Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
changed. Words in italics are included in _. Footnotes have
been converted to endnotes and are included in (). I have also
added explanation of words in endnotes. These are included in
[].
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,
κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις
με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις
έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε ().
Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές
έχουν σημειωθεί με [].
Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ
_____
ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ
ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ
_____
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος
1892
_____
ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ
_____
Α'
— Κάρλεστον. — _Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869._ — Καταλείπομεν την
προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ., εν τη ακμή της
παλιρροίας, η δε άμπωτις εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο
πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα ανώτερα ιστία και τα
κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ ανά τον
κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και
αφίνομεν αριστερά τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την
τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος, εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα
αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος είνε
εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να
παρακολουθήσωμεν τους στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ
των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την
ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της αριστεράς γωνίας
του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του _Σάνσελλορ_
ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών,
παραπλεύσαν την εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας
εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν.
Ο _Σάνσελλορ_, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [1], ενεακοσίων
τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [2] χαλκών και είνε
ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού
ιστοί, πλην του επιδρόμου [3], είνε σιδηροί ως και η εξαρτία
[4]. Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των
πρώτων εν τω _Νηιγνώμονι_, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον
τρίτον αυτού πλουν μεταξύ Κάρλεστον και Λιβερπούλης.
Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει την
βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα
ηδύνατο να απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον
φαίνεται, τούτ' έστιν είνε Αγγλικόν από της ισάλου αυτού
γραμμής [5] μέχρι των επιμήλων [6].
Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του _Σάνσελλορ_
καταπλέοντος εις Αγγλίαν.
Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της
Νοτίου Καρολίνης και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις
γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να ανέλθη προς βορράν των
Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς
νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της
παλαιάς ηπείρου υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική,
Αμβουργική και μία _Σκωτία_, είς _Περέρ_, μία _Ολσατία_ θα με
έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ δε Νέας Αυρηλίας
και Ευρώπης τα ατμόπλοα της _Εθνικής ατμοπλοϊκής Εταιρείας_,
άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι
Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας
προκυμαίας του Κάρλεστον είδον τον _Σάνσελλορ_· Ο _Σάνσελλορ_
μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι ένστιγμά με ώθησεν εις το
πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η
ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της
θαλάσσης — ταχεία σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα
κατά πάντα: Αρχομένου του φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα
πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη καλός. Λοιπόν
απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του _Σάνσελλορ_.
Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν
μου; Το μέλλον θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας
σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν γράφω, δεν ειξεύρω
περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν ίσως
και εύρη ποτέ αναγνώστας.
Β'
— _28 Σεπτεμβρίου_. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του _Σάνσελλορ_
επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας.
Είνε Σκώτος εκ Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως
επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης. Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους
στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι κεκλιμένην
προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι
φαίνεται όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει
και από τινων μόνον ωρών γινώσκω αυτόν.
Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι
γινώσκει εντελώς το επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως
ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης
φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε παραδεκτόν.
Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε
σώμα του εμφαίνει τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το
ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των χειρών του κίνησις,
και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου ποδός
εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος,
ουδέ επίμονος, διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών
του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του δεν έχουσι συνήθη τάσιν να
κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος αλλόκοτον,
περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω
μετά προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος
«ο μετά Θεόν κύριος!»
Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει
εν τω πλοίω έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος,
τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο
δεύτερος του _Σάνσελλορ_, όν ακόμη δεν εσπούδασα επαρκώς και
περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον.
Το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_ αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ,
του δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του
αρχιναύτου και δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ'
έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι εξασκούσιν εις τον χειρισμόν
πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι άνδρες ούτοι
φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να
βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν
επιδεξίως τους χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον.
Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του _Σάνσελλορ_,
αναφέρω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ,
και παρέχω τον κατάλογον των επιβατών.
Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου.
Μόλις γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα
συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων
συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία εκείνη η τοσούτον
φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία
περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς
προς αλλήλους, διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η
κατάληψις των θαλάμων, η διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις
ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως ημέρας μέχρι είκοσι
πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους απ'
αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν
εφάνησαν ακόμη εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών
κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους είδον πάντας, αλλά
γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο
κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν
επί του άβακος [7] του πλοίου.
Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως
τον αντέγραψα εκ του επιβατολογίου του _Σάνσελλορ_:
Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου.
Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ.
Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ
Χάβρης.
Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ
μεγαλέμπορος εκ Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι.
Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου
τούτου.
Γ'
— _29 Σεπτεμβρίου_. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ'
έστιν η πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί
του _Σάνσελλορ_ και τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε:
ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ., ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ
«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του
πλοίου _Σάνσελλορ_, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα,
ηγκυροβολημένον επί του παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω
καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν του Θεού και μέχρι προ
της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, — ομολογώ ότι
παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού
κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων
εν Κάρλεστον, χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ
χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή καταστάσει, επιγεγράμμένα διά
των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα δε
υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων
και ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις
τους κκ. Αδελφούς Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως
ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών, άνευ τινός προσθήκης, κατά
το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας [8] κατά τα
θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και
εγγυώμαι προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του
ειρημένου πλοίου μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτού.
»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών
της μιας των όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι.
» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850.
Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ»
Όθεν λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια
επτακόσια δέματα βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και
Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το
πλοίον είχεν εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα
δέματα κατέχουσιν όλον το κύτος, πλην μικρού τινος μέρους
προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών. Τα δέματα δε
ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν
μάζαν συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν
άχρηστος, — πλεονέκτημα σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να
περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα.
Δ'
— _Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου_. — Ο
_Σάνσελλορ_ είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες
πλοίον ακόπως [δεν θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν
ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα κεχαραγμένη εκτείνεται έξω
βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον [9]
ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού.
Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς
των εν τω πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό
του παρακυλίσματος [10] του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού
[11]. Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και
πάντες έχουσι κατά το μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την
θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της τραπέζης την ώραν
του φαγητού.
Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι,
και ο επί του πλοίου βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ.
Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα συχνάκις.
Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα,
πολιός [12] την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε
πρεσβύτερος της ηλικίας του — αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου
του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και, προσθέτω, δοκιμάζεται
ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν ακένωτον
δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του,
εκ της κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος.
Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και μόνον προς τον υιόν του. Οι
οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το βλέμμα του
διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι
μετέχον πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της
φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις προσηνείας και αγαθότητος.
Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων
της συνειδήσεως, ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος.
Και όντως!
Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε
οι έλεγχοι ούτοι οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ»
ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν;
Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι
περίπου ετών όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών,
ολίγον τι εσβεσμένη, του κ. Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η
ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε ανάπηρος. Ο
αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον
αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη
στηρίζεται επί της ράβδου του.
Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι
όλος αυτού ο βίος είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά
την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι μάλλον ή αυτός ο υιός,
και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν
αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει,
και τας ελαχίστας αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας
πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή
εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν
περιπατούντα επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_.
Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και
αείποτέ μοι ομιλεί περί του τέκνου του.
Σήμερον είπον προς αυτόν:
«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε
Λετουρνέρ. Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος.
— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου
τα χείλη υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω
σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα
αυτόν εις τον κόσμον!
— Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ.
— Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την
κεφαλήν. Α! επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι
πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον του ανάπηρον . . . ανάπηρον εκ
γενετής!
— Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το
τέκνον σας και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου
έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε αξιολύπητος, αναμφιβόλως·
αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ' υμών, όπως
αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή
λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ
μετά προσοχής τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να
διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία τον λυπεί, είνε η
ιδία υμών θλίψις . . .
— Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ.
Λετουρνέρ. Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω
κατά πάσαν στιγμήν του βίου του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την
ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα ταξείδια. Το
πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών
συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον,
και προ μικρού διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως.
Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον
στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην συμπληρώ
διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας
διανοίας και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά
χαράς συλλογίζομαι ότι λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των
μεγάλων θεαμάτων της φύσεως!
— Μάλιστα, κύριε, . . . αναμφιβόλως . . . , είπον.
— Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την
χείρα, εγώ όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε,
κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου συγχωρεί την μητέρα του και εμέ
διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;»
Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού
η ευθύνη ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον
παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο
κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να αναβή την
κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον
[13].
Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των
διατεθειμένων επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται
ο πατήρ. Αμφότεροι συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την
συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της συνδιαλέξεως είνε ο πλους
του _Σάνσελλορ_, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το πρόγραμμα του
εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν
γνώμην περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός
τούτου, η υπναλέα αυτού όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η
γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον ευνοϊκωτάτη προς τον
δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη,
ευεκτικόν [14], μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει
διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως
ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή.
Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα.
Τον παρατηρώ μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων,
άτινα εμφαίνουσι την ισχύν αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε
εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το βλέμμα και μόλις
συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το
απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν.
Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον
νέον Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση
περιστάσει.
Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του
πλοίου, έρχεται προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως.
Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ'
αυτού.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί
των επιβατών προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη.
Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της
Βορείου Αμερικής, ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών
πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων
μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος
ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας μάλλον
ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών
και θέλων, ή τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά
πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων του, εν οίς αι δύο του χείρες
είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος, θαυμάζων
εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν
προς παν ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [15] ως ταώς [16],
«οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα
μεταχειρισθώμεν τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου.
Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος. Δεν εξηγούμαι δε διατί
επεβιβάσθη επί του _Σάνσελλορ_, απλού εμπορικού πλοίου, όπερ
δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων
σκαφών.
Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος,
τεσσαρακοντούτις, αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως.
Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει, ακροάται, αλλά δεν ακούει.
Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω.
Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν
στιγμήν υπό της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος
εικοσαέτιδος γλυκείας και πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως
τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο βαθύπλουτος Πετρέλαιος.
Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων
οφθαλμών, η δε χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο
όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων αυτής. Το στόμα της θα ήτο
θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση. Αλλά
προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη
εις τας αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της
κυρίας; Αλλ' όμως ει και πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται,
τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην της.
Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος
αγγλικώτατον. Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη
Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται εις Ευρώπην αναζητών τας
νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά φυξικέντρου
[17] δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε
ετών, τρόπον τινά σοφός τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας
μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής και των
υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού
συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως,
περιπλέκεται όλος ως εν τροχώ γιγγλυμωτώ [18].
Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός
μεγαλείου, άνευ πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί
μόνον και αγοράζει. Επειδή δε ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον
παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας. Τι θα την κάμη,
ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος
απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν
διανοείται πλέον. Ο εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις
πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον δικαιολογεί το υπό του
Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα σκέπτεται·
εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.»
Ε'
— _7 Οκτωβρίου_. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου
απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν
την οδόν καλώς και ταχέως. Πολλάκις μοι συμβαίνει να
συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ ημών
κατέστη ποια τις οικειότης.
Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να
είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων
νήσων, τούτ' έστιν απέναντι του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης
δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον 32°20', μήκος δε 64°50'
προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου.
«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του
Αγίου Γεωργίου, προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος.
— Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ'
εγώ ενόμιζον ότι ο _Σάνσελλορ_ εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις
Λιβερπούλην, ώφειλε να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση
το ρεύμα Γελφ Στρημ [19]!
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις,
αύτη είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά
φαίνεται ότι σήμερον ο πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την
λάβη.
— Και διατί;
— Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο
_Σάνσελλορ_ πλέει προς ανατολάς.
— Και δεν τω παρετηρήσατε ότι . . . .
— Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ'
απεκρίθη ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!»
Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει
αυτομάτως την χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω
ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να είπη.
«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου
και δεν είνε κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας.
Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να
καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος.
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν!
— Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι
φρονείτε περί του πλοιάρχου Χόντλυ;
— Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι . . .
είνε πλοίαρχός μου!»
Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις
φροντίδας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός
ναύτης αναγγέλλει γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται
έτι ως ατμός.
Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ
και βλέπομεν το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον
υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά φοβερά βράχων.
«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας
Λετουρνέρ, το γραφικόν τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας
Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε διά των ωδών του. Ήδη τω
1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους ταύτας,
και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν
ήθελον να φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους
κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου φοίνικος βερμουδείου.
— Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των
Βερμούδων ήτο πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα,
αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις εντελή λήθην.
— Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι
ποιηταί οι ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα
ευρεθώσι σύμφωνοι μετά των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της
οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε δυσπρόσιτος εις τα πλοία,
οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι ζώνην
ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως
φοβούνται οι θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του
ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι Βερμούδειοι, συχνότατα
συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την ουράν
των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε
ουρά αύτη, ως ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος.
Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι
πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του Θωμά Μουρ!
— Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα
έχετε δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς
αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν
το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν, τουναντίον ο
μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον
βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς
της _Τρικυμίας_ του!»
Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι
προς το βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε
κατείχον αυτό αφ' ότου ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως
σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ των Αντιλλών και της
Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί
ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της
φύσεως, — το αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα
νήσων ή νησυδρίων, θα έχη έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα
οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις κατασκευήν νέων
Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα
αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.»
Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον
κόπον να ανέλθωσιν εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον
τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ μόλις ήρχετο εις το
επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο
καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και
καθίση πλησίον της.
ΣΤ'
— _Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου._ — Ο άνεμος άρχεται πνέων
από του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε _Σάνσελλορ_ υπό τους
δόλωνας [20] αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [21] ,
εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [22] οιακιστής [23].
Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος
πολύς γίνεται, οι δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το
επίστεγον.
Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή
λεπτοτάτη με διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν
μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.
Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται
σφοδρότερος, τα επιστήλια [24] καταβιβάζονται· την στιγμήν
ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι εξήκοντα την
ώραν (25).
Ει και ο _Σάνσελλορ_ είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως
αυτού είνε σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις
του ουρανού, σκοτισθέντος υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να
αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν είχεν ορισθή,
ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.
Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε,
δεν είνε δυνατόν να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως
ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην (ΒΑ), και όμως ημείς
τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να
νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να
μεταβάλη τους προτόνους [26] και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να
επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο άνεμος
εξηκολούθει ενάντιος, ο _Σάνσελλορ_ έτι μάλλον βυθίζεται εις
τον Νότον.
Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του
Ροβέρτου Κόρτις, τω είπον:
«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;
— Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο
Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.
— Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η
αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του! . . .
Συνεταξειδεύσατε και άλλοτε μετ' αυτού;
— Όχι, τώρα πρώτην φοράν.
— Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως
προς την οποίαν πλέομεν;
— Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.
— Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;
— Ό τι και εγώ.
— Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του
εις την Κίναν;
— Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.
— Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.
— Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον
εις απώλειαν.
— Αλλ' αν είνε τρελός;
— Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να
κάμω.»
Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί
του _Σάνσελλορ_!
Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής
καταιγίς ενσκήπτει επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το
πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [27] υπό τα συνεσταλμένα ιστία,
τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', ως
είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς
Νότον.
Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο
_Σάνσελλορ_ εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.
Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ
Στρημ είνε ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του
είδους εκείνου του υπό των Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα
δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν
κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.
Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών
αλλόκοτος την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να
παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι πρότονοι ηχούσι
θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως
αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του
σώματος, θα εγίνοντο ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην
λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν επί ταύτης της
θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά
πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [28]
διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί
ίνες υπό του ανέμου αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία
ως αι έλικες της αμπέλου και σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν
εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε τούτων φυκών
— ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή
τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα
επίμηλα ως επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη
να αγωνισθώμεν κατά της εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά
τινας στιγμάς ο _Σάνσελλορ_, έχων πάντας τους ιστούς
κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των
ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν
τω μέσω λειμώνος απεράντου.
Ζ'
— _14 Οκτωβρίου._ — Ο _Σάνσελλορ_ κατέλιπε τέλος τον φυτικόν
τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ,
μετατραπείσα εις άνεμον εύδιον [29], και ήδη βαδίζομεν ταχέως
μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας.
Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία
γίνεται ήδη θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα
καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου πλάτους και 50° 17' δυτικού
μήκους. Λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κατήλθε πλέον ή δέκα μοίρας προς
Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)!
Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης
ισχυρογνωμοσύνης του πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην
μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου; Αγνοώ τι να πιστεύσω.
Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν
παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς
εις τα του επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των
φυσιολογικών τούτων περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον
Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται απαθώς, λέγων μοι και
επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του
πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή
ένεκα πράξεώς τινος αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και
όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον, και σπουδαίαν ήθελε
καταστήση την ευθύνην αυτού.
Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν,
και εις το φως της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν
αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος. Έπειτα δε κατακλιθείς
απεκοιμήθην.
Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα
αντηχούσιν επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις
ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι άνδρες του πληρώματος τρέχουσι
μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου ταύτης
ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του
πλοίου . . . Αλλ' ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον
εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον, και κατ' ακολουθίαν
δεν μετέβαλε διεύθυνσιν.
Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο
θόρυβος πάραυτα κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ
εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του, κείμενον έμπροσθεν του
επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην μου.
Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας.
Οπωςδήποτε αι κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος
δεν έπνεε σφοδρός.
Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π.
μ. και παρατηρώ το πλοίον.
Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει έχων τους
προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας
και τους φώσωνας [30]. Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως
επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει πνοή ανέμου δροσερά και
ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν
ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν.
Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του
καταστρώματος. Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο
Ανδρέας έρχεται ασμένως να αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω
ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων οσμών.
Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό
κρότου βημάτων δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω.
«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα
με ένα ύπνον.
— Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε,
διότι και εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο
κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας
«Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα καπάκια!» [31]
— Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο;
— Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
— Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου;
— Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία,
αφ' ού ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα.
Παρατηρώ τους καθέκτας [32] τους έμπροσθεν και όπισθεν του
μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το κύτος του
πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους
καλύπτουσιν υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι
αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί
κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα; Ενυπάρχει αιτία,
ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις
θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας
του, και κρατώ δι' εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να
μη τας ανακοινώσω τω κ. Λετουρνέρ.
Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε
μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος
οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος
της σελήνης ημίβρωτος [33], όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης
ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας. Εντός τριών
ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24 θα
έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την
ημέραν εκείνην θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον
διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι εν μέσω Ωκεανώ δεν θα
δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης· αλλά
κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον
θα είνε αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους
υδατίνους όγκους εις ύψος σημαντικόν.
Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν
εις το τέιον, και περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον.
Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την
τετραωρίαν, ήν παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον
δεξιωθώ.
Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει
ταχέως έν βλέμμα επί του καταστρώματος και συνοφρυούται
ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την
ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν:
«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ;
— Δεν τον είδον ακόμη, κύριε.
— Ουδέν νεώτερον;
— Ουδέν.»
Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον
ταπεινή τη φωνή.
Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται
ανανεύων.
«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ
απερχόμενον.
Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά
αυτόν, εκείνος δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την
κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του δευτέρου, ο αρχιναύτης
προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να
καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην.
Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η
συνδιάλεξις ημών περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα·
βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται του θέματος όπερ εγώ θέλω
να πραγματευθώ, τω είπον:
«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;»
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν
αποκρίνεται.
«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους,
όστις διέκοψε και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη;
— Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
Σφαλερός οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την
πορείαν του πλοίου, και εδέησε να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ
τούτου δε επήλθε κίνησις επί του καταστρώματος. Αλλά το κακόν
τάχιστα διωρθώθη, και ο _Σάνσελλορ_ επανέλαβε αμέσως τον δρόμον
του.»
Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι
λέγει την αλήθειαν.
Η'
— _Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου_ — Ο πλους εξακολουθεί
επί ταις αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου
(ΒΑ). Πας δε μη προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν
τω πλοίω ανωμαλία.
Και όμως «κάτι τι τρέχει!»
Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως
ημείς πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την
λέξιν «τα καπάκια», ήτις είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ.
Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του _Σάνσελλορ_, όπερ
απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι καθέκται
είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα
πολέμιον, καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού
ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και μάλλον αυστηρότερα ίνα το
φυλάττωμεν στενώς!
Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω
τον ναύτην Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:
«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την
τελευταίαν ώραν. Ο καθένας διά τον εαυτόν του.
— Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.
— Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες
φώκες;»
Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω
περισσότερον.
Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του
πλοίου;
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε
επίφοβος κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη
πειθαρχίαν σιδηράν.
Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το
φαινόμενον να παρατηρήσω.
Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι
συχνάς πυκνάς συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι
τον Ροβέρτον Κόρτις — εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον,
όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά μοι φαίνεται ότι
ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί
επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι
φαίνεται κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με
διαφεύγει.
Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του
φαγητού το σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου
Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος αποπειράται να παρατείνη την
συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και ούτε ο
μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την
αναστηλώσωσι, πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται
ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί αλόγως, διά το μήκος του διάπλου.
Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν ενώπιον αυτού τα
στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά
τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.
Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης,
κατά παραγγελίαν του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το
κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. Συνήθως δε η εργασία αύτη
γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν διά της
υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ
προς Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας
διατηρούνται εν διαρκεί υγρά καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών
πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο _Σάνσελλορ_
αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος
αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των
πολυτελεστάτων ιδιωτικών ημιολιών [34] δεν υποβάλλεται εις
τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το
πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία,
αλλ' όμως «δεν παραπονείται».
Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των
θαλάμων και της κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε
και η θάλασσα εταράσσετο υπό σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω
ανοικτήν την παραφωτίδα [35] του θαλάμου μου κειμένην επί του
δεξιού τοίχου του πλοίου.
Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!
Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς
ανεξήγητον, δεν εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της
εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία είνε δροσερά μάλλον, διότι ο
ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν ηπατήθην,
ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.
Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του
καταστρώματος και αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ,
παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει διά των οπών
των δύο τοίχων του πλοίου.
Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις
αφρίζει κυμαινομένη. Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να
τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά μου και τα περιπόδια,
και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.
Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του _Σάνσελλορ_,
επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι
να συγκρατήσω κραυγήν εκπλήξεως.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και
αποκρινόμενος εις ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να
διατυπώσω, μοι λέγει:
«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»
Θ'
— _19 Οκτωβρίου_. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των
ναυτών, το τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το
κατάβρεγμα του καταστρώματος όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν
διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις διαχέεται νυν
εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται
ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να
νοήσωσιν εκ της ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν,
αναμένων ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις
με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν μου είχον το φοβερώτατον των
ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ, όσον και αν
είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας
λέξεις: «Πυρκαϊά εν τω πλοίω.»
Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και
πρώτη μου ερώτησις είνε ήδε:
«Και από πότε η πυρκαϊά; . . .
— Από έξ ημερών!
— Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα;
— Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η
ταραχή έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Οι
ναύται της τετραωρίας είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν
εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου καθέκτου. Ο πλοίαρχος
και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία δυνατή! Τα
εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς
πλέον τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς.
Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη
περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας,
εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου.
Ήλπιζον δε ότι ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την
έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα
ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών εβεβαιώθη δυστυχώς
ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό
τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών
μέσων τα όποια έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό
ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη ακατάσχετον. — Προτιμώ
τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον,
προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα
λέγω.»
Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ
όλην την βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η
έντασις αυξάνει οσημέραι [36], και ίσως ουδεμία δύναμις
ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη.
«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον
Κόρτις.
— Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου
αναφλέξεως του βάμβακος.
— Και συμβαίνει τούτο συχνάκις;
— Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε
εντελώς στεγνός την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να
γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται εντός υγρού κύτους, όπερ είνε
δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε βέβαιον
ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν.
— Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να
γίνη τίποτε, κύριε Κόρτις;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας
είπον και σας επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη
περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις. Εσκέφθην να θαλασσώσω το
πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ αρκετόν, το
οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι
ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων
στρωμάτων του φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να
κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν τούτοις παρήγγειλα να
διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα
χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε
ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ
πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να ενεργήσωμεν διά του
πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και
αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ'
εαυτής.
— Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη;
— Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος
σχισμάδος, ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να
ανακαλύψωμεν.
— Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να
ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις;
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία
έχοντα φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις
Άβρην μετά μέρους του φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν
τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε κατορθωθή να σβεσθή, ή
τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα πολλούς
πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος
καίοντος υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον
τάχιστα, και το αβλαβές μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του
πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα διαφέρει, και αισθάνομαι
καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι
προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας
ερεύνας μας, και δι' αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν.
— Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν,
και να προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν;
— Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα
συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον,
εις υμάς το λέγω μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να
μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν έχομεν μέχρι τούδε, και
πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό
έστι προς την ακτήν.
— Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους
απειλεί;
— Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την
ανακοίνωσίν μου. Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των
μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον την αμηχανίαν μας. Και
το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.»
Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον
πλοίαρνον να λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν.
Ι'
— _20 και 21 Οκτωβρίου_. — Επί τοις όροις τούτοις ο
_Σάνσελλορ_ εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία
δύναται να φέρη η εξαρτία του. Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται
ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις
γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [37], δεν θέλει να
καταλίπη τον οίακα [38] εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών
δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων, υποχωρεί προς την πνοήν
του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να κινδυνεύση,
και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του
_Σάνσελλορ_ απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα.