντα εν

Ηπείρω επιρροήν και υπόληψιν, τον Αλέξην Νούτζον, τον Ίσκον, τον

Στράτον, τους Φαρμάκιδες και άλλους τοιούτους. Ο δε Ασημάκης

Κροκίδας προς τον σκοπόν τούτον παρέσχε την εν τη πρωτευούση του

Τεπελενλή οικίαν του ήτις καθά διαβεβαιοί και ο Φιλήμων, εν ταις

ημέραις εκείναις ωμοίαζε προς άλλον μυστηριώδη και τρομερόν

στρατώνα, όπου κατά πάσαν νύχτα συνήρχοντο και συνεσκέπτοντο μετά

του απεσταλμένου των φιλικών Χριστοδούλου Οικονόμου, γαμβρού του

Κροκίδα, Ιωαννίται, Ζαγορίσιοι, Ακαρνάνες, Σουλιώται.

Με τον Αλέξη Νούτσο

Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο.

Έτρεξα 'ς τη Βασιλική. 226

Ο Αλέξης Νούτσος ενέμετο σχεδόν αποκλειστικώς επί πολύν χρόνον

την εύνοιαν του Αλή όστις και απεκάλει αυτόν παιδί του.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ.

_Κίτσος Κονταξής_ εκ των προυχόντων της κωμοπόλεως Πλεισοβίτζας,

υπήρξεν ο πατήρ της εν τοις Αληπασικοίς χρονικοίς τοσούτον

σπουδαίαν κατεχούσης θέσιν διαβοήτου επί καλλονή και συνέσει

Βασιλικής. Ως εκ των γενεθλίων και της δεδοκιμασμένης αυτού

ανδρείας απελάμβανεν ούτος γενικής υπολήψεως παρά τοις

συμπολίταις αυτού δι' ο και ύποπτος γενόμενος σκληρώς κατεδιώχθη

υπό του αιμοχαρούς Βεζύρου.

Εν ταις ημέραις εκείναις Μαρίνα τις, εκ της αυτής κωμοπόλεως

ορμωμένη, αντί μικράς ευεργεσίας έλαβε παρά του Αλή την εντολήν

να κλέψει και τω παραδώση την επταετή κόρην του Κίτζου, και το

μιαρόν γύναιον προσοικειωθέν τη συζύγω του Κονταξή μυρία ήρξατο

να τεκταίνεται προς πραγματοποίησιν του βδελυρού σχεδίου.

Αποθανόντος δέ τινος των εν Φιλιάταις βέηδων ο Κίτζος μετέβη μετά

της συνεύνου Αναστασίας, όπως συλλυπηθή την χήραν του απελθόντος

φίλου, και κατά την απουσίαν αυτού η Μαρίνα παραλαβούσα δι'

απάτης εις την εαυτής οικίαν, την Βασιλικήν, έσπευσε να

ειδοποιήση τον Σατράπην, όστις αποστείλας αμέσως εις ορισθέν τι

μέρος ίππους ταχυδρομικούς και ένοπλον συνοδίαν, απήγαγε το

κοράσιον.

Επανελθών ο Κίτζος και πληροφορηθείς παρά των κατοίκων, εν όπλοις

διατελούντων και υπισχνουμένων εκδίκησιν, τα περί απαγωγής της

προσφιλούς αυτώ θυγατρός, περιήλθεν εις τοιαύτην αδημονίαν ώστε

σχεδόν παρεφρόνησε. Και την μεν περιουσίαν κατηνάλωσεν αφειδώς

διανείμας αυτήν προς πάντας όσοι εκμεταλλευόμενοι την πατρικήν

στοργήν επηγγέλλοντο αυτώ την ανάκτησιν του τέκνου, αυτός δε

καταβληθείς υπό της λύπης ώρυξε τάφον εν τω υπογείω της οικίας,

απέβαλε τον οπλισμόν, εζώσθη σχοινίον και εν νηστείαις και

στερήσεσι διανυκτερεύων επεκαλείτο την Θεομήτορα υπέρ της

επανόδου της Βασιλικής.

