Ύστερα η φαντασία σβυνότανε απ' τα μάτια της, τα δένδρα, τα

σπίτια, τα λιακωτά, τριγυρίζανε πάλι και πνίγανε το μικρό σπιτάκι

και κρύβανε τον μεγάλο, τον πλατύ δρόμο με τον ήσκιο του

απονύχτερου διαβάτη. Μα η Ταρσίτσα δεν απόκανε να περιμένη. Ο

γαμπρός δεν ήτανε αγέννητος, δεν ήτανε ονειροφαντασία και ψέμα.

Στο δρόμο βρίσκεται και περπατεί κ' έρχεται ολοένα. Απ' Ανατολή ή

από Δύσι, από κάπου θα φανή. Απ' την Αθήνα ή απ' την Αμέρικα. Είνε

τόποι μακρινοί, που τους χωρίζουνε βουνά και θάλασσες. Και είνε

εμπόδια και αντισκόμματα στο δρόμο. Φουρτούνες, άνεμοι,

νεροποντές, θηρία, αρρώστειες. Μήνες και χρόνια μπορεί να ταξιδεύη

ο άνθρωπος. Όμως θα φτάση μια μέρα εκεί που του τώταξε η Μοίρα.

Και κείνοι που τον απαντέχουν δεν πρέπει ναπελπίζωνται, δεν πρέπει

να τον λησμονάνε, μόνο μέρα και νύχτα να ζούνε με την ελπίδα του

και την απαντοχή του. Έτσι το θέλει ο Θεός. Το τροπάρι είχε και

άλλα παρακάτω. «Και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα,

ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα». Ο παπάς τα είχε ξηγήσει

και τα λόγια τούτα. Χαρά σ' εκείνονε — άντρα ή γυναίκα — που θ'

αγρυπνάη και θα περιμένη· και πάλι, ντροπή σ' εκείνονε, που θα τον

πάρη ο ύπνος και θα κοιμηθή στη μεγάλη την ώρα. Και η Ταρσίτσα

αγρυπνούσε μήνες και χρόνια, γιατί της είχε καρφωθή η ιδέα πως ο

«Νυμφίος» θαρχότανε νύχτα, όπως το λέει το τροπάρι. Και αν

ερχότανε κ' εύρισκε την πόρτα σφαλιστή και το λυχνάρι σβυσμένο και

την καλή του παραδομένη στον ύπνο κ' έστεκε κουρασμένος στην

οξώπορτα, χτυπώντας σαν τον ξένο και τον έρημο, τι θάλεγε από μέσα

του; «Εμένα με φάγανε οι δρόμοι και τα κύματα, εγώ μήνες και

χρόνια ταξιδεύω κ' έρχομαι και μια ψυχή δε βρίσκεται να με

προσμένη». Θα βαρηγκομούσε ο ταξιδιάρης και θάπαιρνε ξανά το δρόμο

και θα τραβούσε κατά τα μάτια του.

Η έννοια αυτή την έτρωγε την Ταρσίτσα και της έκοβε τον ύπνο και

την ανάπαψη.

Δεν ήτανε τρελή η Ταρσίτσα. Τον πόνο της δεν τον έλεγε στον κόσμο,

σαν τους άλλους τους τρελλούς. Και μέσα στο σπίτι ακόμα λίγοι

ξέρανε το μυστικό της, «Αυτή την πετριά έχει η κακομοίρα, έλεγε η

ψυχοκόρη της η Αννίτσα. Σ' όλα τα άλλα καλή και άξια, μάλαμα

γυναίκα». Γι' αυτό κ' η Αννίτσα τη συμπονούσε και πήγαινε με τα

νερά της.

Ένα πρωί, πρώτη του Μαρτιού, η Ταρσίτσα σηκώθηκε χαρούμενη, σαν να

είχε δει καλό όνειρο. Κάτι σιγοτραγούδησε από μέσα της, ύστερα

πήρε κόκκινη κλωνά κ' έπλεξε το «Μάρτη». Ένα για την Αννίτσα, ένα

για τον εαυτό της:

Οπώχει κόρην ακριβή

του Μάρτη ο ήλιος μην τη δη,

μουρμούρισε, τυλίγοντας την κλωνά στο δάχτυλό της και στο δάχτυλο

της Αννίτσας.

— Άκουσε, Αννίτσα, της είπε σε λίγο. Είμαστε για ταξίδι Το

αποφάσισα. Θα πάμε στην Αθήνα. Ο παπάς εκατό φορές μου τώχει

γραμμένο: «Τι κάθεσαι, χριστιανή, έρημη και παντέρημη στο νησί; Τα

γονικά σου αναπαυτήκανε, ταδέρφια σου ξενητευτήκαν, παιδί σκυλί

δεν έχεις σιμά σου. Το ψωροχτήμα που σ' απόμεινε, μεγαλύτερη η

λάτρα του και το έξοδο απ' το καλό του. Φασκέλωσέ το κ' έλα να

φάμε μαζί ένα κομμάτι ψωμί που μας έδωκε ο Θεός. Τα παιδιά

μεγαλώσανε. Ο Λεωνίδας έγινε παλληκάρι, ένα σκανδαλιάρικο, που

πέτρα δεν αφίνει απάνω στην πέτρα. Θα περνάς την ώρα σου μαζί

τους, θα σ' έχη και συντροφιά η παπαδιά». Τέτοια μου γράφει, που

λες, και μου ξαναγράφει ο παπάς. Και να σου πω, θαρρώ, πως έχει

δίκηο. Να μαζέψωμε τα σκουτιά μας και να τραβάμε, πρώτα ο Θεός. Τι

καλό είδαμε σε τούτον τον τόπο;

Η αλήθεια είνε πως ο παπάς έγραφε και ξανάγραφε στην ξαδέρφισσά

του και την παρακινούσε ολοένα νάρθη μ' αυτά τα λόγια και με άλλα.

