Produced by Sophia Canoni. First two corrections by George
Canonis. Italian text was corrected by Carlo Traverso
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. Words in italics have been included in _.
Fotnotes have been cnverted to endnotes.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί
σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο
τέλος του βιβλίου.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ
ΥΠΟ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΟΥ,
ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΥΠΟ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ,
ΤΥΠΟΙΣ Χ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΩΣ.
(Παρά τη πύλη της Αγοράς αριθ. 4)
1867.
ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΟΙΣ.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ.
»Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη
Τώρα που ανθίζουν τα κλαριά, που βγάν' η γη χορτάρι.»
Ειδόν ποτε μητέρα οικτρώς οδυρομένην επί του τάφου του μονογενούς
αυτής τέκνου, και σιωπηλώς και μετά σεβασμού υπό ανεκφράστου
βαρυθυμίας κατεχόμενος ετόλμησα να προσέλθω επ' ελπίδι, ότι
ήθελον δυνηθή μικράν τινα να προσενέγκω ανακούφισιν εις το
αφόρητον άλγος της πενθούσης διά των τετριμμένων εκείνων
παραινέσεων, δι' ων συνήθως πειρώμεθα να καταστείλωμεν τας
ακαθέκτους εκρήξεις ηπηλπισμένης τινός καρδίας.
Ούτε κυπάρισσοι ούτε ιτέαι ούτε πολύτιμα άνθη ούτε σιδηραί
κιγκλίδες ούτε μάρμαρα περιεκόσμουν ή επεσκίαζον το τελευταίον
εκείνο κατοικητήριον. Είς μόνος ανεξέργαστος λίθος εσημείου την
κεφαλήν και επ' αυτού εκάπνιζεν ο νεκρολίβανος, καιόμενος εντός
του κοιλώματος ευτελούς κεράμου. — Το χώμα προσφάτως ανασκαφέν
εφαίνετο εξωγκωμένον και κύκλω ολίγη χλόη εχάραττε τα στενώτατα
όρια, εν οις πάντα περικλείονται τα ανθρώπινα. — Ένθεν κακείθεν
άλλα διεσπαρμένα μνήματα και έν τινι γωνία προσηλωμένον επί
γηραιάς ελαίας το σήμαντρον του κοιμητηρίου, πολλαχώς εκ της
σκωρίας πεποικιλμένον και μη κινούμενον παρά διά μακρού σχοινίου
έρποντος σπειροειδώς περί τον απηρχαιωμένον κορμόν.
Μετά θρησκευτικού φόβου προσεγγίσας και ιδών την γυναίκα
γονυπετή, φέρουσαν επί του τραχήλου ατάκτως λελυμένην την κόμην,
δρύπτουσαν διά των ονύχων τας παρειάς και αδιαλείπτως ποτέ μεν
καταφιλούσαν την γην, ποτέ δε κλίνουσαν το ωτίον επί του μνήματος
και ωσανεί ακροαζομένην της φωνής του τεθνεώτος, ησθάνθην εμαυτόν
συντετριμμένον, και καταληφθείς υπό αφάτου συγκινήσεως έμεινα
ασκεπής και όρθιος απέναντι του μητρικού πάθους μη τολμών να
διαταράξω τον μυστηριώδη διάλογον, δι' ου προφανώς ετίθετο εις
συγκοινωνίαν η ζώσα προς τον εν τω άδη πεφιλημένον αυτής υιόν.
Ήκουσα τότε πρώτον, μετά βαθυτάτης κατανύξεως, τα κάλλιστα των
ημετέρων μ ο ι ρ ο λ ο γ ί ω ν και έμεινα μέχρι τέλους απορροφών
τας αναθυμιάσεις της νεκρικής εκείνης ποιήσεως, ίσως
προαισθανόμενος ότι έμελλε να έλθη ποτέ ώρα, καθ' ην θρηνωδών κ'
εγώ ήθελον δυνηθή ν' αποτίσω την οφειλήν μου προς εκείνους,
οίτινες, αφού τα ιερά αυτών λείψανα διέσπειραν απανταχοΰ της
Ελλάδος προς γονιμοποίησιν του πολυπαθούς ημών εδάφους, κείνται
αμνημόνευτοι, αμοιρολόγητοι.
Ούδ' έπαυον αι ολολυγαί της τρισαθλίας μητρός! Η θύελλα του
κοπετού προέβαινεν αεννάως, οι δε στεναγμοί συνοδευόμενοι υπό
οδυρμών και ραγδαίων δακρύων τηλικαύτην είχον λάβει επίτασιν,
ώστε δεν εδυνάμην πλέον ούτε του μέτρου την αρμονίαν ούτε των
ιδεών την συνάφειαν να παρακολουθήσω. Και όμως ανωτέρα τις και
ακαταμάχητος δύναμις μ' εκράτει ακίνητον επί του εδάφους, όπου
διεδραματίζετο το ελεεινόν θέαμα. Ο διάλογος ανεξάντλητος. Νέαι
ερωτήσεις προεκάλουν νέας απαντήσεις, αφ' ενός η ζωή εκθέτουσα τα
του κόσμου, αφ' ετέρου ο θάνατος αφηγούμενος τα του άδου, φοβερά
και σπαραξικάρδιος συνέντευξις εμπνέουσα απερίγραπτον τρόμον αλλά
συνάμα επιχέουσα απροσδοκήτους παραμυθίας διά του ύψους και της
καλλονής των αισθημάτων άτινα εγείρονται εκ της πενθίμου εκείνης
παραστάσεως.
Μεταξύ των αδομένων ήκουσα ως παρά του νεκρού απαγγελλόμενον και
το επί κεφαλής των προλεγομένων μου δίστιχον. Και αφ' ου επί
πολύν χρόνον έμεινε τεθαμμένον εν τη καρδία μου, έκαστον δε αυτού
στοιχείον, εκάστη συλλαβή υπήρξαν τα ψιχία, εξ ων πολλάκις
ετράφησαν τα ποιητικά μου ονειροπολήματα, έρχεται πάλιν ακέραιον
εν πάση τη αρχική αυτού καλλονή, τοιούτο οίον εξήλθε των χειλέων
του ποιήσαντος αυτό, περιβεβλημένον την αμίμητον αρμονίαν και
ώσπερ αναδεδυκός εκ του πελάγους των αισθημάτων, εν οις ευρέθη
βεβυθισμένη η μεγαλουργός ψυχή του αγωνιώντος ποιητού, έρχεται,
λέγω, πάλιν να με συνοδεύση κατά τον νέον διάπλουν ον επεχείρησα.
Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο χάρος να με πάρει
Τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά, που βγάζ' η γη χορτάρι!
Το εύοσμον, το αειθαλές τούτο άνθος ομολογουμένως εβλάστησεν εκ
των σπλάγχνων του Αθανασίου Διάκου, ουχί διότι βεβαιούται παρά
των ιστορικών, (1) ούτε διότι η κοινή συνείδησις επεκύρωσε την
παράδοσιν, αλλά διότι προς τους τα τοιαύτα μεμυημένους εν ταις
ολίγαις εκείναις λέξεσι διασώζεται φωτογραφημένος ο ήρως, ο
θεοσεβής αθλητής, το πρότυπον του ηθικού και φυσικού κάλλους, ο
αληθής και γνήσιος γόνος του μεσαιωνικού αρματωλισμού, ο σεμνός
μαχητής, ο απόστολος ο αποδεχόμενος εν πλήρει πνεύματος ηρεμία
τας βασάνους του μαρτυρίου, αλλά και ομολογών πάσαν την πικρίαν
ην παρήγαγεν εν αυτώ η συναίσθησις του θανάτου εν στιγμή, καθ' ην
μετά της ανθοστεφούς ανοίξεως ήρχοντο αναφυόμενοι και οι πρώτοι
βλαστοί της εθνικής αναγεννήσεως. Η διάγνωσις αύτη είναι
ακράδαντος, ίσταται δε υπεράνω της μαρτυρίας των χρονογράφων και
του κύρους της κοινής γνώμης. Άλλως προς τα όμματα εμού, οι δύο
εκείνοι στίχοι τεταγμένοι παραλλήλως περιέχουσι τοσαύτην ευωδίαν
και διεγείρουσιν εντυπώσεις τοσούτον θελκτικάς ώστε οσάκις στρέφω
επ' αυτούς το βλέμμα, διακρίνω νοερώς ιχνογραφημένων την λάρνακα
ένθα καθεύδει η καρδία του τροπαιοφόρου Μεγαλομάρτυρες.
Ουδεμία λοιπόν αμφιβολία περί της γνησιότητας του βραχύτατου αλλ'
απεράντου εκείνου θρήνου. Είναι βαρύτιμον κληροδότημα
μεταβιβασθέν παρά του Διάκου εις τους ποιητάς της νέας Ελλάδος,
είναι κελάδημα ικανόν να συγκινήση τους ανυδροτέρους οφθαλμούς
και τας τραχυτέρας καρδίας. Κατέστη δε τοσούτον δημοτικόν ώστε
σπανίως παραλείπεται οσάκις στενώτατός τις εκ των οικείων λαλή
αντί του τεθνεώτος και μέμφεται την μοίραν ήτις ηθέλησε να τον
αφαρπάση ενώ μόλις σφριγών και νέος έθετε τον πόδα εντός των
ανθώνων της ζωής και του κόσμου.
Αλλ' ως αναντίρρητον ότι ποιητής αυτοσχέδιος της μυροβλήτου
στροφής υπήρξεν ο Διάκος, ούτω και αληθές ότι αφότου ευτύχησα ν'
ακούσω το νεκρώσιμον άσμα, εγεννήθη εν τη διανοία μου η ιδέα του
επομένου στιχουργήματος, ουδ' έπαυσα διαλογιζόμενος τίνι τρόπω να
εξυμνήσω επαξίως τον γίγαντα της Δωρίδος και πώς να τελέσω
μνημόσυνον υπέρ ψυχής πληρούσης απ' άκρου εις άκρον της φαντασίας
μου το στερέωμα.
Η ιδέα αυτή μ' εβασάνιζεν ασχολούμενον περί τον καταρτισμόν του
ημετέρου εθνικού μαρτυρολογίου. Σήμερον δε ότε παρίσταμαι ίνα
καταθέσω επί της γης, ήτις έπιε το αίμα του αειμνήστου θύματος,
το ευτελές θυμίαμά μου, σήμερον τρέμω μη αναδειχθώ ανάξιος και μη
υπό το μέγεθος τηλικούτου επιχειρήματος αποκαλυφθή πάσα η
μικρότης και η αδυναμία μου.
Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης ο μεγάθυμος ήρως, ο εν μέσω των
καταιγίδων του χειμώνος ευαρεστηθείς να συμβιώση μετ' εμού, ο επί
μήνας ολοκλήρους επισκιάσας τον ύπνον μου, ο παρακολουθήσας τα
διαβήματά μου εν ξηρά και θαλάσση, ο μετά στοργής ακροασάμενος
των μυστικών μου θλίψεων επί του ερήμου σκοπέλου ένθα
προσωρμίσθην.
Γένοιτό μοι αρωγός και προστάτης!
Μ α δ ο υ ρ ή.
Περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος εγεννήθη εν
Μουσουνίτζα της Παρνασσίδος ο Αθανάσιος Γραμματικός, προπάτωρ του
ημετέρου ήρωος. — Νέος έτι την ηλικίαν ησπάσθη το στάδιον των
όπλων και μεθ' ενός αδελφού κ' ενός πρωτεξαδέλφου κατετάχθη εις
την αρματωλικήν συμμορίαν του εξ αγίας Ευθυμίας διαβοήτου
Κωσταντάρα. — Περί του εν γενναίοις τούτου γενναίου κρίνω
περιττήν πάσαν μνείαν, ου μόνον διότι φοβούμαι μη δικαίως μ'
επικρίνη τις ως περιττολόγον, αλλά διότι και ακριβή βιογραφίαν
αυτού εξέδωκε πρό τινος χρόνου ο αξιότιμος φίλος μου Κωνσταντίνος
Σάθας (2), προς ον απευθύνω δημοσία χάριτας δι' ας μετά
παραδειγματικής προθυμίας μοι έδωκε πολυτίμους ιστορικάς
ειδήσεις, παραλαβών με συμμέτοχον του θησαυρού ον απεταμίευσεν
ούτε θυσιών φειδόμενος ούτε μόχθων, αλλά νύχτα και ημέραν
εργαζόμενος, όπως διασώση εκ του ολέθρου τα άθλα και τα ονόματα
των υπέρ πίστεως και πατρίδος επί τέσσαρας όλους αιώνας
αγωνισαμένων.
Μετά τον θάνατον του Κωσταντάρα συνεκρότησεν ο Γραμματικός ίδιον
σώμα δι' ου έβλαπτε συνεχώς τους εν Παρνασσίδι και Δωρίδι
Οθωμανούς. Αλλά πεσόντος του αυταδέλφου έν τινι συμπλοκή και
πολλών εκ των εταίρων διασκορπισθέντων, το μεν σώμα ταχέως
διελύθη, ο δε Αθανάσιος τυχών αμνηστείας απεσύρθη εις την πατρίδα
αυτού, όπου και ετελεύτησε καταλιπών τρεις υιούς τον Μήτρον, τον
Κωστούλαν, τον Νίκον, και μίαν θυγατέρα την Στάμω.
Ο Μήτρος και ο Κωστούλας συνεστράτευσαν και συνηγωνίσθησαν μετά
του εκ Βουνιχώρας Βλαχοθανάση, ύστερον δε συνετάχθησαν τω
Ανδρούτζω παραλαβόντι την αρχηγίαν, και παρηκολούθησαν πιστώς εις
την τρικυμιώδη πνοήν της λαίλαπος εκείνης. — Και ο μεν Κωστούλας
αξίως λόγου μαχόμενος έπεσε κατά την εν έτει 1796 αείμνηστον διά
της Πελοποννήσου κάθοδον του Ανδρούτζου. Ο δε Μήτρος συμμαχήσας
μετά του Λουκά Καλλιακούδα εφονεύθη και ούτος εν τη κατά το 1802
μάχη της Καβρολίμνης. — Ο μόνος επιζήσας εκ των τριών αδελφών
Νίκος αφιερωθείς παιδιόθεν εις τον ποιμαντικόν βίον, έζησεν εν
Μουσουνίτζα, τελευτήσας δε εν έτει 1809 κατέλιπε δύο υιούς, τον
Μήτρον επωνομαζόμενον Μασσαβέταν, ως υιοθετηθέντα παρά του
Ιωάννου Μασσαβέτα ατέκνου συζύγου της εκ πατρός θείας αυτού
Στάμως, και τον Α θ α ν ά σ ι ο ν. —
Ούτος εγεννήθη κατά τινας μεν περί τα 1792 (3) κατά δε τον γηραιόν
φίλον μου Ιωάννην Φιλήμονα, όστις μόνος εκ των ημετέρων
ιστοριογράφων εκόσμησε το πολύτιμον Δοκίμιόν του διά βιογραφικών
λεπτομερειών ικανών να δώσωσιν ακριβή τινα του Διάκου εικόνα,
περί τα 1780. — Η διαφωνία αύτη ευκόλως εξηγείται εάν τις λάβη
υπ' όψιν την αθλίαν κατάστασιν εν η διετέλει τότε χώρα
διοικούμενη υπό αλλοφύλων ουδόλως ενδιαφερομένων περί τακτικής
και επισήμου πιστοποιήσεως των γεννήσεων και των θανάτων.
Ο Αθανάσιος μόλις έφηβος εισήχθη παρά του πατρός ως δόκιμος εις
την παρά τον Ερινεόν, (Αρτοτίναν), μονήν του αγίου Ιωάννου του
Προδρόμου όπου μετ' ολίγον και εχειροτονήθη Δ ι ά κ ο ν ο ς.
Η πρώτη αύτη δοκιμασία βεβαίως συνέτεινε προς διάπλασιν της ψυχής
του νεοφύτου και εις ταύτην οφείλει τις ν' αποδώση την κοσμιότητα
του βίου, την παραδειγματικήν μετριοφροσύνην και την προς τον
Θεόν απέραντον και ανεξάντλητον αυτού πίστιν. Τοιουτοτρόπως ο
ιερατικός χαρακτήρ συνδυασθείς ύστερον μετά του πολεμικού
πνεύματος κατέστησεν αυτόν πρότυπον θεοσεβείας και γενναιότητος.
Ου μην αλλά και υπήρξεν η ασφαλεστέρα σανίς, ην ενηγκαλίσθη και
δι' ης θαυμασίως εσώθη ότε διέπλευσε τον στενώτατον και
πολυκύμαντον πορθμόν μεταβαίνων από του πελάγους της ζωής εις τον
αχανή της αιωνιότητος ωκεανόν. Διό και απ' αρχής μέχρι τέλους του
ποιήματός μου προσεπάθησα παντί σθένει να διατηρήσω σώαν την
διπλήν ιδιότητα και να μη διαζεύξω ποτέ τα στοιχεία τα
απαρτίζοντα την ψυχήν του Διάκου, την του μοναχού και την του
στρατιώτου.
Καίτοι περιφρουρουμένου εντός θείας ακροπόλεως περιλάλητος
εγένετο η σπανία του νέου καλλονή και Φερχάτβεής τις εκ των
αγάδων της Δωρίδος βαθύπλουτος και λάγνος επεθύμησε να ίδη εκ του
πλησίον το άνθος όπερ έθαλλεν εν ταις αγκάλαις της εκκλησίας. —
Εγκαίρως πληροφορηθείς ο Αθανάσιος, τη προτροπή του Ηγουμένου
λάθρα ανεχώρησε (4) και κατέφυγεν εις την επί των ορέων της
Δωρίδος ενδιαιτωμένην συμμορίαν του Δήμου Σκαλτζά και του Γούλα.
Εκείθεν απηύθυνε προς τον αισχρόν Οθωμανόν απειλητικήν επιστολήν
εν η περιέκλεισε και το ξυρισθέν γένειον ως σύμβολον του πολέμου
ον εκήρυττεν έκτοτε προς τους εχθρούς της Ελλάδος. — Απεκδυθείς
δε το ράσον, περιεβλήθη τον περιφανή των αρματωλών χιτώνα, έζωσεν
επί τον μηρόν την ρομφαίαν και ούτω μετεσχηματισμένος έλαμψε
κεραυνοβόλος ως αν ήθελεν ανατείλη επί του μετώπου του προφητικόν
τι και ανέσπερον σέλας.
Από της εποχής εκείνης προς ανάμνησιν της πρώτης του βίου του
περιπετείας, παρήτησε το πατρογονικόν επώνυμον και ησπάσατο το
του υπηρέτου της Εκκλησίας υπογραφόμενος αείποτε (ως προκύπτει εκ
των πρωτοτύπων επιστολών αυτού) Α θ α ν ά σ η ς Δ ι ά κ ο ς. (5)
Συναγωνιζόμενος μετά του Σκαλτζά και του Γούλα δεν εβράδυνεν ο
πρωτόπειρος πολεμιστής να διακριθή επί συνέσει και τόλμη.
Κράτιστος δε ανεδεικνύετο πάντων κατά την ποδωκίαν, την
σκοπευτικήν και το άλμα. Αλλ' εκτός των φυσικών τούτων
προτερημάτων διά της εμφύτου αγαθότητος και της μετριοπαθείας της
ψυχής του εδυνήθη ο Διάκος να κατακτήση την αγάπην των αρχηγών,
ώστε αναχωρών συνήθως ο Σκαλτζάς κατά τον χειμώνα εις Βάλτον προς
περισσοτέραν εξασφάλισιν, παρέδιδε την αρχηγίαν προς τον
Αθανάσιον, πεποιθώς ότι επανερχόμενος κατά την εαρινήν ώραν
ακμαίαν έμελλε να παραλάβη και αρειμανή την φάλαγγά του.
Διορισθέντος μετ' ου πολύ του Φερχάτου Βοεβόδα Σαλόνων, έπρεπε
κατά το επικρατούν έθιμον πάντες της επαρχίας οι αρματωλοί να
προσέλθωσι μετά δώρων και να συγχαρώσι τον άρχοντα. Μόνος ο
Διάκος ως αντιπρόσωπος του Σκαλτζά δεν έστερξε να υποβληθή εις
την υβριστικήν ταπείνωσιν. Ο δε Φερχάτης λαβών αφορμήν εκ τούτου
έγραψε προς τον Αλή πασάν και χαρακτηρίσας τον Διάκον ως
ταραξίαν, ως εχθρόν επικίνδυνον και καταστροφέα των εν τη Δωρίδι
κτημάτων του, εξητήσατο και έλαβε την άδειαν ίνα τον φονεύση·
εξήλθεν επομένως μετά εκλεκτού σώματος προς καταδίωξιν του εχθρού
του, αλλ' επανήλθε καθημαγμένος. Εννοήσας τότε ότι διά των όπλων
αδύνατον ήτο να τύχη του ποθουμένου, έπεισε τους αρματωλούς και
τους προύχοντας ίνα πορευθώσι προς τον δυστροπούντα και
υποδείξωσιν αυτώ τας θλιβεράς συνεπείας ας ήθελε προκαλέσει κατά
του τόπου η παράλογος απείθεια και πεισμονή του. — Ο Διάκος
υπεσχέθη μεταμέλειαν και έταξεν ημέραν καθ' ην ήθελε παρουσιασθή
προς τον Βοεβόδαν. — Πλήρης χαράς έμαθεν ο Φερχάτης την απόφασιν
του Διάκου και έσπευσεν επομένως να τοποθετήση καταλλήλως εκατόν
εκ των δορυφόρων του, ίνα προσερχόμενον τον φονεύσωσιν. Αλλ' ο
Αθανάσιος προαισθόμενος την απάτην, διά της οδού της Τέχολης μετά
ογδοήκοντα συνεταίρων εισήλθεν εις Σάλονα. —
Έντρομος ο Φερχάτης μαθών την απροσδόκητον άφιξιν διέταξε τους
σωματοφύλακας ίνα καταλάβωσι την θύραν του Σεραγίου και
πυροβολήσωσι κατά του Διάκου άμα ήθελε δώσει το σύνθημα. Αλλ'
εκείνος προνοητικός αφού ετοποθέτησεν έξωθεν τους εβδομήκοντα
παρέλαβε δέκα εκ των συντρόφων και μετ' αυτών ήλθε προς τον
Βοεβόδαν. Ο δόλιος και δειλός Οθωμανός προσεπάθησε διά παντός
τρόπου να τον απομονώση, προφασιζόμενος ότι είχεν ανάγκην κατά
μόνας να συνδιαλεχθή μετά του αρχηγού. Αλλ' οι πιστοί φύλακες του
Αθανασίου απεποιήθησαν ν' απομακρυνθώσιν εμπαικτικώς
ισχυριζόμενοι ότι έμενον παρόντες ίνα κορέσωσι τα όμματά των
ατενίζοντες εις πρόσωπον τοσούτω προσφιλές. — Ποτόν δε
δηλητηριασμένον προσηνέχθη, αλλά και τούτο απεκρούσθη. Τέλος αφού
προσέφερε τω Φερχάτη το ειθισμένον δώρον (ήτο δε άργυρούν
ποτήριον, εφ' ου εν αναγλύφω απεικονίζετο η Μονή του Προδρόμου
και ο Διάκος φέρων του Μοναχού το σχήμα) απήλθε σώος επί των
ορέων του. —
Μετά τινα χρόνον μιμούμενος το παράδειγμα των διασημοτέρων της
Ελλάδος πολεμιστών, μετέβη εις Ιωάννινα και μέχρι του έτους 1816
υπηρέτησεν εν τω λόχω των σωματοφυλάκων του Τεπελενλή. Η αυλή του
τρομερού Βεζύρου είχε μεταμορφωθή εν ταις ημέραις εκείναις εις
αληθή εφεδρείαν του Ελληνισμού, καθότι και πολιτικοί και
πολεμικοί συνήρχοντο ώσπερ εκ συνθήματος κύκλω του αιμοχαρούς
σατράπου, ως αν επρόκειτο περί εκτελέσεως προμεμελετημένου τινος
σχεδίου, υποκρύπτοντος την ιδέαν της κατ' ολίγον απορροφήσεως
πάντων των μέσων δι' ων ο περιβόητος Ελληνομάχος εδύνατο, χρείας
τυχούσης, να καταθλίψη πάσαν ενέργειαν υπέρ της εθνικής
ανεγέρσεως.
Εν Ιωαννίνοις συνεσχετίσθη ο Διάκος μετά της ηρακλείου εκείνης
γενεάς, ήτις επέπρωτο και το αίμα των πατέρων να εκδικήση και το
ελληνικόν όνομα να σώση από του απειλουμένου ολέθρου. Εν μέσω των
τρυφών και της εξαχρειώσεως, των δολοπλοκιών, της εσχάτης
διαφθοράς, των καταστροφών και της δουλοφροσύνης διετήρησεν
άμωμον την καρδίαν, ακηλίδωτον το μέτωπον, άσπιλον την ψυχήν,
ώστε υποπτεύσας αυτόν ο Αλής, ο εκ συστήματος επιδιώκων την
αμαύρωσιν των χαρακτήρων και την βεβήλωσιν πάσης παρθενίας,
έδωκεν εντολήν προς τον Οδυσσέα να τον δολοφονήση. Αλλ' ο υιός
του Ανδρούτζου αναδεχθείς πάσαν παρά τω Σατράπη ευθύνην, ούτε την
διαταγήν εξετέλεσεν ούτε ποτε ωμολόγησε προς τον Διάκον την
φιλικήν υπηρεσίαν.
Κατά το 1816 ο Οδυσσεύς διορισθείς αρματωλός Λεβαδείας παρέλαβεν
αυτόν ως πρωτοπαλλήκαρον και έκτοτε αδιάρρηκτοι δεσμοί
αδελφότητος συνήνωσαν επ' αγαθώ της πατρίδος τους δύο τούτους
σταυραετούς.
Δύο έτη μετά ταύτα κατά το 1818 ο υιός του αειμνήστου Ανδρούτζου
ώμοσεν επί του ιερού Ευαγγελίου τον υπέρ πίστεως και πατρίδος
όρκον των φιλικών. Περί την εποχήν ταύτην κοινωνός του φοβερού
μυστηρίου εγένετο και ο Διάκος κατηχηθείς και ούτος, ως πολλοί
των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδος, παρά του Κωνσταντίνου
Σακελλίωνος Κοκοσιώτου, και ούτω διά της δευτέρας ταύτης
χειροτονίας προπαρεσκευάσθη ίνα προσέλθη σφάγιον επί του
θυσιαστηρίου της πατρίδος.
Ενσκήψαντος του πολέμου κατά του Αλή πασά και αναγκασθέντος του
Οδυσσέως να παραιτήση την Βοιωτίαν προς αποφυγήν του Μπαμπά πασά,
τα πρωτοπαλλήκαρα, επτά τον αριθμόν, κατά την αρματωλικήν
παράδοσιν, ανηγόρευσαν ομοφώνως οπλαρχηγόν Λεβαδείας τον Διάκον
και την εκλογήν ταύτην ανεγνώρισαν προθύμως οι πρόκριτοι,
εσεβάσθη δε και τυπικώς εκύρωσεν η Τουρκική αρχή.
Εύρε λοιπόν η επανάστασις τον Διάκον κατέχοντα επίκαιρον
στρατιωτικήν θέσιν δυναμένην να συντέλεση ουκ ολίγον εις ευόδωσιν
του εθνικού κινήματος. Ότι δε η ενέργεια αυτού υπήρξε σύντονος,
μεγάλη η ετοιμότης δι' ης κατεπράυνε τους Τούρκους ανησυχούντας
ήδη ένεκεν των εκ πολλού διαθρυλλουμένων και υποπτεύοντας πάντας
διά την παράτολμον διαγωγήν του Βούσγου, έτι, μετά την εν τη μονή
του Οσίου Λουκά σύσκεψιν, όπου εκτός πολλών παρευρέθησαν και ο
επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος και ο Αμφίσσης Ησαΐας, ταχέως διά
της αποφασιστικότητος αυτού διεδόθη ανά πάσαν την Βοιωτίαν το πυρ
της επαναστάσεως, εύκολον είναι προς πάντας τους περί τα τοιαύτα
μετά πόθου ασχολουμένους καθαράν να λάβωσιν αντίληψιν, εάν
διέλθωσι την ιστορίαν των ημερών εκείνων, ιδίως δε τας σελίδας
ένθα ο Φιλήμων μετά θαυμαστής ακριβείας και νεανικού οίστρου
κατέταξε και συνηρμολόγησε γεγονότα, ως εκ της επικρατούσης
συγχύσεως πολλαχώς διαστραφέντα ή ολοσχερώς παραλειφθέντα.
Ούδ' ήθελον παρενοχλήση τους αναγνώστας διά της διηγήσεως ταύτης
αν δεν ενόμιζον αναγκαίαν αείποτε την λεπτομερή έρευναν των
πρώτων εν τω κόσμω διαβημάτων του Αθανασίου Διάκου, ίνα ακριβώς
εκτυπωθή και σαφώς προκύψη ο χαρακτήρ του ανδρός είτε καθ' ην
στιγμήν ανεδέχθη να σώση εν Θερμοπύλαις την τιμήν της
επαναστάσεως είτε καθ' ην ώραν εν μέσω απεριγράπτων περιφρονήσεων
απεδέχετο μειδιών το φρικωδέστερον των μαρτυρίων.
Παρέλαβον εν τω επομένω στιχουργήματι τον Διάκον κατά την
παραμονήν της καταστροφής και εχωρίσθην απ' αυτού αφού ούτε ίχνος
απέμενε πλέον εκ του σώματός του επί της γης. Ώφειλον επομένως να
συμπληρώσω διά του πεζού λόγου ό,τι εξ ανάγκης παρέλιπεν η
ποίησις, ίνα, ουχί εν προτομή αλλ' εν τη ολομελεία αυτού, ιδρυθή
επί του βάθρου της ιστορίας ο ανδριάς του εθνομάρτυρος.
Κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος, η σφαγή των φιλελλήνων εν Πέτα
και η καταστροφή του Διάκου εν Θερμοπύλαις παρίστανται ως
ουρανομήκεις μέλαιναι κυπάρισσοι παρά τη εισόδω του μεγάλου
νεκροταφείου της επαναστάσεως. Αιτία της πρώτης υπήρξεν η
προδοσία του Γώγου και ο παράκαιρος ιπποτισμός των φιλελλήνων,
επήνεγκε την δευτέραν η αμφιταλάντευσις και η χαλαρά ενέργεια
τινών εκ των μετά του Διάκου συναγωνισθέντων οπλαρχηγών.
Ο Μήτζος Κοντογιάννης προφασιζόμενος ότι καθήκον είχε να μη
εκθέση εις αναπόφευκτον εξόντωσιν επαρχίαν γεωγραφικώς
τοποθετημένην ως εν εμπροσθοφυλακή, πράγματι δε θεωρών την
εθνικήν ανέγερσιν ονειροπόλημα νοσούσης φαντασίας μη παρέχον
ουδεμίαν ελπίδα ευοδώσεως και επιτυχίας, μόνος έμενεν αδρανής
ούδ' έστεργε να ενδώση εις τας επιμόνους και πατριωτικάς
προτροπάς του τε Διάκου, του Πανουριά και του Δυοβουνιώτου.
Ένεκεν των συνεχών και στενών αυτού σχέσεων προς τους Οθωμανούς,
και της ιδέας ην είχε περί της Τουρκικής δυνάμεως, ενόμιζεν
εαυτόν ευτυχή εάν, εν μέσω των αεννάων περισπασμών της ελληνικής
φυλής, εδύνατο διά της διαγωγής του να σώση το προσφιλές
αρματωλίκιον. Όπως δήποτε η αδράνειά του παρέλυσεν επί πολύ τας
προσπαθείας των άλλων, ενεθάρρυνε τους πολεμίους εν ανέσει
προπαρασκευαζομένους, και το χείριστον πάντων εσάλευε τας
πεποιθήσεις και ενέπνεεν ολεθρίους δισταγμούς.
Προσκληθείς παρά των εν Κομποτάδαις συσκεπτομένων στρατηγών όπως
συνεκστρατεύση, άπαξ, δις και τρις απεποιήθη και έμεινεν
αμετάτρεπτος απέναντι των παραστάσεων και των δεήσεων του
Γεωργίου Δεσποτοπούλου, του Δημητρίου Καλύβα και του Βακογιάννου,
αποσταλέντων προς αυτόν ίνα διά παντός μέσου εξεγείρωσι την
αναλγησίαν και ηλεκτρίσωσι τον πατριωτισμόν του. Μάτην. Ο
Κοντογιάννης εκώφευεν ενώ ο χείμαρρος λάβρος προέβαινε και τα
κύματα αυτού ήγον ο Κιοσέ Μεχμέτ πασάς και ο Ομέρ Βρυόνης. Τέλος
ο Διάκος, ο Πανουριάς, ο Δυοβουνιώτης προαισθανόμενοι την
καταιγίδα, απεφάσισαν να βαδίσωσι κατά της Υπάτης και τότε εκών
άκων ο Κοντογιάννης ηναγκάσθη να υψώση την Ελληνικήν σημαίαν και
να συναγωνισθή. — Αλλ' αι χρονοτριβαί ας παρενέβαλε διά της
αξιομέμπτου διαγωγής του παρήγαγον αποτέλεσμα την μη έγκαιρον υπό
των επαναστατών εκπόρθησιν της Υπάτης, διότι επιστρατευσάντων των
Τουρκαλβανών, η πολιορκία διελύθη, και ο μεν Διάκος, Πανουριάς
και Δυοβουνιώτης επανήλθον εις Κομποτάδαις όπως σκεφθώσι περί του
πρακτέου, ο δε Κοντογιάννης βυθιζόμενος πάλιν εις την προτέραν
απάθειαν κατέφυγε προς ασφάλειαν εν τη μονή της Αγάθωνας
καραδοκών την εκατέρωθεν των πραγμάτων πορείαν.
Τοιαύτη υπήρξεν η διαγωγή του γέροντος αρματωλού. Ουδεμία δε
απομένει αμφιβολία ότι άλλως ήθελε διεξαχθή το δράμα των
Θερμοπυλών αν απ' αρχής ενίσχυε διά των δυνάμεών του τους
συναδέλφους του ή αν επί τέλους δεν απεσύρετο εντός του περιβόλου
της Αγάθωνας.
Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης, καί τοι μετά πολλής αυταπαρνήσεως
αποδυθείς εις τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα και μεγάλας υπερνικήσας
δυσχερείας όπως εν τη επαρχία αυτού συγκρατήση και γονιμοποιήση
επ' αγαθώ της πατρίδος τα μικρά μέσα όσα εδύνατο να διαθέση, καί
τοι ουδέ στιγμήν διστάσας να επιπέση ξιφήρης κατά των Οθωμανών
και να τους αποκλείση εντός της Οπουντίου ακροπόλεως, εις ουδέν
λογισθείς την ακροσφαλή θέσιν του πρωτοτόκου υιού του Γεωργίου,
ομηρεύοντος παρά τω Αλή πασά, ουχ ήττον οφείλει τις να ομολογήση
ότι ευρεθείς κατά την μάχην τοποθετημένος μετά τετρακοσίων
μαχητών, εν οις και ο Λουκάς Κόκκαλης, προς φυλακήν της επί του
Δύρα (Γοργοποτάμου) γεφύρας, ουδέ την επίθεσιν υπέμεινε του
Βρυόνου, αλλ' υπεχώρησεν αμαχητί εις το Δέμα. Καταδιωχθείς δε και
εκείθεν απήλθεν εις το χωρίον Δύο Βουνά τόπον της γεννήσεώς του.
Η παρά πάσαν ελπίδα απροσδόκητος αύτη του Δυοβουνιώτου υποχώρησις
εξέθηκεν εις προφανή κίνδυνον τον Πανουριάν, όστις είχε καταλάβει
την Χαλκομμάταν, διά δε των αξιωματικών αυτού Παπά Ανδρέου
Κοκοβιστιανού και Κομνά Τράκα Αγοργιανίτου, το χωρίον του
Μουσταφάμπεη. Άπασα δε των αλβανών η στρατιά υπό την οδηγίαν του
Βρυόνου ουδεμίαν παθούσα αποτριβήν ουδ' επί στιγμήν,
ανακρουσθείσα υπό του Δυοβουνιώτου, έξαλλος και παράφρων επί τη
αδοκήτω επιτυχία, μανιώδης επιπεσούσα κατεσπάραξε τους περί τον
Πανουριάν προκινδυνεύσαντα γενναίως και την ζωήν αυτού αφειδώς
εκθέσαντα προς εμψύχωσιν των συνεταίρων. — Έπεσεν εκεί ο
επίσκοπος Ησαΐας και ο αδελφός αυτού Παπαγιάννης, αι δε κεφαλαί
αυτών αποκοπείσαι και φερόμεναι υπό των προπορευομένων εμήνυσαν
μακρόθεν προς τον Διάκον την προσέγγισιν της καταιγίδος ήτις
απειλητική προέβαινεν όπως τον περικυκλώση διά των πτερύγων της.
Διό ουδέν παράδοξον αν και οι περί τον Διάκον κατεστράφησαν.
Παράδοξος και ακατανόητος είναι η μέχρι τέλους ακλόνητος επιμονή
του ήρωος και η απόφασις αυτού ν' αποθάνη αφού εγίνωσκεν ότι
περιττή απέβαινεν η θυσία και αφού συνησθάνετο βεβαίως ότι
αναγκαία ήτο προς την πατρίδα η ζωή του. Αλλ' υπό αισθημάτων
πάντη διαφόρων εμπνεόμενος ο Διάκος και θεωρών τας Θερμοπύλας
προωρισμένας ανέκαθεν να ήναι του Ελληνισμού το αιματόφυρτον
Γολγοθά, υπέμεινε μέχρι τέλους, απέκρουσε μετ' αγανακτήσεως τας
δεήσεις των φίλων προτρεπόντων αυτόν εις φυγήν και επί τούτω
προσαγαγόντων αυτώ την ίππον, και απεδέχθη το μαρτύριον συνειδώς
ότι αι μεγάλαι ιδέαι βλαστάνουσι και καρποφορούσι ποτιζόμεναι διά
του αίματος και τρεφόμεναι διά των βασάνων.
Περιγράφων την εν Θερμοπύλαις μάχην προέκρινα πανταχού τας
δοκούσας μοι ακριβεστέρας πληροφορίας, συνειδώς ότι η δημοτική
Ελληνική ποίησις εκ των μυχών της ιστορίας εκπορευομένη κυρίως
προτίθεται την ακριβή αφήγησιν των γεγονότων, περικοσμούσα μεν
και χρωματίζουσα αυτά ποικιλοτρόπως προς εκφανεστέραν του θέματος
διατράνωσιν, αλλ' ούτε την παραμόρφωσιν της αληθείας ανέχεται
ούτε την αποσιώπησιν όταν δι' αυτών καταστρέφονται αι βάσεις εφ'
ων εγείρονται οι ιδανικοί αυτής πύργοι. Απέκλινα επομένως τον
ρωμαντισμόν εφ' ω κακή τύχη αγάλλονται πολλάκις και ενασμενίζουσι
φαντασιοκόποι τίνες, μιμηταί ξένων εθίμων, ξένων παραδόσεων,
ψευδαπόστολοι και εισηγηταί αλλοτρίων δογμάτων, πεποιθώς ότι
σχετικώς προς την ηλικίαν και τας περιστάσεις του έθνους τοιαύται
νεολογίαι πρέπει να καταδικάζωνται ως αναχρονισμοι και να
εκλαμβάνωνται ως μιάσματα ικανά, διά της επιδράσεως αυτών,
επικινδύνως να νοθεύσωσι και διαφθείρωσι τον αληθή οργανισμόν της
ιθαγενούς γραμματολογίας. (6)
Ιστορία λοιπόν τουτέστιν αλήθεια είναι η κυριωτέρα βάσις της
Εθνικής ποιήσεως και οδυνηρόν και αξιοδάκρυτον είναι οσάκις εκ
των περιστάσεων της εποχής ή της ολιγωρίας των χρονογράφων τινά
εκ των σημαντικωτέρων γεγονότων εκτίθενται ανακριβώς και
συγκεχυμένως· είναι αδύνατον να περιγράψη της την ανυπόφορον
αδημονίαν εξ ης πάσχει ο ποιητής όταν εν μέσω του πυρετού της
εμπνεύσεως αίφνης παρίστανται αυτώ τοιούτου είδους προσκόμματα·
το ατύχημα τούτο συνέβη και προς εμέ ότε ανεκάλυψα σπουδαίαν
μεταξύ των ιστοριογράφων της νεωτέρας Ελλάδος διαφωνίαν περί της
εποχής καθ' ην συνεκροτήθη η καταστρεπτική σύγκρουσις. Μη δε
νομίση τις ότι αλόγως επί μικροίς δυσχεραίνω, ή ότι ακαίρως
υπερβοώ προκειμένου περί ασημάντου χρονικού λάθους. Έκαστον
γεγονός σχετίζεται μυστηριωδώς προς άλλα και ούτε επιεικές είναι
ούτε δίκαιον να βλέπη τις αίφνης διατεμνόμενον των ιδεών τον
συνειρμόν και ριπτομένας εις το μέσον αμφιβολίας αίτινες
διαταράττουσι της φαντασίας το δρομολόγιον.
Πριν ή λάβω ανά χείρας την Ελληνικήν Ιστορίαν του Κυρίου
Σπυρίδωνος Τρικούπη και το Δοκίμιον του Κυρίου Φιλήμονος, βαθέως
είχε ριζωθή εις την μνήμην μου η αποφράς ημέρα της 14 Απριλίου,
διότι και παρά του γηραιού Περραιβού και παρά του Κυρίου
Σπηλιάδου είχον μάθει ότι εν εκείνη έπρεπε να μνημονεύηται η
αγωνία, εν δε τη επιούση το μαρτύριον του Διάκου. Eρειδόμενος επί
της διαβεβαιώσεως ταύτης ήρχισα ιχνηλατών τήδε κακείσε σύγχρονα
δυστυχήματα όπως διά της συμπτώσεως και του συνδυασμού παραστήσω
αυτά συνδεδεμένα και τοιουτοτρόπως ανεξίτηλος διασωθή εν τη μνήμη
του έθνους η νεκρώσιμος εποχή. — Ησθάνθην δε ανέκφραστον
αγαλλίασιν ότε εύρον τον κρίκον δι' ου συνεζεύγνυτο η
φρικωδεστάτη του Διάκου τελευτή, μετά της απαγχονίσεως του
Πατριάρχου Γρηγορίου και της εκ των σπλάγχνων του Βοσπόρου
θαυμασίας αναδύσεως του ιερού εκείνου λειψάνου.
Αίφνης αναδιφών τας σελίδας του Κυρίου Φιλήμονος παρετήρησα μετ'
εκπλήξεως και ψυχικού άλγους ότι ουχί πλέον κατά την 14 αλλά κατά
την 23 Απριλίου συνεκροτήθη η μάχη. — Η διαφωνία αύτη προς μεν
την ιστορίαν ίσως ήτο αδιάφορος, προς δε την ποίησιν είχεν
ακαταλόγιστον βαρύτητα. Κ' ενώ αφ' ενός δεν ήθελον να μεταβάλω το
σχέδιον του τετάρτου άσματος, άφ' ετέρου ελυπούμην σφόδρα διά την
ανακρίβειαν, ούδ' έστεργον να αρυσθώ εκ των απόρων απολογίας
προσπίπτων εις την μακροθυμίαν της Π ο ι η τ ι κ ή ς Α δ ε ί α ς
άν ποτε εδείκνυντο αληθείς αι ρήσεις του Κυρίου Φιλήμονος και
Τρικούπη, εξηλέγχοντο δε ψευδείς και ανυπόστατοι αι των προ αυτών
γραψάντων.
Αλλά προς μείζονα ταλαιπωρίαν του νοός μου ο μεν Περραιβός, αφού
εν τη εισαγωγή των πολεμικών αυτού απομνημονευμάτων ανηλεώς
επιτίθεται κατ' εκείνων οίτινες εξ αγνοίας διαστρέφουσι την τε
χρονολογίαν και τα άθλα της επαναστάσεως, περιγράφων την μάχην
και θέλων εκ προθέσεως να σημειώση την αξιομνημόνευτον εποχήν,
διαβεβαιοί μετά παρρησίας ότι αύτη συνέβη κατά την 14 Απριλίου,
«π έ μ π τ η ν τ η ς δ ι α κ α ι ν ησ ί μ ο υ.» (7) Τούθ' όπερ
και ο Κύριος Σπηλιάδης παρεδέχθη άνευ αντιρρήσεως. — Ο δε Φιλήμων
αποτόμως διακηρύσσει ότι συνεκροτήθη τη 23η «η μ έ ρ α τ ο υ αγ ί
ο υ Γ ε ω ρ γ ί ο υ» — (8). Ο τελευταίος ούτος ισχυρισμός
στηρίζεται εφ' όλης εν γένει της χρονολογίας του Ιστορικού
Δοκιμίου, κυρίως δε επί της επιστολής του Νικολάου Νάκου, Ιωάννου
Στάμου, Ιωάννου Φίλωνος και Βασιλείου Βούσγου προς τον Γεώργιον
Κόκκινον και Νικόλαον Μανούσκον ημερολογημένης τη 19 Απριλίου,
δι' ης αγγέλλεται η άλωσις της Υπάτης καθ' α έγραφεν εις αυτούς ο
Διάκος, (9) Αν λοιπόν η επιστολή εγράφη τη τρίτη του Θωμά πώς
είναι δυνατόν να συνέβη η εν Θερμοπύλαις καταστροφή κατά την
πέμπτην της διακαινησίμου και να μη γίνεται περί αυτής λόγος εν
τω εγγράφω;
Εκτός τούτου διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τω Ιστορικώ Δοκιμίω ο
παρά των προυχόντων Λεβαδειέων διορισμός του Βούσγου ως
οπλαρχηγού, εις αντικατάστασιν του Διάκου, ημερολογημένος τη 23η
Απριλίου, τουτέστι τη αυτή ημέρα καθ' ην συνέβαινε το δυστύχημα.
Βεβαίως τοιαύται αποδείξεις είναι ικαναί να άρωσι πάσαν
αμφιβολίαν μολονότι διεγείρει εις εμέ έκπληξιν ου μικράν η σπουδή
μεθ' ης οι Λεβαδειείς προέβησαν εις την αναπλήρωσιν μη
θελήσαντες, χάριν σεβασμού προς τον άνδρα, ν' αναβάλωσιν εις την
επιούσαν τον διορισμόν άλλου, ότε την πράξιν ταύτην ήθελε
δικαιώση ο θάνατος του προσφιλούς αυτοίς στρατηγού.
Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας τρίβων περί τα τοιαύτα θεωρεί επίσης
αναντίρρητον την χρονολογίαν του Κυρίου Φιλήμονος συνεπεία
διαβεβαιώσεων συλλεχθεισών επί τόπου ένθα διασώζεται και η φήμη
ότι ο αείμνηστος είδε κατ' όναρ και τον άγιον της ημέρας
προτρέποντα αυτόν εις μάχην. Εις επίμετρον πάντων τούτων έρχεται
τέλος επιστολή ανέκδοτος του Διάκου προς τους άρχοντας της
Λεβαδείας ημερολογημένη τη 11η Απριλίου και υπάρχουσα εις χείρας
του Κυρίου Φιλήμονος, εν η αναγγέλλεται παρ' αυτού του οπλαρχηγού
η μετάθεσις του στρατοπέδου από Αλαμάνας εις Υπάτην.
Τοιουτοτρόπως λύεται οριστικώς το ζήτημα και προκύπτει
αναμφιλέκτως ότι καθ' ην ημέραν η ορθόδοξος ημών εκκλησία
πανηγυρίζει την μνήμην του τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου,
πάσα εθνική καρδία οφείλει να εορτάζη και την μνήμην του
τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Αθανασίου Διάκου.
Την επιστολήν ταύτην δημοσιεύω παρά πόδας ουχί μόνον προς
ένδειξιν της αληθείας, αλλ' όπως ίδωσι και μάθωσιν οι
μεταγενέστεροι διά τίνων μέσων ανεδέχθησαν οι λεοντοκάρδιοι της
εποχής εκείνης ίνα εγείρωσιν εκ του τάφου την εθνικήν αυτονομίαν·
πεισθώσι δε ότι ακράδαντος θέλησις στηριζομένη επί τυφλής προς
τον Θεόν πίστεως είναι όπλον ακαταμάχητον και μοχλός πανίσχυρος
ικανός αείποτε να ανατρέψη ετοιμόρροπα και σκωληκόβροτα
οικοδομήματα (10),
Επανερχόμενος εις το προκείμενον λέγω ότι, παραδεχθείς αδιστάκτως
την χρονολογίαν του Ιστορικού Δοκιμίου και δι' αυτής επιγράψας το
τέταρτον άσμα, επίστευσα θεμιτόν να συμπεριλάβω και τον θάνατον
του Πατριάρχου καθ' όσον πρόκειται περί γεγονότος τετελεσμένου
μεν προ δεκατριών ημερών αλλά μήπω συμπεπληρωμένου. Ουδείς ο
αγνοών ότι καθ' ην ώραν παρεδίδετο εις τας φλόγας ο Διάκος, το
λείψανον του Γρηγορίου διεπέρα σώον και άφθαρτον τον Εύξεινον
Πόντον και ότι το μετακομίζον το ιερόν φορτίον πλοίον του εκ
Κεφαλληνίας Ιωάννου Σκλάβου, μόνον κατά την 11 Μαΐου
ηγκυροβόλησεν εις Οδησσόν.
Συνελθόντων των Λεβαδειέων κατά την θέσιν Αγίαν Παρασκευήν και
καθαγιασθείσης της επαναστάσεως διά της ευλογίας και των ευχών
του μητροπολίτου Αθηνών Διονυσίου και των επισκόπων Ταλαντίου και
Αμφίσσης, Νεοφύτου και Ησαΐου, ανεκηρύχθησαν ομοφώνως παρά των
αρχιερέων, των προυχόντων, του περιεστώτος λαού και των αποστόλων
της Φιλικής εταιρίας Αθανασίου Ζαρείφη και Δήμου Αντωνίου,
πεντακοσίαρχοι μεν ο Βούσγος, ο Λάππας, ο Τριανταφυλλίνας και ο
Σιμαρέσης, αρχηγός δε των όπλων της επαρχίας ο Αθανάσιος Διάκος.
Τότε ανεπέτασεν ούτος και την σημαίαν του, τα μεν άλλα λευκήν,
φέρουσαν δε αφ' ενός την εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου, και αφ' ετέρου την φοβεράν ρήτραν Ε λ ε υ θ ε ρ ί α ή
Θ ά ν α τ ο ς. Αλλά σύμβολον αληθές της διανοίας του Διάκου και
μονόγραμμα και προφητικός γρίφος περικαλύπτων πάσας τας
απορρήτους ελπίδας, πάσας του έθνους τας πατροπαραδότους ευχάς,
ήτο η πολεμική αυτού σφραγίς, ένθα διέλαμπεν εγκεχαραγμένος επί
κεφαλής μεν ο Σταυρός, κάτωθεν δε ο δικέφαλος Βυζαντινός αετός
κεκοσμημένος διά των κεφαλαίων Ο. Θ. Ν. Κ., τουτέστιν ο Θ ε ό ς
ν ι κ ά»
Τα σημεία ταύτα έφερον και άλλοι εκ των συγχρόνων οπλαρχηγών ως ο
Πανουριάς. Αλλ' άξιον θαυμασμού είναι ότι διετηρήθησαν ανέκαθεν
απαράλλακτα, αμεταποίητα, αμετάβλητα εις τας στιβαράς χείρας των
αρματωλών καθ' όλην την διάρκειαν του μεσαιωνικού κατακλυσμού.
Ανατραπέντος του θρόνου έδραξεν ο Ελληνισμός την Μεγάλην της
Αυτοκρατορίας Σφραγίδα και μετ' αυτής εσώθη επί των χιονοστεφών
ορέων εφ' ων το συμβολικόν πτηνόν εδύνατο να στήση την φωλεάν
αυτού και να δορυφορηθή υπό ζώντων αληθών αετών, (11)
Τοιουτοτρόπως το Ελληνικόν έθνος έζησεν εν μέσω της αβύσσου, έχον
τουλάχιστον εν τη καρδία αυτού ένα όνειρον, έν δόγμα, ένα σκοπόν,
θείον, ευγενή, μεγάλον, και τον επεδίωκεν ακαταπαύστως, εις ουδέν
λογιζόμενον ούτε φυλακάς, ούτε μαστιγώσεις, ούτε απαγχονίσεις.
Πεινών, διψών, γυμνητεύων εσύρετο ο Έλλην μαχητής από χαράδρας
εις κρημνόν και από κρημνού εις υπόγεια και ζοφερά σπήλαια,
μετακομίζων αείποτε τον μυστικόν θησαυρόν του και προσδοκών καθ'
εκάστην ν' ακούση αντηχούν εις τας ακοάς του, το θυελλώδες
πτερύγισμα του άνακτος των ορνέων και να ίδη επανερχομένην την
βασιλείαν του Σταυρού του.
Εύρον οι Φιλικοί την ιδέαν ταύτην βαθέως ερριζωμένην εν τοις
σπλάγχνοις της φυλής και επεχείρησαν να την καλλιεργήσωσι
καταβαλόντες προσπαθείας γιγαντώδεις προς πραγματοποίησιν αυτής.
Όταν αναγινώσκη τις τα έγγραφα τα επιμαρτυρούντα τας
ακαταλογίστους θυσίας, τους διηνεκείς κινδύνους, την απεριόριστον
αυταπάρνησιν, τους αγώνας, τα τολμηρά σχέδια των συνεταίρων και
συγκρίνη ταύτα προς την παρούσαν νέκρωσιν, προς την απάθειαν,
προς την μικρότητα ημών των αμέσως διαδεχθέντων εκείνους,
καταλαμβάνεται υπό ανεκφράστου απελπισίας. Τότε ωκεανός
πολυτάραχος, αλλ' αχανής, τώρα λίμνη τεθολωμένη και νεκρά ύδατα.
Τότε ήλιος διαλάμπων εν μέσω πορφυροχρόων νεφελών, τώρα λυχνία
ημίσβεστος, αμυδράν εκπέμπουσα λάμψιν. (12)
Υπό την έποψιν ταύτην η κατάρτισις του Ελληνικού Βασιλείου
υπήρξεν αληθής δολοφονία της μεγάλης εθνικής ιδέας. Εφυλακίσθη το
γένος εντός στενοχώρου ειρκτής, κατεσκευάσθη διά χειρών αλλοτρίων
βάθρον ταπεινόν εφ' ου ετέθη εύθραστον θρονίον, εδωρήθη εις ημάς
μανδύας ον ειρωνικώς απεκάλεσαν πορφύραν, εχαλκεύθη σκήπτρον
κουφότερον καλάμου, εχαράχθησαν επ' αυτού τερατώδη σύμβολα, και
ημείς νήπιοι επεκροτήσαμεν την θεατρικήν παράστασιν, και
ανεπαύθημεν. Το πολεμικόν πνεύμα της φυλής εσβέσθη, κατέφαγεν η
σκωρία τα αιμοβαφή όπλα των πατέρων, οι απόγονοι των διασημοτέρων
αρματωλών μετεμορφώθησαν εις δικηγορίσκους και σήμερον αεννάως
αλληλλομαχούντες και διαπληκτιζόμενοι, προήλθομεν εις τοσούτον
ώστε να πιστεύωμεν ότι μεγάλας προσφέρομεν εις την Ελληνικήν
εθνότητα υπηρεσίας, όταν μετά σφοδράν και δριμυτάτην πάλην
επιτύχωμεν την καταδίκην πολιτικής τινος μερίδος και ταύτης εξ
Ελλήνων συγκεκροτημένης και χαρακτηρίσωμεν αυτήν φαύλην,
αντεθνικήν, διεφθαρμένην.
Αλλά κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος εις ουδενός τον νουν, όσον
στενόν και στείρον αν τον υποθέση τις, εχώρησεν η ιδέα τοιούτου
Βασιλείου. Εμειδία προς πάντας η ελπίς της μεγάλης εθνικής
αναγεννήσεως, της πλήρους ανακτήσεως των προγονικών δικαιωμάτων
και επομένως ανάλογος προς το μέγεθος του σκοπού υπήρξεν η
αυταπάρνησις, ο ενθουσιασμός, αι θυσίαι, η καρτερία, ανάλογα και
τα σημεία εν οις η ανεγειρομένη φυλή διετύπονε το επιζητούμενον
γέρας.
Ο Διάκος, είς των θερμοτέρων αποστόλων του εθνικού τούτου
δόγματος, αληθής ενσάρκωσις του αρματωλικού πνεύματος, επόμενον
ήτο ότι έπρεπε να φέρη επί της σφραγίδος απεικονισμένον το
αίνιγμα, όπερ είχεν ομόση ή διά της σπάθης να λύση ή διά του
αίματος να καθαγιάση. Την ιδέαν ταύτην πολυειδώς και πολυτρόπως
ηθέλησα να διατρανώσω και να εμφυσήσω εις το στιχούργημά μου
θεωρών αυτήν ως την ψυχήν δι' ης ανέκαθεν εζωογονήθη το έθνος,
υπέρ ης ηγωνίσθη, εμαρτύρησε, και ης τη αρωγή, θεού ευδοκούντος,
θέλει πάλιν ανορθωθή.
Αφαιρουμένης ταύτης η εθνική ποίησις, το Εγώ του Έλληνος, μένει
νεκρόν γράμμα, και τα άθλα και τα βάσανα και αι προσδοκίαι
τοσούτων αιώνων αποβάλλουσιν εκ μιας το ιδανικόν δι' ου
περικοσμούνται και παρίστανται ως πελώριος όγκος ελεεινών
ερειπίων, ασκόπως σεσωρευμένων και οικτρώς συνεχομένων διά μόνου
του αίματος και της σαρκός απειραρίθμων γενεών. Τοιαύτη εξόμωσις
της εθνικής πίστεως είναι ασυγχώρητον έγκλημα, τουλάχιστον προς
τα όμματα εκείνων οίτινες πρεσβεύουσιν ότι εν πάση σελίδι της
ημετέρας Ιστορίας καταφανής διαλάμπει ο δ ά κ τ υ λ ο ς του Υ ψ
ί σ τ ο υ.
Συνηγωνίσθησαν μετά του Διάκου τετρακόσιοι περίπου μαχηταί. Αλλ'
εξ αυτών μόνοι τεσσαράκοντα ή πεντήκοντα έμειναν μέχρι τέλους επί
του πεδίου της μάχης· οι λοιποί πτοηθέντες εκ του μεγάλου όγκου
των πολεμίων, ουδ' επιρρωννύμενοι έστω και εξ αμυδράς τινος
ελπίδος επιτυχίας, έστρεψαν απ' αρχής τα νώτα. Πλην δε του
αειμνήστου Ησαΐα και του εν Χριστώ αδελφού αυτού Ιερομονάχου
Παπαγιάννη, πλην του Βακογιάννη και του Καλύβα οίτινες, αφού
κατέστησαν απόρθητον ακρόπολιν το Χάνι της Αλαμάνας, έπεσαν
ξιφήρεις εις μέσον των εχθρών και κατεκρεουργήθησαν, ονομαστί
μνημονεύονται ο Κομνάς Τράκας εξ Αγόργιανης της Παρνασσίδος, ο
Ιωάννης Μητρόπουλος και Νικόλαος Κίρκος, οπλαρχηγοί Γαλαξειδίου
και ο Μήτρος Μασσαβέτας αυτάδελφος του Διάκου. Το πτώμα του
Μασσαβέτα εχρησίμευσε μάλιστα ως τελευταίον οχύρωμα, διότι
όπισθεν αυτού φυλαττόμενος ηγωνίσθη ο Διάκος τον τελευταίον αυτού
αγώνα. Ο δε Μητρόπουλος, αφού επί ματαίω προσεπάθησε ν' αποσπάση
εκείθεν τον αρχηγόν, απέκοψε την κεφαλήν του Μήτρου και απήλθε
σώσας αυτήν εκ των ύβρεων.
Εκ των παρά τω Διάκω μέχρις εσχάτης ώρας συμπολεμησάντων μόνον
του αδελφού έκρινα εύλογον να διάμνημονεύσω το όνομα. Προετίμησα
δε να θεραπεύσω τας ανάγκας της ποιήσεως δι' ενός ή δύο πλαστών
ονομάτων, προς αποφυγήν δυσαρέστων αντιλογιών
Προς τους ευαρίθμους τούτους μαχητάς αντεστράτευον ο Κιοσέ
Μεχμέτ, Κεχαγιάμπεης του Χουρσήτ και ο Ομέρ Βριόνης. Τον πρώτον
έκρινα ανάξιον πάσης προσοχής και μόνον εισήγαγον αυτόν ίνα τω
αναθέσω το απεχθές έργον του δημίου, ότε ο Χαλήλμπεης προσπεσών
εξητήσατο προσωπικήν ικανοποίησιν, τον παραδειγματικόν θάνατον
του Διάκου.
Αλλ' εν τω προσώπω του Ομέρ Βριόνου εύρον ανταγωνιστήν εφάμιλλον
και προσεπάθησα να τον παραστήσω καθ' ην εμόρφωσα προ χρόνων
ιδέαν περί του χαρακτήρος, περί της γενναιότητος, και καθόλου
περί των προτερημάτων και των ελαττωμάτων της φύσεως αυτού, αφού
πιστώς τον παρηκολούθησα καθ' όλην την διάρκειαν του πολεμικού
του σταδίου.
Είλκεν ούτος το γένος εκ των Παλαιολόγων Βριόνων, επί Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας δεσποτών της εν Αλβανία Μουζακίας. Υπάρχει δε
αναντίρρητον ότι οι περιφανείς αυτού πρόγονοι ετήρησαν διαδοχικώς
την ηγεμονίαν μέχρι της καταστροφής Γεωργίου του Καστριώτου. Τότε
εκ των δύο της γενεάς διακλαδώσεων η μεν μία εβιάσθη εις
εξόμωσιν, η δε άλλη εμμείνασα εις το πάτριον θρήσκευμα μετώκησεν
αλλαχού. Εκ της πρώτης κατάγεται ο επί Αλή πασά μέγας και πολύς
Χασνατάραγας (θησαυροφύλαξ), εκ της δευτέρας πηγάζουσιν αι εν
Επτανήσω σωζόμεναι οικογένειαι των Βριόνων.
Νεανίας έτι ο Ομέρ εδεικνύετο υπερήφανος και την έμφυτον ταύτην
αγερωχίαν υπέθαλπεν η συναίσθησις της καταγωγής ήτις και τον
παρέσυρε πολλάκις εις νεφελώδεις ρεμβασμούς. Ουδαμώς ανεχόμενος
την ταπείνωσιν και βαρέως φέρων την υπερίσχυσιν του Ιμβραήμ,
γαμβρού και διαδόχου του Κουρτ πασά, αμειλίκτου εχθρού του, εν τη
σατραπεία του Βερατίου, ανεχώρησεν εις Αίγυπτον και προσήνεγκε τω
Μεχμέτ Αλή την σπάθην, πολεμούντι τότε προς τους Κιολεμενίδας.
Εύρεν εκεί ο Βριόνης ευρύ στάδιον προς την φιλοδοξίαν του. Εκεί
εν μέσω των ερήμων διεπλάσθη το πνεύμα του καθ' ομοίωσιν των
εκτάσεων ας διέτρεχε και του επισκέποντος απεράντου ουρανού·
έκτοτε χρονολογείται και η διά βίου κατασχούσα την ψυχήν αυτού
μανία να τρέφη τους ευγενεστέρους και θαρραλεωτέρους ίππους και
οχούμενος να επιδεικνύη το αρρενωπόν ήθος.
Ότε, έν τινι κατά του Σουλίου εκστρατεία συνοδεύων τον Αλήν,
απώλεσε προσφιλεστάτην φορβάδα γένους περιφανούς, εξέθηκε την
ζωήν του εις προφανή κίνδυνον, προχωρήσας μέχρι των προφυλακών
του Σουλιωτικού στρατοπέδου όπως διαπραγματευθή την εξαγοράν,
αποτυχών δε εγένετο φρενήρης εκ της απελπισίας.
Κατακτήσας εν Αιγύπτω δόξαν και πλούτον μέγαν επανήλθεν εις
Ήπειρον και εταύτισε την τύχην του μετά του Αλή, επ' ελπίδι ότι
έμελλε να έλθη ώρα και τον Ιβραήμ να εκδικηθή και κυριάρχης εν τη
πατρίδι αυτού ν' αναδειχθή. Ο Αλής εκτιμών την αξίαν του ανδρός
και θεωρήσας αυτόν κατάλληλον προς εκπλήρωσιν των κατά της
σατραπείας του Βερατίου κατακτητικών σκοπών του, κατέστησεν αυτόν
θησαυροφύλακα και τω επέτρεψε να στρατολογήση εν τάχει και
επιτεθή κατά του Ιβραήμ· Εξελθών ο Βριόνης κατετρόπωσε τον εχθρόν
και τον εκράτει στενώς περιωρισμένον εντός του φρουρίου της
πρωτευούσης του, ότε ο Αλής δραμών δήθεν όπως μεσιτεύση προς
συνδιαλλαγήν των διαμαχομένων ήρπασεν, ως εικός, την περιουσίαν
του Ιβραήμ και έδωκε προς τον Ομέρ να εννοήση ότι, ζώντος αυτού,
εις ουδένα επετρέπετο να υψώνη τον τράχηλον.
Αποκηρυχθέντος του Αλή, ο φιλόδοξος Ομέρ προβλέπων την
καταστροφήν, ηνώθη μετά των Σουλτανικών αλλά εν τη αγερωχία αυτού
μη ανεχόμενος να βλέπη εαυτόν συγχεόμενον μετά της τύρβης των
πασάδων, εν τω κρυπτώ διελογίζετο διά τίνων μέσων να γίνη
περιφανής και περίβλεπτος.
Στενώς συνδεδεμένος προς πάντας σχεδόν τους διασημοτέρους της
Ελλάδος οπλαρχηγούς, και μη στέρξας ουδέποτε να μολύνη τας χείρας
εις τα Αληπασικά κακουργήματα, αφ' ετέρου εν γνώσει διατελών των
ενεργειών της Φιλικής Εταιρίας και προαισθανόμενος την
επικειμένην επαναστατικήν έκρηξιν, ήλθε τότε εις επαφήν προς τον
αρματωλόν της Λεβαδείας και γενικόν οδοφύλακα της Στερεάς,
Οδυσσέα Ανδρούτζον και επιδεικνύμενος συμπάθειαν υπέρ της
αναξιοπαθούσης Ελλάδος, απεριόριστον δε σεβασμόν προς την
ανδρείαν των τέκνων της, εφάνη διατεθειμένος να προτείνη φιλικήν
χείρα προς ανόρθωσιν εκείνων ους εθεώρει, ως εκ της ταυτότητος
της καταγωγής, αδελφούς και συμπατριώτας. Τότε συνωμολογήθη, επί
τω όρω αυστηροτάτης εχεμυθίας, μεταξύ του Οδυσσέως και του
Βριόνου η περίεργος εκείνη συμφωνία δι' ης οι συμβαλλόμενοι
υπεχρεούντο αμοιβαίως να υποστηριχθώσι διά των όπλων προς
αναστάτωσιν της Αλβανίας και της Στερεάς Ελλάδος, προβώσι δε μετά
την επιτυχίαν εις την κατάρτισιν δύο αυτονόμων Κρατών, του μεν
υπό την κυριαρχίαν του Ομέρ, του δε υπό την ηγεμονίαν του
Οδυσσέως. (13)
Και ο μεν Βριόνης, ίσως σπουδάζων ειργάσθη τα τοιαύτα, αλλ'
ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το γενναίον τέκνον του διαβοήτου
Ανδρούτζου προέβη εις το βήμα τούτο μόνον προς τον σκοπόν ν'
αποσοβήση ή να ουδετερώση επ' αγαθώ της επαναστάσεως πάσαν
αντενέργειαν εκ μέρους των Αλβανών.
Εκ της διαθρυλληθείσης συμφωνίας ωφεληθέντες μετά ταύτα
αρχολίπαροί τινες, προσωπικοί εχθροί του Οδυσσέως, υπέσκαψαν την
επιρροήν του, παρέστησαν αυτόν προδότην και τέλος κατώρθωσαν διά
χειρών Ελλήνων να δολοφονήσωσι τον ατρόμητον εκείνον λέοντα.
Καταρτισθέντος του συμβολαίου υπέβαλεν ο Βριόνης, ως μέσον
υπεκφυγής, παρατηρήσεις τινας σχετιζομένας προς την ιδιαιτέραν
θέσιν του, και ωμολόγησεν ειλικρινώς ότι επεθύμει να θεωρήται
απηλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως, αν τυχόν ο Σουλτάνος εκτιμών την
βαρύτητά του, ήθελε τον αναγόρευση Πασάν επί τρισίν ουραίς.
Εκραγείσης της επαναστάσεως και θέλων ο Χουρσήτ να καταπνίξη την
φλόγα εν τη γενέσει αυτής, τον μεν Κιοσέ έταξεν επί κεφαλής του
πρώτου κατά της Ελλάδος ορμήσαντος στρατού, καθιστών αυτόν
Βεζίρην αντιπρόσωπόν του, τον δε Βριόνην υπέβαλεν εις τας αμέσους
διαταγάς του.
Λαμβάνων υπ' όψιν την έμφυτον αστασίαν του χαρακτήρος του Ομέρ,
την άκρατον αυτού φιλοδοξίαν και θέτων αυτόν εις επαφήν προς τον
Διάκον, ου μόνον απέβλεψα εις τον παραλληλισμόν, αλλ' ενόμισα
παντός λόγου άξιον να διασώσω την απόρρητον ομολογίαν ήτις έλαβε
χώραν μεταξύ αυτού και του Οδυσσέως και να αναφέρω αυτήν ως
προτεινομένην εκ νέου εις άνδρα προ πολλών ετών αδιασπάστως
συνδεδεμένον μετά του οπλαρχηγού της Λεβαδείας και υποτιθέμενον
εν γνώσει των κρυφιωτέρων αυτού διαλογισμών.
Εκτός των ιστορικών τούτων ανταγωνισμών υπεράνω πάσης άλλης
βασάνου, πάσης άλλης περιφρονήσεως, έθεσα πλησίον του Διάκου, αφ'
ης στιγμής συνελήφθη μέχρι του μαρτυρίου, ανώνυμον και ειδεχθή
δαίμονα τον Γ ύ φ τ ο ν.
Άδεται ότι, άν ποτε επί πλοίου, εν μακραίς και υπερωκεανίοις
θαλασσοπορίαις, ενσκήψη επιδημία, εκ δε των νοσούντων υπάρχη τις
θανατηφόρως προσβεβλημένος, λάβρος, απαθής, αποτρόπαιος, εν
αποστάσει τινί όπισθεν της πρύμνης, εμφανίζεται ο καρχαρίας,
αλάνθαστος οιωνός του επικειμένου πένθους, μνήμα περιπλανώμενον,
αδηφάγον, προσμένων να καταβροχθίση το πτώμα άμα παραδιδόμενον
εις τα κύματα. Τοιούτος κατά τον μέγαν και φοβερόν διάπλουν του
Ελληνισμού τυγχάνει ο Γύφτος.
Υπήρξε το όργανον της στρεβλώσεως, ο βρόχος της αγχόνης, ο
πολυμήχανος εφευρέτης των βασάνων εν ταις χερσί των κατακτητών
και το έργον αυτού εξεπλήρωσεν εκθύμως, πιστώς, εντρυφών και
αγαλλόμενος οσάκις εις τους όνυχας αυτού παρεδίδετο το σφάγιον.
Αγνοώ αν η επικατάρατος αύτη φυλή, αρχαία ως ο Κάιν, κατά τας
πολυειδείς φάσεις του μυστηριώδους βίου της, περιήλθέ ποτε εις
την εξαχρείωσιν εις ην έφθασε διοδεύουσα την Ελληνικήν χώραν,
προαιώνιος ακόλουθος της καταστροφής και του ολέθρου.
Υπάρχουσιν έτι παρ' ημίν οι απαίσιοι ούτοι σκώληκες, αδιαπαύστως
περιπλανώμενοι, πελιδνοί, δυσώδεις, ως αγέλαι ακατανομάστων
κτηνών, οικτρά καταγώγια ρυπαρωτάτων διαδοχικών ασθενειών,
φέροντες επί των ώμων, δίκην παμμεγέθους κοχλίου, τας ζοφεράς
σκηνάς των και σύροντες μεθ' εαυτών τον άκμονα, την σφύραν, τας
τανάγρας, την φύσσαν εκ δύο ασκών συγκεκροτημένην, τους άνθρακας,
τεμάχιά τινα ακατεργάστου σιδήρου και σχεδόν πάντοτε λιμώττοντας
κύνας, μέλανας αιλούρους ή αλυσιδέτους άρκτους προς επίδειξιν,
όθεν πολλάκις Α ρ κ ο υ δ ό γ υ φ τ ο ι προσαγορεύονται.
Μετέρχονται την χειρομαντείαν, και συνθέτουσι παράδοξα φάρμακα
ουχί προς θεραπείαν ασθενειών ή τραυμάτων, αλλ' όπως δι' αυτών
προκαλώσιν εξαμβλώσεις, τεκταίνωνται μαγγανίας και παντός είδους
αθεμιτουργίας.
Άθεοι, απάτορες, ακοινώνητοι, ουδέποτε μεριμνώντες περί της
επιούσης, αγνοούντες πόθεν έρχονται ή πού πορεύονται, εν τη
αποκτηνώσει αυτών ασεβώς εναγκαλιζόμενοι αντί της συζύγου την
θυγατέρα· οσάκις προσέρχονται είς τινα εκ των ημετέρων πόλεων
συνήθως διαμένουσι σκηνίται εκτός του περιβόλου, ωσανεί
συναισθανόμενοι την απέχθειαν ην αείποτε διεγείρει η παρουσία
των, ή μη αποτολμώντες να ίδωσι κατά μέτωπον την κοινωνίαν ην
εβασάνισαν.
Τοιούτου ανθρωπομόρφου τέρατος δεν ηθέλησα να παραλείψω την
απεικόνισιν, εξορύξας συνάμα εκ των πολυτίμων της δημώδους
γλώσσης μεταλλείων την κατάλληλον κυριολεξίαν προς καθιέρωσιν των
ιδεών και των φράσεων δι' ων ήκουσα πολλάκις τον λαόν να
χαρακτηρίζη και να περιγράφη εκείνα του άδου τα μιαρά εκβράσματα.
Ταύτα έκρινα εύλογον να εκθέσω και προς διασάφησιν του θέματος
και προς συμπλήρωσιν ιστορικών τινων γεγονότων, συγκεχυμένως πως
αναφερομένων και ατάκτως τήδε κακείσε διεσπαρμένων. Λυπούμαι ότι
ηναγκάσθην να εκταθώ πέραν του δέοντος και προβλέπω ότι δεν είναι
δύσκολον να εφαρμοσθή κ' επί του βιβλιαρίου μου τούτου ο
Διογένειος χαριεντισμός, ν' ακούσω δε και την παραίνεσιν
μωμοσκόπου τινος ότι συμφέρει να φυλάξω το ποίημα μη τυχόν εξέλθη
των μεγάλων της εισαγωγής πυλών.
Αλλ' αι ταλαιπωρίαι και τα δυστυχήματα της φυλής και εν πεζώ λόγω
ιστορούμενα είναι πάντοτε ποίησις· εάν δε απ' αρχής μέχρι τέλους
παρακολουθήση τις εις τον βαθμιαίον εξελιγμόν του εθνικού
δράματος και την αλληλουχίαν των περιστάσεων, εν αις
συγκεφαλαιούται ο μυριετής αγών, ουδέν άλλο βλέπει, ειμή γενεάς
επί γενεών ως επί δέλτου νεκρικού ημερολογίου στιχηδόν
τεταγμένας, οιονεί πολυαρίθμους χορδάς γιγαντιαίας Αιολικής
φόρμιγγος παράλογος μεν επί πλείστον αμνηστουμένης, αείποτε δε
προσδοκώσης πεπειραμένους δακτύλους, ίνα διά της πρώτης αυτών
κρούσεως εκπέμψη φθόγγους ηδίστους και εξαισίους υμνωδίας.
Το περί γλώσσης ζήτημα παρέρχομαι όλως άθικτον, αποκλίνων και
αύθις πάσαν περί αυτού κενήν λογομαχίαν. Ερριζώθη εν εμοί και
εσαρκώθη ως δόγμα, ως σύμβολον ορθοδοξίας, όταν πρόκηται περί
ποιήσεως. Προέβη δε εις τοσούτον η προκατάληψις ώστε και αυτά τα
ένδοξα αρχαία ελληνικά ονόματα ασυμβίβαστα θεωρώ προς την
αρμονίαν του στίχου και γράφων τον Αθανάσιον Διάκον ουδαμού του
ποιήματος εδυνήθην να εισαγάγω ούτε τας Θερμοπύλας ούτε τον
Λεωνίδαν. Απ' εναντίας τα ονόματα των δημίων της Ελλάδος
παρετήρησα ότι αφομοιούνται πληρέστατα και συγχωνεύονται μετά της
δημοτικής ποιήσεως, είτε διότι ο χρόνος και η επιμιξία συνέτειναν
εις τούτο, είτε διότι αι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί
υποκρύπτουσιν ανεπαίσθητα και αδιόρατα σημεία επαφής συντελούντα
προς διάπλασιν των καλλιτεχνικών έργων.
Τι δε είπωμεν περί θεμάτων λαμβανομένων εξ αλλοτρίας ιστορίας,
και τι περί της οικτράς εξελληνίσεως των ηρωικών της Δύσεως,
ονομάτων όταν κακή τύχη εισαγώγιμα γίνωνται εις την ημετέραν
ποίησιν! Αλλά περί τούτου κρινέτωσαν άλλοι ήττον εμού
προκατειλημμένοι· εν τέλει δε θέλει δικάση το μέλλον. Το κατ' εμέ
θέλω προσπαθήση, όσον αι δυνάμεις μοι το επιτρέπουσιν, είτε
εισερχόμενος εις την καλύβην του ποιμένος, είτε διατρέχων τα όρη
και τας θαλάσσας, είτε παρευρισκόμενος όπου δήποτε η χαρά ή ο
πόνος εκβιάζει την εκδήλωσιν των αισθημάτων, να συλλέγω και
βαθμηδόν να διασώζω τα πολύτιμα κειμήλια της δημοτικής γλώσσης,
πεποιθώς ότι εν αυτή λανθάνει άφθονος ύλη εις γλωσσολογικάς
μελέτας, και αυτός ο απόρρητος σύνδεσμος ο δεικνύων την
γνησιότητα της καταγωγής, ο μαρτυρών ότι ο πέλεκυς της
ξενοκρατίας ουδέποτε επέτυχε να καταστρέψη την ενότητα της
ημετέρας φυλής, θαυμασίως διασωθείσης τη παντοδυνάμω συνάρσει της
ορθοδόξου ημών πίστεως εν τω απεράντω χαρτοφυλακείω των εθνικών
παραδόσεων.
ΣΗΜ. Ιστορικαί διασαφήσεις μετά τινων περί του λεκτικού
παρατηρήσεων καταχωρίζονται εν τέλει εκάστου άσματος.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ
Η Π Α Ρ Α Μ Ο Ν Η.
»Αναίβα, Μήτρε, στου βουνού κατάκορφα τη ράχη,
Πάρε το μάτι ταητού και ταλαφιού το πόδι
Και την αγρύπνια του λαγού, και στήσε καραούλι.
Κι' αν 'δής χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα,
Με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά, τον ύπνο μη μου κόψης,
Στάσου, πολέμα μοναχός. Κι' αν 'δής μες το φυσσάτο
Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη,
Πέτα, ροβόλα, κράξε με... Σύρε με την ευχή μου.»
Άστραψε απ' άγρια χαρά το μέτωπο του κλέφτη,
Εβρόντησαν τα χαϊμαλιά, ανέμισε η φλοκάτη,
Έλαμψε ο Μήτρος μια στιγμή κ' εσβύστηκε σαν άστρο.
Ο Διάκος τον συντρόφεψε για λίγο με το μάτι
Κ' ύστερα πέφτει καταγής γονατιστός στην πέτρα.
»Αδέρφια παλληκάρια μου! Ελάτε ολόγυρά μου
Και γονατίσετε μ' εμέ. Ο κόσμος στη χαρά του
Είν' ανθοστόλιστη εκκλησιά, κ' εδώ μας παραστέκει
Εκείνος που την έχτισε, για να τον προσκυνούμε.»
Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, η λαγκαδιαίς, τα δέντρα,
Η βρύσαις, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,
Στέκουν βουβά ν' ακούσουνε, την προσευχή του Διάκου.
»Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,
Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια,
Και μώλεγε να δεηθώ για κειούς που το χειμώνα
Σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά, με χιόνια, μ' αγριοκαίρια
Για να μη ζούνε στο ζυγό, ένοιωθα τη φωνή μου
Να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου,
Μου ετρέμανε τα γόνατα, σαν νάθελε η ψυχή μου
Να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.»
«Ύστερα μώλεγε κρυφά να σου ζητώ τη χάρη
Να μ' αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω
Και να μην έρθη ο θάνατος να μ' εύρη, να με πάρη
Πριν πολεμήσω ελεύθερος, για σε πριν το ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! Άκουσες την ευχή μου
Μου φύτεψες μες την καρδιά, αγάπη, πίστη, ελπίδα,
Έδωκες μιαν αχτίδα σου, αθέρα στο σπαθί μου
Και μούπες, τώρα πέθανε για με, για την πατρίδα.»
»Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαίς ακόμα
Και σβυόνται τ' άστρα σου για με. Για με θα σκοτειδιάση
Τώμορφο γλυκοχάραμμα. Θα μου κλειστή το στόμα
Που εκελαδούσε στα βουνά, στη ρεμματιά, στη βρύση,
Θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα
Που μούταν αδερφοποιτή κι' οπού με εμέ στη φτέρη
Αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα
Και 'ς τάψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.»
»Όλα τ' αφίνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
Και τώχω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα
Αυτήν την έρμη την πορειά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα
Και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση
Και στοίχειωσε κάθε κλονί από τα χώματά μου
Να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.»
»Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε την αυρινή τη μέρα!
Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώγ' η ζήλια.
Θα χλημητάνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια,
θα γενούν πάλαι τα Θερμιά, λαίμαργη καταβόθρα...
Χιλιάδαις ήρθαν θερισταί και χάρος οργοτόμος,
Μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πως δε θα μείνη λώθρα
'Σ αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος»...
»Κ' εμείς θα πάμε με χαρά 'ς αυτόν τον καταρράχτη.
Επάνωθέ μας θάσαι συ, και τα πατήματά μας
Θα νάχουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη
Πώμεινε σπίθ' ακοίμητη βαθειά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση
Πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση
Τώρα με τα Μαγιάπριλα η δουλωμένη χώρα.
Ευλογημέν' η ώρα!»
Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη
Κ' εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά, και στα ματόκλαδά του
Καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά ’ς το χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση!
Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Τα νειώτα, τη θωριά του
Τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφίνουν
Κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβαλάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
'Στον κόρφο της η άνοιξη, σαν νάτανε παιδί της.
Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπό του.
Χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη
Ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα,
Γλυκαίνει το χαμαίδρυο, ’ς του χαμαιλειού τη ρίζα
Αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι
Που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του
Αλλού στηλόνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
Τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση
'Σ τ' ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν
Στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Του ύπνου του η ώραις
Όσο κι' αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν
Ν' αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα
Του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην τη ρανίδα
Πώσταξ' από τα μάτια του, θα ξεπλυθή η μαυράδα
Που ελαίρονε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη
Σαν αητός μες τη φωλειά, ολάκερο ένα γένος
Έκλωθ' εκείνην τη βραδειά. Όταν προβάλ' η μέρα
Θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια
Με θεριεμμένα τα φτερά ν' αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους
Πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, ΄ς τα δουλωμένα πλάγια
Να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
«Κι' αν' δης χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα» σ.55
_Άλογο_. Ενικώς, έχει ως και παρά τοις αρχαίοις η _ίππος_
περιληπτικήν σημασίαν, ιππικόν. Εκφέρεται δε και πληθυντικώς
_άλογα_, αλλά τότε προστίθεται το _πολλά, ολίγα_, ή
προσδιορίζεται ο αριθμός, εν ω διά του πρώτου χαρακτηρίζεται το
είδος των μαχητών.
» Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη » σ. 55.
_Πηλαλάει_. Όταν ο ίππος οιστρηλατήται χρεμετίζων και ορθούμενος.
»Έδωκες μιαν αχτίδα σου αθέρα στο σπαθί μου » σ. 57.
_Αθέρας_. Κυρίως ο αθήρ του στάχυος, καθόλου δε το ακρότατον, το
λεπτότατον, το εκλεκτότατον. Επί κοπτερών όπλων το ακρότατον της
ακμής του ξίφους. Τα ανώτατα στρώματα της θαλάσσης όθεν και
_Αθερίνα_ είδος μικροτάτου ιχθύος διαιτωμένου εν τω αφρώ του
πελάγους.
»Αραχνιασμέν' η λύρα.» σ. 57.
_Λύρα_. Η πιστή ακόλουθος του κλέφτου ραψωδού, απετέλει μέρος της
πολεμικής αυτού συσκευής, ήτο δε το όργανον δι' ου ετονίζοντο τα
ηρωικά ημών άσματα.
»Αυτήν την έρμη την πορειά.» σ. 58.
_Πορειά_. Στενή δίοδος, το μέρος περιπεφραγμένου τινος τόπου όπερ
μένει ανοικτόν, και όχι τα παρά τη μονή της Δαμάστας Ποριά ων
ποιείται μνείαν ο Κύριος Τρικούπης εν σελίδι 263 της Ιστορίας
του, ούτως επονομασθέντα διότι ίσως υπάρχει εκεί και πλεονάζει το
είδος του λίθου όπερ καλείται _Πωρί_. _Πωρί_ καλείται επίσης πάσα
λιθοειδής υπόστασις προσαπτομένη τοις ένδον αγγείου, οχετού τινος
ή υδραγωγείου.
»Τ' άχαρα κόκκαλά μου.» σ. 58.
_Άχαρα_. Σημαίνει ενταύθα οικτιρμόν, ταλανισμόν ως και το φτωχός
και το δύστυχος και τα παραπλήσια. Ως εκφαυλιστικόν δε
συνεκφέρεται συνήθως μετ' άλλης επεξηγητικής λέξεως ως π.χ.
_άχαρος_ και _κακόμοιρος_.»
Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια. σ.58
ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας, έν τινι αξιολόγω πονηματίω
επιγραφομένω «Η κατά τον ΙΖ'. αιώνα επανάστασις της ελληνικής
φυλής» διατείνεται εν Σελ. 14 ότι το γνωστόν _Καρυοφύλλι_
ωνομάσθη ούτω από του εν Βενετία, οπλοποιοϋ Carlo figlio (Καρόλου
υιού)· Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις αλλ' ουδόλως
ευάρεστος. Τολμώ μάλιστα να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται
οιωδήποτε η διά τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων,
δι' ων ετράφημεν, εκτός όταν πρόκηται να βασιλεύση επωφελής τις
αλήθεια. Πού τώρα τα ποιητικώτατα και βαρύβρομα _καρυοφύλλια_ και
πού τα πεζώτατα και άφωνα και παράχορδα _Καρλοφίλια_! Εκ μιας το
διαβόητον αιθαλόεν όπλον των πατέρων μετεσχηματίσθη εις ευτελή
σιδηρούν σωλήνα χαλκευθέντα εν Βενετία. Αύριον ίσως ο Κύριος
Σάθας διανοείται να μας είπη πόθεν παράγεται και το _μιλλιώνι_
και το _αρμούτι_, και σπεύδω ν' αναχαιτίσω ει δυνατόν την
ακάθεκτον περί τα τοιαύτα ορμήν του. Το κατ' εμέ βεβαίως δεν θέλω
στρέψη συμπαθές βλέμμα προς το νέον βάπτισμα του αρματωλικού
πυροβόλου, ουδέ στέργω να παραδεχθώ την αγενή καταγωγήν. Απ'
εναντίας επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα ωνομάσθησαν ούτω,
διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδεί ζώνη, το ομώνυμον εύοσμον
φυτόν, όπερ καλούμεν _Καρυοφύλλι_.
