που κυρίως την αναγνωρίζουμε; Οι ψυχολόγοι μας λένε πως κάποιο
εξαιρετικό βάθος του ανθρώπου δεν ξεφανερώνεται πάντα και παντού σε
κάθε περίσταση, μα έξαφνα και στις πιο σημαντικές και στις πιο
κρίσιμες περιπέτειες της ζωής του. Από το νόμο τούτο μας λένε πως
ωφεληθήκανε πολύ κάποιοι νατουραλίστες λογογράφοι του γερμανικού
θεάτρου από τη σχολή που τα θεμέλια της βάζει η «Λουίζα Μύλλερ» του
Σίλλερου και απλώνεται ως τα χρόνια του Χάουπτμαν Η Μαρία Μύρτου
κάτου από το ωραίο της το πρόσωπο κι' από το εργατικό της χέρι,
κρύβει μιαν ασύγκριτη θέληση. Η δύναμη τούτη πρωτοδείχνεται στην
απόφασή της να φύγη αμέσως να φύγη μακριά από τον ανάξιο. Μέτρησε
μονομιάς το βυθό που κιντύνευε να πέση· κι αντί την ώρα εκείνη να
λιγοθυμήση, κ' ύστερα να παρατήση τον εαυτό της στην αμοιριά της
γυναικείας της σκλαβιάς και να ξεπέση σε ανώφελες διαμαρτυρίες και
σε γκρίνια παντοτινή, έφυγε γοργά, ήσυχα σχεδόν· τράβηξε κατά τη
χώρα του θετικού ονείρου της· βρέθηκε στην Αμερική. Η γυναίκα τούτη
προτού να μας δειχτή στο δράμα, πρωτοστάτησε ζητημένη σε όλο της το
πλάτος μέσα στο μυθιστόρημα της «Χειραφετημένης». Θα έπρεπεν εδώ, αν
το είχα πρόχειρο, να σου ξαναδιαβάσω το άρθρο που βάλθηκε στο «Άστυ»
για τη «Χειραφετημένη» το Μάη του 1900. Μα ξεσπά στο δράμα και
δείχνεται με όλη της τη σημασία η χαρακτηριστική τούτη θέληση στην
τέταρτη πράξη, στο Συναπάντημα, ύστερ' από χρόνια, της γυναίκας με
τον άντρα. Βέβαια· κι άλλη γυναίκα με κάποιαν απόφαση θα μπορούσε να
τον αφήση τον άντρα της, μα μόνο δραματική ηρωίδα θα φερνόταν προς
εκείνον καθώς του φέρθηκε στο τέλος η Μαρία. Το τελευταίο της
συναπάντημα με τον Κώστα και η άρνησή της να τον ξαναδεχτή και να
τον ανταμώση με το παιδί του είναι γιομάτη από τραγική απλότητα και
υψώνεται ίσα με τον ουρανό της θυσίας. Η τελευταία πράξη, καθώς
έρχεται στερνή, σφραγίζει το έργο, και του δηλώνει το νόημά του, και
δείχνει το δρόμο που τραβά ο θηλυκός του συγγραφέας πέρα κι απ' όσα
υπαγορεύει μια γυναικεία θηλυκή καρδιά.
Μας φέρνει την καταστροφή στο δράμα, ύστερ' από τη χαρούμενη
περιπέτεια της ολυμπιακής νίκης του ακριβογιού, και μας εκδίδει σα
μια δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα προστάσματα ενός νόμου, που
βλέπει προς ένα μακρυσμένο ακόμα τέλος μιας κοινωνικής αναγέννησης.
Όμως ό,τι δε μ' ευχαρίστησε πολύ από την ωραία τούτη και
σημαντικώτατη πράξη είναι οι λυρικοί χαιρετισμοί οι σκορπισμένοι
προς την Αθήνα και προς την Ελληνική γη που πανηγυρίζουν τους
Ολυμπιακούς αγώνες του 1896. Δε μπορώ να ξεχάσω την ακράταγη
αισιοδοξία που μας είχε παλαβώσει όλους μας, την παιδιάτικη
ξιπασμάρα μας όλων που είχαμε πιστέψει πως την αναστήσαμε εμείς την
αρχαία ομορφιά, και πως η Ευρώπη τελειωτικά πια κρεμασμένη από τα
πόδια του Λούη, που προφητικά τα χαιρέτισε ο Καρκαβίτσας, δε θα
έκανε πια τίποτ' άλλο, παρά να χάσκη μπροστά μας και να μας
προσκυνά. Αφέλειες ανίδεων λαών και ξεπεσμένων. Την απάντηση μας την
έδωκε ο πόλεμος του 1897. Η τελευταία πράξη της «Νέας Γυναίκας»
είναι κάπως περισσότερο παρ' όσο πρέπει λιβανισμένη από τον
ολυμπιακό ενθουσιασμό. Ύστερ' από τη γνώση που μας έφερε το
περπάτημα του καιρού τα λαμπρόλογα και πανηγυρικά ξεφωνήματα της
μητέρας, όσο κι αν στέκουνται ψυχολογικά ξηγημένα από τη χαρά για
μια τέτοια νίκη του παιδιού της αναθρεμμένου στο νέο κόσμο
ελληνικώτερα παρ' όσο θ' αναθρεφόταν στην ίδια την Ελλάδα, με
περιχύσανε με κάποια κρυάδα και με κάμανε να στοχαστώ πως τα μάτια
της νέας γυναίκας, θολωμένα από τη στοργή του παιδιού κι από τον
πόνο του άντρα, δε φτάσαν ακόμα ίσα με το ξαγνάντεμα των απόμακρων
ανησυχαστικώνε σημαδιών πέρα στ' ακροούρανα. Μα το κατά τη γνώμη
μου, παραστράτισμα τούτο, επηρεάζει πιο πολύ τη φιλοσοφία ή και το
ύφος μέσα στο έργο τούτο, παρά την κυρίως δραματική του αξία. Το
δράμα δε γγίζεται από τέτοια όλως διόλου δεύτερα στη γραμμή ψεγάδια.