Ο παπάς όμως είχε το λογαριασμό του. Η παπαδιά δεν τα κατάφερνε

στη λάτρα του σπιτιού· είχε γεράσει και το σπίτι πες πως έμενε

χωρίς νοικοκυρά. Να πάρη ψυχοπαίδα ο παπάς δεν το αποφάσιζε. Πρώτα

οι δουλειές είχαν λιγοστέψει· οι ανθρώποι μέρα με τη μέρα

μακρύνανε απ' το δρόμο του Θεού, δεν ήτανε ευλαβητικοί σαν πρώτα.

Οι λειτουργιές, οι αγιασμοί, τα πρόσφορα, όλα «τα ελέη του Θεού»

είχανε λιγοστέψει. Πού και πού ένας γάμος, τίποτε βαφτίσια, κάνα

λείψανο· κι' αυτά στη χάσι και στη φέξι. Αν ήτανε στο χέρι των

χριστιανών — έλεγε κάποτε ο παπάς βαρηγκομώντας — θάχανε το

κουράγιο να παντρεύωνται και να πεθαίνουν χωρίς παπά! Πού να

βγούνε λοιπόν τα έξοδα της ψυχοπαίδας; Ύστερα, και το κάτω-κάτω

της γραφής, ταγόρια είχανε μεγαλώσει. Γιατί να βάλη τον πειρασμό

μέσ' στο σπίτι του; «Ουαί τω δι' ου το σκάνδαλον έρχεται». Αυτά

κι' αυτά τον κάνανε τον παπά ν' αποζητάη την Ταρσίτσα. Ένα χέρι

πάντα καλό θα ήτανε για τη λάτρα των παιδιών, για βοήθεια της

παπαδιάς, για συντροφιά στο σπίτι. Ύστερα, κοντά στ' άλλα, η

Ταρσίτσα είχε και το κομπόδεμά της, έξη-εφτά χιλιαδούλες. Καμμιά

μέρα μπορούσε να κλείση τα μάτια και τα λεφτά να πέσουνε στα ξένα

χέρια. Σαν ερχότανε κοντά, το πράμμα άλλαζε. Θ' αγάπιζε τα παιδιά,

θα τα πονούσε και κάτι μπορούσε να τους αφήση. Ο παπάς ήτανε

φρόνιμος άνθρωπος. Ναι μεν ο Θεός δε θέλει την απληστία και την

προσήλωση στα εγκόσμια, αλλά μήπως πάλι το τροπάρι δε λέη: «Τα

καλά και συμφέροντα... παρά του Κυρίου αιτησόμεθα »; Και δος του

γράμματα απάνω σε γράμματα ο παπάς.

Η Αννίτσα ξαφνίστηκε στην αρχή. Πολλές φορές της είχε πει η

ψυχομάννα της γι' αυτό το ταξίδι, μα πρώτη φορά της μιλούσε τόσο

αποφασιστικά.

— Να πάμε, παιδί μου, να πάμε. Και για την τύχη τη δική μου και

για τη δική σου την τύχη. Τι καλό είδαμε τόσα χρόνια σε τούτον τον

τόπο; Οι ανθρώποι εδώ απογίνανε, δεν είνε να ζήση κανείς. Όλο και

το συμφέρον, ο παράς κυβερνάει τον τόπο μας. Πρόστυχοι ανθρώποι,

βλέπεις, χωρίς ανατροφή, Χωρίς ευγένεια απάνω τους. Όλες οι

κοπέλλες μένουνε στο ράφι. Ποιος γυρίζει να τις κυττάξη; Όλοι

γυρεύουνε μετρητά, δεν ξετάζουνε τιμή και υπόληψη.

— Ούτε ωμορφιά, ούτε νιάτα! είπε η Αννίτσα.

— Σα δεν κυττάζουνε την τιμή και την υπόληψη, πούνε το πρώτο

πράμμα στη γυναίκα, ξαναείπε η Ταρσίτσα, τι γυρεύεις παρακάτω;

Στην Αθήνα είνε άλλος κόσμος. Είνε τριάντα χρόνια τώρα που λείπω,

μα θαρρώ πως είμ' εκεί ακόμα. Άλλοι άντρες, παιδί μου. Όλο καρδιά!

Και αν πης κι' από ευγένεια στις γυναίκες, άλλο τίποτε. Σε κυττάνε

στα μάτια. Έτσι τάφερε η τύχη και γύρισα σε τούτον τον καταραμένο

τόπο — Θεός σχωρέσ' τον πατέρα μου, που τώθελε. Αν είχα μείνει

στην Αθήνα, άλλη κι' άλλη θάμουνα τώρα.

Τα λόγια αυτά μπήκανε στην καρδιά της Αννίτσας. Η Αθήνα φάνταξε

μπροστά της σαν ένας Παράδεισος γεμάτος αγγέλους, που πέφτουνε στα

πόδια των κοριτσιών και τα προσκυνάνε. Δεν έβλεπε την ώρα πότε να

φύγουνε.

— Και πότε με το καλό θα φύγωμε, ψυχομάννα;

— Το γρηγορώτερο, παιδί μου. Την Κυριακή περνάει το βαπόρι. Έχομε

τρεις μέρες ακόμη. Πιάσε να συμμαζέψωμε σιγά-σιγά τα σκουτιά

μας, να βολέψωμε τις δουλειές μας και να ρίξωμε πέτρα πίσω μας.