Εκ των τελαιπωριών τούτων και του ψυχικού άλγους προσβληθείς υπό

στηθικού νοσήματος, απεβίωσε μετ' ολίγον χωρίς να δυνηθή να

ασπασθή την θυγατέρα. Καί τοι προσκληθείς πολλάκις υπό του Αλή,

ουδέποτε έστερξε να συναντηθή μετά ασπόνδου εχθρού, του παραιτίου

της καταστροφής του. Αλλά περί τα τέλη του βίου ενδώσας εις τας

προτροπάς των συγγενών και ηττηθείς υπό του προς την θυγατέρα

φίλτρου, μετέβη εις Ιωάννινα, και παρεστάθη ενώπιον του

αιμοχαρούς Σατράπου. Ο Βεζήρης αφ' ου φιλοφρόνως τον υπεδέχθη,

διανοούμενος βεβαίως τίνι τρόπω και εν αυτή τη παραμονή του

θανάτου εδύνατο να καταστήση σκληροτέραν την αγωνίαν, ηρώτησεν

αυτόν ποίαν τινα χάριν ήθελε να τω απονείμη προς παραμυθίαν των

παθημάτων του. Ο δε Κίτζος δελεασθείς υπό της ψευδούς ταύτης

ευνοίας, συντετριμμένος την καρδίαν έπεσε κατά γης γονυπετής και

ανεβόησε δακρύων·» τα μάτια μου! Το φως μου! Το παιδί μου!» Τότε

εμβλέψας ο Αλής μειδιών προς τον γέροντα τω ηρνήθη αποτόμως και

μόνον τω επέτρεψε να ίδη μακρόθεν, αν ήθελε, το περιπόθητον

τέκνον.

Είναι ανατίρρητον ότι ο Αλής, ο ανήμερος εκείνος λύκος, ηγάπησε

την Βασιλικήν μόλις παραδοθείσαν εις χείρας του, είτε διότι

προησθάνετο ποίον ευωδέστατον άνθος έμελλε να εκφανισθή εκ του

κάλυκος εκείνου, είτε διότι απ' αρχής τον κατεγοήτευσεν η έμφυτος

αφέλεια της επταετούς παρθένου. Διό και επειράτο παντί σθένει να

υπερνικήση διά των περιθάλψεων την προς αυτόν αμείλικτον

αντιπάθειαν του κορασίου.

Ημέραν τινα η Βασιλική επισκεπτομένη τας κρύπτας των σεραγίων

εύρεν έν τινι γωνία την εικόνα της Θεομήτορος και λαβούσα αυτήν

έδραμε και προσπεσούσα τω Αλή εξητήσατο την χάριν ίνα εν τω ιδίω

θαλάμη καταθέση το παρήγορον εύρημα. Ο Βεζήρης επαινέσας τον

θρησκευτικόν αυτής ζήλον, έστερξε προθύμως και ούτω χάριν της

Βασιλικής εν αυτή τη φωλεά του θηρίου κατηρτίσθη πολύτιμον

προσευκτήριον, όπου πολλάκις και το ανθρωπόμορφον εκείνο τέρας εν

ταις μεγάλαις αυτού δυσχερείαις προσήρχετο ικετεύων.

Δεκαπενταετή ήδη ενυμφεύθη αυτήν ο Αλής κατά το οθωμανικόν

θρήσκευμα και έκτοτε την ηγάπησε μανιωδώς καί τοι γέρων. Ουδεμία

δε υπάρχει αμφιβολία ότι εις την μεγάλην επιρροήν αυτής επί την

ψυχήν του τυράννου πρέπει ν' αποδοθή η σωτηρία πολλών.