Η θέληση της Μαρίας μας δίνει μια λύση από τις πιο αυστηρές, από τις
πιο λογικές, από τις πιο τραγικές. Η παρουσία στην τελευταία πράξη
του Κώστα Μεμιδώφ συγκινεί βέβαια τη γυναίκα του, και νοιώθεις πως
μέσα, στα κρύφια της καρδιάς της δεν έπαψε να αισθάνεται για κείνον
κάτι. Μα εμένα ο κύριος αυτός δε με συγκινεί.
Πίσω από το ταπεινό παρουσίασμα του μετανοιωμένου και σα
συντριμμένου ψαρότριχου πατέρα σα νάνοιωσα κάποιο ξέπασμα και κάποια
άλλη ανειλικρίνεια ανθρώπου, τραβημένου πιο πολύ από ζήλεια παρά από
εξαγνισμό. Ίσως πολύ περισσότερο παρ' όσο κοίταζε να πείση τη
γυναίκα του για τα βάσανα του, πολεμούσε να γελάση τον ίδιο τον
εαυτό του. Ύποπτος και τότε ο Κώστας Μεμιδώφ. Μα ότι κι αν είναι, η
Μαρία στέκει αγνάντια του, μαζί μαρτυρημένη στοργή και ασάλευτη
δικαιοσύνη. Όχι. Ο Κώστας Μεμιδώφ δεν πρέπει να συχωρεθή, δεν πρέπει
να ξανασταθή σαν άντρας στο πλευρό της γυναίκας του• δεν πρέπει να
του δοθή το παιδί του, όσο κι αν το ποθεί. Τίποτε δε μας πείθει πως
δεν είναι κατά βάθος ο ίδιος ο άνθρωπος. Μα κι αν τον άλλαξεν ο
καιρός και η κούραση τον αμαρτωλό, η αλήθεια είναι πως υπάρχει μια
πληρωμή των έργων μας· και η πληρωμή τούτη, καθώς μας το διδάσκει η
θετική αντίληψη των αδυσώπητων νόμων της ζωής, βρίσκεται στον κόσμο
τούτο εδώ, και πουθενά αλλού. Και το κάτου κάτου της γραφής ο Κώστας
Μεμιδώφ είναι το παράδειγμα της αντρίκειας αλαφρομυαλιάς και
ψωροπερηφάνιας, εκεί που η Μαρία Μύρτου μας παρουσιάζεται σύμβολο
της νικήτρας κ' εκδικήτρας γυναίκας και μαζί της αποφασιστικά
φιλόστοργης μητέρας. Όχι, φίλε μου, το έργο τούτο είναι αληθινό
δράμα, που βάρεσε στο σημάδι, και που συνεχίζει και τονώνει την
κοινωνική και λυτρωτική εργασία του συγγραφέα της· εργασία που μια
μέρα θα λογαριαστή, σαν κάτι τι ξεχωριστό, μέσα στην ιστορία μας εδώ
της γυναικείας πνευματικής ενέργειας και χειραφεσίας.