Σύρε και τη μεγάλη κασσέλα από κάτω απ' το κρεββάτι, να ρίξω μια

ματιά στα ρούχα, να τα τινάξωμε πριν φύγωμε, ν' αλλάξωμε και τις

λεβάντες για το σκόρο...

Η μεγάλη κασσέλα είχε μέσα τα προικιά της Ταρσίτσας, πλούσια

προικιά, μεταξωτά και νταντέλλες και κεντήματα ξακουστά σ' όλο το

νησί, σαράντα χρόνια τώρα.

... Φύγανε κ' ήρθανε στην Αθήνα.

Τρεις μήνες είχε πια η Ταρσίτσα στο σπίτι του παπά.

— Δεν είνε αυτή η Αθήνα πούξερα μια φορά! Έλεγε στην ψυχοκόρη της

συχνά, την ώρα που πηγαίνανε να κοιμηθούνε. Όλα αλλάξανε. Και

τόπος και ανθρώποι. Χάλασε ο κόσμος!

Κι' αλήθεια είχε αλλάξει η Αθήνα. Κανένας δε γύριζε να κυττάξη την

Ταρσίτσα, ούτε στο σπίτι, απ' τους φίλους που ερχόντουσαν τις

χρονιάρες μέρες να χαιρετήσουνε τον παπά, ούτε στο παράθυρο, ούτε

στο δρόμο. Όπου καμμιά παρδαλή, όπου καμμιά ξεμυαλισμένη, όπου

καμμιά φτιασιδού, εκεί πέφτανε τα μάτια των αντρών. Κανένας δε

γύριζε να κυττάξη τις κοπέλλες. Η φρονιμάδα κ' η νοικοκυροσύνη δεν

είχανε πια πέρασι, όπως στον παληό καιρό.

Όμως η Ταρσίτσα είχε κ' ένα παράπονο με τον παπά. Ποτές δε

φρόντισε κι' αυτός σαν καλός συγγενής για την αποκατάστασί της.

Ποτές δεν κούνησε το χέρι του. Είνε άλλοι που σκοτώνονται ν'

αποκαταστήσουν τις ανηψάδες τους, τις κουνιάδες τους, τις ξαδέρφες

τους, τις πιο μακρινές τους συγγενίδισσες. Αυτός, μ' όλες του τις

γνωριμίες, μ' όλη την υπόληψη που είχε στην ενορία, με όλα τα μέσα

του τίποτε δεν έκανε.

Ένα βράδυ, που καθόντουσαν μόνοι στο τραπέζι, ύστερ' από το φαγί —

η παπαδιά και τα παιδιά είχανε πάει να κοιμηθούνε — η Ταρσίτσα δε

βάσταξε πια. Άνοιξε το στόμα της.

— Αν ήθελες εσύ, παπά, θα ήμουνα αλλοιώτικα σήμερα. Θα ήμουνα κ'

εγώ σπίτι μου...

Ο παπάς ρούφηξε την τσιγάρα του, μια τσιγάρα χοντρή σαν το μεγάλο

του δάχτυλο, έπαιξε το κομπολόγι του μια και δυο φορές στη φούχτα

του και της είπε, χαμογελώντας:

— Ακόμα δεν την έβγαλες, ευλογημένη, αυτή την ιδέα από το μυαλό

σου; Ακόμα τη συλλογίζεσαι την παντρειά; Μπα! που νάχης την ευχή

του Θεού.

Η Ταρσίτσα πειράχτηκε ως τα κατάβαθα της καρδιάς της.

— Και γιατί να τηνέ βγάλω, παπά; Είνε καμμιά αμαρτία, μαθές; Το

χρέος κάθε τίμιας γυναίκας είνε ναρθή στον κόσμο, να κάνη το

θέλημα του Θεού, ναναστήση παιδιά στη Χριστιανοσύνη με τη δόξα του

Κυρίου.

— Καλά και άγια είνε όλ' αυτά, Ταρσίτσα μου, είπε πάλι ο παπάς·

μα κάθε πράμμα στον καιρό του κι' ο κολιός τον Αύγουστο, που λέει

κ' η παροιμία. Γεράσαμε, ξαδέρφισσα, δεν το κατάλαβες;

— Αυτά είνε λόγια, παπά μου, είπε κουνώντας το κεφάλι, της η

Ταρσίτσα. «Προφάσεις εν αμαρτίαις», που λέει το χαρτί. Εγώ δεν

είπα μαθές πως είμαι καμμιά κοπέλλα, δεν είπα να πάρω κανένα

παλληκαρούδι Όμως είνε κι' ανθρώποι μισοκαιρίτες, που γυρεύουνε να

βρούνε μια νοικοκυρά, με μεστωμένα μυαλά, μια τίμια κι' άξια

γυναίκα, νάχουνε σίγουρο το κεφάλι τους. Εδώ καν και καν

παντρευτήκανε. Μα είχανε κ' έναν προστάτη, θα πης. Σα δεν έχη έναν

προστάτη στον κόσμο η γυναίκα, το αδύνατο το μέρος, βλέπει — καλή

ώρα! — τα καλά που είδε κ' η Ταρσίτσα!

Τα χείλια της στάζανε φαρμάκι Είχε γίνει χλωμή σα θειαφοκέρι απ'

το κακό της. Ο παπάς άρχισε να τη βαρυέται και χασμουρήθηκε

δυνατά, κάνοντας το σημείο του Σταυρού με το ένα δάχτυλο μπροστά

στα δύο τρία δόντια που τούχανε απομείνει.

— Και τι καλό είδαν, ευλογημένη, κι' αυτές που παντρευτήκανε;

Πίκρες και βάσανα. Το κάτω-κάτω της γραφής, πού να τον βρούμε το

γαμπρό; Να ξύσωμε τον τοίχο να τον φκιάξωμε; Εδώ είνε κοπέλλες σαν

το κρύο νερό, που δε γυρίζει κανένας να τις γυρέψη. Οι γαμπροί

σήμερα θέλουνε χιλιάδες, πολλές χιλιάδες...

— Τάζει ο κόσμος, παπά μου.

— Και σαν τάξωμε, πού θα βρούμε ύστερα να τις μετρήσωμε;

Η Ταρσίτσα ζύγωσε την καρέκλα της στον παπά. Της φάνηκε πως ήτανε

πιο ήμερος τώρα, πως ερχότανε στο κολάι.

— Σαν έμπη ο γαμπρός στο σπίτι, είπε, σαν τον πονέση η καρδιά

του, όλα διορθώνονται. Δεν κυττάει πια τις χιλιάδες!

Ο παπάς έμπηξε τα γέλια, χαϊδεύοντας στον ίδιο καιρό την Ταρσίτσα

στις πλάτες.

— Γελάς, παπά μου;

— Αμ' τι να κάμω, ευλογημένη; Γελάω. Είνε να μη γελάσω; Κάλλια

που γελάω εγώ, πάρα να γελάνε οι ξένοι. Καληνύχτα. Έχω και

λειτουργία το πρωί και παρακαθήσαμε με τις κουβέντες. Καληνύχτα,

ξαδέρφισσα, κι' ο Θεός να σε φωτίση ναρθής στα λογικά σου.

Σηκώθηκε βιαστικά ο παπάς, ξεδιάλυνε τα γένεια με τα δάχτυλά του

και τράβηξε κατά την αντικρινή πόρτα.

Η Ταρσίτσα έμεινε στον τόπο σαν νεκρωμένη. Ποτέ δεν της είχε

μιλήσει έτσι ο παπάς. Εκείνο το γέλιο του, εκείνα τα λόγια του τα

ξερά και ξεκομμένα, εκείνο το μούτρο που της έκανε, ήτανε σαν ένας

κουβάς κρύο νερό, που της αδειάσανε στο κεφάλι. Για μια στιγμή

συλλογίστηκε πως ο παπάς είχε δίκηο, πως τα λόγια του ήτανε σωστά,

πως έπρεπε να βγάλη απ' το νου της την παντρειά. Όλη η ζωή της

πέρασε τότε για μια στιγμή μπροστά της, καθώς καθότανε μοναχή της,

κάτω από τη μισοσβυσμένη λάμπα, ακουμπησμένη με τους δύο της τους

αγκώνες απάνω στο τραπέζι Θυμήθηκε μια Λαμπρή που ήταν κοπέλλα

δεκάξη χρονών στο νησί, κι' ο πατέρας της τσουγκρίζοντας ταυγό με

τον κουμπάρο του τον Καπετάν Θανάση τον Απίκραντο — μακαρίτες κ'

οι δυο — κάτι γνέψανε ο ένας στον άλλον που το είχε μισοκαταλάβει

η Ταρσίτσα κ' έγινε πιο κόκκινη απ' το αυγό. Κάποιο γαμπρό

μελετούσανε οι δυο γερόντοι. Ύστερα θυμήθηκε μια μέρα του Μαρτίου,

που ρίξανε το καινούργιο καράβι του πατέρα της στη θάλασσα. Το

καράβι είχε τόνομά της: «Ταρσίτσα» κι' αυτό. Ποιος ξέρει πού να

βρίσκωνται τώρα τα μαδέρια του και τα στραβόξυλά του, χρόνια

ναυαγισμένο στη Μαύρη θάλασσα! Εφτά χρονών ήτανε τότες η Ταρσίτσα,

μα το θυμάται σαν και σήμερα. Θυμάται ακόμα και κάποια λόγια που

λέγανε στο σπίτι «Αυτό το καράβι θα φέρη τα προικιά της

Ταρσίτσας». Δεν καταλάβαινε τότε τι θα πη προικιά, μα της έφτανε

πως κάτι θα της έφερνε το καράβι και ταγαπούσε και το καμάρωνε.

Έτσι ανάκατα και χωρίς τάξη, τα πρώτα υστερνά και τα υστερνά

πρώτα, περνούσανε μπροστά στα μάτια της Ταρσίτσας οι μέρες της

ζωής της. Ύστερα θυμήθηκε μια μέρα, ανήμερα των Ταξιαρχών — στην

Αθήνα. Ο παπάς γιόρταζε και είχανε τραπέζι το βράδυ. Δεν ήτανε πια

κοπέλλα, ούτε νέα καλά — καλά. Είχε πατήσει τα τριάντα. Αφού

φάγανε και ήπιανε, αρχίσανε την ψαλτική, τα τροπάρια. Άλλο

τραγούδι δεν ήθελε ο παπάς στο σπίτι.. Πότε περάσανε τριάντα

χρόνια! Θαρρεί πως είνε τούτη η ώρα που τσουγκρίζανε τα ποτήρια.

«Στις χαρές σου», της είχε πει ο παπάς. «Ευχαριστώ, παπά μου, να

ζήση η παπαδιά», του είχε πει εκείνη. Τώρα όμως θυμάται πως ο παπάς

την είχε ευχηθή με μισή φωνή, χαμογελώντας κάτω απ' τα δασά του τα

μουστάκια.