Όταν παρά τινος τυμβωρύχου φιλολόγου ανεκαλύφθη και προέκυψεν ότι
τα ποιήματα του Όσσιαν δεν ήσαν ειμή πλαστογραφίαι του
Μακφερσώνος, διεσκεδάσθησαν δε εκ μιας ωσεί καπνός τα ιδανικά
αυτών θέλγητρα, απερίγραπτος λύπη κατέλαβε πολλούς εκείνων,
οίτινες είχον συνηθίσει να πιστεύωσιν εις την ύπαρξιν του Βάρδου
πολεμιστού. Αν δε η μνήμη δεν με λανθάνη, ο μέγας Chateaubriant
εθεώρησε την ανακάλυψιν αληθές δυστύχημα. Προτρέπω κ' εγώ τον
φίλον Κύριον Σάθαν να μη επιζητή τοιαύτα, διότι αυτός πρώτος
βλάπτεται εκ του μαρασμού των ανθέων της δημοτικής ποιήσεως.
»Και χάρος οργοτόμος.» σ. 58.
_Οργοτόμος_ ο διευθύνων τους θεριστάς και εν γένει εν ταις
αγροτικαίς εργασίαις, ο προπορευόμενος σκαπανεύς, ο χαράττων την
γραμμήν ήτις τίθεται ως όριον εις τας γινομένας ανασκαφάς.
_Όργος_ ή _οργός_ ο ανορυττόμενος αύλαξ, αυτή η γραμμή.
»Πως δε θα μείνη λώθρα.» σ. 58.
_Λώθραι_, τα αποκοπτόμενα οξέα μέρη των ήλων δι' ων προσηλούνταν
τα πέταλα τη οπλή των ίππων. Όθεν _λωθροκόβεται_ επί ζώου
συγκρούοντος ένεκεν ελαττωματικού τινος βηματισμού, και
τιτρώσκοντος τους αστραγάλους (κοινώς τα _πουλάκια_) εάν εξ
ολιγωρίας, τα σιδερά ταύτα κέντρα μη αποκοπώσι. Μεταφορικώς,
λώθρα, παν ό,τι ελάχιστον ευκαταφρόνητον, ουδεμιάς αξίας. Όθεν
_Να μη μείνη λώθρα_ κατάρα εμφαίνουσα εξόντωσιν, καταστροφήν και
όλεθρον μέχρι και αυτών των ευτελεστέρων περιτριμμάτων του οίκου.
»'Σ αυτόν τον καταρράχτη.» σ. 58.
_Καταρράχτης_, ως και παρά τοις αρχαίοις σημαίνει μέγαν όγκον
υδάτων κρημνιζομένων από αποτόμου βράχου. Αλλά _καταρράχτης_ και
η καταπακτή θύρα. Όταν δε επί τινων ευρέων παραθύρων συνήθως εν
χρήσει παρά τοις εργαστηρίοις των καπήλων και καλουμένων
_προβολών_ εφαρμόζεται ο _καταρράχτης_ τότε καλείται
_καταπρόβολον_.
»Θα νάχουνε για στήριγμα.»σ. 58.
Το _στηρίζω_ και _υποστηρίζω_ εύχρηστα παρά τω λαώ ως εν τη
κοινοτάτη φράσει «_το θέλω και το υποστηρίζω_» αλλά το _στήριγμα_
σπανίως ακούεται και μόνον εκ στόματος των _γραμματισμένων_·
νομίζω επομένως συγγνωστήν την χρήσιν εν τη παρούση περιπτώσει,
καθόσον ο Διάκος υπηρετήσας εν τη εκκλησία πολλάκις αναμφιβόλως
εξεφώνησε την λέξιν. Παρά τω Ελληνικώ λαώ συνήθως η ιδέα της
ενισχύσεως, της υποστηρίξεως, δηλούται διά τοιούτων φράσεων
αίτινες δεν αναφέρονται εις την εδραίαν και ασφαλή των ποδών
στάσιν. Ούτω, λόγου χάριν, _έχει καλά πλευρά, τον επλεύρωσε_.
Επικρατεστέρα δε όσα εμφαίνουσι περιφρούρησιν της κεφαλής,
εννοείται μεταφορικώς, ως ο _ίσκιος «Καλό δένδρο τον ισκιάζει»_,
τουτέστι έχει τις ισχυρόν προστάτην. «_Να ζήσω στον ίσκιο σου_»
και τα τοιαύτα. Αλλά και το _κέραμος_ (κεραμίδι) χρησιμεύει
πολλάκις εις ωραίας μεταφοράς. Ούτω περί βασιλέως ήκουσα, » _Ο
Βασιλειάς είναι στη σκέπη (του οίκου) κεραμίδι_» Και _κεραμόνω_
προφυλάττω, σκέπω τινά ή τι. Κλάδος δένδρου επισκιάζων την οδόν,
«_κεραμόνει το δρόμο._» Και, «_όπου κεραμόνει τ' α όσκιο,_»
σημαίνει την γραμμήν όπου φθάνει η σκιά των ορέων όταν ο ήλιος,
κλίνη προς την δύσιν.
Ο έρμος ο αζώηρος. σ. 60.
_Αζώηρος ο ανάγυρος ή αναγύρις_ των αρχαίων. Anagyris foetida.
Θάμνος δυσώδης εκ της οικογενείας των oσπριοειδών. Κατέχει θέσιν
ευτελεστάτην εν τη κοινωνία των φυτών. Η αποφορά αυτού διαδίδεται
και διά της ελαφροτέρας επαφής. Όθεν το των αρχαίων, «_Μη κινείν
τον ανάγυρον_» και το δημώδες, «_Μην ξυπνάς τον αζώηρο ή μην
ανακατόνης τον αζώηρο_. Λέγεται και _αζωήρι_. Ήκουσα δε
προφερόμενον και _οζώηρον_ και τότε δεν είναι απίθανον ρίζα αυτού
να ήναι το _Όζω_. Εν χρήσει παρά τω λαώ προς θεραπείαν του κατά
την εαρινήν ώραν μαστίζοντος τα ποίμνια των προβάτων και τας
αγέλας των βοών θανατηφόρου τυμπανίτου, προερχομένου εκ της
βοσκής χόρτων τινων αναπτυσσόντων αέρια πολλά κατά την πέψιν. Εν
τοιαύτη περιπτώσει οι ποιμένες, ημών λαμβάνουσι τα φύλλα του
αναγύρου και δι' αυτών εντρίβουσι τον οισοφάγον, τον ουρανίσκον,
την γλώσσαν του πάσχοντος ζώου μέχρις ου επέρχονται εκκενώσεις
και εμετός, δι ων συνήθως οιωνίζεται η προσεχής παύσις του κακού.
Την θαυμασίαν ενέργειαν του φαρμάκου τούτου είδον αυτός εγώ επί
βαρυτίμου αγελάδος, αγγλικού γένους, αιφνιδίως προσβληθείσης υπό
της νόσου αφού επί στιγμάς τινας είχε φάγει μετά λαιμαργίας
τρίφυλλον κάθυγρον εκ της πρωινής δρόσου.
Κατά τους τελευταίους χρόνους μεγάλαι εγένοντο εν Ευρώπη
προσπάθειαι προς εύρεσιν δραστηρίου αντιφαρμάκου κατά νοσήματος
επιφέροντος πολλάκις φθοράν μεγάλην εις τα πλούσια κατ' εξοχήν
της Ελβετίας ποίμνια. Η παρακέντησις εις ην προσέδραμον πολλάκις
οι ποιμένες ήτο μέσον λίαν επικίνδυνον και μετά πολλά και παντοία
πειράματα θεωρείται σήμερον ως κατάλληλος η υγρά αμμωνιακή
(ammoniaca liquida), αλλ' εγώ εύρον αυτήν ανωφελή. Ευχής έργον
επομένως θα ήτο αν o περιφρονημένος _Aζώηρος_ απεδεικνύετο
ειδικόν φάρμακον, καθ' όσον απροσδοκήτως ήθελεν αναβιβασθή εις
υψηλοτάτην περιωπήν εν χώραις όπου η κτηνοκομία φέρει πλούτον
μέγαν.
»Η ποταπή η λαψάνα.» σ. 60.
_Λαψάνα_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Lapsana stellata. Ποταπή δε
διά το ταπεινόν και χαμαίζηλον αυτής.
»Γλυκαίνει το χαμαίδρυο. » σ. 60.
_Χαμαίδρυο_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Teucrium Chamaedrys.
Πικρότατον· εν χρήσει δε προς ίασιν στομαχικών νοσημάτων.
»Στου χαμαιλειού τη ρίζα»... σ. 60.
_Χαμαιλειός_ ο χαμαιλέων των αρχαίων. Carlina Acaulis, ανήκει εις
την οικογένειαν των κυναροκεφάλων. Η ρίζα, φυματώδης, επιμήκης,
πλήρης οπού λευκού, όστις εκτιθέμενος εις τον αέρα πηγνύεται και
γίνεται μελανόχρους. Είναι δηλητήριον δριμύ και θανατηφόρον. Η
γεύσις της ρίζας υπόγλυκος, έχει αποφοράν βαρείαν ως την του
κωνίου. Εκ του καρπού ή της κυνάρας αυτού εξάγεται ο ιξός. Πρό
τινων ετών ολόκληρος οικογένεια εκ του χωρίου Σύβρου,
περιλαμβανομένου, σήμερον εις τον δήμον Ευγηραίων, απατηθείσα, εκ
της ευαρέστου γεύσεως της ρίζης, απώλετο εν τη πατρίδι μου. Τα
φύλλα αυτού ακανθώδη ποικιλόχροα, όθεν βεβαίως και το όνομα.
Και το περιπλοκάδι
Που πάντα κρύβεται δειλό, και τ' άπλερο κορμί του
Αλλού στηλόνει το φτωχό... σ. 60.
_Περιπλοκάδι_. Χαριέστατον φυτόν διά των λεπτοτάτων αυτού νεύρων
περιπλεκόμενον εις τα στελέχη των παρ' αυτώ φυομένων θάμνων.
Ευρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον εν ταις αιμασιαίς. Άπλερο δε
ένεκεν της ευλυγιστίας και της αδυναμίας αυτού, τουτέστι μη
πλήρες. Αντίθετον του _άπλερος_ είναι το _μεστός, σταλωμένος.
Άπλερα_ λέγονται επίσης και ζώα ή πτηνά γεννώμενα προ καιρού και
τότε είναι συνώνυμον του _Απασπάλωτα_ τουτέστι έχοντα σώμα
άμορφον.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο I Τ Ρ Ε Ι Σ.
ΔΙΑΚΟΣ, ΠΑΝΟΥΡΙΑΣ, ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ.
— Διάκε, χαρά ’ς τον ύπνο σου!
— Καλώς το Δυοβουνιώτη,
Καλή σου μέρα, Πανουριά.. Μη με προπήρ' η ώρα;
Εξέχασα, εγελάστηκα, γλυκά κρυφομιλώντας
Αδέρφια, με τη μάνα μου πούρθε να μ' εύρη απόψε.
— Θανάση, αν δε σου ζήλεψα τα νειώτα, την ανδριά σου,
Τ' άρματα τ' αξετίμωτα, το μάτι, το τραγούδι,
Ζηλεύω αυτήν τη ξαστεριά πώχει το μέτωπό σου!
Έστησε ’ς το κατώφλι μας το νεκροκρέββατό του
Ο Χάρος και μας καρτερεί. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
Μανάδαις αναρίθμηταις με κουφωμένα στήθια
Φεύγουν ’ς τα πλάγια να κρυφτούν με τα βυζασταρούδια.
Τα όρνια εμυριστήκανε το σκοτωμό που θάρθη
Και γρούζουν ανυπόμονα τροχίζοντας τα νύχια,
Και συ, κοιμάσαι σαν αρνί!... Θανάση, σε ζηλεύω!..
— Δεν έχω πέτρινη ψυχή. Του κόσμου τη λαχτάρα
Μέσα στη φλέβα της καρδιάς σα σίδερο λυωμένο
Τη νοιώθω π' αναδεύεται και με σαρακοτρώγει.
Συχώρεσέ με, Πανουριά. Πρώτη φοράν απόψε
Αφ' ότου ζώνω τ' άρματα μ' εξάφνισε τ' Αστέρι.
Μη μώχετε βαρύγνωμο. Ποιος ξέρει μην η μοίρα,
Αδέρφια, μ' αποκοίμισε για να με συνειθίση
'Σ του τάφου το τρισκόταδο. Εγώ κι' ο γέρο Χάρος
Εψές λογαριαστήκαμε, και ’ς το κατάστιχό του
Ένα μικρό καταιβατό μένει άγραφο για μένα.
Γνοιαστήτ' εσείς τους ζωντανούς. Εγώ θα πολεμήσω
Για τα παληά μας κόκκαλα. Στη φλόγα του πολέμου,
Σα μέσα 'ς ένα θυμιατό, θα ρίξω το κορμί μου
Να γένω νεκρολίβανο ’ς το φοβερό τρισάγιο.
— Μην τα ξεσυνερίζεσαι του Πανουριά τα λόγια.
Θυμήσου, Διάκε, μοναχά πως άδειασεν η φλέβα
Του δύστυχου του γένους μας, και μια ρανίδα τώρα,
Αν στάξη από το αίμα μας ’ς τη γη χωρίς ελπίδα,
Αντί νάναι μνημόσυνο, μπορεί νάναι κατάρα.
Ξέρω τι κρύβεις 'ς την καρδιά, γνωρίζω τι θα κάμης....
— Ποιος μ' εμαρτύρησε 'ς εσάς;
— Κανένας, μη θυμόνης...
Είδα κ' εγώ τη μάνα σου απόψε ’ς τώνειρό μου
Και μούπε νάρθω να σ' ευρώ και να σού 'πώ, Θανάση,
Που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάση ο κόσμος
Και θα χουμήση η Αρβανιτιά πυκνή σαν την ακρίδα,
Και τάλογο του Ομέρπασα ποιος θα τ' αποστομώση;
— Ο γυιός του Ανδρούτζου 'ς τη Γραβιά!!...
Τι θέλεις, Δυοβουνιώτη;
Να πάη το Γοργοπόταμο, θολό κ' εντροπιασμένο
Να 'πή στην άγρια θάλασσα, πως δεν ευρέθηκ' ένας
Τα ξακουσμένα του νερά, με δύο ρανίδαις αίμα
'Σ αυτό το πρώτο βάφτιμα, ν' αγιάση να μυρώση;
Κ' η θάλασσα μουγκρίζοντας να τρέξη ’ς ' ακρογιάλια,
Σα φοβερός διαλαλητής, κι' Ανατολή και Δύση
Να μάθουν πώς γηορτάζομε τη νεκρανάστασή μας;...
Νάναι ο Βριόνης στα Θερμιά και να μην εύρη εμπρός του
Δέκα κουφάρια ξαπλωτά για να σκοντάψη επάνω!
Να μη βαφή το πέταλο στου αλόγου του το νύχι!...
Αδέρφια, ταποφάσισα και μοναχός αν μείνω,
Θ' απλώσω οργυιά τα χέρια μου, τα πόδια θα ριζώσω,
Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε κι' αν δε με κατακόψουν,
Δε θα με διώξουν απεκεί, δε θα μου ιδούν τη φτέρνα.
Και συ τι λέγεις, Πανουριά;
— Μ' εθάμπωσε η αχτίδα,
Παστράφτει από τα μάτια σου. Τριγύρω 'ς τα μαλλιά σου
Παίζει το γλυκοχάραμμα. Μου φαίνεσαι μεγάλος,
Ψηλός ωσάν τον Όλυμπο και στέκω και προσμένω
Εμπρός σου ακίνητος, βουβός, Διάκε, να ιδώ τον ήλιο,
Πώραν την ώρα θα προβή απ' τ' αντικέφαλό σου.
— Τί λόγος, γέρο Πανουριά, τι φοβερή βλαστήμια
Ξαγλίστρησ' απ' τα χείλη σου! Αυτό το φως που βλέπεις
Ας μη το σκοτειδιάσωμε... Εσύ στη Χαλκομμάτα
Σύρε να ρίξης θέμελο. Στείλε τον Παπαντρία
Να πάη στου Μουσταφάμπεη με τον Κομνά τον Τράκα.
Και πριν αρχήση ο πόλεμος, θυμήσου, ο Ησαΐας
Να βγη ψηλά 'ς το ξέφαντο κ' εκείθε να κηρύξη
Το φοβερόν τον όρκο μας, για να γνωρίση ο κόσμος
Ότι το ράσο του παπά κ' η μίτρα του Δεσπότη
θα γένουν Χάρου φλάμπουρο και σκιάχτρο και σκοτάδι
Και κατασάρκι μελανό στην Άγια Τράπεζά μας,
Όσο σ' αυτά τα χώματα δαφνοστεφανωμένη
Η Βουλωμένη εκκλησιά το μέτωπο δε δείξη.
— Δεν είμαι, Διάκε, Πανουριάς, νάμαι γυναίκα χήρα
Και να με πνίξη το ψωμί που εφάγαμε ’ς τα πλάγια
Αν λησμονήσω σήμερα το βάφτισμα, τον όρκο.
— Εσύ το Γοργοπόταμο θα πιάσης, Δυοβουνιώτη,
Και πολεμώντας τον εχθρό λησμόνησε πως έχεις
Κλεισμένο μες τα Γιάννινα το Γεώργο, το παιδί σου.
Βλέπε το ρέμμα του νερού, κάμε το ν' αρμυρίση
Με δάκρυ της Αρβανιτιάς. Στείλε το ματωμένο
Στα μακρυνά τ' αδέρφια μας τον τρύγο σου να φέρη
Ωσάν πρωτόλουβον καρπό, μαζύ με τώνομά σου.
Ο Βακογιάννης στα ριζά, και πλεύρα ’ς το γεφύρι
Της Αλαμάνας, Πανουριά, θα στήσω τον Καλύβα.
Εις τη Δαμάστα μένω εγώ, σας το ζητώ για χάρη,
Κι' όταν αρχίσουνε... Σιωπή!... μου κάστηκε πως είδα
Σαν έναν ίσκιο να διαβή... Εσ' είσαι, μωρέ Μήτρε;
— Εγώμαι, καπετάνε μου.
— Πατείς βουβά τη νύχτα
Και δε σ' εγνώρισα με μιας. Με δίκηο νυχτοπούλι
Σε κράζουν οι συντρόφοι μας. Τι φέρνεις παλληκάρι;
— Εκίνησε ο Ομέρπασας από το Λιανοκλάδι.
— Πέτα, ροβόλα, Πανουριά... Στάρματα, Δυοβουνιώτη...
Χριστός ανέστη αδέρφια μου! Καλώς ν' ανταμωθούμε
Απόψε πάλε νικηταί. Κι' αν δε με μεταϊδήτε,
Δεν θέλω να με κλάψετε, θέλω σαν πολεμάτε
Την πρώτη σας την τουφεκιά, το πρώτο σας το βόλι
Για μένα να το ρίχνετε, για την ψυχή του Διάκου.
Εφιληθήκανε και οι τρεις. Τα χείλη του Θανάση
Ελουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολούν τα μάτια.
Στο κρυό ταγέρι του βουνού καπνίζει ο ανασασμός του,
Λες ότι από το στόμα του ορμούν και ξεθυμαίνουν
Σαν από βράχου σχισματιά η ακοίμηταις η φλόγαις,
Όπου κρυφόβραζαν βαθειά ’ς του γένους μας τα σπλάχνα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
_Πανουριάς_ και _Πανουργιάς Ξηροτύρης_ το επώνυμον. Άδεται ότι ο
ανάδοχος αυτού, κελεύσαντος του ιερέως ίνα προσκαλέση το νήπιον,
εν ω ετελείτο το βάπτισμα, απήντησε, Πανώρηα, ως εάν το
βαπτιζόμενον ήτο θήλυ. Άλλα νοήσας παραχρήμα το λάθος μετέτρεψε
το όνομα αυθαιρέτως εις το Πανουριάς.
Εγεννήθη περί τα 1759 εις Ντρέμισαν της Παρνασσίδος και έζησε
μέχρι τινος βίον ποιμαντικόν. Ύστερον συνεστράτευσε μετά του
Ανδρούτζου και του Καλλιακούδα. Εν έτει δε 1817 πορευθείς εις
Ιωάννινα, προσεκύνησε τω Αλή, και περί τα 1820 διωρίσθη αρματωλός
Παρνασσίδος. Ήτο πελώριος το σώμα, απλοϊκός και υπέρ το δέον
ευτράπελος, (Όρα Φιλήμονος. Ιστορ. δοκ. Τόμος 3. Σελ. 68).
_Δυοβουνιώτης Ιωάννης, εκ Δύο Βουνών της Φθιώτιδος_. Υπηρέτησεν
υπό τον Καλλιακούδαν, υπήρξε συνοπαδός του Αλεξίου Καλογήρου και
εύρεν αυτόν η επανάστασις αρματωλόν Σαλόνων. (Όρα Φιλήμονος
Ιστορ. Δοκ. 3. Σελίς 88).
Μ' εξάφνισε τ' Αστέρι, σ. 74.
_Αστέρι_. Όταν εκφέρεται ενικώς είναι ταυτόσημον του Αυγερινού
Εωσφόρου, Η Ανατολή αυτού ήτο παρά τοις ορεσιβίοις μαχηταίς η
συνήθης ώρα της εκ του ύπνου ανεγέρσεως.
Ο γυιός του Ανδρούτζου στη Γραβιά, σελ. 75.
Η εις το Χάνι της _Γραβιάς_ πολύκροτος μάχη του Οδυσσέως έλαβε
χώραν εις εποχήν μεταγενεστέραν, κατά την 8 Μαΐου. Προφητικώς
επομένως αναγγέλλει ο Διάκος το κατόρθωμα εκείνο, ωσανεί
πρααισθανόμενος ότι αδύνατον ήτο ο υιός του Ανδρούτζου να μη
νικήση καταλαμβάνων την Γραβιάν, τας δευτέρας ταύτας της Ελλάδος
Θερμοπύλας.
»Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε.» σ. 76.
_Ξεχωνιάζω, ξεχώνιασμα_. Η βαθεία ανασκαφή ακαλλιεργήτου εδάφους.
»Θυμήσου ο Ησαΐας.» σ. 77.
_Ησαΐας_. Υιός του ιερέως Παπαστάθη εκ Δεσφίνης της Παρνασσίδος.
Εγεννήθη περί τα 1779, εσπούδασεν εν τη σχολή των Σαλόνων,
διευθυνομένη υπό του ιερομονάχου Γερασίμου Λύτζικα. Δεκαοκταετής
εισήλθεν εις την εν Δεσφίνη μονήν του Προδρόμου και περί τα 1818,
εχειροτονήθη επίσκοπος Σαλόνων. Ήτο δε λόγιος, έγραψεν
εκκλησιαστικούς λόγους σωζομένους ανεκδότους και χρονολογίαν τινα
της Ρούμελης απολεσθείσαν. Υπήρξεν ο αείμνηστος είς των
θερμοτέρων αγωνιστών κατά τον βραχύτατον αυτού πολεμικόν βίον και
εφονεύθη μετά του Παπαγιάννη εν Χαλκομμάτα προτιμήσας τον θάνατον
της φυγής.
Ευτυχώς διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τη αξιολόγω συλλογή του Κυρίου
Γ. Π. Αγγελοπούλου (τα κατά τον αοίδιμον πρωταθλητήν του ιερού
των Ελλήνων αγώνος Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον τον έ.
Αθήναις 1865) επιστολή του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής
εκκλησίας προς τον Ησαΐαν, ην ευχαρίστως αντιγράφω προς
επικόσμησιν των σημειώσεών μου. Εκ ταύτης προκύπτει εναργώς η
υπέρ της εθνικής αναγεννήσεως διαπρύσιος μέριμνα του μεγάλου
Πατριάρχου· εξαφανίζονται δε αι στυγεραί συκοφαντίαι, αίτινες
εξυφάνθησαν κατά της διαγωγής του Γρηγορίου, προς αιωνίαν τιμήν
του ανωτέρου ημών κλήρου και προς καταισχύνην και όνειδος των
κατηγόρων.
ΤΩ ΕΠΙΣΚΟΠΩ ΣΑΛΟΝΩΝ.
Θεοφιλέστατε επίσκοπε και αδελφέ Ησαΐα
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ κτλ.
Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς διά του αγαθού πατριώτου καπετάνου
Φούντα Γαλαξειδιώτου ασφαλώς εδεξάμην και των εν αυταίς τιμίων
σου λόγων έγνων.
Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα,
οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και
μοχθηρών ζύμη, αφ' ης, ως ψωραλέου προβάτου, φυλάττεσθε. Κακόν
γάρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα.
Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις
πατριώταις, τα εχεμυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται οις συνεχώς
επιστέλλεις μοι, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ' ων έγνων
αδύνατον αντί παντός τιμίου ούδ' ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων
φυγείν· ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα
κομίζουσί μοι.
Η του Παπανδρέου πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια,
κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν,
εν φανερώ δ' άγνοιαν υποκρίνου, έστι δ' ότε κ' επίκρινε τοις
θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις ιδία Πράυνον τον Βεζύρην
λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα.
Άσπασαι συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων
εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ως περ
λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε εστί
το του Σωτήρος πάσχα.
Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου, αδελφέ μου
Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεωργία δώσει σοι ο Πανύψιστος.
Κωνσταντινουπόλει 28 Δεκεμβρίου 1820.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
»Και σκιάχτρο και σκοτάδι.» σ. 77.
_Σκιάχτρα_. Κυρίως τα φόβητρα διά ων εκφοβίζουσιν οι γεωργοί τα
πτηνά όταν επιπίπτωσι φθοροποιά και πειναλέα.
»Και κατασάρκι μελανό.» σ. 77.
_Κατασάρκι_. Το κατά την εγκαινίασιν της αγίας Τραπέζης πρώτον
επιτιθέμενον αυτή ύφασμα.
»Και να με πνίξη το ψωμί.» σ. 77.
Κατάρα συνηθεστάτη ριπτομένη συνήθως κατα προδότου, ή αγνώμονος.
«Θα σηκωθή το ψωμί που σώδωκα και θα σε πνίξη,» Απευθύνεται προς
τους λησμονούντας ταχέως τας χάριτας και τας περιθάλψεις.
»Ωσάν πρωτόλουβον καρπό.» σ. 78.
_Πρωτόλουβος καρπός_. Ο πρώτος ωριμάζων. Λέγεται και
_πρωτολάτης_.
Με δίκηο νυχτοπούλι.» σ. 78.
Τα νυκτερινά πτηνά καίτοι μεγάλας έχοντα πτέρυγας διέρχονται εν
τη σκοτία αψοφητί. Αντί _νυχτοπούλι_ έγραψα απ' αρχής _γιδοβύζι_
καθόσον τούτο περιφέρεται κυρίως περί το λυκαυγές και διά πολλών
ελιγμών και μετά πολλής ταχύτητος διώκει τα έντομα χωρίς ν'
ακούεται ουδόλως το πτερύγισμά του. Αλλά αντικατέστησα
γενικωτέραν έκφρασιν προς το ευπρεπέστερον. Πιστεύεται υπό του
λαού ότι το _γιδοβύζι_ προβαίνει λάθρα μέχρι των μαστών της αιγός
και υποκλέπτει το γάλα θηλάζον. Εκ της ιδέας ταύτης προήλθε και
το όνομα αναντιρρήτως. Το αυτό τούτο νυκτερόβιον πτηνόν κοινώς
ονομάζεται και ιταλιστί tetta-vacche, όπερ μεθερμηνευόμενον εν τη
δημοτική γλώσση ήθελεν αντιστοιχεί προς το _γελαδοβύζι_. Φαίνεται
επομένως ότι η αυτή πρόληψις υπάρχει και παρά τω συγγενεί Ιταλικώ
λαώ πλην ότι αντί της αιγός τίθεται η αγελάς. Αποβαίνουσιν εις
εμέ λίαν ευάρεστοι αι συναντήσεις αύται και παρέχουσιν
αντικείμενον εις εθνολογικάς ερεύνας. Επειδή δε το _γιδοδύζι_
πλανάται συνήθως πέριξ των μερών όπου αγελάζονται τα ποίμνια,
ίσως προς αφθονωτέραν άγραν ζωαρίων γεννωμένων εν ταις μάνδραις,
βεβαίως προήλθεν ο περί αυτού θρυλλούμενος μύθος εκ της
περιστάσεως ταύτης.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ
ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΡΙΤΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Μνήμη τον Αγίου και Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ.
Λαλούν η πέρδικες, γλυκά κι' ο ήλιος ’ς τη χαρά του
Απλόνει μιαν αχτίδα του και ψηλαφίζει ο κλέφτης
Τα παρδαλά τα στήθια τους κι' αυταίς αναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα ’ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης
Ταητού πρωτοπαλλήκαρο, να βάψη τα φτερούγια
Μες ’ς τον αθέρα της αυγής πριν έβγη ’ς την παγάνα.
Πλένουν τα φύλλα στη δροσιά χαρούμενα ταρείκη,
Και ’ς το ελαφρό το φύσημα του αγέρα που διαβαίνει
Συναπαντούσε φιλικά με τον ανασασμό του
Το θρούμπι, την αληφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια ’ς το λιοπύρι,
Ακούοντ' η νεροσυρμαίς από εγκρεμό σε βράχο
Να παραδέρνουνε γοργά και λες με τη γαργάρα
Πανάκραζαν την κλεφτουριά και την αποζητούσαν.
Εκυματίζαν τα σπαρτά, χαρά του ζευγολάτη,
Και κάπου κάπου ανάμεσα ξεπρόβαιν' ένα στάχυ
Και έγερν' εδώ, κ' έγερν' εκεί, το τρυφερό κεφάλι
Ωσάν να παραμόνευε να ιδή κι' αυτό το Διάκο.
Κι' ωστόσο ανθρώπινη φωνή μέσα σ' αυτόν τον κόσμο
Που φαίνετ' ολοζώντανος, καμμιά δεν αγροικιέται.