Αυτά απάνου κάτου αντιπαρατήρησα του κριτικού σας, αγαπητή Κυρία•
και ή δε θέλησε ή δεν τόλμησε να μου αντιμιλήση. Μπορεί και να τον
έκαμα να το συλλογιστή. Τις πιο πολλές φορές ευκολώτερα θα
συμφωνούσαμε οι συζητητές, αν προσέχαμε πιο πολύ στα λόγια των άλλων
και πιο λίγο στα δικά μας. Στα λόγια τούτα βλέπετε την εντύπωση μου,
ίσως πρόχειρη και ατελή. Στην πρώτη πράξη το σπίτι του Ευρωπαίου
ανατολίτη Μεμιδώφ με τη λάμψη του, με το θόρυβο του, με τα χάλια του
γοργοδειγμένο, κ' ύστερα με το ξεσκέπασμα του γάμου του Κώστα που το
δέρνει σα χαλαζόβροχο. Στη δεύτερη πράξη η φωλιά των νιόνυφων και
ταργαστήρι του ζωγράφου• η χαρά του ωραίου τώρα και μαζί το
φοβέρισμα κάποιου αύριο αγνώριστου και σκοταδερού. Στην τρίτη. Μέσα
στα βρόχια της πεθεράς το μπλέξιμο της τρυγόνας. Το ξανακύλημα του
γαμπρού. Η Δαλιδά. Η απόφαση. Στην τέταρτη πράξη: Το φανέρωμα της
νέας γυναίκας. Η νίκη και η θυσία. Η καταδίκη. Η Νέμεση Οι σκηνές
του έργου σας ξετυλίγονται κανονικά και σχεδόν απέριττα. Μα νομίζω
πως ερμηνευμένες προσεχτικώτερα και κάπως πιο λεπτά από δεξιώτερους
ηθοποιούς παρ' όσο που παίχτηκαν τη βραδυά που το είδα (χωρίς
ναδικήσω το αισθαντικό και εκφραστικό παίξιμο της δος Κοτοπούλη και
την ευγενική και φροντισμένη τέχνη του κ. Παπαγεωργίου) θα δείξουνε
καθαρότερα την αξία τους. Η γλώσσα του έργου σας, και στη γραμματική
της και στο ύφος, μας θυμίζει πως ο γραφτός λόγος ωρισμένων
πεζογράφων μας και από τους πιο καλούς προτού να χτιστή γενικά και
τελειωτικά απάνου στα θεμέλια της δημοτικής γλώσσας, και προτού
ξεκολλήση ολότελα από τη σκλαβιά της καθαρεύουσας, έχει να περάση
ακόμα για καιρό δρόμους και σταθμούς. Λόγοι συντηρητικής αφορμής και
κάπως πραχτικής γνώμης δε θα λείψουν να κρατήσουν όπως όπως το
τρεμοσάλεμα τούτο. Τη δείχνετ' εσείς έντονα τη νομαδική τούτη
κατάσταση της γλώσσας. Όλοι μας οι γλωσσικοί νεωτεριστές πάντα κάπως
διστάζουμε κι από κάπου φυλαγόμαστε. Μα οι δισταγμοί τούτοι και οι
επιφύλαξες δείχνουνται σε άλλους πιο κανονισμένα και πιο αρμονικά
κι' αυτές, και σε άλλους πιο ατομιστικά και πιο αφρόντιστα. Μα σα να
πιστεύουμε όλοι μας πως το θέατρο διωρίστηκε για να καθιερώση
οριστικά στων πολλών το νόημα την αληθινή μας γλώσσα. Μέσα στο έργο
σας η γλωσσική ζωή που μερικοί αγωνιζόμαστε να την αναδείξουμε
ξεκαθαρισμένη από τα λογής φτιασιδώματα του ασυμμόρφωτου προς την
ιδέα μας δασκαλισμού, η ζωή τούτη πότε φαίνεται αβίαστη και καθαρή,
και πότε μισοπνίγεται σ' ένα ανακάτωμα, που όσο και αν δεν ενοχλή
τους πολλούς, εμένα πια σα να μη μ' ευχαριστή, και σα να μη μου
φαίνεται πια απαραίτητο με την προκοπή που πήρε, λίγο λίγο, η
γλωσσική μας η συνείδηση. Αν ήτανε η φροντίδα μόνο για γραμματικά
κοιτάματα, δε θα μιλούσα εδώ, όσο σπουδαίο κι αν το θεωρώ το
γλωσσικό ζήτημα. Φοβάμαι πως κάπου κάπου η ίδια η ηρωίδα σας, με όλη
της τη καθάρια δειγμένη ψυχή, εκεί που δείχνεται καμμιά φορά σα να
παρασέρνεται από κάποια ρητορική επίδειξη πιο πολύ κι απ' ό,τι
πρέπει, δεν είναι πως τη στιγμή εκείνη δεν αισθάνεται γερά, και μήτε
που είναι παραπανιστά τα λόγια της• είναι η γλωσσική μορφή και όχι η
ουσία των λόγων που τους δίνει τότε ένα κάποιο φτιάσιμο― πως να το
πω!―που αδικεί την ηρωίδα. Την παρατήρηση τούτη σας σημειώνω όλως
διόλου παραπανιστά εδώ πέρα, με κίντυνο να θεωρηθώ κάπως
σκολαστικός. Δε θα το έκανα, αν δεν ήξερα, πως αν ίσως το κοντύλι
σας έχει λόγους και μπορεί και αρκετά βάσιμους, για να του φτάνη η
συνηθισμένη και απλούστερη κ' ελεύτερη καθαρεύουσα, μολαταύτα πολύ
καλά νοιώθει και τιμά με το παραπάνου τις προσπάθειες κάθε άξιου
δημοτικιστή• και ποτέ δεν πρέπει να λησμονηθή πόσο εύγλωττα και
γνωστικά και γενναία στις ντροπές των Ορεστειακών υψώθηκε η φωνή
σας.