Αυτή ήτανε η τελευταία μέρα που θυμήθηκε. Ύστερα όλες οι μέρες —

τριάντα χρόνια στην αράδα — περάσανε μπροστά της ανακατωμένες,

όμοιες, σα μια μέρα μεγάλη, δίχως τέλος. Ένα πράμμα μονάχα

καταλάβαινε: πως η ζωή της είχε σταματήσει εκεί, δεν είχε κάνει

ένα βήμα μπροστά. Όλος ο περασμένος καιρός ήτανε γι' αυτήν σα μια

ξένη ζωή. Γι' αυτό, όταν ο παπάς της είπε: «γεράσαμε, Ταρσίτσα,

δεν το κατάλαβες;» ξαφνίστηκε σαν να μάθαινε πρώτη φορά ένα πράμμα

που δεν τώχε βάλει ο νους της. Είχε γεράσει το λοιπόν η Ταρσίτσα;

Από πότε ως πότε; Η καρδιά της, η ψυχή της, το είναι της όλο δεν

είχαν αλλάξει σε τίποτε. Ούτε άντρα είδε στο πλευρό της, ούτε

σπιτικό έννοιωσε, ούτε παιδιά ανάστησε γύρω της, να της θυμίζουν

πως πέρασαν τα χρόνια. Το κάτω-κάτω της γραφής, ποτέ δε

λογάριαζε τα χρόνια της. Κι' αν έκανε καμμιά φορά να τα λογαριάση,

γρήγορα παρατούσε τον λογαριασμόν αυτόν και τονέ ξέχανε. Δεν είχε

χειμωνιάσει η ψυχή της ακόμα, έλεγε κάποτες ο παπάς. Ένας ήλιος

καλοκαιρινός έφεγγε μέσα της και τηνέ ζέσταινε. Μα τώρα εκείνο το

γέλιο του παπά ήτανε σαν να την ξύπνισε από ένα όνειρο. Καθώς

καθότανε σκυμμένη στο τραπέζι, τα χέρια της, πρώτη φορά, της

φανήκανε ζαρωμένα, ματσιδιασμένα. Έκλεισε τα μάτια της να μην τα

βλέπη. Καθώς έκλεινε τα μάτια της, λίγες τρίχες απ' τα μαλλιά της,

πούχανε ξεφύγει στα μελίγγια της, γυαλίσανε παράξενα στο φως της

λάμπας. Ήτανε κάτασπρες σαν το ασήμι. Έσφιξε τα μάτια της

περισσότερο. Μα και στο σκοτάδι των ματιών της δυο άσπρες κλωνές

σαλέβανε ακόμα λυπητερά. Σηκώθηκε και πήγε να κοιμηθή. Πρώτη φορά

έννοιωθε πως τα πόδια της δεν τη βαστούσανε καλά.

Πηγαίνοντας στην κάμαρη της να κοιμηθή, είδε φως στο μικρό

καμαράκι που είχε το γιατάκι της η Αννίτσα.

— Δεν κοιμήθηκες ακόμα; της είπε.

— Ακόμα, ψυχομάννα, είπε η Αννίτσα με μουδιασμένη φωνή.

Η Ταρσίτσα έσκυψε στο τζάμι του παραθυριού, που άνοιγε στο στενό

πέρασμα. Την είδε πούπλεκε τα μαλλιά της μπροστά σ' ένα μικρό

στρογγυλό καθρεφτάκι, ακουμπησμένο απάνω στο καντηλιέρι.

— Χτενίζεσαι τέτοια ώρα; την ρώτησε.

— Λούστηκα αποβραδύς και συμμαζεύω τα μαλλιά μου, είπε πάλι με

μουδιασμένη φωνή η Αννίτσα.

Η ψυχομάννα της την καλονύχτησε και πήγε να κοιμηθή. Θαρρούσε πως

άκουγε ακόμα μέσα σταυτιά της το γέλιο του παπά. «Ακόμα δεν την

έβγαλες, ευλογημένη, αυτή την ιδέα από το μυαλό σου;» Αλήθεια.

Ήτανε καιρός πια να τη βγάλη. Και τράβηξε κατά την κάμαρή της, σαν

άνθρωπος που πήρε μια μεγάλη, μα πικρή απόφασι

Την άλλη μέρα το σπίτι του παπά ήτανε άνω-κάτω. Η Αννίτσα είχε

χαθή από το σπίτι. Αργότερα τους φέρανε τα μαντάτα πως την είχε

κλέψει ο αγαπητικός της, ένα ώμορφο ξανθό παλληκάρι που δούλευε

στο αντικρινό γιαπί. Ζωγράφιζε τα νταβάνια και ζωγραφίζοντας στην

ψηλή τη σκαλωσιά σφύριζε και τραγουδούσε τους καϋμούς της αγάπης.

Και τραγουδώντας πήρε την καρδιά της Αννίτσας. Η Αννίτσα πάλι

κεντούσε κάθε δειλινό στο παραθύρι και, κεντώντας και

βελονιάζοντας, πήρε την καρδιά του Αλέκου με τα χαμηλωμένα μάτια

της. Αποβραδύς λούστηκε και χτενίστηκε. Και νύχτα, βαθειά

μεσάνυχτα, μπήκε κρυφά στο σπίτι ο καλός της και την άρπαξε.

Ο παπάς δεν πολυσκοτίστηκε και τόσο. «Νέοι είνε κι' ας

παντρεύωνται», είπε. Η παπαδιά, ναι μεν της κακοφάνηκε πούγινε η

ντροπή στο σπίτι της, μα πάλι δεν έκανε και μεγάλο κακό. «Τυχερά

πράμματα», είπε.