Αλλ' όσον ο Βεζήρης ηγάπα την Βασιλικήν τόσον εμίσει τον αδελφόν

αυτής Γεώργιον Κίτζον, τον όντως μεγαλοπρεπή και ωραιότατον

οπλαρχηγόν της Πλεσσοβίτζας, τον διά της ανδρείας αυτού

απαθανατίσαντα μετά ταύτα την αιματόφυρτον του Μεσολογγίου

Λουνέταν. Μη ανεχόμενος ο ζηλότυπος Σατράπης την υπεροχήν ην

απήλαυεν εν τη αυλή των Ιωαννίνων ως γυναικάδελφος αυτού

απεφάσισε να τον δολοφονήση, και πρώτον επεχείρησε την εκπλήρωσιν

του μελετωμένου κακουργήματος προπαρασκεύασας διά κωνίου φύλλα

νικοτιανής· αλλ' απέτυχεν ειδοποιηθέντος του Κίτζου υπό του

Ιωάννου Κωλέτου. Ύστερον προσεκάλεσεν αυτόν εις μέγα τι

κυνηγέσιον και διέταξε δύο εκ των πιστών δημίων να πυροβολήσωσι

κατ' αυτού. Εν τη δευτέρα ταύτη αποπείρα επληγώθη βαρέως ο Κίτζος

και ήθελεν ίσως αποθάνη νοσηλευόμενος υπό των ιατρών του Αλή, αν

η Βασιλική επί τω απαισίω ακούσματι δεν απήτει την ίασίν του και αν

δεν κατετρόμαζεν αυτόν διά της απειλής ότι ήθελεν

αυτοχειριαζομένη συναποθάνη μετά του αδελφού. Έντρομος ο Αλής ου

μόνον εφρόντισε να αναθέση την σωτηρίαν του τραυματίου εις τον

ικανώτερον των χειρουργών του, αλλά και αυτοπροσώπως επετήρει την

θεραπείαν προς εξιλασμόν της προσφιλούς συζύγου.

Ούτω διήλθε τας τελευταίας ημέρας του βίου του τυμβογέρων ήδη ο

Αλής· κατά την μαρτυρίαν των επιζησάντων προκύπτει ότι απέναντι

της φοβεράς μεταβολής της τύχης, της προδοσίας των τέκνων του,

της λειποταξίας των διασημοτέρων οπλαρχηγών του, της επικειμένης

τιμωρίας των κακουργημάτων του, όταν κατέκλινε το πολιόν και

θυελώδες μέτωπον επί των αβρών γονάτων της Βασιλικής, εκ μιας

ελησμόνει τα πάντα και παρεδίδετο εις τας αγκάλας του ύπνου, ως

αν επίστευεν αδύνατον την καταστροφήν εν τοις κόλποις τοιούτου

παραδείσου.

Ύστερον δε ότε απεκλείσθη εν τη λίμνη των Ιωαννίνων και έβλεπε

προεγγίζοντα τον αναπόφευκτον όλεθρον, εν ω την ακαταδάμαστον

αυτού ψυχήν δεν κατέβαλεν ο φόβος του θανάτου, την κατεσπάραττεν

η ιδέα ότι η Βασιλική έμελλε να περιέλθη εις χείρας των εχθρών

του. Όθεν εν τη απογνώσει αυτού, προσκαλέσας τον Αθανάσιον Βάγιαν

ενετείλατο να φονεύση την γυναίκα εάν ποτε ως εκ των περιπετειών

του πολέμου ήθελεν ιδεί αυτόν ζωγρηθέντα ή πεσόντα υπό το ξίφος

των πολεμίων.

Ότε λοιπόν ο Αλής θανασίμως πληγείς απήτησε την εκτέλεσιν της

εντολής, εξελθών ο Βάγιας του δωματίου ένθα εν τω ιδίω αίματι

εκυλίετο ήδη ο αγωνιών λέων, επυροβόλησεν ασκόπως και επανακάμψας

ανήγγειλε προς τον θνήσκοντα την εκπλήρωσιν του τελευταίου πόθου

του. Τότε επί των ωχρών χειλέων του επήνθισεν έσχατον μειδίαμα

και χαίρουσα εξεδήμησεν η αγρία αυτού ψυχή.

Η Βασιλική αιχμαλωτισθείσα επέμφθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του

αδελφού της Σίμου βέη, και εκείθεν εξωρίσθη εις Προύσαν. Κατά δε

το 1830 ελευθερωθείσα ήλθεν εις Μεσολόγγιον και κατώκησεν εν τη

Κωμοπόλει Κατοχή, οπόθεν μετά τον θάνατον του αδελφού,

καταβληθείσα υπό της λύπης και ασθενήσασα βαρέως μετέστη επί

θεραπεία εις Αιτωλικόν, ένθα και κατέλυσε τον βίον εν έτει 1835.