Το πρώτο απ' όλα που πρέπει να λογαριάζεται στο έργο σας, αγαπητή
Κυρία, είναι η δραματική αρετή, έξω από κάθε άλλη πρόθεση κι από
κάθε σκέψη σχετισμένη με το γυναικείο ζήτημα. Όμως αφού η αρετή
τούτη δεν του λείπει, στοχάζομαι πως δύσκολο θα είτανε να ξεχωριστή
το σώμα από την ψυχή που το ζωντάνεψε, χωρίς το σώμα να γίνη πτώμα.
Και η ψυχή τούτη μας έρχεται από τον ορμητικό τον άνεμο που ολούθε
τώρα φυσώντας βαρυβογγά την απολύτρωση της γυναίκας. Το γυναικείο
ζήτημα έχει φανερώματα χίλια μύρια ―το ξέρετε πολύ καλήτερά μου ―
και γγίζει όλους τους κύκλους της ενέργειας και της σκέψης,
πολιτική, επιστήμη, τέχνη, διοίκηση, νομοθεσία, ιστορία, κοινωνία,
παιδεία, το σπίτι, την ποίηση, τη φιλοσοφία, το έθνος χωριστά, τον
άνθρωπο γενικά. Από τα ζητήματα τούτα σ' ένα δράμα, που είναι και το
πρώτο σας έργο, δεν μπορείτε βέβαια να ψάξετε σχεδόν τίποτε. Μα πολύ
σωστά, αρχίσατε από το πρώτο και σημαντικώτατο• από την ερωτική
γνωριμία του άντρα με τη γυναίκα, από τη θέση της γυναίκας αγνάντια
στον άντρα. Ο έρωτας, ο γάμος, θελήσατε κ' εσείς να σηκώσετε μια
δίπλα από το μυριόδιπλο και βαρύτατο παραπέτασμα. Συχνά πυκνά ακούω
να την κατηγορούν τη γαλλική φιλολογία πως κάνει πολλή κατάχρηση,
στο μυθιστόρημα και στο θέατρο, των ερωτικών παθών, εκεί που
λογοτεχνίες άλλων εθνών καταγίνονται πολύ πιο συχνά με λογής
πόλεμους και προβλήματα της κοινωνίας και της ψυχής. Μπορεί κάπως
νάχουνε δίκιο οι κατήγοροι τούτοι• μα το κακό είναι στην κατάχρηση,
όχι στην χρήση των ερωτικών μπελάδων, κι από λογοτέχνες όχι πρώτης
γραμμής. Μα καλά καλά, τίποτε σπουδαιότερο, τίποτε ουσιαστικώτερο,
τίποτε πιο ανθρώπινο, τίποτε πιο ανεξάντλητο, τίποτε πιο αιώνιο σαν
το θέμα τούτο. Γι' αυτό κι όσο απλό και μεταχειρισμένο κι αν είναι
το θέμα σας, είναι πάντα σα μουσικό μοτίβο για λογής παιξίματα. Μα
πάντα, πολύ δύσκολο να ξεχωριστή από το γενικό ζήτημα, το γυναικείο•
και γιατί το φέρνει πάντα στο νου το έργο σας και γιατί είστ' εσείς
η μητέρα του έργου σας. Υπάρχει και σ' εμάς εδώ τέτοιο ζήτημα;
Βέβαια, υπάρχει. Παντού όπου ξεδιπλώνεται κάποιος, νεόφερτος ή
γέρικος, πολιτισμός, πολεμώντας να γλυτώση από το σφιχταγκάλιασμα
κάποιου βαρβαρισμού και μπροστά να πάη, παντού όπου κάποια συνείδηση
θα ξυπνά και θα βλέπη πως η γυναίκα― αποτέλεσμα κατάντιας μακρών
αιώνων ―δε στέκεται στον τόπο που της αξίζει. Κι ο πολιτισμός τούτος
όσο πιο μπροστά θα τραβά κι όσο θα ξεφεύγη όχι μόνο από του
βαρβαρισμού την αγκαλιά, μα κι από την όποια επιρροή ενός κάποιου
ρωμαντισμού (δηλαδή μιας κάποιας δύναμης ή αδυναμίας που παίρνει τη
ζωή ποιητικά, χιμαιρικά, λυρικά, υποκειμενικά, φανταστικά, Όπως
θέλετε, κ' όχι πραγματικά κι όχι αντικειμενικά κι όχι επιστημονικά),
τόσο πιο πολύ η συνείδηση τούτη θα δουλεύη και θαγωνίζεται για να
βάλη τη γυναίκα στη θέση της. Η γυναίκα ― το ξέρετε πολύ καλήτερά
μου―δεν είναι μόνο καλαισθητικό φαινόμενο• είναι και κοινωνική αξία
αλογάριαστη. Κατάχρηση ως την ώρα γίνεται στο κοίταμα της γυναίκας
από τη μια της όψη• της γυναίκας ποίησης, της γυναίκας ονείρου, της
γυναίκας παιγνιδιού, της γυναίκας ρόδου, της γυναίκας Παναγιάς, της
γυναίκας Φρύνης, της γυναίκας πατσαβούρας, της γυναίκας Σφίγγας.