Ούτε φλογέρα ποιστικού, ούτε χαράς τραγούδι
Ούτ' αγωγιάτη σάλαγος. Εφαίνετ' όλη η φύσις
Λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα
Όπου εγεννήθηκε βουβή κι' όπου την παραστέκει
Η μαυρισμέν' η μάνα της να ιδή μην ξεχαράξη
Μαζύ μ' ένα χαμόγελο ’ς τα χείλη κ' η λαλιά της.
Αστράφτουνε, λαμποβολούν τριγύρω ’ς τη Δαμάστα
Άλλοι στρωμένοι κατά γης, άλλοι το διπλοπόδι,
Περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι αντρειωμένοι.
Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
Ανέμιζε τρομαχτικό, και ΄ς το ξεδίπλωμά του
Λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη Γηώργης
Με τ' άγριό του τ' άλογο κρατώντας καρφωμένο
Τ' άσπλαχνο το κοντάρι του ΄ς το διάπλατο λαρύγκι
Του φοβερού του δράκοντα που δέρνεται ΄ς το χώμα.
Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη
Κ' επάνω της εξέσερνε γοργά το δάχτυλό του,
Ποιος επελέκαε τεχνικά τη στουρναρόπετρά του
Στο λύκο του καρυοφυλλιού, ποιος τρίβει τα παφήλια
Συγνεφιασμέν' από νοτιά και ποιος για να ξεδώση
Εθόλωνε με τον αχνό του μαχαιριού τη λάμψη.
Κανένας δεν ανάσαινε. Σ' ένα κοντρί μονάχος
Κυττάζει ο Διάκος σιωπηλός κατά το Λιανοκλάδι.
Έξυπνος κι' ονειρεύεται. Από το ριζοβούνι
Αναίβηκε κ' η καταχνιά, ψιλός αφρός του αγέρα,
Και μια στιγμή τον έκρυψε ’ς τη δροσερή αγκαλιά της,
Λες ότι εκείνην την αυγή λησμονημέν' αχνάρια
Έσμιξαν σ' ένα σύγνεφο κ' ήρθαν από τον Άδη
Να μυριστούν το σκοτωμό, να ιδούνε το Θανάση.
Μες ΄ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα,
Μαρμάρα, φίδι φτερωτό, δροσίζεται και βόσκει
Στρωμένη, ετοιμοπόλεμη. Την είχε πάρει ο Διάκος
Χρονιάρικη ’ς τα Γιάννινα κι' από τ' αστέρι πούχε
Καταμεσής ’ς το μέτωπο την έκραζεν Α σ τέ ρ ω.
Έβραζ' ο πόλεμος μακρά και κούφια τη βοή του
Την έφερν' ο αντίλαλος σα μούγκρισμα πελάγου.
Όλοι προσμένουνε βουβοί... Κανένας πεζοδρόμος
'Σ το ξάγναντο δε φαίνεται... ο Μήτρος, πουν' ο Μήτρος;
— Γέρο Διαμάντη, δε μιλείς, δε μας καλημερίζεις;
Όλος ο κόσμος χαίρεται για την ανάστασή μας
Και στολισμένος μας θωρεί. Σε λίγο το σπαθί σου,
Που εσκούριασε ’ς τη θήκη του θα πιη να ξεδιψάση,
Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι
Εκλείδωσες τα χείλη σου;.. Τί σ' έπιασε, Διαμάντη;
— Σαράντα χρόνια πολεμώ. Απ' την κορφή ΄ς τα νύχια
Μ' έγδαρε, με ξεφλούδισε το βόλι, το λεπίδι...
Μ' έφαγε η γύμνια κ' η ερμιά... Έβαψε τα παλιούρια
Η ξεσχισμένη φτέρνα μου... Μ' έδειρε το χαλάζι...
Έστρωσα το κρεββάτι μου μες ’ς τη μονιά του λύκου...
Κυνηγημένος σα θεριό τη νύχτα ’ς τα λαγκάδια
Έβγαινα κ' έβοσκ' αρπαχτά τα κούφια βελανίδια
Που εσέποντο ’ς τα χώματα, κ' εζούσα μ' αποφάγια
Π' αφίναν τ' αγριογούρουνα... Κι' όταν τον αλωνάρη
Μούχαν πιασμένα τα νερά και μ' έφριγεν η δίψα,
Ακούστε το, μωρές παιδιά, εζύμονα ’ς τα δόντια
Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι,
Και δε θυμούμαι νάνοιωσα ποτέ μου τη λαχτάρα
Όπου με σφάζει σήμερα, και σα μονομερίδα
Απών' αρμό ’ς τον άλλονε, κρυφά κρυφά χωνεύει
Και μου ρουφάει τη δύναμη και με νεκρόνει, Λάμπρε.
— Γέροντα, τ' είναι πώπαθες!.. Ανάθεμα την ώρα
Που ο Γούμενος τ' Άη Γιαννιού από την Αρτοτίνα
Το λαμπριάτικο τ' αρνί, θυμήθηκε να στείλη.
Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι
Σου εδείξανε την πλάτη του!.. Πες μας τι γράφ' η μοίρα;
Εστρώθηκαν ’ς τη χλωρωσά τριγύρω ’ς το Διαμάντη
Ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι του. Άπλωσε ο γέρο κλέφτης
Κ' επήρε από τη ζώστρα του το φοβερό το χτένι,
Το πέρασε δυο τρεις φοραίς, απώνα χέρι σ' άλλο,
Με φόβο το ψηλάφισε, το κύτταξε ’ς τον ήλιο,
Κ' ύστερα σαν να ευρέθηκε με μιας σε ξένον κόσμο
Σαν να λησμόνησε με μιας σκοντάμματα και πάθη,
Ένα προς ένα εδιάβαζε τα μυστικά σημάδια
Και τα παιδιά ακουρμένονται. Τους έδειξε μια φλέβα
Μες ’ς τη διχάλα, κόκκινη.. Δεξιά, ζερβιά, μαυρύλαις
Σαν κυπαρίσια νεκρικά, κ' εδώ κ' εκεί λειψάδαις
Και σκοτεινά κοιλώματα. Τους έδειξε μια σκλήθρα
Κ' είπε πως ήτανε κεντρί.. Κι' όταν ο γέρο μάντης
Εξάνοιξε ’ς την αγκωνή, μελαχρινή λουρίδα,
Που πρόβαινε σα σερπετό, του θόλωσαν τα μάτια,
Που πιάστηκε η αναπνοά, του αχνίσανε τα χείλη,
Βαρειά, βαρειά αναστέναξε κ' εκόπηκε η φωνή του...
— Διαμάντη, τι σ' εξάφνισε;...
— Οχιά με τον οσκρό της.
Αρχίζει πάλ' ο γέροντας το πρώτο διάβασμά του,
Και μέσ' απώνα σύγνεφο τους έκραξε να ιδούνε
Όπου ξεφύτρωνε πουλί πούχε διπλό κεφάλι...
Πλατειά φτερούγια ολάνοιχτα. Στη μια την απαλάμη
Βαστούσε δίστομο σπαθί και με την άλλη σφίγγει
Στεφανωμένονε Σταυρό. Ολόγυρά του αχτίδαις
Και ξημερώματα γλυκά, και ξαστεριά και λάμψη...
Ταπίστευτο το θέαμα, γυρτοί, συμπυκνωμένοι,
Εκύτταζαν αχόρταγα ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι,
Κ' εν ω με χίλιαις ξέλεξαις επνίγανε το μάντη
Ακούσανε που εφρύμαζε συχνά συχνά η Αστέρω
Σαν κάτι νάθελε να 'πή κ' εχτύπαε το ποδάρι,
Κι' όλοι φωνάζουνε με μιας — Ο Μήτρος!... Το ξηφτέρι.
— Στ' άρματ' αδέρφια, ’ς τ' άρματα! Κ' επλάκωσ' ο
[Βριόνης.
— Και συ πώς είσαι, Μήτρε, αχνός;...Από την τραχηλιά σου
Ρένε τα αίματα στη γη... Πού σ' έχουνε βαρέση;
— Μάγλειψε, Διάκε, ξώδερμα το βόλι ένα παγίδι
Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι...
Θανάση, μας εχάλασαν...
— Πάψε... Γέρο Διαμάντη,
Δος μου το μήλι σου να ιδώ.. Μην κρένης... ξεστηθώσου..
Καλά σου την εφύτεψαν... Ο χάρος από τρίχα...
Ξανθό.. Φρυμμένη πηγανιά... Ό,τ' είναι... Τώρα πες μου.
— Θανάση, μας εχάλασαν... Δεν είχε σκάση ο ήλιος,
Που εχύθηκε ο Ομέρπασας... Χτυπάει το Δυοβουνιώτη
Και τόνε πέρνει 'ς το φτερό.. Δεν έπαιξε λεπίδι...
— Θάχε το νου του 'ς το παιδί... Κήτανε τετρακόσοι!...
Είδες εκεί τον Κόκκαλη;
— Εθόλωσε το φως μου,
Μ' επήρε το παράπονο κ' εδάκρυσα... δεν είδα...
Ακούστηκ' ένα ρυάσιμο από τη Χαλκομμάτα,
Και ρίχνονται του Πανουριά... Πρώτη φωτιά κ' εσμίξαν.
Εζήλεψα κ' εχούμησα... Το ράσο του Δεσπότη
Αντάρα, μαύρη θάλασσα... Εκεί κι' ο Παππαγιάννης...
Ολόγυρά τους σκοτωμός... αθεμωνιά κουφάρια...
Βόσκει του Γούρα το σπαθί... αστροπελέκι, χάρος...
Οι λαβωμένοι σφάζονται 'ς το χώμα με το δόντι...
Μας έπνιξε η Αρβανιτιά... Τάλογο του Βριόνη
Ανεμοστρόβιλος, οργή... Τα δυο του τα ρουθούνια
Ξερνούν αντάρα και καπνό... πλακόνουν κι' άλλοι... κι'
[άλλοι...
Λες κι' αναβράνε από τη γη... Δριμόχολο, τρομάρα...
Με κράζει ο γέρο Πανουριάς: — «Τρέχα να πης του Διάκου,
Που αν ήμαι ακόμα ζωντανός δε φταίω 'γώ... το βόλι» ..
Κ' εμούγκριζε σα δράκοντας... Τον άρπαξε ο Μανίκας..
Εκείνος ανδρειεύεται... του πέφτει κι' ο Καπλάνης...
Οι δυο τους τον ελύγισαν... Φεύγουνε πολεμώντας...
Ριπίζω... μ' εκυνήγησαν... ματώνομαι... με χάνουν.
— Τον είδες τον Παπαντρειά;
— Με τον Κομνά τον Τράκα
Κρατούν του Μουσταφάμπεη.
— Και τον Κιοσέ Μεχμέτη;
— Τον είχα ιδή που εμούδιασε. Του μύρισ' ο Καλύβας
'Σ της Αλαμάνας τα νερά. Του Βακογιάννη ο ίσκιος
Είναι βαρύς, θανατερός κι' όποιος περάση εκείθε
Σκοτάδι κι' αποκάρωμα. θα τώμαθε και μένει
Ναρθή με τον Ομέρπασα.
— Καλώς νανταμωθούμε...
Δεν ειν' αλήθεια, αδέρφια μου; Εψές 'ς την προσευχή μας
Το τάξαμε 'ς τον Πλάστη μας... 'Σ τη θέση του καθένας...
Νερό να μη διψάσετε... Κανείς σας δε θα ρίξη
Πριν δώσω εγώ την προσταγή, θέλω μια τέτοια μέρα
Να μετρηθούν τα βόλια μου με τόσους σκοτωμένους.
Μη σημαδεύετε ψηλά... Κι' αν πέσω, θυμηθήτε,
Τ' άρματα, το κεφάλι μου... Ας τάχη ο γυιός τ' Ανδρούτζου
Να μη τα πάρη η Αρβανιτιά... 'Σ τον κόρφο κρεμασμένο
Όποιος μου ψάξη το κορμί, θαυρή το φυλαχτό μου...
Μου τώχει ρίξη στο λαιμό η μάνα μου τη νύχτα
Που εβγήκα κλέφτης 'ς τα βουνά... Πάραυτα να το πάτε
'Σ το μοναστήρι τ' Άη Γιαννιού... Θέλω το δαχτυλίδι
θέλω να μείνη μαρτυριά ς' το χέρι το δεξί μου,
Να με γνωρίση ο Ομέρπασας. Εκεί θαυρή γραμμένη
Την πίστη μας 'ς ένα Σταυρό, τώνειρο, την ελπίδα
'Σ ένα δικέφαλο πουλί... Τούπε ο Θεός θα γένη...
Σήμερ' αρχίζει ο κάματος. Ήρθαν τα πρωτοβρόχια,
Θάμεθα 'μείς η προοιμιά. Άφαντος ζευγολάτης
Που δε δελιάζει 'ς τη σπορά, κρατεί το χερουλάτη.
Ταλέτρι τρίζει 'ς τώργωμα ... Ήταν η γη χερσάδα
Και το γενί θαμπή βαθειά... Το γήμορο δικό μας...
Ψυχή, παιδιά μου, 'ς τ' άρματα!.. Τούπε ο Θεός θα γένη!
Να μη σας λείψη το νερό... Γέρο Διαμάντη, Μήτρε,
Σταθήτε σεις εδώ μ' εμέ ... 'Σ τη θέση του καθένας.
Εσκόρπισαν ολόγυρα. Ποιος πιάνει ένα θυμάρι
Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά, τ' αφωρεσμένο δέντρο.
Τα καρυοφύλλια δείχνουνε μες 'ς τα κλαριά το στόμα
Σαν άγρυπναις δεντρογαλιαίς. Εδώθ' εκείθ' αστράφτουν
Άγρια μάτια φλογερά, ανάμεσα 'ς τα φύλλα,
Λες κ' ήταν θράκια σκεπαστά. Πρώτη πνοή θ' ανάψουν.
Ένοιωθε κι' αναγάλλιαζε τη δύναμή του ο Διάκος.
Μένει με μιας ακίνητος. Εσταύρωσε τα χέρια
Και κατά την Αγάθωνα το πρόσωπό του στρέφει.
'Σ το μέτωπό του το πλατύ που το φωτίζ' ο ήλιος
Επέρασ' ένα σύγνεφο. Το μάτι του κατάρα...
Από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε η πικράδα
'Σ τα δροσερά τα χείλη του και του τα φαρμακεύει
Σαν νάχε πιή την αλοή...
— Αχ! Μήτζε Κοντογιάννη,
'Σ τον άδη που θα καταιβώ, αν μ' εύρη ο γέροντάς σου
Και με ρωτήση, τι θα 'πώ;... Πως μ' έν' αρματωλίκι..
Είπε και στέναξε βαρειά. Εδιάβηκε η μαυρύλα
Κ' έρχεται πάλαι η ξαστεριά. Θολός, συγνεφιασμένος
Δε μένει τέτοιος ουρανός, ώρα πολλή δε μένει.
— Καπνούρα, Μήτρε, καταχνιά... δε μας χασομεράνε.
Όθε περάσουν, ερημιά, μένει το χώμα στείρο.
— Έρχετ' εμπρός η Λιαπουριά με τον Ομέρ Βριόνη..
Διαμάντη, κύτταξε και συ, σαν και να σταματήσαν.
— Χωρίστηκε ο Κιοσέ πασάς.. Χτυπάει την Αλαμάνα...
Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά... Χαρά 'ς το καρυοφύλλι!...
Να μην πεθάνω εδώ με σας, αν δεν ην' του Καλύβα.
Τούχα γνωρίση 'ς τ' 'Αγραφα... Πούσαι καϋμένε, Δίπλα,
Να ιδής που δεν εβράχνιασεν ο λάρυγγάς του ακόμα!..
Έψησ', εμαύρισε καρδιαίς... Θα εδάγκασε κουφάρι..
Το βόλι δεν εδιάβηκε ... Γονάτισ' ένας ... πέφτει...
Καλή αρχή... ματώθηκαν... ανάφτει το γεφύρι...
Πώς πολεμούνε τα σκυλιά!... Διάκε; ...καπνός... δε βλέπω.
— Καλήτερα για σένανε. Τους βλέπω εγώ, Διαμάντη
'Σ του Βακογιάννη τα πλευρά, 'ς τα στήθια του Καλύβα
Χτυπάει το κύμα και σκορπά. Τους έζωσε η πλημμύρα
Και δε σπαράζουν απεκεί. Τρέχα να πης του Λάμπρου
Να πάη μ' εξήντα διαλεχτούς... Φτερά... κ' η ώρα σφίγγει.
Μήτρε μου! Το μιλλιόνι μου... Μας είδανε... Ο δερβίσης
Στάθηκ' εμπρός και ρυάζεται... Κρατεί και δυο κεφάλια!..
— Εδώθε του Δεσπότη μας, ζερβιά του Παπαγιάννη.
— Δε μούπες πως τους έκοψαν!... Νάχωμε την ευχή τους...
Κύτταξε, Μήτρε, το σκυλί, για να μας φοβερίση,
Τώρα τα πέταξε 'ς τη γη και τα ποδοκυλάει...
Τα πήρε παραμάσχαλα... Επρόβαλ' ένας άλλος...
Αναίβηκε 'ς το ψήλωμα.... Διαλαλητής... Τί θέλει;...
— Θανάση Διάκε;... Εισ' αυτού;... (14)
— Εδώμαι.... Ποιος με κράζει;
— Ο αφέντης ο Ομέρπασας...
— Στη γη δεν έχω αφέντη.
Κι' όθε περάση ο ίσκιος μου, ορίζω εγώ... Το ξέρει.
— Δόσε μας διάβα, κι' ό,τι πης, τιμαίς... και βιο... και
[χάραις.
— Πόλεμο θέλω... πόλεμο... Ποιος είσαι συ που κρένεις;
— Πιστεύω, ό,τι πιστεύετε...
— Αφωρεσμένος νάσαι
Πώχεις ψυχή 'ς τη γλώσσα μας, 'ς αυτόν τον Άγιον Τάφο
Να βλαστημήσης προδοσαίς... Αφωρεσμένος νάσαι...
Κι' ο αντίλαλος εφτά φοραίς από σπηληαίς σε βράχους
Από βουνά σε λαγκαδιαίς φαρμάκεψε ταγέρι
Μ' εκείνον τον αφορεσμό. Τα χείλη του Ησαΐα
Αραχνιασμένα και βουβά 'ς τον ύπνο τους σπαράζουν
Και μουρμουρίζουνε βραχνά: — » Αφωρεσμένος νάναι» ...
Έφτυσεν αίμα καταγής του Παπαγιάννη η γλώσσα
Κι' ανταποκρίθηκε κι' αυτή: — » Αμήν... αφωρεσμένος.» —
Εχάθηκ' ο διαλαλητής... ανατριχύλα... τρόμος.
Μηρμύγκιαζε η Αρβανιτιά. Τάλογο του Βριόνη
Τους διαχωρίζει εδώ κ' εκεί και τους δαγκάει την πλάτη.
Σαλάγα τους Ομέρπασα! Σπρώχνε, βορειά, το κύμα
Να φάη την πέτρα του γιαλού. Θα ξαφνιστής μια μέρα
Να ιδής τη νεκροθάλασσα το βράχο ν' αγαπήση.
Θαγκαλιαστούν τα δυο θεριά και τότε αδερφωμένα
Θα χλημητίσουν φοβερά, κι' ο άνεμος θα πέση.
Σαλάγα τους Ομέρπασα! Μάτονε τη βουκέντρα
Να τρέχουν τα καματερά. Θα νάρθη εκείν' η ώρα
Που αγριεμένα θα τα ιδής. Θα ν' αντιστηλωθούνε
Θα να τινάξουν το ζυγό, θα φύγουν με τ' αλέτρι
Και θάρθουνε μουγκρίζοντας 'ς το πρώτο βουκολειό τους.
Σαλάγα τους!... Σαλάγα τους!... Τάλογο πάντ' αστράφτει.
Μέσα 'ς τη μαύρη συγνεφιά... Εμπρός τα δυο κεφάλια.
Ακούστηκε σα μια βροντή... 'Σ τα σωθικά του Διάκου
Κρυφά λες κ' είχαν σωριαστή, φαρμακεμμένοι πόνοι,
Χίλιων χρονών εκδίκησαις, στείραις ευχαίς, ορφάνια,
Του βρόχου το λαχτάρισμα, τυραγνισμένη φτώχια,
Κατάραις, ψυχομάχημα, βάσανα, μοιρολόγια,
Κ' εξέσπασε με μια φωνή το βογκητό του γένους: —
» Αδέρφια μου!.. Φωτιά . .. Φωτιά» ...
Το βόλι του Θανάση
Δε θέλει σάρκα ανθρωπινή. Γυρεύει ν' απαντήση
Τάλογο πανδρειεύεται. θέλει να πιη τη φλόγα
Πώβραζε μες τη φλέβα του και 'ς τ' άγριο πέρασμά του
Του χάραξε το λάρυγγα, του θέρισε το σφάχτη
Του ρούφηξε τη λεβεντιά, του σβει την περηφάνεια
Και μεθυσμένο από χαρά φυσσομανάει και φεύγει.
Το άτι αναστηλώθηκε, στερνή παλληκαριά του,
Τα λάγανά του αιμάτωσαν, λυγάνε η κλείδωσαίς του
Και ροβολά νεκρό 'ς τη γη. Ψυχομαχάει κι' ακόμα
Κρατεί τ' αυτιά του τεντωτά...
Ομέρπασα Βριόνη
Σου στέλνει χαιρετίσματα του Διάκου το μιλλιόνι.
— Μήτρε, τα μετωρίσματα, παλληκαριά δεν είναι,
Όπου είν' ο χάρος Βασιλειάς... Διαμάντη!...Τον δερβίση.
— Θανάση, ως τώρα τρεις φοραίς τον έβαλα 'ς το μάτι
Και δε μου δείχνει μέτωπο. Θα να τον τρώγη το αίμα.
— Νάτος... Εξεσκεπάστηκε... Φωτιά... Διαμάντη... ρίξε...
Βογκάει τ' αρμούτι το παληό... Ερρέκαξε ο Δερβίσης
Απλώθηκε ταπίστομα κι' ακόμα με τα νύχια
Κρατεί σφιχτ' από τα μαλλιά τα δυο του τα κεφάλια.
— Μήτρε, μην επαράδραμα;
— Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη,
Του ξήλωσες τα καύκαλα. — Τάνοιξες τρίτο μάτι
Για να διαβαίνη θαρρετά, να περβατή 'ς τον Άδη.
— Μήτρε, μ' αρέσει να μ' ακούς... κ' εγώ το θάνατό του.
Λυσσομανάει η αρβανιτιά τριγύρω 'ς το κουφάρι.
Βάφουν 'ς το αίμα τα σπαθιά... Παραδαρμός, φοβέραις.
Βουβάλια πού αγριέψανε... Τρώγονται συνατοί τους...
Στέκουν και ξεδιαλέγονται... αθέρας... ένας κ' ένας...
Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς.... Ότι και ξεφυτρώναν
Της νειότης τα τριαντάφυλλα. Λουλούδια, βλασταράκια,
Τα κύλησε η νεροποντή και 'ς τον καταποτήρα
Τα παρασέρνει ο ποταμός. Παιδιά, τα πήρε η τύφλα
Και χύνονται μες 'ς τη φωτιά... Του Διάκου τα λιθάρια
Με τα λεπίδια πελεκούν να τα ξεθεμελιώσουν.
Αρπάζουνε για ν' αναιβούν την πέτρα με τα νύχια
Κι' ότι φανούν τα δάχτυλα, το σίδερο θερίζει.
Τρεις ώραις ανδρειεύονται... Πλακόνει κι' ο Βριόνης
Σα μαύρη βαρυχειμωνιά... Χαλάζι το μολύβι...
Σκάφτουν το χώμα τάλογα... Σίφουνας, συντελεία...
Χνώτο με χνώτο πολεμούν... Αδερφωμένο βρέχει
Το αίμα ταρβανίτικο τη γη με το δικό μας...
Έχουν την ίδια τη βαφή... Αν σμίγουν πεθαμένα
Πώς δε θα σμίξουν ζωντανά;..
— Διαμάντη, τι με θέλεις;
Πώς άφησες το σκοτωμό και πώς με την Αστέρω
Μου πέρνεις τα πατήματα;...
— Θανάση;.. Με γνωρίζεις..
Δεν παρακάλεσα ποτέ... Κ' εμπρός σου... γονατίζω.
— Πες μου, τι θέλεις;... γρήγορα..
— Αυτό το έρμο χώμα
Αν ήν' αλήθεια παγαπάς, Θανάση... γλύτωσέ το...
— Σου φαίνεται να δείλιασα;
— Φύγε, Θανάση, φύγε.
— Μη φαρμακεύης, γέροντα, το ψυχομάχημά μου.
— Δε βλέπεις πόσοι εμείναμε;... 'Σ το Χάνι ο Βακογιάννης
Με τον Καλύβα εκλείστηκαν ...
— Κ' εγώ... χειρότερός τους;
— Όχι, Θανάση, μένω εγώ, πώφαγα το ψωμί μου
Και δε μ' αποζητάει κανείς... Μένει μ' εμέ κι' ο Μήτρος,
Εκείνος είναι νειώτερος... θα πάρη τώνομά σου
Και δε θα σ' εντροπιάσωμε ...
— Πώς είπες;... Τώνομά μου;...
Δε θα κοτήση ο θάνατος, Διαμάντη, να το πάρη
Και σεις θα μου το κλέψετε;
— Θανάση, σχώρεσέ μας.
— Εσείς μ' εμέ, κ' εγώ με σάς... Συχωρεμένοι νάσθε.
Κ' εκεί που ο ανεμοστρόβιλος μουγκρίζει του πολέμου
Πηδούν οι λειονταρόψυχοι και κολυμπούν μιαν ώρα
Μες 'ς τη φωτιά, μες 'ς τη σφαγή... Παράδερνε η
[Αστέρω..;
— Όσοι είστε ακόμα ζωντανοί, ελάτε ολόγυρά μου ...
Φωνάζει ο Διάκος, κ' έρχονται... Δε μένουν παρά δέκα.
Ο ήλιος στέκει για να ιδή. Κάδε στιγμή πού φεύγει
Τους έσφιγγε στενά στενά 'ς την αγκαλιά του ο Χάρος.
Μέσα σε τέτοιο πέλαγο, βαθύ μελανιασμένο,
Έν' ακρογιάλι μακρυνό, το μάτι του Θανάση
Ξανοίγει που τους έκραζε . — «Παιδιά, ς' το Μοναστήρι...»
Και δρασκελίζουν πεταχτά τη σιδερένια φράχτη
Πωλόγυρά τους έπηξε... Σεισμός το πέρασμά τους.
Τα όρνηα αναφτερούγιασαν... Τους κυνηγούν... προφτάνουν
Και πλημμυρίζουν την αυλή... Η εκκλησιά 'ς τη μέση
Παραιτημένη, ολόκλειστη... Ιδρόνει ο τοίχος αίμα...
Τρίζουνε τα κονίσματα ... Τα βόλια που ανεμίζουν
Εδέρνανε τα σήμαντρα και τα βουβά γλωσσίδια
Ξυπνούν, λαλούνε νεκρικά... Λες κ' είχε να περάση
Κανένα λείψανο απεκεί...
— Θανάση!... Παραδόσου...
Επέσανε οι συντρόφοι σου... Δε σώμεινε κανένας.
— Θα παραδώσω την ψυχή, τ' άρματα δεν τα δίνω.
Αν δεν το ξέρης, μάθε το... Ποιος είσαι;.. τη φωνή σου...
— Θανάση, είμ' ο διαλαλητής...
— Προδότη, αφωρεσμένε!...
Μη μου πατής τα μνήματα... Ακόμα ζης εμπρός μου;...
Και τη στερνή του πιστολιά, τη ρίχνει αστροπελέκι
Και του βουβαίνει την καρδιά... Πέφτουνε τα κοράκια
Να τόνε φάνε ζωντανόν... Στηλόνει 'ς τάγιο Βήμα
Την πλάτη ο Διάκος... καρτερεί... Δεν τώμεινε 'ς το χέρι
Παρά μια σπιθαμή σπαθί... Τον έχουν 'ς το σημάδι...
Το πρόσωπό του ανάσταση... Εμπρός του αγκαλιασμένα
Δύο λείψανα ξαπλωταριά... Ο Μήτρος κι' ο Διαμάντης...
Δεν τον αφίνουν ούτ' εκεί. . Κανένας δε σιμόνει...
Τ' ανδρειωμένα κόκκαλα συντρίβουν τα μολύβια,
Και ο πύργος μένει πάντα ορτός... Το μάτι του άλλος
[κόσμος...
Τον τουφεκίζουνε με μιας... Ταδειάζουνε τη φλέβα
Και χίλιοι τον αρπάζουνε... Δεμένο το λειοντάρι
Τώχουν 'ς τη γη και το πατούν... Του στρίφουνε τα χέρια
Πιστάγκωνα με την τριχιά... Προβαίνουνε 'ς τον ώμο
Η σχίζαις απ' την κλείδωση... Αίμα ρονιά... μεδούλι...
Κ' ενώ τον εμαρτύρευαν κρυφά, κρυφά το στόμα
Απλόνει ο Διάκος και φιλεί το Μήτρο, το Διαμάντη.
Χιλιάδαις τόνε σέρνουνε. Εμπρός τους λαβωμένη
Εμούγκριζε η φοράδα του... Την ανακράζει ο Διάκος
Κι' αυτή μ' ένα χλημήτισμα τον χαιρετάει και πέφτει.
Εστάθηκαν να τόνε ιδούν... Τους φαίνεται σαν ψέμμα.
'Σ την Αλαμάνα ο πόλεμος δεν έπαψεν ακόμα,
Το Χάνι το τοιμόρροπο σ έναν Κιοσέ Μεχμέτη
Δε θέλει να παραδοθή. Απ' τη χαρά του ο Διάκος
Νοιώθει βαθειά 'ς τα σωθικά την πρώτη δύναμή του
Που αναγεννήθηκε με μιας...