Επειδή δε εκ της βιογραφίας ταύτης γίνεται δήλον ότι διά της

προστασίας της Βασιλικής πολλοί πολλάκις εσώθησαν των

κινδυνευόντων χριστιανών ουχί παραλόγως αποδίδεται εις αυτήν εν

τω ποιήματι η σωτηρία των Φιλικών, ων οι αγώνες και ο σκοπός

αναντιρρήτως δεν ελάνθανον την οξυδέρκειαν του Αλή.

Μας τούπε κι' ο Κύρ Μάνθος. σ. 227

Υπήρξε καιρός καθ' ον τοιαύτη ήτο η υπόληψις ην έχαιρεν εν Ηπείρω

ο γνωστός ούτος επί συνέσει γραμματεύς του Αλή πασά, ώστε

παροιμιώδης κατήντησεν η αλήθεια των λόγων του. » _Τούπε ο Κυρ

Μάνθος_» εταυτίζετο προς το _αυτός έφα_. Ο Μάνθος καθ' ην στιγμήν

απεκλείσθη ο Αλής συνελήφθη υπό των Σουλτανικών και εκαρατομήθη

εν Μετζόβω.

Και τ' άλλα απ' άκρη 'ς άκρη.

Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα κλαρί και πέτρα. σ. 228

Το »_απ' άκρη ς' άκρη_» και το _χώμα κλαρί και πέτρα_, ήσαν

ρήτραι δι' ων συνήθως εν τοις παλαιοίς συμβολαίοις παρεχωρείτο η

απόλυτος κατοχή κτήματός τινος.

Διάκε νερό κι' αλάτι. σ. 228

_Νερό κι αλάτι_ φράσις δημώδης, δι' ης εμφαίνεται η επανάληψις

φιλίας διακοπείσης ένεκεν σοβαρού τίνος λόγου.

Το κρίμα 'ς το λαιμό σου.

Άλλο δημώδες λόγιον δι' ου ανατίθεται ευθύνη εις τον μη στέργοντα

να παραδεχθή σπουδαίαν τινα πρότασιν. Ταυτόσημον τω »_Νίβομαι, κι

απονίβομαι,» »Έξω από το κρίμα νάμαι._» Και τα παραπλήσια.

Φέρε το... πίθωσέ το. σ. 230

_Πίθωσε_ είναι το επίθεσον. Η μετά προσοχής και αβρότητος

τοποθέτησις πράγματός τινος.

Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, σ. 232

Δηλοί, έφθασεν η ώρα καθ' ην η βία θέλει λύση το ζήτημα

Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη. σ. 232

Ο μοχθηρός ούτος εκ των εγχωρίων αγάδων, υπήρξεν η αληθής ίσως δε

και η μόνη αιτία της καταδίκης του Διάκου. Παρουσιασθείς προς τον

Κιοσέ Μεχμέτ πασάν προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και μετά

δακρύων εζητήσατο παραδειγματικόν θάνατον προς τιμωρίαν ανδρός

θεωρουμένου τότε κινδυνωδεστάτου.

'Σ ένα ρογό και κάψε τους. σ. 232

_Ρογός_ το εκ σανίδων διαμέρισμα εντός των αποθηκών οπού

αποταμιεύεται ο σίτος, και αυτός ο σωρός του σίτου.

Να κλαίτε το μερμήγγι.

Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια

Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά. σ. 232 — 233

Δημώδης παροιμία στηριζομένη επί της ακριβούς παρατηρήσεως της

περιέργου παραμορφώσεως ην πάσχει ο μύρμηγξ, όταν αναφύωνται τα

πτερά επί των νώτων αυτού και μεταβάλλεται εις πτηνόν.