Όπου ο ρωμαντισμός βαστά, κράτησε και το αποκλειστικό τούτο κοίταμα.
Όπου ο θετικισμός ήρθε, άρχισε να νοιώθεται και η άλλη όψη της
γυναίκας• της γυναίκας που είναι―για τόνομα του Θεού!―άνθρωπος και
σε τίποτε κατώτερη κι αλοιώτικη από τον άντρα, παρά σε κάποιες
φυσιολογικές λειτουργίες και σε κάποια ανατομικά γνωρίσματα, που όσο
κι αν είναι σπουδαία και σημαντικά, δεν είναι αρκετά να δικαιώσουν
το τέτοιο ίσα με την ώρα μεταχείρισμά της, με όλη την πρόοδο του
πολιτισμού και μ' όλη τη λίγο λίγο και μέρα με τη μέρα αναγνώριση
του δίκιου της. Ο Νίτσε, μιλώντας για τη γυναίκα καταφρονητικά,
είναι ο στερνός ως την ώρα μεγάλος αντιπρόσωπος της ρωμαντικής ιδέας
της γυναίκας. Ο Τζων Στούαρτ Μίλλ. διαλαλώντας, απόλυτα,
ανεπιφύλαχτα, ανίσως δεν έχω λάθος, και με πειθώ δυσκολοπολέμητη, τα
παραγνωρισμένα δικαιώματα της γυναίκας, είναι ο πιο τρανός
αντιπρόσωπος της θετικής ιδέας της γυναίκας. Πιστεύω πως η ζωή, με
όλες τις ανάγκες που γεννάν και με όλα τα μπερδέματα που
παρουσιάζουν οι νέοι καιροί, δε θέλει (δεν εξετάζω τώρα αν για
καλήτερα ή αν για χειρότερα) να περιοριστή η ενέργεια της γυναίκας
μονάχα στους τέσσερους τοίχους του σπιτιού της, ή μονάχα κάτου από
το βούρδουλα, ή και κάτου από τα φιλιά του άντρα. Μα κι αν είναι η
γυναίκα μόνο για νοικοκερά, και μόνο για το μαγερειό να τη
χρειάζεστε, πάλε και για να είναι καθώς πρέπει δέσποινα του σπιτιού
και κυρίαρχη του μαγερειού, ανάγκη και για τούτο πολύ ακόμα να
ξανοιχτή η μόρφωσή της. Ο εθνικός ποιητής των Αμερικανών, ο Ουίτμαν,
λέει σ' ένα από τα σαν παρθένα δάση τραγούδια του : «Εκεί όπου
προβαίνουνε στις δημόσιες τελετές οι γυναίκες, ίσες με τους άντρες,
εκεί όπου μέσα στη δημόσια συνέλευση κάθουνται οι γυναίκες ίσες με
τους άντρες,―εκεί ορθοστυλώνεται η μεγάλη Πολιτεία!»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ.
ΣΗΜ. Εις το πρώτον μέρος της κριτικής του κ. Παλαμά εκ τυπογραφικής
απροσεξίας έμειναν μερικά λάθη, τα όποια εδώ διορθώνομεν:
― Τοποθετείτε αντί Τοποθετάτε. ― Παρασταίνεται αντί παραστάνεται.
―Προτεσταντική στη λύση του αντί στη λύπη του. ― εξόν, αντί εξός. ―
Πόου αντί Πόφ.― Πρόληψες αντί πρόληψη.― Αφωσίωση, αντί αφωσίωσιν
κτλ.
Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
(Κρίσις του κ. Ξενόπουλου εις το «Νέον Άστυ»)
Η Μαρία Μύρτου είναι νεαρά Αθηναία, η οποία εξασκεί ευδοκίμως κ'
επικερδώς το επάγγελμα της ζωγράφου. Δεν γνωρίζομεν ακριβώς τας
ιδέας που έχει περί της τέχνης της, γνωρίζομεν όμως τας ιδέας που
έχει περί του φύλου της. Θέλει την γυναίκα ελευθερωμένην από την
τυραννίαν του ανδρός, και την οικογένειαν βασισμένην επί αρχών
αμοιβαίας αγάπης, αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας εργασίας. Προ
πάντων το τελευταίον, διότι η εργασία εξασφαλίζει την οικονομικήν
ανεξαρτησίαν, η οποία άγει προς κάθε άλλην. Και ως είπομεν, η
Χειραφετημένη, η Νέα Γυναίκα, θέλει την ανεξαρτησίαν της. Ισότης
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των δύω φύλων, και διά της
ισότητος αυτής νέα οικογένεια, νέα κοινωνία, τελειότερα, ωραιότερα.