Η Ταρσίτσα δε μίλησε όλην τη μέρα. Μιλιά δεν της βγήκε απ' το

στόμα. Σα σούρπωσε κ' έπεσε η μέρα, την πήρε το παράπονο. «Να

όψεσαι, παπά, που μ' αποκοίμισε. Νύχτα, βαθειά μεσάνυχτα, ήρθ' ο

ταξιδιάρης να με πάρη. Κ' εγώ που τον περίμενα χρόνια και χρόνια,

με πλάκωσε ο βραχνάς στην ώρα τη γραμμένη και δεν τον απείκασα.

Χαρά σ' τηνε που αγαπούσε και περίμενε. Την πήρε κ' έφυγε!»

Αναστέναξε βαθειά και σταύρωσε τα χέρια της μέσ' στην ποδιά της.

— Τώρα καιρός είνε να σου σηκώσω το βάρος, παπά μου. Θα γυρίσω

στο νησί! είπε.

— Τι να κάνης στο νησί; τη ρώτησε φλομωμένος ο παπάς.

— Αυτό το ξέρω εγώ και η Μοίρα μου! είπε η Ταρσίτσα καταπίνοντας

τα δάκρυά της. Είνε κι' άλλες απελπισμένες, με τη μαύρη τη

μανδήλα, στην Υπαπαντή.

Σηκώθηκε και τράβηξε στην κάμαρή της, κρατώντας τον τοίχο να μην

πέση. Ο μικρός ο Λεωνίδας, πούχε ακούσει τα μισά της λόγια, γύρισε

και κύτταξε τον πατέρα του.

— Δε μου λες, πατέρα, τρελλάθηκε η θειά η Ταρσίτσα; Ο παπάς

κούνησε το κεφάλι του:

— Ή τώρα τρελλάθηκε, παιδί μου, ή τώρα βρήκε τα λογικά της.

«Άδηλα και κρύφια» τα μέσα του ανθρώπου...

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

«Μ' έφαε το σκυλί!»

Δυο πιστολιές ακούστηκαν στο σούρουπο, και καταμεσής στη σκάλα του

λιμανιού, πλημμυρισμένη από κόσμο — ότι ήταν φτασμένο το βαπόρι —

ένας άνθρωπος έφερε βιαστικά την απαλάμη στο στήθος, κλονίστηκε

στα πόδια του κ' έγειρε απάνω σε δυο ξένα χέρια, που απλώθηκαν να

τον βαστήξουν. Ο φονιάς τού την είχε ανάψει από κοντά, στήθος με

στήθος, πριν προφτάση καλά-καλά να τον καταλάβη.

Ούτε λογοφέρανε, ούτε τίποτε! Κανένας δεν είχε νοιώσει πώς έγινε

το κακό. Σαστισμένοι όλοι γύρω, ντόπιοι και νεοφερμένοι, πριν

προφτάσουν να ιδούν τον άνθρωπο που έπεφτε, και τον άνθρωπο

πούτρεχε σαν τρελλός, σκίζοντας και τσαλαπατώντας τον κόσμο,

αφήκανε το φονιά και χάθηκε. Όλοι μαζευτήκανε ύστερα γύρω από τον

χτυπημένο, με πρόσωπα χλωμά και ξαφνιασμένα, με τις τρίχες

σηκωμένες. Οι λιγοστές γυναίκες, παίρνοντας τα παιδιά τους απ' τα

χέρια, τρέχανε να σωθούνε μακρυά απ' το φονικό, τρέμοντας στη

σάστισή τους περισσότερο τον χτυπημένο απ' το φονιά, που

βρισκότανε μίλια μακρυά — ποιος ξέρει πού — αυτή τη στιγμή. Ένα

οργανέτο έπαιζε ακόμα μπροστά στο καφενεδάκι, τελειώνοντας

βιαστικά κάποιο σκοπό παληάς όπερας, που ξυπνούσε, μέσα στο

σύθαμπο του δειλινού, ξεθωριασμένους πόνους.

— Κάνετε τόπο, ρε παιδιά, να σηκώσωμε τον άνθρωπο. Θα μας μείνη

στα χέρια...

Ακούστηκε μια φωνή παρακαλεστική και τρομασμένη μαζί.

— Δεν είνε τίποτα. Μην κάνετε έτσι.. είπε ο χτυπημένος.

Η φωνή του όμως ήτανε πνιγμένη κι' αδύνατη. Ο κόσμος παραμέρισε να

κάνη τόπο στους δυο νέους, που με τα γερά τους μπράτσα σηκώνανε,

στερεά και αναπαυτικά, το παραλυμένο κορμί. Δυνατά τα χέρια τους

το δένανε, μα τα πόδια τρέμανε καθώς αργοπατούσαν και πρόβαιναν.

Οι άλλοι ολόγυρα σκύβανε αλαλιασμένοι, να γνωρίσουνε τον

χτυπημένο.

— Ο Γιώργης ο Πολυζώης δεν είνε;

— Ο Γιώργης ο καλαφάτης!

— Καλέ αυτός! Δεν τονέ βλέπεις; Κάνανε το σταυρό τους.

— Πώς έγινε πάλι τούτο το κακό;

— Είχε τίποτα με κανένα; Μαλλώσανε;

— Κύριε ελέησον! Ξέρω κ' εγώ τι να πω;

— Η δυστυχισμένη η γυναίκα του! Και νειόπαντροι!...

Ο χτυπημένος ανασήκωσε το κεφάλι του.