Εδώμαι και σ' ακούω. σ 233

Το «_και σ' ακούω_» εν τοιαύταις περιπτώσεσιν έχει απειλιτικήν

και περιφρονητικήν έννοιαν. Εν τη Λακωνική εκείνη φράσει

περιέχεται πάσα η αηδεία και αγανάκτησις ην διήγειρεν εν τη

καρδία του Διάκου η θρασύτης των οθωμανών.

Έχομε σάρκα κάκοψη. σ. 233

_Κάκοψος_ περί οσπρίων σκληρών, αντίθετον του _κάλοψος_. Τραχύς,

αντέχων εις την ενέργειαν του πυρός.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ

ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ.

Ποτέ του ήλιου η ευμορφιά, ποτέ της γης η νειώτη

Κ' η περηφάνεια του βουνού, του δέντρου η πρασινάδα

Κ' η λευθεριά του ξηφτεριού, ποτέ τόση γλυκάδα

Τόση κρυφή μοσχοβολιά δεν έχυσαν τριγύρω

'Σ το Διάκο που ψυχομαχά. Τυφλή και μανιωμένη

Τον εκοιλούσε η Λιαπουριά. — Κεχρί παραδομένο

'Σ τα δόντια του νερόμυλου, τριμμόψυχα ριμμένη

Μες 'ς το λαρύγκι ενός θεριού, προσάναμμα, αποκλάδι,

Χλωροκομμένο φρύγανο, που τώβοσκεν η φλόγα,

Ολόγυρά του εκύτταζε, σαν νάθελεν ακόμα

Να καταπιή με μια ματιά, να κρύψη 'ς την ψυχή του

Την έρμη την πατρίδα του κ' εκεί 'ς τον άλλον κόσμο

Να τήνε πάρη συντροφιά. — Επέρασε απ' το νου του

Φτωχή, κακογεράματη κ’ η δύστυχή του η μάνα

Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση,

Και μην πεθάνη νηστική. Επάγωσε η καρδιά του

Κ' ένα κελάδημα γλυκό, πλασμένο μ' όλα τ' άνθη,

Που τρέφ' ο κήπος της ζωής, του φύτρωσε 'ς τα χείλη.

»_Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη

»Τώρα πανθίζουν τα κλαριά που βγαίν' η γη χορτάρι._»

Λες κ' ήθελε πριν αναιβή 'ς του Πλάστη του τον κόρφο,

Τη ραγισμένη του καρδιά να σχίση για να φύγουν

Της νειότης του ταρώματα, που δε χωρούν 'ς το μνήμα.

Τον επατούσαν τάλογα κι άγρια μεθυσμένα

Τόνε δαγκούν 'ς το πρόσωπο. Ταγέρι φορτωμένο

Φοβέραις και περίγελα και φλογισμένα χνώτα

Τριγύρω του εκουφόβραζε... Κανένα χηλιδόνι

Δε φαίνεται 'ς τον ουρανό να τον παρηγορήση...

Ο δρόμος ατελείωτος!.. Δεξιά, ζερβιά του τοίχος

Ανταριασμένοι οι Γκέγκιδες... τους ανακράζει ο Διάκος...

»Δεν είν' κανένας από σας καθάριος Αρβανίτης

»Να εντρέπεται τη γύμνια μου, την καταφρόνεσή μου,

»Να μου φυτέψη ψυχικό 'ς το μέτωπο ένα βόλι;... »

Βουβοί δεν εταράχτηκαν, τόνε θωρούν με τρόμο.

Εφούσκονε ο κατακλυσμός... 'Σ το διάβα του ένας χτύπος

Ακούστηκε μικρός.. μικρός, σαν νάθε ξεροσκάση

Του λύκου τανασήκωμα, σαν νάθε απλώσει χέρι

'Σ του πιστολιού το σκάνδαλο... Ανάμεσ' από τόσους

Μήπως εξύπνησε κανείς, όπου ήταν παλληκάρι;..

Ξαφνίστηκε ο Χαλήλμπεης..

— Σκυλί, όποιος κι αν ήσαι

Τον έχω λάβει χάρισμα... είναι δικό μου ψώνι..

Μάθε το... κάτου τ' άρματα...

Και σαν τη νυχτερίδα

Κολλάει 'ς του Διάκου τα μαλλιά. Ξανάφτουνε οι φονιάδες.