Εις την Κωνσταντινούπολιν εργαζομένη η Μαρία Μύρτου γνωρίζεται μ'
ένα εύμορφον νέον της ψευτοαριοτοκρατίας του Σταυροδρομιού, τον
Κώστα Μεμιδώφ. Η οικογένεια του είνε ο τύπος της παλαιάς
οικογενείας, με όλα της τα ψεύδη και με όλας της τας προλήψεις. Η
μητέρα του είνε η σκλάβα του πατέρα του, και τα παιδιά ανατρέφονται
μέσα εις το σκότος αυτής της δουλείας. Ο Κώστας όμως, ως άνδρας,
τάλλα παιδιά είνε κορίτσια, δεικνύει ζωηράς τάσεις αποσκιρτήσεως,
και ενώ η οικογένειά του επιμένει να τον νυμφεύση με μίαν Ρωσσίδα
πριγκήπισαν, της οποίας η προίκα θα τους έσωζεν, εκείνος δεν
διστάζει να στεφανωθή κρυφά την Μαρίαν Μύρτου, που προς στιγμήν
ενόμισεν ότι την αγαπά αληθινά.
Αλλ' ούτε ο Κώστας είνε από εκείνους που αγαπούν αληθινά, ούτε ίσως
η Μαρία Μύρτου από εκείνας που αγαπώνται. Διότι παρά το ταλαντον και
την ανάπτυξίν της, μου φαίνεται ότι έχει μίαν υπερηφάνειαν
αποκρουστικήν και κατά βάθος ψυχρότητα και ασυμβίβαστον εγωισμόν Το
βέβαιον είνε ότι ευθύς μετά τον γάμον του ο Κώστας παύει να την
αγαπά. Την εκτιμά, την σέβεται, την θαυμάζει, αλλ' αυτά όλα κάμνουν
την αγάπην του καθήκοντος, η οποία καμμίαν σχέσιν δεν έχει με την
αληθινήν... Και διά τούτο εις πρώτην ευκαιρίαν πίπτει πάλιν εις τας
αγκάλας μιας παλαιάς του ερωμένης, η οποία είνε συνήθης γυναίκα,
χωρίς προτέρημα και χωρίς αξίαν, αλλ' είνε η Γυναίκα, το θήλυ, που
τον γοητεύει και τον τραβά. Και αυτή, προς δυστυχίαν της Μαρίας
Μύρτου και κάθε χειραφετημένης, είνε η μεγάλη διαφορά...
Η σύζυγός του τον συλλαμβάνει εις τας αγκάλας της αντιζήλου σχεδόν
επ' αυτοφόρω. Και τον εγκαταλείπει αμέσως και αδιστάκτως, διότι είνε
υπερήφανος και διότι βλέπει, ίσως ολίγον αργά, ότι ο Κώστας δεν είνε
ο άνδρας, με τον οποίον θα ημπορούσε να ζήση.
Και φεύγει εις την Αμερικήν. Εκεί αρχίζει δι' αυτήν νέα δράσις, νέα
ζωή. Αφιερώνεται ολόκληρος εις την τέχνην της και εις την ανατροφήν
του υιού της. Ο σκοπός της είνε να κάμη άνθρωπον αυτόν, τον υιόν του
Κώστα Μεμιδώφ, ο οποίος φυσικώς ομοιάζει τόσον του πατέρα του, αλλά
δεν πρέπει να του ομοιάση. Και το κατορθώνει. Η αφοσίωσίς της και η
αμερικανική ανατροφή θαυματουργούν. Μετά είκοσιν έτη επαναβλέπομεν
την Μαρίαν Μύρτου εις τας Αθήνας με τον υιόν της, ο οποίος ήλθε να
λάβη μέρος εις τους ολυμπιακούς αγώνας. Είνε ένας ωραίος αθλητής, ο
οποίος επανειλημμένως αναδεικνύεται ολυμπιονίκης. Και είνε ακόμη
πλούσιος, διότι η μητέρα του με την εργασίαν της του έκαμε
περιουσίαν, και είνε ακόμη μνηστευμένος με μίαν Αμερικανίδα
εκατομμυριούχον, αλλά προ πάντων είνε νέος άνθρωπος με χαρακτήρα, με
αρχάς, με ιδέας, με υγιά αντίληψιν, με όλα τα φυσικά και ηθικά
εφόδια δια να ζήση και να προκόψη.
Εις το διάστημα των είκοσιν ετών, ο Κώστας Μεμιδώφ εξηκολούθησε και
αυτός την ζωήν του. Και, ήτο η ζωή του ένας κατήφορος, όπου εις το
τέλος εσταμάτησε κατεστραμμένος, ατιμασμένος, ελεεινός. Η θέα του
υιού του εις το Στάδιον ήτο δι' αυτόν ως μία αφύπνισις. Και
μετανοημένος, συντετριμμένος έρχεται προς την Μαρίαν να της ζητήση
την συγγνώμην της, την επιείκειάν της, την λήθην του παρελθόντος,
την ευτυχίαν του, το παιδί του... Αλλ' είνε αργά. Ο νέος Μεμιδώφ δεν
είνε δυνατόν να γνωρίση τον πατέρα του, χωρίς να μάθη ποίος υπήρξε..