— Καλύβα!... Βακογιάννη!...
Δέκα χιλιάδες με κρατούν... Σχωράτε με... πεθαίνω.
Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο
Πούχανε βγη τα δυο θεριά και τάχε αρπάξει η φλόγα.
Κρύβεται ο ήλιος 'ς τα βουνά. Τα πλάγια σκοτειδιάζουν
Και μένουν έρμα τα Θερμιά... Νεκρύλα... βουβαμάρα.
Δε σειέται φύλλο 'ς τα κλαριά... Κανένα νυχτοπούλι
Μοιρολογάει το σκοτωμό και κάπου κάπου οι λύκοι
Που ανάμεσό τους γρούζουνε ποιος να πρωτοχορτάση
Με τα πηχτά τα αίματα... Εδώ κ' εκεί κουφάρια
Και ροχχαλιάσματα βαθειά...
'Σ ταγέρι κρεμασμένα
Ωσάν καντήλια τ' ουρανού, αποβραδής δύο φώτα
Εφάνηκαν 'ς τη σκοτεινιά... Κάνεις δεν τάχε ανάψη...
Κ' ένας που επέρασε απεκεί, καλόγερος, διαβάτης,
Κ' είδε το θάμμα κ' έδραμε, 'ς τη λάμψη δύο κεφάλια
Ηύρε που πλάγιαζαν γλυκά... Τώνα του Παπαγιάννη
Και τάλλο του Δεσπότη του. — Γονατιστός εμπρός τους
Έμειν' ο γέρος κ' έκλαψε... Τους έρριξε τρισάγιο,
Τα φίλησε 'ς το μέτωπο και με το δοκανίκι
Έσκαψε λάκκο κ' έθαψε τ' αχώριστα τ' αδέρφια.
Βλογάει το χώμα τρεις φοραίς... Έκαμε το σταυρό του
Και χάνεται στην ερημιά... Εσβύστηκαν τα φώτα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
Λαλούν η πέρδικαις γλυκά κι' ο ήλιος 'ς τη χαρά του» σ.89
Το χαριέστατον τούτο πτηνόν καθήμενον κατά τας πρώτας εωθινάς
ώρας επί των αποτομωτέρων βράχων τέρπεται στρέφον προς τον ήλιον
ως αν επιδεικνύμενον το ποικιλόχρουν και αβρόν στήθος. Ότι δε η
πέρδιξ είναι εκ των συμπαθεστέρων ορνέων μαρτυρεί και το
_περδικοστήθω_ επίθετον λεγόμενον επί παρθένου καλόν εχούσης και
οίον επανεστηκότα τον κόλπον.
«Κατάκορφα 'ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης.» σ. 89
_Πετρίτης, είδος ιέρακος εκ των αγριωτέρων_. Εκλέγει συνήθως τας
υψηλοτέρας πέτρας κ' εκείθεν αρειμανίως κατασκοπεύει και
επιτίθεται, όθεν και η παραγωγή του ονόματος. Εν χρήσει προς
έπαινον νεανίου έχοντος πολεμικόν το ήθος.
»Πριν έβγη 'ς την παγάνα» σ. 89
_Παγάναι_· Συνήθως αι εκδρομαί αίτινες γίνονται εις τα δάση προς
κυνηγεσίαν. Αλλά κυρίως εμφαίνει τους ελιγμούς και τας
περιστροφάς του κυνηγού πλανωμένου ένθεν κακείθεν προς ανακάλυψιν
της ποθητής άγρας, όθεν και το ρήμα _παγανίζω_.
» Χαρούμενα τ' αρείκη » σ. 90.
_Ερείκη ή ρείκη_ Erica vulgaris. Πάντοτε πληθυντικώς.
Το θρούμπι, την αλιφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα. σ.90
_Θρούμπι — Θύμβρα_. Thymbra capitala.
_Αλιφασκιά. Ελελίφασκος_. Salvia Pomifera.
_Σφελαχτός_. — Spartium scorpius. Θάμνος ακανθώδης, εκ των πρώτων
φυτών άτινα αναγγέλλουσι το έαρ διά των ωραίων κίτρινων ανθέων
των.
Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια 'ς το λιοπύρι. σ. 90
_Απάρθενα - Αειπάρθενα. Λιοπύρι_, η ηλιακή θερμότης.
Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη. σ.91
Όστις έτυχε να συναντηθή μετά πολεμικής τινος εταιρίας είδε
βεβαίως πώς δαπανώνται αι ώραι της αναπαύσεως. Ευελπιστώ ότι
πιστώς απεικόνισα τα έθιμα των ορεσιβίων μαχητών της Ελλάδος
γενόμενος ουχί εφευρέτης, αλλ' απλούς αντιγραφεύς.
_Συντυχαίνω — συντυγχάνω_, συνομιλώ.
_Παφήλια_ — αι εκ μετάλλου πολυτίμου ή ευτελούς ζώναι των
πυροβόλων. Η στρατιωτική τιμή επέβαλλεν επί ποινή καταισχύνης,
την άκραν καθαριότητα των όπλων. Αλλά προς ισοστάθμισιν της
τοιαύτης απαιτήσεως ουδεμία αξίωσις υπήρχεν ως προς την λευκότητα
της _φουστανέλλας_ διό έβλεπέ τις απαστράπτοντα τα όπλα επί του
ζοφερού χιτώνος ως αστέρας επί μέλανος ουρανού.
Μες 'ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα,
Μαρμάρα, φίδι φτερωτό.. σ. 92.
_Τριφύλλι_. Το γνωστόν τρίφυλλον κληθέν ούτως από των τριών
φύλλων, εξ ων απαρτίζεται έκαστος αυτού κλαδίσκος. Αν δέ ποτε
ευρεθή έχον, ως εξ ιδιοτροπίας της φύσεως, τέσσαρα φύλλα,
θεωρείται επιτήδειον εις μαγείας.
_Σιδέρικη_. Η χροιά αυτή της τριχός συνιστά πολύ παρά τω λαώ τον
ίππον, και θεωρείται ως σημείον αλάνθαστον γενναιότητος,
προσαπτομένων εις το ζώον πάντων των χαρακτηριστικών του σιδήρου,
όθεν και το επίθετον. Και τούτο μεν συντελεί εις υπερτίμησιν ήτις
όμως έτι μάλλον επαυξάνεται όταν ο ίππος φέρη προσέτι επί του
μετώπου και λευκόν αστέρα.
_Μαρμάρα. Στείρα ίππος_, Αγνοώ πόθεν προέρχεται η λέξις αύτη.
Εκτός αν έχη κοινόν τι προς το μάρμαρον όπερ παραλαμβάνεται εις
πολλάς μεταφοράς προς χαρακτηρισμόν νεκρών, αναισθήτων, ή ψυχρών
πραγμάτων. Ούτω λ.χ. «_Έμεινε μάρμαρο» = έμεινεν ακίνητος_. Και ο
περί τινος εν συμπλοκή πληγέντος ερωτώμενος εάν έπεσεν,
αποκρίνεται, _Μάρμαρο = Νεκρός_ (raide mort). Επειδή δε η
γονιμότης των ζώων αποδίδεται εις ζωτικήν τινα θερμότητα
αναπτυσσομένην εν τη μήτρα κατά τινας ώρας του έτους, και ταύτην
χαρακτηρίζει ο λαός διά του _φωτιά_, δεν είναι απίθανον να ελήφθη
κατ' αρχάς η λέξις _μάρμαρα_ εις δήλωσιν της ψυχρότητος του
αίματος εικαζομένης εκ της αδρανείας των γεννητικών οργάνων.
» Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι» σ.99
Οι αλέκτορες και εν γένει πάντα τα πτηνά τα προαναγγέλλοντα την
αρχήν της ημέρας ήσαν τα ξυπνητήρια των επί των ορέων
διαιτωμένων.
_Ορνίθι_ και πληθυντικώς ορνίθια τα κατοικίδια πτηνά. Αλλ' όταν
θέλη τις να δηλώση τας καθ' ωρισμένας νυκτερινάς ώρας φωνάς του
αλέκτορος, τότε συνηθέστερον ενικώς λ.χ. » _Ελάλησε τωρνίθι_. »
Έβαψε τα παλιούρια, σ. 93.
Παλίουρος το γνωστόν ακανθώδες φυτόν.
Μες τη μονιά του λύκου. σ. 93.
_Μονιά επί τετραπόδων ζώων_. Φωλεά επί πτηνών, όθεν _μονιάς_ ο
λαγωός, ο λύκος, ο άγροιόχοιρος ή άλλο τι των θηρίων εκ γήρατος,
ή χαρακτήρος αγρίου μη στέργοντος την μετά των ομοφύλων
συμβίωσιν.
»Τα κούφια βελανίδια. » σ. 93.
Αι καταπίπτουσαι από της δρυός βάλανοι, αι διακρινόμεναι διά της
λέξεως _χαμάδα_, είναι η κυριωτέρα τροφή των αγριοχοίρων.
»Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι.» σ.93
Πιστεύεται κοινώς ότι τεμάχιον μολύβδου στρεφομένου διά της
γλώσσης εντός του στόματος, πραΰνει την δίψαν. Προς τούτο
θεωρείται κατάλληλος και μικρός τις θαλάσσιος λίθος, όστις και
_δίψα_ ονομάζεται.
» Και σαν μονομερίδα » σ. 93.
_Μονομερίδα_. Όφις μικρός, θανατηφόρος. Εκ δε της αμβλύτητος της
ουράς προήλθεν η ιδέα ότι δικέφαλον είναι το ερπετόν τούτο.
Εμποιεί τρόμον η ζοφερά αυτού χροιά, και καθίσταται λίαν
επικίνδυνον ως εκ της μικρότητος αυτού. Προς τον επιμόνως
αρνούμενον την εκτέλεσιν επανειλημμένης προσταγής και εντόνως
εκφωνούντα, _όχι_, εκτοξεύεται το, » _Οχιά και μονομερίδα_.» Το
μεν πρώτον ως παρήχησιν του όχι και ως εμφαίνον άλλον όφιν επίσης
θανατηφόρον, το δε δεύτερον προς επίτασιν της κατάρας.
Εκτός των δύο τούτων, επικίνδυνοι θεωρούνται παρ' ημίν ο
_αστρίτης_ και το _ακονάκι_ περί ου και το δημώδες
Αν σε φάη τακονάκι
Το τζαπί και το φτιαράκι.
Η _δενδρογαλιά, ο σαπίτης, ο τυφλίτης, το σαΐτάρι_ θεωρούνται
ακίνδυνα. Ως φάρμακον εις ουδετέρωσιν του ιού των όφεων παρέχεται
λευκή τις κόνις κατασκευαζομένη έκ τινος φυτού όπερ και
_φιδοχόρτι_ καλείται. Τινές πιστεύουσιν ότι την αυτήν θαυμασίαν
ιδιότητα έχει και η δρακοντία (άρον, δρακόντιον, των αρχαίων,
Arum Italicum) φυτόν περικλείον εντός πρασινωπής θήκης καυλόν
ερυθροειδή κοινώς λεγόμενον _γκάρδην_. Ο καυλός ούτος
αποτεφρούμενος είναι το αντιφάρμακον. Αρκεί να πίη τις την κόνιν
δις εντός εβδομάδος, αλλά μόνον κατά την τετράδην και την
παρασκευήν, μόλις εγειρόμενος του ύπνου και προ πάσης εδωδής και
πόσεως. Η θεραπεία αύτη καλείται _πότισμα_ και _ποτισμένος_ ο διά
του τρόπου τούτου καταστάς άτρωτος. Ο σίελος αποκτά τότε
καταπληκτικήν ιδιότητα ώστε διά της απλής επιθέσεως αυτού όχι
μόνον ο όφις καταλαμβάνεται υπό νάρκης, αλλά θεραπεύονται τα
τραύματα και εκλείπουσι τα φαινόμενα της δηλητηριάσεως.
Απώνα αρμό 'ς τον άλλονε. σ. 93.
_Αρμός ή άρθρωσις_. Όθεν και η συνήθης απειλή. » _Θα σε κόψω από
αρμό 'ς αρμό._»
Ανάθεμα την ώρα,
Που ο Γούμενος τ' άη 'Γιαννιού από την Αρτοτίνα σ. 93
Καθ' όσον εν τη μονή ταύτη είχε χειροτονηθή ο Διάκος.
Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι
Σου εδείξανε την πλάτη του.. σ. 94.
Ότε απεφάσισα μετ' ακριβείας να μάθω τα περί της οιωνοσκοπείας
ταύτης θρυλλούμενα, επορεύθην πρός τινα υπερεκατοντούτην
βλαχοποιμένα, και εύρων αυτόν εν ώρα χειμώνος θερμαινόμενον υπό
τον ήλιον και επιτηρούντα μακρόθεν το ποίμνιον,
— Καλώς τα κάνεις, γέροντα.
— Καλώς το το παιδί μου.
— Τα χρόνια σε βαρένουνε... Πώς απερνάς; ..Πώς είσαι;
— Μου φαίνεται πως ήρθα χθες. Εμπήκ' από μια θύρα
Κι' από μιαν άλλη θα να βγω. — Πώς είμαι θες να μάθης;
Η βρύσαις εκινήσανε,
Οι μύλοι εσταματήσανε,
Και τα βουνά εχιονίσανε
Και τα δυο γινήκαν τρία.
Προσκληθείς δε υπ' εμού ίνα εξηγήση το αίνιγμα, απήντησεν ότι εκ
του γήρατος οι οφθαλμοί έρρεον δάκρυα, οι οδόντες είχον πέσει, η
κόμη επολιώθη και ότι αντί δύο είχε προσλάβει και τρίτον πόδα την
βακτηρίαν. Μετά την εισαγωγήν ταύτην αφού επί μακράν ώραν διά
μυρίων ελιγμών αφήρπασα εκ του στόματός του αρχαία τινα
διηγήματα, ήλθον εις το ποθούμενον θέμα. Ήκουσα παρ' αυτού αληθώς
τεράστια· ομολογώ δε ότι η πεποίθησις μεθ' ης εξεφράζετο ο
οιωνοσκόπος, κατελάμβανε βαθμηδόν και εμέ, ώστε μοι μετέδωκε την
πίστιν και τας δοξασίας του.
Αλλά μη αρκούμενος ο γέρων εις γενικάς παρατηρήσεις και εις το
κύρος της μακροχρονίου αυτού πείρας, έβαλε την χείρα εις την
ζώνην και εξήγαγε δύο ή τρία πεπαλαιωμένα οστά, εφ' ων μοι
εδίδαξε την ανάγνωσιν των σημείων εν πρωτοτύπω. Εκ της
διδασκαλίας εκείνης επορίσθην τα εν τω αποσπάσματι τούτω του
στιγουργήματός μου καταχωρισθέντα.
Ο αμνός του Πάσχα και ο κατά την εορτήν του αγίου Γεωργίου
θυόμενος περιέχει σχεδόν πάντοτε αλανθάστους προφητείας. Κατά δε
το αρματωλικόν έθιμον οσάκις παρετίθετο κριός ή αμνός (λειάνωμα)
και κατεκερματίζετο, η ωμοπλάτη ανήκε δικαιωματικώς εις τον
αρχηγόν, όστις και δεν παρέλειπεν ακριβώς να εξετάση τα εν αυτή
σημεία.
Εκτός της ωμοπλάτης και το ήπαρ και ο σπλήν και τα έγκατα εν
γένει χρησιμεύουσι πολλάκις εις προφητικάς διαγνώσεις. Αλλά περί
τούτων ουδεμίαν ηυτύχησα να συλλέξω ακριβή πληροφορίαν. Είναι
ακατονόητον πόσον φείδονται των εξηγήσεων οι δημοτικοί μάντεις
και πόσον αποποιούμενοι πολλάκις αδράς αμοιβάς αρνούνται ν'
αποκαλύπτωσι τα μυστήρια της προπατορικής επιστήμης.
» Τους έδειξε μια φλέβα. » σ. 94.
Σημείον αιματοχυσίας, καθώς αι σκιαί, αίτινες παρατηρούνται επί
του οστού, (όπερ ιδίως καλείται _χτένι_) προμηνύουσι πένθος· Αι
_λειψάδαις_ και τα _κοιλώματα_ εικονίζουσι μνήματα ανεωγμένα.
Η λέξις _λειψάδα_ εκ του _λείπω_ σημαίνει κενόν σχηματισθέν εκ
της αφαιρέσεως τεμαχίου τινός από στερεού σώματος. Το δε
_κοίλωμα_ φυσικόν βαθύλωμα. Η αυτή της ελλείψεως έννοια άλλως
τροπολογηθείσα φαίνεται και εν τοις _λειψός, λειψή_. Εντεύθεν και
τηγανίταις _λειψαίς και αναιβαταίς_, αι μεν άζυμοι, αι δε
ένζυμοι.
Εξάνοιξε 'ς την αγκωνή μελαχρινή λουρίδα
Που πρόβαινε σα σερπετό. σ. 94.
_Λουρίδα, λωρίον_. Σημαίνει ενταύθα γραμμήν μέλαιναν δίκην
έρποντος όφεως καμπτομένην.
_Σερπετό και ερπετό_. Επροτίμησα το πρώτον προς διατήρησιν της
περιέργου ταύτης διαλεκτικής διαφοράς.
Του πιάστηκε η αναπνοά. σ. 94.
Μη πιστεύση τις ότι κατά λάθος έγραψα _αναπνοά_ αντί _αναπνοή_,
ηθέλησα εκ προθέσεως να τηρήσω τον περισωθέντα τούτον
αιολοδωρικόν πλατειασμόν.
» Οχιά με τον οσκρό της. σ. 95.
_Οσκρός το κέντρον_ του σφηκός και της μελίσσης λεγόμενον και επί
της γλώσσης του όφεως. Σύμβολον έριδος και εμφυλίων σπαραγμών.
Ακούσανε που εφρύμαζε. σ. 95.
_Εφρύμαζε_. Το άγριον φύσημα του ίππου σημαίνον έκπληξιν
ή τρόμον.
» Ξώδερμα, Διάκε, μάγλειψε το βόλι ένα παγίδι. σ. 96.
_Του γλείφω_ γίνεται χρήσις εις δήλωσιν επιπολαίου τραύματος διά
σφαίρας.
_Παγίδι και παγίδια_, αι πλευραί.
» Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι » σ. 96.
Το ξανάφτω επί ερεθισμού και φλογώσεως των τραυμάτων.
» Δος μου το μήλι σου να ιδώ. » σ. 96.
Το _μήλι_. Η μήλη των αρχαίων ήτο το μόνον ίσως χειρουργικόν
εργαλείον των αρματωλών δι' ου κατεμετρείτο το βάθος των πληγών.
Ξανθο ..φρυμμένη πηγανιά. » σ. 96.
Εκ των προχείρων μέσων προς κατάπαυσιν της αιμορραγίας
συνηθέστατον ήτο ο αποτεφρωμένος πήγανος, ο φλοιός αγρίας συκής,
ο μοτός και άλλα.
» Δεν έπαιξε λεπίδι » σ. 96.
Φράσις πολεμική σημαίνουσα συμπλοκήν εκ του συστάδην. Καθώς και
το: _Τόνε πέρνει στο φτερό_, σημαίνει νίκην προερχομένην εκ της
φυγής των εναντίων άνευ τινος αντιστάσεως.
» Δριμόχολο, τρομάρα.» σ. 97.
_Δριμόχολο_, αιφνίδιος, ορμητικώτατος βορειοανατολικός άνεμος,
επικίνδυνος εν θαλάσση και καταστρέφων τους καρπούς της γης.
» Ριπίζω .. με κυνήγησαν» σ. 97.
Το _ριπίζω_ κυρίως διασκορπίζω, αλλά και εν χρήσει προς δήλωσιν
ορμητικής φυγής.
Τον είχα ιδεί που εμούδιασε» σ. 98.
Εμούδιασε ενταύθα σημαίνει μεταφορικώς νάρκην ηθικήν.
Αν πέσω θυμηθήτε, — Τάρματα, το κεφάλι μου. σ. 98.
Θέλω λάβει αφορμήν εν τοις επομένοις να είπω τινα σχετιζόμενα
προς τας ιδέας των αρματωλών όταν επρόκειτο περί προφυλάξεως της
κεφαλής αυτών από των εχθρικών ύβρεων. Γνωσταί δε υπάρχουσιν αι
περιφρονήσεις εις ας απέκειτο το ευγενές τούτο μέλος του
ανθρωπίνου σώματος, η καθέδρα της διανοίας, οσάκις περιέπιπτεν
εις των εχθρών τας χείρας.
» Σήμερ' αρχίζει ο κάματος, κ.τ.λ. 99.
Το ημέτερον άροτρον διατηρηθέν σώον ως το παρέδωκε τοις προγόνοις
ημών ο καλός Τριπτόλεμος σύγκειται εκ των επομένων μερών.
_Αλέτρι, ζυγός, κέρος ή σύβαλμα, γενί ή ινί, αλετροπόδα, φτερά,
σπάθη, σταβάρι, χερουλάτης, ζεύλαις, ασκάλι, κλειδί, βουκέντρα,
σπαθότρυπα και αλπός_ αι δύο οπαί αίτινες υπάρχουσιν επί της
_αλετροπόδας_.
_Προοιμιαίς_ αι κατά την χειμερινήν ώραν γινόμεναι _σποραί_.
_Οψιμιαίς_ αι κατά την εαρινήν.
_Κάματος_. Η των αροτήρων βοών και η του ζευγηλάτου εργασία. Και
το εκ της εργασίας ταύτης προϊόν.
_Χερσάδα_. Η γη ήτις από πολλών ετών μένει χέρσος, ακαλλιέργητος.
Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά τ' αφωρεσμένο δένδρο. σ. 99
_Λοιδοριά και αλλοιδοριά_. Δρυς αειθαλής, Quercus illex. Το είδος
τούτο της δρυός θεωρείται υπό του λαού, κατηραμένον. Μυθολογείται
δε ότι θαυμασίως πως και μυστηριωδώς διαδοθείσης της καταδίκης
του Ιησού Χριστού, έντρομα συνήλθον εις νυκτερινόν συνέδριον
πάντα τα φυτά και συσκέψεως γενομένης, παρεδέχθησαν ομοθυμαδόν ν'
αρνηθώσι το ξύλον αυτών προς κατασκευήν του σταυρού, εφ' ου
επέπρωτο να προσηλωθεί ο υιός του Θεού. Αλλ' ως εν μέσω των
Αποστόλων είχεν ευρεθή ο Ιούδας, ούτω και μεταξύ των δένδρων
παρέστη η _Λοιδορία_ ήτις μόνη εδήλωσεν ότι ουδόλως διενοείτο να
υποκύψη εις την γενομένην απόφασιν. Η βδελυρά αύτη διαγωγή
εστιγματίσθη διά φοβερού αναθέματος υπο τών βουλευομένων και ούτω
παρεδόθη εις τας αράς των αιώνων ως ένοχον φρικαλέας προδοσίας το
αποτρόπαιον φυτόν.
Επελθούσης της ώρας καθ' ην Ιουδαίοι τεχνίται διετάχθησαν να
κατασκευάσωσι το όργανον του μαρτυρίου, παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως
ότι ουδέν εκ των γνωστών ξύλων έστεργε να τηρήση την συνήθη
απάθειαν, αλλ' ως αν εν τω οργανισμώ αυτού εφώλευε μυστηριώδες τι
πνεύμα, διερρηγνύετο πανταχόθεν, και απεσκίρτα συστρεφόμενον και
διακρούον την μανιώδη καταφοράν και παραλύον των εργατών τα
τεχνάσματα. Αφ' ου εκ περιτροπής εβασανίσθησαν άπαντα, μόνη η
_Λοιδορία_ προσηνέχθη φιλικώς και ούτω μετά πολλούς αγώνας
κατηρτίσθη το πολύμοχθον έργον.
Του δένδρου τούτου ο φλοιός, οι κλάδοι, τα φύλλα και εν γένει
πάσα η κατασκευή διεγείρει ανεξήγητον αποστροφήν είτε διότι
φαίνεται ως ειδεχθές έκτρωμα εν τη οικογενεία εις ην ανήκει, είτε
διότι εις του λαού τα βλέμματα παρίσταται φέρον ανεξίτηλον το
προαιώνιον στίγμα.
Οι δε επί των ορέων ξυλευόμενοι παραγκωνίζουσιν αυτό εκ
συστήματος, φοβούμενοι μη τον πέλεκυν μολύνωσι, κυρίως δε μη την
αγνότητα της φλογός μιάνωσιν, εισάγοντες αυτό εις την
οικογενειακήν εστίαν. Ότι δε ο Ελληνικός λαός αποδίδει
θρησκευτικόν σεβασμόν εις το πυρ, μαρτύριον έστω η καταρίθμησις
αυτού μεταξύ των κυριωτέρων δυνάμεων της φύσεως και η διατύπωσις
ιδιαιτέρας ορκομωσίας απαγγελλομένης συνήθως εν κρισίμοις
περιστάσεσι και συνοδευομένης διά σχήματος όπερ εκτελεί τις ψαύων
ταχέως διά του δείκτου και του λιχανού την φλόγα εκ των κάτωθεν
προς τα άνω. ο τύπος του όρκου διαφέρει πολλάκις κατά την φράσιν,
είναι δε πάντοτε ο αυτός ως προς την έννοιαν. » Μα το φως που μας
φωτίζει. » — » Μα τη φωτιά που μας παραστέκει. »
Την φλόγα του πυρός θεωρεί επίσης ο λαός ως εξαγνίζουσαν και
απομακρύνουσαν τα πονηρά πνεύματα άτινα δολίως πολιορκούσι τον
άνθρωπον. Ούτω λ.χ. εντός του θαλάμου όπου κείται η λεχώ, αρτίως
απαλλαχθείσα των ωδίνων του τοκετού, ουδείς εκ των έξωθεν του
οίκου εισέρχεται νύχτωρ πριν ή διασκελίση ή ψαύση διά των
δακτύλων την φλόγα.
Και αυτή της βασκανίας η διάγνωσις τελείται διά πεπυρωμένων
ανθράκων, βαλλομένων εις ψυχρόν ύδωρ. Τότε ο μαντευόμενος
προφέρει συγχρόνως το όνομα του πάσχοντος και αν αληθώς υπάρχη
βασκανία, είς των ανθράκων κρημνίζεται μετά πολλού του ψόφου εις
τον πυθμένα. Εννοείται οίκοθεν ότι η πράξις αύτη συνοδεύεται υπό
μυστικών εξορκισμών. Τούτου πραχθέντος νίπτεται ο πάσχων διά του
ύδατος του χρησιμεύσαντος εις την εκπλήρωσιν του μυστηρίου, πίνει
και θεραπεύεται αυθωρεί.
Αλλ' επανερχόμενος επί το προκείμενον, λέγω, ότι τοιαύτης ούσης
της περί _λοιδορίας_ δημώδους παραδόσεως, έκρινα εύλογον να
εισαγάγω αυτήν εις την διαδραματιζομένην σκηνήν, ως διά της
παρουσίας αυτής προοιωνίζουσα την επικειμένην καταστροφήν.
Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά... Χαρά 'ς το καρυοφύλλι.
Να μην πεθάνω εδώ με σας κ.τ.λ. σ. 101
Διασήμων τίνων όπλων η φωνή υπήρχε γνωστή, και δεν ήτο σπάνιον εν
μέσω απείρων πυροβολισμών, γεγυμνασμένον ωτίον να διακρίνη εκ της
εκπυρσοκροτήσεως, αν εκεί εμάχετο γνωστός τις φίλος ή εχθρός.
Τούτο συνέβη και εν τη περιστάσει ταύτη, καθ' ην ο Διαμάντης
αναγνωρίζει εκ του ήχου το όπλον του διαβοήτου Δίπλα, του γνωστού
τούτου συνεταίρου του Κατζαντώνη.
Ότι δε το καρυοφύλλι (πώς να μη καταρασθώ την ανακάλυψιν του
φίλου μου Κυρίου Σάθα!) εφημίζετο ως υπέρ παν άλλο ηχητικόν και
βροντοφώνον δηλοί σαφώς το κλέφτικον αξίωμα,
Αρμούτι έβγα 'ς τον πόλεμο, νταλιάνι 'ς το σημάδι
Και καρυοφύλλι 'ς τη φωνή, σαν άξιο πολληκάρι.
» Βάσανα, μοιρολόγια. » σ. 105
Κρίνω εύλογον να σημειώσω ότι κυρίως μοιρολόγι σημαίνει θρήνος
μετά νεκρικού άσματος. Απλαί δε οιμωγαί και ολολυγμοί, δι' ων
αγγέλλεται τραγικόν τι συμβάν, λέγοντας _απόφωνα_.
» Τα λάγανά του αιμάτωσαν» σ. 105
_Λάγανα_. Τα έσωθεν των οδόντων ούλα των ίππων. Ταύτα οσάκις
εξογκούνται εμποδίζουσι το ζώον να βοσκήση. Το δε νόσημα τούτο
σημαίνεται διά της φράσεως. » Έχει τα _λάγανα_.»
» Και δε μου δείχνει μέτωπο» σ. 106
Όταν δεν παρουσιάζεται τις κατά πρόσωπον. Οι περίφημοι δε
σκοπευταί δεν έστεργον να εμβάλωσι την σφαίραν άλλοτε ειμή εις το
μέσον του μετώπου (καλούμενον _σταυρός — αστέρι_) ή της καρδίας.
Διό και παρακατιών φοβούμενος ο Διαμάντης μετά τον πυροβολισμόν
μη παρέδραμεν, ερωτά περί τούτου τον Μήτρον.
» Θα να τον τρώγη το αίμα. σ. 106
Φράσις εμφαίνουσα κακόν τι προαίσθημα και επικείμενον δυστύχημα.