— Δεν αφίνετε, ρε παιδιά, να περάσωμε; Κάντε μας τη χάρι

Κάνανε τόπο πάλι.

— Στη σπετσαρία! εμπρός!

— Ο άνθρωπος έχει σπίτι. Στο σπίτι του να τον πάμε, είπε ένας απ'

τα παιδιά που τον κρατούσανε.

— Όχι, ρε Μήτσο, είπε ο άλλος. Να μην τον δη έτσι η γυναίκα του.

Άσε να τονέ δέσουνε πρώτα οι γιατροί στη σπετσαρία.

— Στο σπίτι! Καλύτερα στο σπίτι! είπε ο χτυπημένος. Δεν έχω

τίποτα. Στο σπίτι να με πάτε!

Τα μάτια του σκορπίσανε μια παράξενη λάμψι.

— Στο σπίτι σας λέω! ξαναείπε.

— Μη συχύζεσαι, Γιώργη! είπε ο Μήτσος. Σα θέλης στο σπίτι, στο

σπίτι σε πάμε...

— Δεν πειράχτηκα! είπε ο Γιώργης με καλωσύνη τώρα.

Μη με ξεσυνερίζεστε. Στο σπίτι είπα!

Τα λίγα λόγια που είχε πει τον κουράσανε. Έβαλε την απαλάμη στο

στήθος του κ' έγειρε το κεφάλι του απάνω στο στήθος του φίλου του.

Ξεκινήσανε. Ο κόσμος πίσω μαζεμμένος τώρα, συντροφιές-

συντροφιές, μιλούσανε ζωηρά και λογοφέρνανε, άλλοι φεύγανε με τα

κεφάλια σκυφτά, κι' άλλοι τους σταματούσανε να μάθουνε το τι

έγινε. Κανένας δεν ήξερε το πώς και τι.

— Άλλο πράμμα πάλι τούτο! Έτσι, χωρίς λόγο κ' αιτία!

Ο Μήτσος ο Προκίλης κι' ο Βαγγέλης ο Ζωσιμάς, τα δυο παιδιά που

συντροφεύανε τον χτυπημένο, ήτανε παληοί του φίλοι και

συντεχνίτες. Όταν έπεσε η πιστολιά, καθισμένοι παράμερα σ' ένα

καφενεδάκι, τρέξανε κι' αυτοί με τους άλλους να δούνε τι έγινε. Σα

γνωρίσανε τον Γιώργη τον Πολυζώη μείνανε ξεροί. Ο Γιώργης δεν

ήτανε άνθρωπος για τέτοιες δουλειές. Ησυχος και γλυκομίλητος, με

κανένα δεν είχ' έχθρητα, κι' ούτε πείραξε ποτέ κανένα στη ζωή του.

Πέσανε απάνω του και τον αγκαλιάσανε.

— Βρε Γιώργη; Τ' είνε τούτο το κακό; του είπε ο Μητσος, σκύβοντας

στο πρόσωπό του με ψυχοπόνια.

— Γραφτό μου ήτανε! είπε ο Γιώργης.

— Έννοια σου, δεν έχεις τίποτα· κουράγιο! του ξαναείπε.

— Το βλέπω κ' εγώ. Θα με πήρε ξυστά! Δεν πονάω...

Ο Μήτσος τον έψαξε στο στήθος. Δε φαινότανε τίποτε απ' έξω. Σταλιά

αίμα δεν είχε χυθή.

— Εδώ στο βυζί με χτύπησε! ξαναείπε ο Γιώργης κρατώντας πάντα την

απαλάμη του στην πληγή του.

Σήκωσε τα μάτια του κατά τον Μήτσο γυρεύοντας θάρρος.

— Δεν έχεις τίποτα! Δεξιά είνε! είπ' εκείνος.

Μέσ' στη σάστισί τους κανένας δεν τον ρώτησε ποιος τονέ χτύπησε,

ούτε ο ίδιος είπε τίποτε.

Καθώς τον ανασηκώνανε, ο Βαγγέλης τον ρώτησε:

— Τον είδες; Τον πήρε το μάτι σου; Ποιος σε βάρεσε, ρε Γιώργη;

— Τον είδα! είπε ξερά ο Γιώργης.

— Ποιος ήτανε; Μίλα, μωρέ!

— Αυτός ο ψιλικατζής!...

Δεν είπε τόνομά του. Έκανε μοναχά ένα πικρό χαμόγελο.

— Του λόγου του! ξαναείπε. Ας είνε! Δίκηο είχε...

Δε μιλήσανε πλια. Σηκώσανε πιο γερά το φίλο τους και ανηφορήσανε

στο καλντερίμι.

Ο ψιλικατζής! Ο Σταυρός ο Γιαννακός! Ποιος άλλος να ήτανε; Και να

μη τους τώλεγε, θα το καταλαβαίνανε. Θυμηθήκανε αμέσως τα

χθεσινοβραδυνά στην ταβέρνα του Σωφρόνη. Σκολάζοντας απ' τη

δουλειά τους ο Γιώργης και οι δυο τους, κάτσανε να πιούνε ένα

κρασί για ορεχτικό. Ο Γιώργης μάλιστα δεν ήθελε να κάτση. Ήτανε

από μέρες συλλογισμένος κ' ήθελε και τώρα να πάη στο σπίτι του.

— Καθήστ' εσείς, ρε παιδιά! Εγώ θα πάω στο σπίτι. Δεν είμαι τόσο

καλά, δεν είμαι στα συγκαλά μου τούτες τις μέρες.