Και την λύπην αυτήν η μητέρα δεν εννοεί να του την δώση κατ' ουδένα
τρόπον. Ο Κώστας, μίαν στιγμήν, ως ξένος θαυμαστής, εναγκαλίζεται
τον υιόν του και φεύγει
― Ποίος είνε αυτός που μ' εφίλησε με τόσην συγκίνησιν; ερωτά την
μητέρα του έκπληκτος ο νέος Ολυμπιονίκης.
― Είνε ένας δυστυχής άνθρωπος, απαντά εκείνη, που είχε ένα παιδί σαν
και σένα και το έχασε!...
Εδώ τελειώνει το δράμα της κ. Παρρέν. Είνε εξηγμένον από τα «Βιβλία
της Αυγής» κυρίως από την «Χειραφετημένην» και εν μέρει από την
«Μάγισσαν». Τα ίδια πρόσωπα, η ιδία σχεδόν υπόθεσις και η ιδία
θέσις. Είχα διαβάσει άλλοτε το μυθιστόρημα, το οποίον μου έκαμεν
έντύπωσιν, προπάντων διά την έξοχον εκείνην ηθογραφίαν της
οικογενείας Μεμιδώφ• ο γέρο Μεμιδώφ π.χ. είνε τύπος αληθινού
φιλολογικού έργου, ― και δι' αυτό ίσως η εντύπωσίς μου εις το δράμα
δεν ημπορεί να είνε ελευθέρα, ανεπηρέαστος, ξεκαθαρισμένη. Ποιός
ξεύρει : πιθανόν να μου ήρεσε το δράμα, επειδή μου είχεν αρέσει το
μιθυστόρημα, επειδή έβλεπα γνώριμα πρόσωπα επάνω εις την σκηνήν, και
επειδή μου ενθύμιζαν περιγραφάς, σκηνάς και επεισόδια ωραία• πολύ
υποπτεύομαι, αλλά χωρίς να έχω καμμίαν βεβαιότητα, ότι εις το δράμα
εχάλασε το μυθιστόρημα, όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε φοράν που από ένα
μυθιστόρημα βγαίνει ένα δράμα. Εστρεβλώθη διά την ανάγκην της σκηνής
η υπόθεσις, παρελείφθησαν τόσα σημαντικά, και ίσως ίσως και αυτή
ακόμη η ιδέα υπέστη κάποιαν ελάττωσιν. Διότι είδα, ότι ενώ εις το
μυθιστόρημα φαίνεται καθαρά ποία είνε και τι ζητεί η Μαρία Μύρτου, η
χειραφετημένη, πολλοί από το δράμα δεν εκατάλαβαν καλά τας ιδέας της
και την παρεξήγησαν.
Εξ άλλου όμως είδα, ότι η μεγάλη μάζα των θεατών παρηκολούθησε την
εξελιξιν του έργου με ζωηρότατον ενδιαφέρον και μεγάλην συγκίνησιν.
Εις δε την τελευταίαν πράξιν, η οποία είνε δυνατή και αποτελεί ίσως
μόνη της ένα ωραίον δραματάκι, η συγκίνησις εκορυφώθη και ολίγοι από
τους θεατάς ημπόρεσαν να κρατήσουν τα δάκρυα. Ένα δράμα, εις το
οποίον ο θεατής κλαίει, δεν ημπορεί να μη είνε επιτυχημένον.
Οπωσδήποτε, διά να εκτιμήση κανείς το έργον της Κας Παρρέν
φιλολογικώς πρέπει να γνωρίζη το μυθιστόρημα. Διαφορετικά κινδυνεύει
να το αδικήση.
Η «Νέα Γυναίκα» επαίχθη αρκετά καλά εν τω συνόλω Ο κ. Ν
Παπαγεωργίου, αντικαταστήσας ευγενώς τον κ. Βονασέραν, ασθενούντα,
μας ενθύμισε τας παλαιάς ημέρας της «Νέας Σκηνής»• η δε Δις Μαρία
Κοτοπούλη έβαλε μέσα εις τον ρόλον της κάτι από την χειραφετημένην
ψυχήν της.
Η Κα Παρρέν είχεν ούτω μίαν θριαμβευτικήν επιτυχίαν. Και πως
ημπορούσε να μην την έχη; Η Γυναίκα αυτή είνε γεννημένη διά να νικά.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΙ ΝΕΑΙ ΚΑΙ ΑΙ ΠΑΛΑΙΑΙ
(Κρίσεις του κ. Γ. Τσοκοπούλου εις την «Εστίαν»)
Η κ. Παρρέν προχθές το βράδυ μας έδωκε τον τύπον της νέας γυναικός.