» Ερρέκαξε ο δερβίσης.» σ. 106
Το _ρεκάζω_, σημαίνει εκπέμπω φωνήν απότομον προκαλουμένην υπό
σφοδροτάτου και αιφνιδίου άλγους. Είναι στεναγμός του
προσβαλλομένου υπό απροσδοκήτου θανάτου. Συνηθέστερον επί ζώων,
κυρίως, αιγών ή τράγων, όταν σφαδάζωσιν υπό την μάχαιραν.
«_Τώδωσε όσο που ερρέκαζε» — Θα σε κάμω να ρεκάξης_» =
Εμαστίγωσεν αυτόν μέχρι θανάτου. Θέλω σε εξοντώση, καταστρέψη.
Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη,
Του ξήλωσες τα καύκαλα. κ.τ.λ. σ. 106
_Ραφή_, η ραφή ήτις συνδέει τα δύο ημικράνια. _Καύκαλα και
κούτελο_ το έμπροσθεν μέρος του κρανίου.
» Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς. » σ. 107
Στρατολογήσας εν βία ο Ομέρ Βριόνης είχε παραλάβει πολλούς
νεανίσκους αλβανούς και περί τούτων γίνεται λόγος ενταύθα,
«Εκείνος είναι νειώτερος... θα πάρη τώνομά σου» σ. 109
ο Δίπλας, ιδών ποτε τον Κατζαντώνην προκινδυνεύοντα, τους δε
πολεμίους αθρόους επιπεσόντας επ' αυτόν άμα εξαγγείλαντα το ίδιον
όνομα, και ελπίζοντας να τον ζωγρήσωσιν ή αποκτείνωσιν εισορμήσας
εκραύγασε. »_Μη τον πιστεύετε, εγώ είμαι ο Κατζαντώνης. Αν σας
βαστά, βαρείτε μου._» Τότε δη στρέψαντες οι εχθροί κατ' αυτού τα
όπλα εθανάτωσαν τον εκουσίως εαυτόν προσενεγκόντα θύμα υπέρ της
φιλίας.
» Παιδιά, 'ς το μοναστήρι. σ. 110
Εννοείται η μονή της Δαμάστας όπου ο Διάκος πολεμών απεσύρθη και
έμεινε μέχρι τελευταίας στιγμής, η θέσις αύτη, κατα τον Κύριον
Τρικούπη καλείται _Ποριά_.
Δεν τώμεινε 'ς το χέρι,
Παρά μια σπιθαμή σπαθί. κ.τ.λ. σ. 111
Υπάρχει αναντίρρητον ότι τότε μόνον συνελήφθη ο Διάκος αφ' ου και
το πυροβόλον διερράγη και το ξίφος αυτού εθραύσθη. Επίσης
διαβεβαιούσι πάντες ότι είχε τραυματισθή καιρίως κατά τον ώμον.
Και δεν επρόφτασε να 'πή τον ύστερό του λόγο σ. 112
Πούχανε βγει τα δυο θεριά και τάχε αρπάξη η φλόγα.
0 Καλύβας και ο Βαχογιάννης αντέσχον σχεδόν μόνοι κατά
πολυαρίθμων εχθρών ωχυρωμένοι εντός του μικρού ξενοδοχείου της
Αλαμάνας. Αλλ' ότε είδον τον αρχηγόν αιχμάλωτον, τότε ξιφήρεις
πεσόντες κατά των πολεμίων εθανατώθησαν. Βλέπων αυτούς μακρόθεν ο
Διάκος και εκτιμών την απαραδειγμάτιστον γενναιότητα ανέκραξε
Δέκα χιλιάδας με κρατούν
τουτέστι με κωλύουσι να δράμω προς βοήθειαν.
Και μένουν έρμα τα Θερμιά. 113
Μετά την νίκην ο Τουρκαλβανικός στρατός επανήλθεν εις Ζητούνι
φέρων εν θριάμβω τας κεφαλάς των φονευθέντων και δέσμιον τον
Διάκον. Τα εν τοις επομένοις άσμασιν ιστορούμενα θεωρούνται
επομένως ως συμβάντα εν Λαμία. Εφ' άπαξ δε οφείλω να διαδηλώσω
ότι, εάν προς ταις ιστορικαίς σημειώσεσιν αναγκαίον έκρινα να
προσθέσω και διαλεκτικά τινα, ουχί σχολαστικής επιδείξεως χάριν
ήλθον εις τοιαύτας διατριβάς, αλλ' ίνα ερμηνεύων λέξεις και
φράσεις ουχί συνήθεις παρά πάσι τοις Έλλησι, παράσχω αφορμήν εις
ερεύνας δυστυχώς μέχρι τούδε παραμεληθείσας, επί βλάβη της
εθνικής ημών γλώσσης, ήτις αδιασπάστως συνδέεται μετά της
ιστορίας των Ελληνικών γραμμάτων.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ.
ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.
Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά, χορτάτη, αποσταμένη,
Μες 'ς την πυκνή τη χλωρωσά. Τόσαις χιλιάδαις κόσμος,
Κι' ούτ' ένα όνειρο γλυκό, ούτ' ένα καρδιοχτύπι!
'Σ του ύπνου της τη συγνεφιά δεν έλαμπαν ελπίδαις,
Δε φέγγει πόθος μακρυνός. 'Σ τα μάτια της μαυρύλα
Και 'ς την καρδιά της ερημιά. Τανθρώπινα κοπάδια
Απ' το βαρύν τον κάματο, βουβά, αποκαρωμένα,
Μες 'ς τα λουλούδια ταπριλιού μαυρολογούν, πλαγιάζουν,
Σαν νάτανε συντρίμματα, χορταριασμέναις πέτραις
Όπου είχε πάρη ο χαλασμός από κανέναν πύργο
Και τάχε σπείρη εδώ κ' εκεί με του σεισμού το χέρι.
Ακόμα η Πούλια είναι ψηλά και της αυγής ακόμα
Τωρνίθι δεν ελάλησε. Προτού να βασιλέψη
Το δρέπανο του φεγγαριού 'ς ενός βουνού τη ράχη
Εστάθηκε για μια στιγμή και πικραμένο ρίχνει
Την ύστερή του τη ματιά 'ς το έρμο το Ζητούνι.
Εμαύρισαν η λαγκαδιαίς. 'Σ το μελανό του κύμα
Ταγέρι πνίγει τα σπαρτά, τα δέντρα, τα λιβάδια,
Γένονται θάλασσα η στερηαίς, λες ότι αυτό το βράδυ
Ήρθε με δυο μεσάνυχτα κι' αργεί να ξημερώση.
Μες 'ς το σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι
Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομάνητό του.
Στοιχειό της γης περήφανο, βουλήθηκε να φτάση
Τα σύγνεφα με τα κλαριά, τον άδη με τη ρίζα,
Και δεν ανανοήθηκε που ο χαλαστής ο χρόνος
Τούχε φωλιάση 'ς την καρδιά και τώσκαφτε λαγούμι
Δουλεύοντας σιγά σιγά με τα σκυλόδοντά του.
Εις το βαρύν τον ίσκιο του, περίχαρο λουλούδι
Ποτέ δεν εξεφύτρωσε. Ούτε το χαμομήλι
Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. Ολόγυρά του σπλόνοι
Και δρακοντιαίς φαρμακεραίς. 'Σ το χώμα κάπου κάπου
Σπαρμένα ραχοκόκκαλα, που τάχε ξεσαρκώση
Ο τραπεζίτης του σκυλιού, του κόρακα το νύχι,
Εσέποντο χωρίς ταφή. Κι' ανίσως πλανεμένος
Κανείς εδιάβαινε απ' εκεί κ' ένοιωθε τα σαράκια
Να πριονίζουν άγρυπνα τα κούφια κατακλείδια,
Κι' ολονυχτύς να τρίζουνε, έκανε το σταυρό του
Κι' ούτε που γύριζε να ιδή το φοβερό το δέντρο,
'Σ τη μαύρην την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος,
Γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
Ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι.
Τον έβοσκε βαθύ χτικιό, του θέριζε τα σπλάχνα
Έχθρα κρυφή, παντοτεινή, για τάνθη, για ταστέρια
Για του παιδιού την ευμορφιά, κ' έτρωγε με το μάτι
Ό,τι το χέρι το σκληρό δεν έφτανε να φθείρη.
Έκλωθε τη σαπύλα του στρωμένος 'ς τα ξεσκλίδια
Που τώφερνε πάσα φορά το κλεψιμιό, η κρεμάλα.
Αχώριστοί του σύντροφοι, σφυριά, τριχιαίς, αμμώνι,
Στουρνάρια για το γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδαις,
Μια νυχτερίδα, ένας σκορπιός, μια κίσσα, μια χελώνα.
Κανένας δεν εγνώριζε 'ς τη Λιβαδειά πώς ήρθε.
Τον είχε ρίξη σύγνεφο;... Τον είχανε ξεράση
Τα χώματα του ρουπακιού;... Κανένας δεν το ξέρει.
Όταν τη νύχτα 'ς τον τροχό τα σύνεργα επερνούσε
Κι' ανάδευε τα χέρια του κ' έτρεμε το κεφάλι,
Παρασαρκίδα αφύσικη μες 'ς την κοιλιά του δέντρου,
Εφάνταζεν από μακρά ότι ήτον θεριεμένο
Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που πρόσμενε κυνήγι
Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του,
'Σ αυτόν το λάκκο από βραδύς θαμμένος είν' ο Διάκος,
Ταστροπελέκι του βουνού σβυέται 'ς αυτό το μνήμα.
Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι
Και του βυζαίνει την ψυχή. Ξεραίς παλαμονίδαις
Του στρόνει μέσα 'ς τη σπηλειά και τόνε ρίχνει επάνω.
Με δαγκανάρια, με σχοινί τα χέρια ξεκλειδόνει
Και τα φορτόνει σίδερα, του δένει τα ποδάρια,
Χαλκά του σφίγγει 'ς το λαιμό. Τα στήθια του πλακόνει
Μ' έν' αγκωνάρι κοφτερό. Τα σερπετά μαυλίζει
Και τα τινάζει επάνω του... Ύστερα, διπλοπόδι,
Τα παραμόνευε ο φονιάς μην αποκοιμηθούνε
Κι' αφήσουν ατελείωτο το νυχτοκάματό τους.
Ακοίμητο, αγρυπνούσ' εκεί και του Θεού το μάτι.
Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση
Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο
Με τα παληά τους βάσανα, με την παλληκαριά τους,
Και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν.
'Σ τη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμέναις,
Απλόνουν τα φτερούγια τους κ' επάνωθέ του ανοίγουν
Βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερόνουν
Μ' αθάναταις ενθύμησαις, μοσχοβολιαίς του τάφου.
Καταίβηκε ο Φιλόθεος με θυμιατό 'ς το χέρι
Και λιβανίζει κ' ευλογά. Μαζύ του κι' ο Δημήτρης
Κρατώντας 'ς το δισάκκι του κρυμμένα του Δεσπότη
Ταγαπημένα λείψανα, σαν να ζητούσε ναύρη
Λιγάκι χώμα, ψυχικό, ελεύθερη μιαν άκρη
Πα να τα θάψη ο δύστυχος. Τους συντροφεύει ο Κούρμας,
Πλατύς ψηλός σαν έλατος κι' ο Πάνος Μεϊντάνης
Με το μικρό Χορμόπουλο και με το Σπαθογιάννη.
Είδε του Βάλτου το θεριό, το Χρήστο το Μιλλιόνη,
Με τη στερνή του την πληγή. Το Γιάννη Μπουκουβάλα
Γυμνό βαστώντας το σπαθί σαν νάφτανε τρεχάτος
Ψηλ' από το Κεράσοβο. Σιμά του ο Μητρομάρας.
Εφάνηκε ύστερα ο Σταθάς, θολός, ανταριασμένος,
Θαλασσοπούλι πώσταζεν αφρούς απ' την Κασσάνδρα.
Ο Ζήδρος ο ανήμερος. Ο Θύμιος ο Βλαχάβας,
Πούχε παράπονο κρυφό γιατ' ήτον πεθαμένος
Και δεν μπορούσε μια φορά να μαρτυρήση ακόμα
Για τώνειρό του το γλυκό. Ο Βλαχαρμάτας Βέργος.
Ο Λιάς από τη Βίδαβη. Επέρασε ο Λαμπέτης
Και δείχνει τ' Αστραπόγιαννου την κάρα ματωμένη
'Στήν αγκαλιά του την πιστή. Εκεί κι' ο Αμπελογιάννης
Με τρεις θηλειαίς που εσφίγγανε τον άγριο το λαιμό του.
Ο Κωσταντάρας πώφερνε 'ς τον ώμο το παιδί του
Σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα,
Γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε, τάρματα, τη γενειά του.
Ο Λάζος, ο Βρυκόλακας, ο γέρο Κώστα Πάλλας,
Ο Καλιακούδας ο Λουκάς, ο Χρόνης, ο Γυφτάκης,
Τ' Ανδρούτζου τάσπρο φάντασμα, τρανό σαν το Βελούχι
Με τον ψυχοπατέρα του το Βλάχο το Θανάση,
Λειοντάρια που δεν άφιναν τον άδη 'ς ησυχία.
Ο Λιάκος απ' τον Όλυμπο. Εκεί κι' ο Κοντογιάννης
Που γύρευε συχώρεση να πάρη για το Μήτζο.
Ο Κατζαντώνης πώδειχνε με κρυφοπερηφάνια
'Σ τα κόκκαλά του το σφυρί... Ο Δίπλας 'ς το πλευρό του.
Ο Αλέξης ο Καλόγερος, οι Κατζικογιανναίοι,
Αχώριστοι 'ς το σκοτωμό, 'ς το μνήμ' αδερφωμένοι.
Της Λάμιας ο σταυραητός πλακόνει ο Χρήστος Γρίβας.
Σε φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος
Εμπρός 'ς το Διάκο ο Σαμουήλ, της Κιάφας ο προφήτης.
Κρατεί 'ς τη ζώνη τα κλειδιά που πήρε από το Κούγγι
Όταν τον έφαγε η φωτιά. Αχτίδαις τα μαλλιά του
Τα γένεια σπίθαις και καπνός. Οι πέντε του συντρόφοι
'Σ τον ώμο τους τονέ βαστούν. Ανέμιζαν τριγύρω
'Σ το φοβερό καλόγερο παιδιά βυζασταρούδια,
Αγράμπελαις που εφύτρωσαν 'ς το βράχο του Ζαλόγγου,
Καθένα τούχε η μάνα του 'ς την τραχηλιά της ρόδο.
Κι' ανάμεσό τους φαίνεται ο γέρο πολεμάρχος
Σαν περατάρης γερανός που σέρνει 'ς τα φτερούγια
Τα χηλιδόνια του Μαρτιού δαρμέν' απ' την αντάρα.
Μ' ανέλπιστη παρηγοριά ο πεθαμένος κόσμος
Το πονεμένο το κορμί ραντίζει του Θανάση,
Κ' επίστεψεν από μακρά ότ' είδε το λημέρι
Που την ψυχή του επρόσμενε. Ερρίζωσε η καρδιά του
Βαθύτερα 'ς τα σωθικά, του φώλιασε 'ς τα μάτια
Γλυκειά της μάνας του η ευχή. Σκοτείδιασε το φως του
Κι' αποκαρώθηκε ο φτωχός. Τα σερπετά δειλιάζουν
'Σ τ' αγώγι τους και φεύγουνε. Νεκρόνεται κι' ο γύφτος,
Η φύσις όλη εσίγησε, λες κ' ήθελε ν' αφήση
Ελεύθερα να καταιβούν τα ονείρατα του Διάκου.
***
Κ' ιδού του κάστηκε με μιας ότ' είδε την κουφάλα
Του δέντρου ν' αναδεύεται. Του ρουπακιού τα φύλλα
Να πέσουν όλα καταγής, να μεταμορφωθούνε
Να γένουν σάρκαις ζωνταναίς, και τάψυχο το ξύλο
Να λάβη ανθρώπινη μορφή. Η φλούδα μοναχή της
Χωρίζει, ξεδιπλόνεται, και τότε με το χέρι,
Το σιωπηλό το φάντασμα που στέκει επάνωθέ του,
Τη σήκωσε, την έρριξε 'ς την πλάτη του σα ράσο,
Κ' έμειν' εμπρός του ακίνητο... Τριγύρω 'ς το λαιμό του
Χαράκι κόκκινο βαθύ, σαν νάθελε περάση
Εκείθε η κόψη του σπαθιού...
— Χριστός ανέστη, Διάκε!...
— Παπά, τι θέλεις από με;... πούθ' έρχεσαι;... ποιος
[είσαι;...
— Ποιος είμαι, Διάκε;... και ρωτάς;... κύτταξε... ο
[Ησαΐας.
Έλα μαζύ μου γρήγορα μη μας προλάβ' η μέρα.
— Δεσπότη μου, μ' εδέσανε ... Τα σίδερά μου κόψε.
— Θανάση, μην είσ' άπιστος ...Δε σε κρατεί κανένας.
Ανέβηκαν μεισουρανύς. Πετούν... Πετούν ακόμα ..
Αφίνουν πίσω τους βουνά και πέλαγα κι' αστέρια.
Τρυγόνια διαβατάρικα που πήγαιναν 'ς τη Δύση
Τους απαντούν 'ς τα σύγνεφα και τους καλημερίζουν.
Ο Διάκος τα χαιρέτησε, ταυλόγησε ο Δεσπότης
Και τα ρωτά πού θα σταθούν να ξεκαλοκαιρέψουν,
Κ' εκείν' απηλογήθηκαν: — » 'Σ τα Σάλονα, 'ς την Κιόνα,
'Στη Λιάκουρα τη δροσερή, 'ς της Γούρας τ' ακροβούνια» —
— » Αλλάξετε το δρόμο σας, πουλιά μου ευλογημένα,
» Συρέτε αλλού να ζήσετε και να ζευγαρωθήτε.
» Εκεί εθολώσαν τα νερά, είναι φωτιά ταγέρι,
» Και δε θαυρήτε για φωλειά ούτε κλωνί χορτάρι.» —
Η δυο ψυχαίς πάντα, πετούν... Πετούν ολίγο ακόμα
Και φτάνουν 'ς ένα ψήλωμα...
— Θανάση, στάσου τώρα
Κι' ολόγυρά σου κύτταξε.
— Δεσπότη!... Ποια είν' εκείνη
Η χώρα που μαυρολογά, χτισμένη 'ς εφτά ράχαις;..
Μου φαίνεται άγρια θάλασσα, και το ροχχάλιασμά της
Τακούω που φτάνει ως εδώ;...
— Προσκύνησε το θρόνο
Του πρώτου μας του Βασιλειά, το μνήμα του στερνού μας..
Πώς τρέμεις, Διάκε; Γιατί κλαις;.. Θανάση!... είναι δική
[μας
— Ελεημοσύνη... Ένα σπαθί... Πριν φέξη τήνε πέρνω.
— Διάκε, δεν ήρθ' η ώρα μας. Θα βαφτιστούμε πρώτα
'Σ το αίμα, 'ς τα παθήματα και κοφτερά στουρνάρια
'Σ το μετερίζι του βουνού το γόνα μας θα τρίψουν.
Θα πιούμε τον ιδρώτα μας. Θα μείνη μαύρη χήρα
Η γη μας η ταλαίπωρη και τα κοιλόρφανά της.
Θα μάθουν να χορταίνουνε λαθύρια, βρακανίδαις,
Και του νερού τα κάρδαμα, παρά να τα σαρκόνη
Του ξένου το άτιμο ψωμί, πώχει προζύμι πάντα
Φαρμάκια, καταφρόνεσαις, περίγελα και δάκρυ.
Τότε θαρθή περήφανο το γένος να χτυπήση
Τη θύρα της Αγιάς Σοφιάς με του σπαθιού τη φούχτα,
Τα σιδερένια μάνταλα, 'ς την προσταγή θα πέσουν,
Κ' εκεί που τώρ' ανάσκελα, μ' ολόρθα δαγκανάρια
Με το λαρύγγι διάπλατο, θρασομανάει και χάσκει
Το μισοφέγγαρο χρυσό, σαν νάθελε με πείσμα
Αφ' ου μας έφαγε τη γη, να πιη τον ουρανό μας,
Ο Σταυρωμένος θα σταθή... Μην κλαις... είναι δική μας.
— Κ' εμείς, πατέρα μου, οι φτωχοί, θάμεθα πεθαμμένοι;...
— Θα να χτιστή με κόκκαλα το μακρυνό γεφύρι.
Μην ήσαι, Διάκε, αχόρταγος. Κύτταξ' εκεί ποιος άλλος
Με το κορμί τα θέμελα θα να στοιχειώση τώρα.
Θανάση μου! Γονάτισε ... κρεμούν τον Πατριάρχη.
Εγονατίσανε βουβοί. Κ' ευθύς 'ς την έρμη χώρα
Έβρεξε φως από ψηλά και τήνε πλημμυρίζει.
Και κόσμον είδανε πολύν, σιμά 'ς το περιγιάλι
Να μερμηγκιάζη ανήσυχος και μέσ' απώνα ξύλο,
Όπου είχε αράξη βιαστικά, το Γέρο να προβάλη
Με τ' απανωκαλύμμαυκο, με το ραβδί 'ς το χέρι.
Τα βάσανά του, η αγρυπνιαίς, τα χρόνια του, η νηστείαις,
Το φοβερό το μυστικό, που εκράτει κλειδωμένο
Βαθειά ς' τα φυλλοκάρδια του, τον είχανε συντρίψη
Κ' είναι το πάτημά του αργό. Φονειάδες λυσσασμένοι
Τον έσπρωχναν να περπατή και τα γεράματά του
Περιγελούσανε σκληρά: — » Τη λαγουριά σου χτύπα...
«Εμπρός... κ' οι λύκοι, ποιστικέ, θα φαν τα πρόβατά σου.»
—
Τον έσυραν 'σε μια αδειά... Πέφτει 'ς τη γη... Σταυρόνει
Τα χέρια να τον κόψουνε... «Εμπρός... εμπρός... Δεσπότη
Δεν έχεις σβέρκο για σπαθί... Ακαίρηος θα πεθάνεις.» —
Μουγκρίζει ο ανεμοστρόβιλος. Σφιχτά τον αγκαλιάζουν
Και τόνε διώχνουν παρεμπρός: «Μόχτα.. Δεσπότη... μόχτα
»Και 'ς το πατριαρχείο σου θαυρής να ξαποστάσης.»
— Κι' ανεμοδέρνει ταλαφρό, το μαραμμένο φύλλο.
Αφ' ου τον έφεραν εκεί κι' αφ' ου τον παραδώκαν
Εβουβαθήκανε με μιας. Ένας 'ς τον άλλο επάνω
Λαχομανούν, αφρίζουνε.. 'Σ τη μεσινή τη θύρα
Σε λίγο τρίζει το σχοινί... Αλλαλαγμός, κατάραις...
Σπαράζει τάγιο λείψανο... Ταχόρταγα τα όρνεια
Ολόγυρά του σφίγγονται... Του ξέσχιζαν τα ράσα...
ξεγύμνωσαν τα στήθια του κ' εφάνηκε 'ς τον ήλιο
Απόκρυφη λαβωματιά... Πλευρόνουν την κρεμάλα
Γρηαίς αρκουδογύφτισαις και με τα δοκανίκια
Του δέρνουνε το πρόσωπο... Πλακώσαν κ' οι Εβραίοι
Και ξεκρεμάσαν το νεκρό... Αρπάζουν την τριχιά του,
Δαιμονισμένοι τρέχουνε... Οπίσωθε αλυχτούσαν
Χιλιάδαις σκύλοι νηστηκοί... Εφτάσαν 'ς τακρογιάλι...
'Σ του Πατριάρχη το λαιμό, δένουν σφιχτά μια πέτρα
Και μ' ένα ρυάσιμο βραχνό που τάκουσαν οι τάφοι
Και τα παιδιά μες 'ς την κοιλιά, 'ς τα χέρια τόνε πέρνουν
Και τον πετούν 'ς την θάλασσα.,. Νυχτόνει... ο πεθαμμένος
Προβαίνει 'ς την αστροφεγγιά... Σιωπηλά ταγέρι
Φυσσά μες 'ς τάσπρα του μαλλιά... Το λείψανο αρμενίζει.
Τακολουθούν τα κύματα... Η νεκροσυνοδεία
Σένα καράβι σταματά... Του μάρτυρα τα πόδια
Χτυπούν τη πρύμμη μια φορά... χτυπούν πάλαι την πλώρη
Ετρύξανε η ξυλοδεσαίς ... Ξυπνούν ... τον ανεβάζουν
Εμπρός του γονατίζουνε... Ο πρωτοσύγκελλός του
Τόνε γνωρίζει... του φιλεί το μέτωπο, τα χέρια...
Σηκόνουνε το σίδερο... Με τα πανιά απλωμένα
Σχίζει την άβυσσο ο νεκρός 'ς το ξυλοκρέββατό του...
— Θανάση μου, ενικήσαμε!... το ψυχομάχημά του
Μεταλαβή κι' αντίδωρο...
— Πατέρα, δε θα νάρθη
Για μας, που προοιμίζομε, Δευτέρα Παρουσία
'Σ αυτήν την ακροπελαγιά;... Αυτό το έρμο χώμα
Δε θα το ιδούν ελεύθερο μια μέρα οι πεθαμμένοι;
— Πίστευε, Διάκε, 'ς του θεού την παντοδυναμία.
— Δεσπότη μου!... πνευματικέ!... 'Σ του δέντρου την
[κουφάλα
Πριν ξημερώση να με πας... Και μη με παραιτήσης...
— Θα σούναι πάντα 'ς το πλευρό μ' εμέ κι' ο Πατριάρχης.
Απλόνουν πάλαι τα φτερά. Συχνά, συχνά ο Θανάσης
Πετώντας έστρεφε να ιδή, 'ς τη νεκρωμένη χώρα
Το θόλο της Αγιάς Σοφιάς, όπου φεγγοβολούσε
'Σ το πρώτο γλυκοχάραμμα, όσο που λίγο, λίγο
Τον έχασε απ' τα μάτια του. ... Ελάλησε τωρνίθι
Και τώνειρό του εσβύστηκε... Ξυπνά και βλέπει ακόμα
Το γύφτο που ροχχάλιαζε κ' επάνωθέ του μαύρα
Του φοβερού του ρουπακιού, τα φύλλα, τα κλωνάρια.
Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.
«Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά» σ. 137
Μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην επανήλθεν ο Τουρκαλβανικός στρατός
εις Λαμίαν (Ζητούνι) ολίγον απέχουσαν εκείθεν παρίστανται δε οι
εχθροί διεσπαρμένοι, και υπνώττοντες κατά τους εκτός της πόλεως
αγρούς.
«Χιλιόχρονο ρουπάκι» σ. 138
Ρουπάκι είδος δρυός. Quercus robur. Εκ των ωραιοτέρων και
ρωμαλαιοτέρων της μεγάλης ταύτης οικογενείας διακλαδώσεων. Η
κυρίως _δρυς_ καλείται _δένδρον_, ίσως ως το κατ' εξοχήν φυτόν
καθώς και _άλογον_ ο ίππος. Η δε μακροβιότης του _ρουπακιού_
κατήντησε παροιμιώδης.
«Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομανητό του » σ. 138
_Αγριομανώ_ ως το υλημανώ των αρχαίων εις δήλωσιν υπερβαλλούσης
βλαστήσεως όθεν και το «_όταν αι σποραί αγριομανούν, θρέφουν του
εαυτού των._» Σημειώ δε την φράσιν διά την παράδοξον σύνταξιν του
_θρέφω_ μετά γενικής και την ουχ ήττον παράδοξον έννοιαν ότι τα
υλημανούντα φυτά δεν φέρουσι καρπόν ως αναλισκομένης πάσης της
ζωτικής αυτών ουσίας εις διατροφήν των φύλλων. Τούτο συμβαίνει
συνήθως όταν ο σπόρος ρίπτεται εις τόπους αρτίως καλλιεργηθέντας,
αλλά εκ πολλού μείναντας χέρσους. Υπάρχουσι δε και άλλα ομοίως
συντεθειμένα ρήματα, εν οις το δεύτερον της συνθέσεως μέρος
επιτείνει την σημασίαν του πρώτου.
«Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. σ. 138
_Κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά_. Κυκλάμινος των αρχαίων.
Cyclamen ouropaeum. Χαριέστατον άνθος αναφυόμενον κατά τας πρώτας
ημέρας του φθινοπώρου. Τα φύλλα αυτής έχουσι χρώμα πράσινον βαθύ,
μαρμαροειδές, όθεν και το επίθετον _χολάτη_.
Η ρίζα φυματώδης, μελανή έξωθεν, ερυθροειδής έσωθεν. Οι αλιείς,
όταν δεν δύνανται άλλως να ελκύσωσιν έξω του κατοικητηρίου του
τον πολύποδα προσαρμόζουσιν αυτήν εις μακρόν κάλαμον, και
εισάγουσιν εις την κοίτην του ζώου. Προς τοιαύτην δοκιμασίαν ουδ'
ο ισχυρογνωμονέστερος πολύπους αντέχει, αλλ' εξέρχεται βιαίως και
τότε τιτρώσκεται διά του αλιευτικού όπλου όπερ καλείται _διγόφι_.
Το μηχάνημα τούτο εν τη φρασιολογία των αλιέων λέγεται «_βάλλω
φωτιά_» ίσως διά την βιαίαν εξόρμησιν του πολύποδος ώσπερ
φεύγοντος το πυρ.
Οι χοίροι λαιμάργως καταβιβρώσκουσι την ρίζαν όθεν πολλάκις η
_κυκλαμιά_ καλείται _γουρουνοχόρτι_.
