εξηφανίσθησαν μαζί με την λάμψιν των ερυθρών νεφών.
— Δικός μου είσαι! ήχει εις το βάθος. Είσαι δικός μου!» ήχει εκ του
ύψους, εκ του Απείρου! . . .
Θείον! από αγάπης εις αγάπην, από της γης εις τον ουρανόν να πετάξη
κανείς. Μία χορδή έσπασε, πένθιμος ήχος ήχησε.
Το παγερόν φίλημα του θανάτου ενίκησε το εφήμερον. Το προανάκρουσμα
ετελείωσε, διά να δυνηθή να αρχίση το όραμα της ζωής, η δυσαρμονία
διελύθη αντικατασταθείσα εν τη αρμονία. Καλείς τούτο πένθιμον ιστορίαν;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η καϋμένη η Μπαμπέττα! Ήτο εις ανέκφραστον αγωνίαν. Το ακάτιον επροχώρει
διαρκώς μακρύτερα. Κανείς εις την ξηράν δεν ήξευρεν, ότι το ζεύγος των
μνηστευμένων είχε μεταβή εις την μικράν νήσον. Τα σύννεφα επυκνούντο
βιθυζόμενα, η βραδυά ήτο σκοτεινή. Μόνη, άπελπις, θρηνούσα ήτο εκεί.
Θύελλα εκρέμετο επάνω της, η μία αστραπή διεδέχετο την άλλην και έλαμπεν
υπέρ τον Ιούραν, υπέρ την Ελβετίαν και υπέρ την Σαβοΐαν· από παντού
ετοξεύετο αστραπή επί αστραπής και αι βρονταί εκυλίοντο η μία μετά την
άλλην συγκρουόμεναι επί δευτερόλεπτον. Αι αστραπαί είχον συχνά λάμψιν
ηλίου και έβλεπε κανείς το κάθε αμπέλι, όπως τo βλέπει και το μεσημέρι,
αλλά αμέσως εκαλύπτετο πάλιν το παν μέσα εις το σκοτάδι. Αι αστραπαί
σχημάτιζαν φιόγκους, γραμμάς ελικοειδείς και τεθλασμένας, εμπηγνύοντο
γύρω γύρω μέσα εις την λίμνην, έλαμπον από παντού και η Ηχώ ηύξανε των
βροντών τον κρότον . . . Εις την ξηράν έσυραν τα ακάτια εις την ακτήν.
Ό,τι, έχει ζωήν ζητεί προστασίαν! Τώρα κατέπιπτον κρουνοί
βροχής . . . . . . . .
— Πού να είναι τέλος πάντων ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα με αυτήν την
τρικυμίαν; είπεν ο Μυλωθρός.
Η Μπαμπέττα εκάθητο με σταυρωμένα τα χέρια, με κεκλιμένην την κεφαλήν
επί του στήθους άφωνος εκ λύπης· έκλαιε, δεν εθρήνει πλέον!.
— Μέσα εις το βαθύ νερό! έλεγε μέσα της. Είναι κάτω βαθιά, σαν κάτω από
τον Παγώνα!
Εις την σκέψιν της ανέβη, τι είχε διηγηθή ο Ρούντυ περί του θανάτου της
μητρός του, τι περί της σωτηρίας του, όταν πτώμα τον είχαν ανασύρει έξω
από την χαράδραν του Παγώνος.
&«Η Νεράιδα του Πάγου τον επανέκτησε πάλιν».&
Αστραπή έλαμψε, που με την λάμψιν της ετύφλωνε, όπως η λάμψις του ηλίου
επάνω εις το λευκό χιόνι. Η Μπαμπέττα ανετινάχθη. Η λίμνη αυτήν τη
στιγμήν υψώθη ως καταλάμπων Παγών, η Νεράιδα του Πάγου ίστατο εκεί
ηγεμονική, κυανωπώς ωχρά, λάμπουσα, και εις τους πόδας της εκείτο
εκτάδην &το πτώμα του Ρούντυ&: «Δικός μου!» έλεγε, και πάλιν γύρω έγινε
σκότος, κυλιόμενοι κρουνοί.
— Τι άσπλαγχνος!» εθρήνει η Μπαμπέττα. «Διατί λοιπόν να αποθάνη, όταν
εχάραζε η ημέρα της ευτυχίας; Θεέ μου! φώτισε τον νουν μου! Φώτισε μέσα
την καρδίαν μου! Δεν εννοώ τας οδούς Σου! Παραπλανώμαι πανταχόθεν
ερευνώσα τας αποφάσεις της Παντοδυναμίας και Σοφίας Σου!»