Εκείνοι τον βιάσανε να κάτση. Ίσια-ίσια για να τ' αλλάξουνε

λιγάκι το κακό κέφι. Ήπιανε ένα κρασί στα βουβά. Ο Γιώργης δε

μιλούσε καθόλου. Εκεί που στρήβανε από ένα τσιγάρο, τους ζύγωσε ο

Σταύρος ο Γιαννακός.

— Γεια σας!

— Γεια σου! του είπαν οι άλλοι δύο. Ο Γιώργης έσκυψε και σάλιωσε

το τσιγάρο του δίχως να τον καλησπερίση.

— Στο χωριό σου δεν καλησπερίζουνε; του είπε προκλητικά ο

Σταύρος.

— Άσε με ήσυχο! έκανε ο Γιώργης. Δεν έχω όρεξι για κουβέντες...

Ο Σταύρος τον κύτταξε λοξά, έστρηψε το μουστάκι του, ξερόβηξε και,

κάνοντας ένα γέλιο παράξενο, βγήκε απ' την ταβέρνα σφυρίζοντας

χωρίς να χαιρετήση κανένα.

— Έχετε τίποτε; ρώτησε ο Μήτσος σε λίγο.

— Τι νάχωμε; είπε ο Γιώργης· στο σπίτι του μέσα δεν είνε αφέντης

κανένας;

— Θέλει και ρώτημα;

— Θέλω να πω, στο σπίτι του μέσα δεν ορίζει κανείς ποιόν να βάλη

και ποιόν να διώξη; Αι λοιπόν, δεν τον ήθελα στο σπίτι μου. Όχι

πως μούκανε τίποτε ο άνθρωπος, μα δεν τον έκανα γούστο... Αυτό

ήτανε!

— Τον έδιωξες; ρώτησε ο Βαγγέλης.

— Κι' αν τον έδιωχνα δηλαδή, τι ήτανε; Δεν ορίζω;...

— Όχι! ρωτάω δηλαδή...

— Τον έδιωξα. Βέβαια τον έδιωξα. Σα δεν ήθελε να το καταλάβη

μοναχός του. Δεν τώβλεπε τάχα; Άμα γίνεσαι βάρος σ' ένα σπίτι, δεν

το καταλαβαίνεις; Τούδωκα να καταλάβη πως οι συχνοβίζιτες δε μ'

αρέσουνε. Αυτός τίποτε. Πού τον έχανες, πού τον εύρισκες, στο

σπίτι μου. Επί τέλους ανθρώποι είμαστε, θέλει να πη κανείς κ' ένα

λόγο με τη γυναίκα του. Ο ξένος πάντα ξένος είνε. Μια μέρα τ'

αποφάσισα και του μίλησα. «Άκου, Σταύρο, του είπα...»

— Δε βαρειέσαι! τον έκοψε ο Μήτσος. Λόγο θα δώσης; Δεν τον

ήθελες, τελείωσε...

— Όχι, έχω να σου πω, ξαναείπε ο Γιώργης, για να καταλάβετε τι

ανθρώποι είνε στον κόσμο. «Άκου, Σταύρο, του λέω λοιπόν, πόσο σε

θέλομε στο σπίτι μας το ξέρεις. Κανένα παράπονο δεν έχω μαθές. Μα

ο κόσμος είνε κακός. Το πολύ έμπα-έβγα σ' ένα σπίτι,

καταλαβαίνεις... Πώς να στο πω; Οι γειτόνοι, ο κόσμος... Δεν είπα

να κόψωμε τις φιλίες, μα μια φορά και τόσο, όπως έρχονται κ' οι

άλλοι φίλοι, νάρχεσαι να μας βλέπης. Μην το πάρης αλλοιώς... Με

συμπαθάς μάλιστα...» Αυτά του είπα.

— Μωρέ, τέτοια γαϊδούρια σαν κι' αυτόν, έκανε ο Μήτσος, με το

γλυκό θέλουνε, ή να πάρης το στυλιάρι του μποτζαργάτη!

— Και να τους γκρεμίσης απ' τη σκάλα! αποτελείωσε ο Βαγγέλης.

— Δεν τώκανα, είπε ο Γιώργης, είμαι μαλακός, βλέπεις..,

— Αυτός τι σούπε; ρώτησε πάλι ο Μήτσος.

— Τι να μου πη; Σηκώθηκε, πήρε τη σκούφια του και κίνησε να φύγη,

δίχως να καλονυχτίση. Και στην πόρτα κοντοστάθηκε και μούπε: «Τι

να σου κάνω, κακομοίρη; Ήξερα να σου μιλήσω σαν πρόστυχος που

είσαι και φαίνεσαι. Μα, ας έχης χάρι, που είνε μπροστά η γυναίκα

σου». Και φεύγοντας μουρμούρισε: «... που δε σούπρεπε,

κακομοίρη...» Είπα να σηκωθώ να τον γκρεμίσω, μα βαστήχτηκα πάλι.

Ας πάη στο διάολο, είπα μέσα μου, κι' ας μείνω με τα λόγια του.

Έφυγε.

— Κ' είχε μούτρα να σε ζυγώση σήμερα! είπε ο Βαγγέλης· χαρά στην

αδιαντροπιά!

— Τον είδατε! Τι σας να πω...

— Ας τον να κουρεύεται! είπε ο Μήτσος. Την κουβέντα του θάχωμε

τώρα; Πολύ του πάει.

Πρόσταξε ένα εκατοστάρι ακόμα. Το ήπιανε και σηκωθήκανε να φύγουν.

Αυτό ήταν όλο! Σαν έγινε το κακό, οι δυο φίλοι θυμηθήκανε τα

χθεσινά.

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες · 第 5 / 9 段