«Ολόγυρά του σπλόνοι. » σ. 138
_Σπλόμος_, ο φλόμος των αρχαίων. Verbascum Thapsus. Και διά της
ρίζης του φυτού τούτου δηλητηριάζοντες οι αλιείς τα θαλάσσια
ύδατα συλλαμβάνουσι τους προστυγχάνοντας ιχθύας. Το άνθος αυτού
κιτρινωπόν, ουδεμίαν έχει γνωστήν παρά τω λαώ χρήσιν. Υπάρχει και
ρήμα _σπλονίζω_ εις δήλωσιν της διά του φυτού τούτου γινομένης
δηλητηριάσεως. _Σπλονίζει_ δε και _σπλομανάει ή σπλονομανάει το
μάτι_ ταυτόν τω άλλεται ο οφθαλμός.
Γράφων περί των φυτών τούτων οφείλω να εκδηλώσω την λύπην ην
αισθάνομαι βλέπων όλως παρημελημένην την έρευναν, δι' ης ήθελον
συναχθή πολλά ονόματα ικανά να διαφωτίσωσι την αρχαίαν
βοταναλογίαν και να προσθέσωσιν εις την θεραπευτικήν πλούτον ουχί
ευκαταφρόνητον. Εκτός των εν κοινοτάτη χρήσει ανάξια προσοχής δεν
είναι και τα επόμενα. _Αγιανίτης, αγιόκλιμα, αγκλέουρας,
αδεσκιαμός, αζώηρος, βλίτον, βοϊδόγλωσσος, γουργογιάννης,
γριπάρι, ζόγγος, ζόχος, κορκόνδυλος, κρίτανον, κούλιανδρος,
καπνίδι, λοβοδιά, λύκος, λάπατον, μελιός, νεροκράτης, οβρυά,
πεντενεύρι, περδικάκι, πρικάγγουρο, σκολύμπρι, στεκούλι, σταρίδα,
σμέρνα, σαρκοθρέφτης, τριβόλι, φράξος, φελίκι, φορδοκοκήλα,
φλισκούνι, χύμελη, ίλακας, σκορπίδι, σπάρτο, καταποδάκι,
αλογουρά, αλωπουρά, παπύρι, λεύκα, πρισμάκι, λαγωγρίδα, αχάλι,
αύκος, σκορδαψός, χορτάρι της Παναγιάς_, και μυρία άλλα ή όλως
άγνωστα προς εμέ ή κατά την στιγμήν ταύτην μη παριστάμενα εις την
μνήμην μου.
Υπάρχουσιν ευτυχώς εν Ελλάδι δύο αξιόλογοι βοτανικοί ο Κύριος
Θεόδωρος Ορφανίδης όστις προς τοις άλλοις διά της ποιητικής του
ευφυίας ηδύνατο ευστόχως να διαδώση γράφων μέγα μέρος του
δημώδους των φυτών ονοματολογίου, και ο εκ Λευκάδος Πέτρος
Βριόνης όστις και μεγάλας κατέβαλε προσπαθείας εις καταρτισμόν
του Ελληνικού βοτανολογίου και πολλά της Ελλάδος διέτρεξεν όρη,
αδρώς μισθοδοτούμενος υπό του επιστήμονος Βρετανού Κυρίου William
Herbert, Deen of Manchester, αδελφού του Κόμητος της Κορνουάλης
(15)
Αλλ' ενώ πάντες αγωνιώσι προς εύρεσιν του αρχαίου ονόματος ή του
αντιστοιχούντος λατινικού, ας ασχοληθώσιν απ' εναντίας
ιχνηλατούντες την δημώδη κυριολεξίαν, ιδίως δε την χρήσιν
εκάστου φυτού παρά τω λαώ. Φρονώ και αδιστάκτως διαβεβαιώ,
ορμώμενος εκ της μικράς μου πείρας, ότι πολλά μυστήρια θέλουσιν
ανακαλυφθή διά ταύτης της ερεύνης και θέλει προκύψη ότι συν τοις
άλλοις ο ελληνικός λαός διατελεί εισέτι ο πιστός φύλαξ της
θεραπευτικής επιστήμης των αρχαίων προγόνων του.
Αποτεινόμενος δε προς τον φίλον Βριόνην λέγω, ότι άν ποτε στέρξη
τοιαύτην τινα αληθώς εθνοφελή να παράσχη υπηρεσίαν, θέλει
αναμφιβόλως ευεργετήση την δημοτικήν ποίησιν και ταυτοχρόνως
θέλει δώση πλήρη και δικαίαν ικανοποίησιν εις πάντα τα τρυφερά
άνθη, όσα σκληρώς συνέθλασαν και κατεμάραναν οι πόδες του
αρειμάνιου Ομέρ, ομαίμονος συγγενούς αυτού, και καταγομένου εκ
των πάλαι δεσποσάντων της Μουζακίας Παλαιολόγων.
« Κ' ένοιωθε τα σαράκια. » σ. 139
_Σαράκι_. Το γνωστόν έντομον το νύχτα και ημέραν εργαζόμενον και
διά της επιμονής αυτού τρίβον αρχαία ξύλα ή οστά. Πάντες βεβαίως
γινώσκουσι τον μονότονον και έρρυθμον τρυγμόν του ζωυφίου τούτου
και την δυσάρεστον εντύπωσιν ην προξενεί ιδίως εν ώρα νυκτός.
_Σαράκι_, μεταφορικώς κρυφία θλίψις φθείρουσα ηθικώς τον
άνθρωπον. «_Τώχω σαράκι 'ς την καρδιά._»
Στη μαύρην τη κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος. σ.159
_Κουφάλα_. Το εκ παλαιότητος εν τω στελέχει δένδρου τινος
κοίλωμα. _Εμόνιασε_ εκ του _μονιάζω_, λεγομένου επί θηρίων
οικούντων εν φωλεοίς. Επί ανθρώπων δε αποσυρομένων εκ του κόσμου
όχι _μονιάζω_ αλλά _μονάζω_.
Γέροντας, κακοτράχαλος. σ. 139
_Κακοτράχαλος_ δεν σημαίνει τον κακόν ή σκληρόν έχοντα τον
τράχηλον, αλλά την κατασκευήν όλου του σώματος αθλίαν και
ραχιτικήν.
Παρασαρκίδ' αφύσικη. σ. 140
_Παρασαρκίδαις ή παρασαρκώματα_ λέγονται και αι τερατώδεις και
παρά φύσιν εξογκώσεις του φλοιού παλαιών δένδρων.
«Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που επρόσμενε κυνήγι
Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του.» σ. 140
_Χταπόδι_, ο πολύπους.
_Θαλάμη και αθαλάμη_. Είναι περίεργον ότι ενώ η δημοτική γλώσσα
δεν διετήρησε το _θάλαμος_, επί της συνηθεστέρας χρήσεως διέσωσε
το _θαλάμη_, περιστείλασα όμως την σημασίαν ιδίως επί της κοίτης
του πολύποδος.
Τοιαύτη του σημαινομένου περιστολή παρατηρείται και επ' άλλων
λέξεων. Ούτε λ.χ. ο _αλιεύς_ ούτε το _αλιεύω_ διετήρησαν την
γενικήν αυτών σημασίαν. Αλλά το _αλιάς_ και _αλεύω_ ή _αλιεύω_
περιωρίσθησαν εις δήλωσιν μόνον των ασχολουμένων εις την άγραν
του πολύποδος, των θαλασσίων οστράκων (άτινα εν παρόδω ο ποιητής
λαός αποκαλεί _αγνά_) των σπόγγων και των τοιούτων. Τούτων δε των
αλιέων τον οπλισμόν απαρτίζουσι μόνον ο _πιννολόγος, η ξύστρα, το
διγόφι_ καί τινα άλλα δευτερεύοντα και επουσιώδη. Τα δε πλοιάρια
αυτών, οιαςδήποτε κατασκευής και αν ήναι καλούνται _αλιάτικα_.
Οι βραχίονες ή πόδες του πολύποδος λέγονται, _αποκλαμοί_.
Πόσον θησαυρόν λέξεων και φράσεων ηδύνατό τις να συλλέξη ερευνών
και τούτο το τμήμα του δημώδους γλωσσολογικού αρχειοφυλακείου,
και πόσον ήθελε φανή αξία θαυμασμού η ακατανόητος διαφύλαξις της
πατρικής περιουσίας!
Εντός του ευτελούς και πενιχρού _μονοξύλου_ του Έλληνος αλιέως
ήθελεν ευρεθή ο _πεζόβολος, ο γρίπος και το πεζογρίπι, η ψάθα, τα
καλαμωτά, το καμάκι, η πρυά (πυρά), ο ολκός ή βολκός, η πόχα, ο
δόλος, η τονιά, τα φελούρια, η συρτή_. Καθώς ήθελεν ευρεθή
άθικτος και αβλαβής εν τοις κόλποις του αλιευτικού κοφίνου, ο
_χάνος, η πέρκα, η χελούδα, η δράκαινα, η σμέρνα, ο ολφός, ο
σαργός, το μελανούρι, ο πιννοτήρας, η μαρίδα, ο όρκυνας, ο
κέφαλος, ο αχινιός ή αχινός, το μύδι, ο προσφορίτης, ο κοχλιός, η
ριχτιά, το μηλοκόπι, ο σπάρος, το λαυράκι, η ρίνα, το σαλάχι_,
(ούτινος το κέντρον επιζήτητον εις παρακέντησιν του φλέγμονος εξ
ου προσβάλλονται τα κτήνη), _η μουδιάστρα, ο σκύλος, η μαινίδα, η
φώκα, η αιθερίνα, ο δάκτυλος, η σουλήνα, το σταυρίδι, ο κολιός, ο
λεθρίνος, ο μουρμουράς_, ο αποτρόπαιος _πορφύρας_ και πλήθος
άλλων λίαν περιέργων είτε ένεκεν των διαλεκτικών παραμορφώσεων ας
υπέστησαν είτε ένεκεν της εντελούς αυτών διατηρήσεως.
Εν γένει παρετήρησα ότι αι τάξεις, αίτινες δεν διεφθάρησαν εκ της
προς τους ξένους επιμιξίας, αλλ' ένεκεν του βίου, ον διήγον,
έμειναν κεχωρισμέναι, διέσωσαν τον αρχαίον πλούτον. Τοιαύται
λογίζονται κυρίως αι τάξεις των ποιμένων, των αλιέων, των
γεωργών, των πολεμιστών. Πρέπει λοιπόν εκείσε να προσδράμη τις
και να σταχυολογήση πριν ή η πλημμύρα του νέου πολιτισμού εισβάλη
μέχρι των κρυψώνων εκείνων και παρασύρη και πνίξη παν ό,τι
ανελπίστως και θαυμασίως διεσώθη.
«Ξεραίς παλαμονίδαις...» σ. 140
_Παλαμονίδα_ είδος σκληράς ακάνθης. Όνωνις των αρχαίων Ononis
spinosa.
Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι. σ.140
_Σφαλάγγι_. Το φαλάγγιον των αρχαίων.
Τα σερπετά μαυλίζει. σ. 140
Το _μαυλίζω_ δεν λαμβάνεται ενταύθα επί της φαύλης σημασίας ην
είχε παρά τοις αρχαίοις. Κυρίως σημαίνει, κράζω δι' ιδιαιτέρου
τινος φθόγγου τα κατοικίδια πτηνά ή κτήνη. Τοιουτοτρόπως
_μαυλίζει_ τις ή _μαυλά_ τας όρνιθας, τον αίλουρον, τον κύνα.
Μαυλίζει τις και τον _γονόν_ των μελισσών, όπως τον εφελκύση
εντός του κοσκίνου του παρασκευασθέντος πρότερον διά του
μελισσοχόρτου. Έκαστον _μαύλισμα_ τελείται δι' ιδιαιτέρας φωνής.
Μεταξύ των πολλών λίαν περιέργων εθεώρησα το εις πρόσκλησιν των
ορνίθων απειράκις επαναλαμβανόμενον μονοσύλλαβον, _γυψ ... γυψ...
γυψ_, ωσανεί επρόκειτο διά της εκφωνήσεως του ονόματος επιφόβου
ορνέου να βιάση τις την επάνοδον αυτών. Περιεργότερον δε το των
ποιμένων, όταν προπορευόμενοι του ποιμνίου αδιαλείπτως και
βραδέως αναβοώσιν _οβς, οβς, οβς_. Μα την αλήθειαν, όταν τους
ακούη τις, πιστεύει ότι ψιττακίζουσι το αρχαίον _όις_, όθεν
πασιφανώς και το των Λατίνων ovis.
Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση
Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο, σ. 141
Αι αναγκαίαι ιστορικαί σημειώσεις προς κατάληψιν των επομένων
στίχων εκτίθενται καθ' ην τάξιν διαμνημονεύονται εν τω κειμένω τα
ονόματα των τεθνεώτων ηρώων και ουχί καθ' ην απαιτεί η όλως
ασήμαντος και ουχί βεβαίως εξηκριβωμένη διαφορά της χρονολογίας.
ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΥΡΜΑΣ.
Εις τους μεγάλους και δεινούς περισπασμούς, οίτινες διετάραξαν
την Ελληνικήν φυλήν κατά την μακράν και ζοφώδη νύχτα της
δουλείας, ευλόγως καταλογίζεται και ο επί τριάκοντα όλα έτη
διαρκέσας προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας, από του 1684
μέχρι του έτους 1715.
Δεν προτίθεμαι βεβαίως να διεξέλθω πάντα τα αιματηρά επεισόδια,
δι ων εβάφησαν αι σελίδες της ιστορίας εκείνης. Ο κύριος
Κωνσταντίνος Σάθας εν συντόμω περιγράψας την επανάστασιν του ΙΖ'
αιώνος και διανοούμενος να επανέλθη εις το θέμα τούτο, δεν ήθελεν
ανεχθή αλλοτρίαν επέμβασιν. Αλλά χάριν διασαφήσεως των εν τω
ποιήματι μνημονευομένων, επιτραπήτω μοι να αρυσθώ εκ του
πονήματός του, τας ειδήσεις δι' ων μάλλον ευκατάληπτος αποβαίνει
η οπτασία του Διάκου.
Τότε ως και ύστερον ο ανώτατος της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας
κλήρος, πρώτος ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Όθεν ενώ τη
αρωγή των ημετέρων εξήλαυνεν ο Μαυροκηνός τους οθωμανούς της
Πελοποννήσου, οι επίσκοποι Φιλόθεος ο Σαλόνων, Ιερόθεος ο Θηβών,
Μακάριος ο Λαρίσσης, Ιάκωβος ο Αθηνών και Αμβρόσιος ο Ευβοίας,
υπεκίνουν και υπεστήριζον εν τη ανατολική Ελλάδι την επανάστασιν.
Καταβάς εκ των ορέων της Δωρίδος και ο αρματωλός Κούρμας επέπεσε
κατά του Λοδορικίου και κατέστρεψε τους εκείσε επιδημούντας
Τούρκους. Ο δε Φιλόθεος επί κεφαλής των επαναστατών τροπαιούχος
εξέβαλε τους εν τη Παρνασσίδι.
Μετ' ου πολύ συνασπισθέντες οι εχθροί επανήλθον μετά πολυαρίθμου
στρατού, και οι μεν Βενετοί προδώσαντες την επανάστασιν
εγκατέλιπον τους ημετέρους, οι δε αρχηγοί αυτής απαξίωσαν να
καταθέσωσιν τα όπλα και οι πλείστοι απέθανον μαχόμενοι υπέρ της
φίλης πατρίδος.
Τοιουτοτρόπως έν τινι συμπλοκή έπεσεν ο Κούρμας, θανατηφόρως δε
πληγείς και ο Φιλόθεος παρέδωκε τω Θεώ την ακαταδάμαστον και
γενναίαν ψυχήν. Η ως εκ θαύματος διασωθείσα διαθήκη του
αυταδέλφου αυτού Δημητρίου Χαριτοπούλου, περιουσία ανεκτίμητος
και πολιτικόν ευαγγέλιον περιέχον εν τη απλοϊκωτέρα αυτού
διατυπώσει το σύμβολον της εθνικής πίστεως, μαρτυρεί περί πάντων
τούτων. Ασμένως δε καί τοι δημοσιευθείσαν καταχωρίζω ενθάδε,
αΐδιον μεν του διαθέτου μνημόσυνον καλόν δε παράδειγμα προς ημάς
απαραίτητον έχοντας ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας, κόσμον δε του
βιβλιαρίου μου τούτου.
Συγχρόνως επί των ορέων της δυτικής Ελλάδος ηγείροντο
κεραυνοβόλοι οι αρματωλοί Αγγέλης Σουμήλας επονομαζόμενος Βλάχος,
Χρήστος Βαλαωρίτης ο ημέτερος γενάρχης μετά του μονογενούς αυτού
υιού Μόσχου, ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο
Σπαθόγιαννος.
Όταν επανέρχεταί τις διά της διανοίας εις τους χρόνους εκείνους
εξίσταται και θαυμάζει πώς και διά τίνων μέσων οι γενναίοι ημών
προπάτορες εδυνήθησαν ν' αντιταχθώσι μόνοι προς τηλικαύτην των
εχθρών δύναμιν. Εκ του δουκικού διατάγματος δι' ου ο Σουμήλας,
προσφυγών εις Λευκάδα μετά του Χρήστου και Μόσχου των Βαλαωριτών,
εις αμοιβήν των θυσιών και των αγώνων του απήλαυσε τον χρυσούν
του Αγίου Μάρκου σταυρόν, προκύπτει ότι ο αθλητής ούτος, ιδίαις
δαπάναις καθ' όλην του πολέμου την διάρκειαν, διετήρησε σώμα εκ
χιλίων και επέκεινα μαχητών διατρέχων εφ' όλην εικοσαετίαν
Στερεάν και Πελοπόννησον και καταπλήττων απανταχού τους
πολεμίους. Είς αδελφός αυτού και είς πρωτεξάδελφος εθανατώθησαν
εν ταις εκδρομαίς εκείναις, ηκρωτηριάσθη δε και ο Μόσχος
Βαλαωρίτης, κατά την εν Καβοράκλι μάχην, τον αριστερόν βραχίονα,
εφ' ου και τεθειμένον ύστερον προσήγαγε προς τον τότε διοικητήν
υπόμνημα των υπηρεσιών αυτού.
Ούτε του Σουμήλα ούτε των Βαλαωριτών τα ονόματα, ανέκαθεν
αδιασπάστως συνδεδεμένα διά τε των δεσμών της συγγενείας και του
υπέρ πατρίδος χυθέντος αίματος, ηθέλησα να μνημονεύσω απτόμενος
της εποχής εκείνης, ίνα μη τις μοι προστρίψη μώμον ως δήθεν εκ
προθέσεως περιαυτολογούντι. Ουχ ήττον ομολογώ ότι πολλάκις μοι
επήλθε τοιούτος φιλοτιμίας πειρασμός.
Ο Σουμήλας απολαβών παρά της Βενετικής Δημοκρατίας πολλά κτήματα
κατώκησεν εν Λευκάδι ένθα και κατέλυσε τον βίον διατηρήσας μέχρι
τέλους πολλήν εν τη νήσω βαρύτητα, προελθούσαν μάλιστα επί
τοσούτον ώστε οι οπωςδήποτε και υπ’ αυτής της αρχής διωκομένοι
εσώζοντο εισελθόντες άπαξ εις την οικίαν αυτού. Εντεύθεν και το
δημώδες «_επιάστηκε από το χαλκά του Καπετάν Αγγέλη._» Εν Σιβίστα
κωμοπόλει του εν Αιτωλία δήμου Μακρυνίας διεσώθησαν οι πέντε
πρώτοι στίχοι δημοτικού άσματος αναγομένου βεβαίως εις την
ηρωικήν εκείνην εποχήν, εν ω μνημονεύονται τα ονόματα του Αγγέλη
Σουμήλα και Χρήστου Βαλαωρίτου.
ΑΓΓΕΛΗΣ ΣΟΥΜΗΛΑΣ ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΩΡΑΣ,
Σαν τι μεγάλη καταχνιά 'ς τη Σίβιστα 'ς τη ράχη.
Ο Βλαχαγγέλης πολεμά κι ο Χρήστος Βαλαώρας
Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δεν είναι τρεις ή δέκα
Μόν' είν' χιλιάδες δεκατρείς, χιλιάδες δεκαπέντε.
Τζαφέρμπεης εχούγιαξε κι' ο Αγγέλης πηλογιέται...
Οι Βαλαωρίται, αφ' ου επί τινα χρόνον ετήρησαν διά των όπλων το
αρματωλίκιον του Βάλτου, λαβόντες επίσης γαίας εις αμοιβήν της
καταστραφείσης περιουσίας, προσέφυγον και ούτοι εις Λευκάδα, όπου
και διέμειναν, ο δε οικογενειακός αυτών τάφος υπάρχει εν τω ναώ
του Σωτήρος.
0 Μόσχος Βαλαωρίτης μετά την καταστροφήν της επαναστάσεως είχε
περιέλθει εις εσχάτην πενίαν· σώζεται δε παρ' ημίν επιστολή αυτού
ιδιόγραφος προς τους εν τη Στερεά φίλους (αιτήσαντας ως φαίνεται
χρηματική τινα παρ' αυτού βοήθειαν,) εν η διαβεβαιοί ότι ουδέν
έτερον υπελείπετο πλέον αυτώ ειμή τα όπλα.
Το ξίφος του Σουμήλα περίδοξον και πολύτιμον, κατακτηθέν εν
πολέμω υπ' αυτού του Αγγέλη ιδίαις χερσί φονεύσαντος πασάν τινα,
διετηρήθη εν τη οικογενεία μέχρις ου αλβανός τις διάσημος (ο Βελή
Γκέκας νομίζω ή ο Βεκήρ Ζουγαδούρος) ηγόρασεν αυτό και απέστειλε
δώρον προς τον Αλή πασάν. Ενομίζετο δε ότι το ξίφος τούτο είχε
προς τοις άλλοις την δύναμιν να διαλύη τας επιδέσεις και να
ουδετερώνη την ενέργειαν των πονηρών πνευμάτων.
Ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος έπεσαν
εν πολέμω.
Προς επιβεβαίωσιν δε όσων προηγουμένως ερρέθησαν περί Μόσχου
Βαλαωρίτου και προς διάψευσιν των λοιδοριών, ας μετά ιδιαζούσης
χαριτολογίας και αληθώς αξιοθαυμάστου ιστορικής ακριβείας
εξετόξευεν άλλοτε κατά της Ελλάδος, ιδίως δε κατά τινων εκ των
σημαντικοτέρων της Επτανήσου οικογενειών ο Βρετανός Whyte Jervis,
εν αις περιλαμβάνει και την ημετέραν, αποδίδων αυταίς ξενικήν
καταγωγήν, παραθέτομεν ενθάδε τα δύο δουκικά διατάγματα δι' ων
ανεγνωρίσθησαν αι πολεμικαί αυτού υπηρεσίαι, προς δε καί τινα
αποσπάσματα εκ του προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπομνήματος αυτού
και της εκθέσεως του τότε διοικητού συνιστώντος θερμώς την
παραδοχήν των αιτήσεων του πενομένου αρματωλού και επικαλουμένου
υπέρ αυτού την μεγαλοδωρίαν της Κυβερνήσεως (16)
Επισυνάπτομεν προς τούτοις και έτερον δίπλωμα, δι' ου ο Ανδρέας
Πισάνης Βενετός ναύαρχος μαρτυρεί περί της ανδρείας, ην ο
Γεώργιος Βαλαωρίτης, υιός του Μόσχου, έδειξεν ως εθελοντής κατά
την αιματηράν προς τους Οθωμανούς ναυμαχίαν εν τω Κερκυραϊκώ
πορθμώ, τη 8 Ιουλίου 1716. Αυτός ούτος διεκρίθη και κατά την
εκπόρθησιν της Βονίτζης, ως προκύπτει εκ του υπομνήματος, δι ου ο
Πισάνης εξαιτείται παρά της Δημοκρατίας δωρεάν κτημάτων εις
αμοιβήν των υπηρεσιών αυτού.
Alivisius Mocenico, dei gratia, Dux Venetiae, Nob[ilissi]mi et
sap[ientissi]mi Viri Johanni Pizzamano, Proved[ito]re. Nostro
straordinario.
Sopra l'istanzia che troverete unita con l'informazione di essa
del prov. del'isola, dei cap[ita]ni Mosco di Cristo dale terre di
Luro ed Apostoli Anifandi, dal territorio di Comboti sotto
l'Arta, che si sono nella guerra accorsa sognalati contro Turchi,
siamo persuasi d'esprimervi, che confermandosegli le case a loro
spese fabricate nelle quali sono al presente le famiglie d'essi
collocate nel Borgo di codesta Piazza e nella terra di Lefcada
abbiasi poi con le solite annuali corrisponsioni in cassa Publica
ad assegnarli tanti de' terreni inculti già di ragione de' Turchi
che possano coltivati rendergli quaranta in cinquanta Reali per
cadaunno all'anno così trovandosi proprio e conveniente
verso la loro fede e distinte benemerenze.
Alivisius Mocenigo, Dei gratia, Dux Venetiae Nob[ilissi]mi, et
Sap[ientissi]mi Viri Iohanni Pizzamano.
Concorsi con le antecedenti Ducali de dì 24 Settembre ad
assegnare in retribuzione de' servizii resi alla Signoria Nostra
dal Capitano Cristo Mosco ed altro suo compagno, terreni inculti
in quella quantita che poi coltivati possano rendere per cadauno
quaranta in cinquanta Reali all'anno. Hora esprimendosi il
Capitano Mosco sudetto riuscirgli impossibile per trovarsi privo
di un braccio perduto in battaglia C a v o r a c l i per la sua
povertà farli coltivare vi diciamo che per questo straordinario e
compatibile caso habbiate ad assegnarli di questi coltivati per
la rendita annuale predetta di quaranta in cinquanta Reali non
che però si levino ad altri che ne fossero legalmente al
possesso, così trovando proprio e conveniente.
Εκ του υπομνήματος όπερ προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπέβαλεν ο
Μόσχος Βαλαωρίτης.
(παραλείπονται)
Αναλαβόντες μετά της ημετέρας πολυαρίθμου στρατιωτικής ακολουθίας
την περιφρούρησιν των χριστιανών κατοίκων της τε Λευκάδος και
Πρεβέζης και δι' επισήμων διπλωμάτων των υμετέρων αντιπροσώπων
αναγνωρισθέντες _Αρματωλομπασίδες_ τουτέστι πρόμαχοι της ζωής και
της περιουσίας τών υπηκόων υμών, ανεδείχθημεν άξιοι της υμετέρας
εμπιστοσύνης και παρέσχομεν αναντίρρητα τεκμήρια πίστεως,
εκτελούντες τας ανωτέρας διαταγάς, ιδίως δε ότε ανετέθη ημίν η
είσπραξις των δημοσίων προσόδων και ότε συνεχώς συμπλεκόμενοι
προς τους Οθωμανούς, συνελαμβάνομεν και παρεδίδομεν στρατιώτας
λειποτάκτας δραπετεύοντας εκ των φρουρίων και συνασπιζομένους
μετά των εχθρών.
Έκαστος ημών είδεν αποσφαζομένους υπό των βαρβάρων αδελφούς και
συγγενείς. Αλλ' εγώ ο οπλαρχηγός Μόσχος μετά πολυχρονίους
αιματηράς θυσίας απώλεσα μαχόμενος και τον αριστερόν βραχίονα·
αφ' ου όμως πολεμών ηυτύχησα πρώτον ν' αρπάσω εκ των χειρών του
εχθρού τους εν δουλεία συρομένους χριστιανούς αιχμαλώτους και να
τρέψω εις φυγήν και να εξοντώσω την στρατιάν των αλλοφύλων, ως
εναργώς προκύπτει εκ των παρ' ημίν ενδεικτικών, δι' ων οι
υμέτεροι στρατηγοί περί πάντων τούτων μαρτυρούσι.
_Εκ της εκθέσεως, δι ης ο προβλεπτής Κορρέρ συνιστά την παραδοχήν
των αιτήσεων του οπλαρχηγού Μόσχου Βαλαωρίτου_
(παραλείπονται)
Οι προμνησθέντες οπλαρχηγοί, αφού απέλιπον την οθωμανικήν χώραν,
έλαβον μετά της πολυαρίθμου ακολουθίας των αρματωλών των
υπηρεσίαν υπό την Βενετικήν σημαίαν, και μεγάλη προήλθεν ωφέλεια
εκ της υποστηρίξεως ταύτης κατά την μακράν διάρκειαν του πολέμου.
Προς πολλούς δε εξ αυτών διεπιστεύθημεν την ασφάλειαν των εν τω
Ξηρομέρω ημετέρων επαρχιών, ας και έσωσαν διά του ιδίου αίματος
και της θυσίας των αδελφών, από των αδιαλείπτων εχθρικών
επιδρομών.
Ούτε ήθελόν ποτε εξασφαλισθή, άνευ της αρωγής των όπλων των, αι
πολυάριθμοι οικογένειαι αίτινες προσέφυγαν εις τα προάστεια της
Λευκάδος και της Πρεβέζης, ότε δε δι' αιφνιδίων νυκτερινών
επιθέσεων επετύγχανον ενίοτε οι εχθροί ν' αρπάσωσι χριστιανούς
αιχμαλώτους και κτήνη εν τοις αγροίς βόσκοντα, οι οπλαρχηγοί
ούτοι, άμα τη εκπυρσοκροτήσει του πρώτου τηλεβόλου των φρουρίων,
εν ακαρεί συνησπίζοντο και μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου,
προλαμβάνοντες τους οθωμανούς, ενέδρευον εν σκοτειναίς κρύπταις
και επιπίπτοντες κατέσφαζαν αυτούς ανηλεώς, διέσωζαν τα λάφυρα
και απέδιδον προς τους αθλίους αιχμαλώτους την προτέραν
ελευθερίαν. (facevano d'essi sanguinosa stragge, ricuperavano le
depredate spoglie, et armenti, ridonando a' miserabili schiavi la
pristina libertà.)