Και ο Θεός εφώτισε τα ενδόμυχα της καρδίας της. Αστραπή σκέψεως, ακτίς
χάριτος, το όνειρον της παρελθούσης νυκτός ζωηρόν, όπως υπήρξε, την
διεφώτισε· ενεθυμήθη τους λόγους της ευχής, την οποίαν εξέφρασε, τι εις
αυτήν και εις τον Ρούντυ θα ήτο άριστον.
— Αλλοίμονον εις εμέ! Ήτο τούτο της αμαρτίας το σπέρμα μέσα 'στην
καρδιά μου; Το όνειρόν μου ήτο η Ζωή του Μέλλοντος, του οποίου η χορδή
έπρεπε να σπάση χάριν της σωτηρίας μου; Α! η ταλαίπωρος εγώ!
Θρηνούσα εκάθητο εκεί μέσα εις το ζοφερόν της νυκτός σκοτάδι. Μέσα εις
την βαθείαν ησυχίαν της εφαίνετο, ότι ηχούν ακόμη, οι λόγοι του Ρούντυ,
οι τελευταίοι, που είπε εδώ: &«Περισσότερον δεν έχει η γη να μου
χαρίση!»& Ήχησαν εν τη πληθώρα της χαράς του, επανελαμβάνοντο εν τη
βαθεία θλίψει.
***
Έτη από τότε παρήλθον. Γελά η λίμνη, γελούν αι όχθαι της· η κλιματαριά
ξεπετά επάνω της χυμοβριθή, σφριγώντα σταφύλια. Ατμόπλοια με σημαίας,
που κυματίζουν, τρέχουν πέρα. Διασκεδαστικά ακάτια με τα φουσκωμένα
πανιά των πετούν επάνω από το υδάτινον κάτοπρον σαν λευκές πεταλούδες. Ο
διά της Σιγιόν σιδηρόδρομος ήρχισε να &λειτουργή&, πηγαίνει βαθιά μέσα
εις την κοιλάδα του Ροδανού. Εις κάθε σταθμόν κατεβαίνουν ξένοι, κρατούν
εις τα χέρια των τους δεμένους με κόκκινον δέμα οδηγούς των και
διαβάζουν, ό,τι αξιοπαρατήρητον έχουν να ιδούν. Επισκέπτονται την
Σιγιόν, βλέπουν έξω εις την λίμνην το νησάκι με τας τρεις ακακίας,
διαβάζουν περί του ζεύγους των μελλονύμφων, που μια βραδυά το έτος 1856
έπλευσε εκεί, περί του θανάτου του γαμβρού και: &«μόλις την ακόλουθον
πρωίαν ήκουσαν από την ακτήν τας θρηνώδεις απέλπιδας κραυγάς της
νύμφης».&
Αλλά ο &Οδηγός& δεν διηγείται τίποτε διά τον ήρεμον βίον, που διάγει η
Μπαμπέττα κοντά εις τον πατέρα της, όχι εις τον Μύλον — εκεί τώρα μένουν
άλλοι άνθρωποι — αλλά εις το ωραίο σπίτι κοντά εις τον σταθμόν του
σιδηροδρόμου, που από τα παράθυρά του αυτή ακόμη κάθε βράδυ βλέπει πέρα
προς της καστανιές, προς τα χιονοσκεπή όρη, όπου άλλοτε ο Ρούντυ
περιεφέρετο. Βλέπει κατά το βράδυ το &ρόδισμα των Άλπεων, τα Παιδιά του
Ηλίου,& να μημεριάζουν επάνω εις τα υψηλά βουνά και να επαναλαμβάνουν το
άσμα του οδοιπόρου, που ο ανεμοστρόβιλος του παρέσυρε το επανωφόρι του,
επήρε το περικάλυμα, όχι όμως και τον άνδρα.
Εδώ επάνω εις τα χιόνια των βουνών λάμψις ρόδων λάμπει· ρόδων λάμψις
λάμπει και σε κάθε καρδιά, που μέσα της κατοικεί η σκέψις: «Ο Θεός
αφήνει να γίνεται το δι' ημάς άριστον! Αλλά δεν μας εκδηλώνεται πάντοτε,
όπως εξεδηλώθη εις την Μπαμπέτταν, εις το όνειρόν της.
***
1) Π. χ. Εν τω προσώπω του Savorin.