Αψόνει πάλ' ο θόρυβος. Τρέχουν, πηδούνε, σκούζουν

Κι' αποσταμένοι πλακωτοί 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο

Αράζουνε και στέκονται. Ακίνητος ο γύφτος

Το φοβερό το σύνεργο 'ς τα χέρια του εκρατούσε,

Του Χάρου παραβλάσταρο, του τάφου σημαδούρι.

Εμπρός του, πίσω του βαθειά, διχαλωτοί δύο ψήσταις

Μπηγμένοι βρίσκονται 'ς τη γη. Ο πρώτος 'ς το κεφάλι,

Ο δεύτερος 'ς την ποδαριά. Σωρός χλωρά κλονάρια,

Και θράκια που ξεσπίθιζαν... Το δένδρο παραστάτης.

»Πλάστη μεγαλοδύναμε! Χριστέ! παράλαβέ με.

»Βρέξε 'ς τη φλόγα μου δροσιά και κάμε αυτήν τη στάχτη

»Που θα ν' αφίση το κορμί του δούλου σου, Πατέρα,

»Να μη την πάρη ο άνεμος και να μη μείνη στείρα.»

Είπε και παραδόθηκε. Δεμένος 'ς το δρομάρι

Ο μάρτυρας σιγά σιγά, παρακαλεί τη φλόγα

Με τον καπνό τη σάρκα του, πούταν γυμνή να κρύψη.

Γυρίζει ο γύφτος το σουβλί... Το χέρι του ανεμίδι...

Κι' όταν εμένανε νεκρά καμμιά φορά από δείλια

Ταφωρεσμένα δάχτυλα και τάφρυγεν η πύρη,

Τότε ξυλιαίς και σάλαγος, κεντήματα και πέτραις.

Φωνάζει κι' ο Χαλήλμπεης...

— Παληόγερε, ανδρειέψου...

Μέριασε εκείνο το δαυλί... για ιδές, ανάθεμά το

Τι γλώσσαις όπου επέταξε, και πώς τον έχει ζώση!...

Θα τον ρουφήξη γρήγορα... Ταράξου.. μέριασέ το...

Κι' όσο κι' αν έσπρωχνε ο φονειάς το μυστικό το ξύλο

Τόσο ο καπνός τον έπνιγε, τόσο θεριεύει η φλόγα.

Διώχνει το γύφτο η αναλαμπή κι' ο κόσμος τρομασμένος

Φεύγει το στόμα του στοιχειού. Ανάφτουν τα δεμάτια

Πούσαν τριγύρω σωριαστά... Του ρουπακιού τα φύλλα

Φωτοκαμμένα ρεύουνε... Κανένας δεν ξανοίγει

Πούναι του Διάκου το κορμί 'ς αυτήν τη καταβόθρα.

Κατακαθίζουν η φωτιαίς... τρέχουν σιμά με φόβο..

Άφαντο τάγιο λείψανο!.. Σκαλίζουνε τη στάχτη

Μην εύρουν ένα κόκκαλο, μη ιδούν ένα σημάδι...

Τίποτε!.. δεν πιστεύουνε... Σκάφτουνε, ξεδιαλέγουν

Τα πεθαμένα κάρβουνα... Τίποτε!.. χτύπα, κέντα,

Μια σπίθ' αστράφτει από τη γη... Σηκόνουνε τα μάτια

Και βλέπουν ένα φτερωτό, χρυσό δαχτυλιδάκι

Που ανέβαινε 'ς τον ουρανό... Πότε, Θανάση, πότε;

Θα νάρθη πάλε να μας βρη και ποιος θα το φορέση

Το φυλαχτό σου τακριβό;.. Πότε, Θανάση, πότε;...

Ρυάζονται, φεύγουν τα θεριά. Κλεφτά, κλεφτά κι' ο γύφτος

Χωνεύει 'ς την κουφάλα του. Κανείς δεν απομένει

Παρ' η αχτίδες του ηλιού, που ασπάζονται το μνήμα.

Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος · 第 5 / 6 题