Η νέα γυναίκα δεν ομοιάζει με τας παλαιάς εις τας τρεις πράξεις του
δράματος της κ. Παρρέν. Η παλαιά γυναίκα είνε η μητέρα, η οποία
προσπαθεί να επιτύχη τον γάμον του υιού της με μίαν πλουσίαν ύποπτον
διά να προικίση από την προίκα της τα γεροντοκόριτσά της. Η ιδία η
μητέρα ηνέχθη μέσα εις το σπήτι της την ερωμένην του ανδρός της. Η
ιδία η μητέρα αγοράζει νταντέλλες πέντε λιρών και λέγει εις τον
άνδρα της ότι τας ηγόρασε μίαν λίραν. Ψεύδεται λοιπόν η παλαιά
γυναίκα. Και είμεθα σύμφωνοι με την συγγραφέα.
Ακόμη είμεθα σύμφωνοι εις το ότι παλαιαί γυναίκες είναι αι κόραι της
οικογενείας αυτής, άδεια πλάσματα, κεφαλάκια κούφια, καταγινόμενα
εις εκδρομάς εις τα μαγαζιά, εις φλυαρίαν, εις κοκεταρίαν, εις
ανοησίας, εις όλας τας αθλιότητας, αι οποίαι κάμνουν την γυναίκα
μόνον «σκεύος απολαύσεως», όπως λέγει η Αθηναία ζωγράφος. Ακόμη και
η υπηρέτρια, η οποία φοβείται να είπη εμπρός εις τον κύριον διά
κάποιον λογαριασμόν της μοδίστρας, είναι και αυτή παλαιά.
Απέναντι όλων αυτών των παλαιών γυναικών η ζωγράφος είναι νέα
γυναίκα.
Ζη από την εργασίαν της και λατρεύει το ωραίον. Εις την πενθεράν της
χαρίζει μίαν εικόνα του Παρθενώνος και μίαν προτομήν του Ερμού.
Ξεκινά μόνη της διά το εσωτερικόν της Ανατολής, όπου ζωγραφίζει
εξωκλήσια και όταν της χρειάζονται στεφάνια διά τον γάμον της, τα
πλέκει μόνη της από άνθη του αγρού.
Προ πάντων δεν ανέχεται το ψεύδος. Την ζωήν της θέλει γεμάτην από
αλήθειαν, σπαρμένην από άνθη ειλικρίνειας. Όταν από ένα πλαγινόν
δωμάτιον ανακαλύπτη ότι ο σύζυγός της παρεσύρθη από παλαιόν πάθος
και ελησμόνησεν, έστω και μίαν στιγμήν, τους όρκους που της είχε
δώσει, τον αφίνει και μεταναστεύει εις την Αμερικήν. Τίποτε δεν
είναι πλέον ικανόν να την κρατήση.
― Μου κάνεις φρίκην! λέγει επανειλημμένως εις τον αδύνατον, τον
ανόητον και άτονον σύζυγον.
Έως εδώ η γυναίκα αυτή δεν είναι πολύ νέα. Η κυρία Παρρέν μας
εζωγράφισεν ένα ωραίον τύπον γενναίας γυναικός, η οποία εγεννήθη
ειλικρινής εις τον κόσμον, ήλθεν εις σχέσιν με το ωραίον, προσήρμοσε
την καλλιτεχνικήν της ψυχήν εις περιβάλλον που εξέλεξεν η ιδία.
Αλλά πάρα κάτω είναι ακόμη ολιγώτερον νέα η γυναίκα αυτή. Επήρε το
παιδί της και έφυγε. Και όταν ευρέθη εις τον κόσμον μητέρα ενός
παιδιού, εργάζεται διά να το κάμη μάλιστα ένδοξον άνδρα.
Γυναίκες αυτού του είδους υπάρχουν εις τον κόσμον, αφ' ότου ο
Δημιουργός εσοφίσθη να διαιρέση το ανθρώπινον γένος εις άρρενα και
θήλεα. Αι γυναίκες, τας οποίας έρριψεν η τύχη εις το πλάι ανδρός
αναξίου, ή υποφέρουν μαρτυρικώς την ζωήν των, ηφεύγουν. Και
φεύγουσαι και έχουσαι παιδιά ν' αναθρέψουν, εργάζονται διά να
κερδίσουν το ψωμί της ημέρας. Πιθανόν να μη ζωγραφίζουν όλαι αλλά η
εργασία είνε μία, είτε διεξάγεται με πινέλλα, είτε με βελόνην, είτε
και με την σκάφην.
Έχω λοιπόν την αντίρρηση του τίτλου εις το ωραίον άλλωστε δράμα της
κυρίας Παρρέν. Η νέα γυναίκα της είνε παλαιά, παλαιοτάτη, αιωνία.
Ίσως είνε κάπως σπανία ακόμη. Φρονώ ότι σπανία θα είνε πάντοτε. Νέα
όμως δεν είνε. Αν η απογραφή που θα γίνη τον Οκτώβριον, δεν εγίνετο
μόνον αριθμητική απογραφή, αλλ' ήτο και ψυχολογική, θα ευρίσκαμεν
εις τα δελτάρια γυναίκας αυτού του είδους περισσοτέρας αφ' ότι
φανταζόμεθα.
Γ. Τ.