από το ζωνάρι του άλλη μαχαίρα κι' οι δυο άντρες βρέθηκαν
αντιμέτωποι κι' έτοιμοι να σκοτώση ο ένας τον άλλο, ενώ η
Τασιούλαινα έμπηξε τες φωνές και τραβούσε τα μαλλιά της.
— Ποιος είσαι συ εδώ μέσα!
Φώναξε άγρια άγρια ο ξένος του Γιωργάκη.
— Είμαι ο νοικοκύρης του σπιτιού! (απολογήθηκε ο Γιωργάκης) Εσύ
ποιος είσαι που μπήκες εδώ μέσα!
— Κανένας άλλος από μένα δεν είναι εδώ μέσα νοικοκύρης!
Είπε ουρλιαχτά ο ξένος.
Η Τασιούλαινα ακούοντας αυτά, μπήκε στη μέση των δύο αντρών και
φώναξε μ' όλα της τα δυνατά:
— Μη Τασιούλα!!! είναι το παιδί μας! Μη Γιωργάκη μου!!! είν' ο
πατέρας σου!
Στη στιγμή η δύο μαχαίρες έπεσαν κατά γης. Άντρας και γυναίκα
πατέρας και παιδί βρέθηκαν κι' οι τρεις αγκαλιασμένοι, και σε λίγο,
κάθησαν κι' οι τρεις στο τραπέζι και γιώρτασαν μαζύ τα Χριστούγεννα,
τα πρώτα Χριστούγενα, ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια ξενιτειά.
Η ΤΡΕΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Μια φορά κι' έναν καιρό είταν ένας πατέρας, πούχε ένα μοναχοπαίδι
και τ' αγαπούσε καλύτερα απ' όλον τον κόσμο. Μια μέρα ο πατέρας
αρρώστησε και στην εβδομάδα απανωθιό έγεινε του θανάτου. Τη στιγμή,
που θ' απέθνησκε είπε στο παιδί του, που κάθονταν στο προσκέφαλό του
κι' έκλαιγε:
— Μην κλαις, παιδί μου! Έτσ' είν' ο κόσμος. Ο γονιός πρέπει να
πεθαίνη πρωτύτερα από το παιδί του, κι' αυτό είναι το καλύτερο. Αν
πέθαιναν τα παιδιά πρωτύτερα από τους γονιούς τότε η πλάση θα
χάνονταν. Άκουσε τι έχω να σου ειπώ στην υστερνή μου ώρα: Δεν έχω
πλούτη να σ' αφήσω, γιατί η Τύχη δε θέλησε ποτέ να με βοηθήση, θα σ'
αφήσω όμως τρεις συμβουλές: Η μια είναι: «&Ή μικρός παντρέψου ή
μικρός καλογερέψου&» Η άλλη: «&Μικρός ξενιτέψου και μεγάλος γύρνα
σπίτι σου&». Κι' η τρίτη: «&Κάλλιο μια συμβουλή καλή παρά χίλια
φλωριά&» Αυτές οι τρεις συμβουλές, παιδί μου είναι καλύτερες απ' όλα
τα πλούτη του κόσμου.
***
Πέθανε ο πατέρας και πάη, και το παιδί άρχισε να σκέφτεται τι θ'
απογένη: Να παντρεφτή ή να καλογερευτή; Προτίμησε να παντρευτή όσο
μικρός κι' αν είταν κι' έτσι έκανε την πρώτη συμβουλή του πατρός
του. Ύστερα από την παντρειά του, μη έχοντας ούτε χωράφια να
δουλεύη, ούτε γίδια και πρόβατα να βόσκη, ούτε μουλάρι να κάνη τον
αγωγιάτη, ούτε καμμιά τέχνη για να ζη στον τόπο του, αποφάσισε το
γληγορώτερο να ξινιτευτή. Αποχαιρέτισε τη γυναίκα του κι' έφυγε, κι'
αφού πέρασε κάμπους και βουνά, ποτάμια και θάλασσες, έφτασε στην
Ξενιτειά. Εκεί μπήκε σ' έναν αφεντικό με συμφωνία να δουλέψη εφτά
χρόνια πιστά κι' ύστερα να πάρη εκατό φλωριά και να γυρίση στον τόπο
του και στο σπίτι του. Έτσι έκανε και τη δεύτερη συμβουλή του πατρός
του.
***
Περνώντας τα εφτά χρόνια, παρουσιάστηκε στον αφεντικό του να πάρη
τον μιστό του και να γυρίση στον τόπο του. Ο αφεντικός του τού
μέτρησε τα εκατό φλωριά, του τάβαλε σε μια σακκούλα, και την
απόθεκε, ύστερα έγραψε κάτι σ' ένα χαρτί, το δίπλωσε, τώβαλε δίπλα
στη σακκούλα και του είπε:
— Εδώ, παιδί μου (δείχνοντας τη σακκούλα) είναι ο μιστός σου, κι'
εδώ (δείχνοντας το διπλωμένο χαρτί) είναι μια συμβουλή. Όποιο θέλεις
από τα δύο πάρε: θέλεις τα εκατό φλωριά, θέλεις τη συμβουλή. Αν
πάρης τα φλωριά δε θα πάρης τη συμβουλή, κι' αν πάρης τη συμβουλή δε
θα πάρης τα φλωριά. Διάλεξε ένα από τα δύο.
Αυτός μ' όλη την επιθυμία, πούχε, να πάρη τα φλωριά του και να
γυρίση το γληγορώτερο στον τόπο του και στο σπίτι του, και να ιδή τη
γυναίκα του, που δεν ήξερε τι γένονταν εφτά χρόνια ακέρια, θυμήθηκε
την τρίτη συμβουλή του πατρός του, και προτίμησε τη συμβουλή από τα
εκατό φλωριά. Κάνοντας την απόφαση, ανοίγει το χαρτί και διαβάζει.
«&Μη βγαίνης ποτέ από τον ίσιο δρόμο&».
Διαβάζοντας τη συμβουλή, μετάνοιωσε, γιατί την προτίμησε από τα
εκατό φλωριά, αλλά δε μπορούσε να κάνη αλλοιώτικα, και συμφώνησε
πάλι άλλα εφτά χρόνια να ξαναδουλέψη τον αφεντικό του πάλι για εκατό
φλωριά, κι' έτσι ξαναμπήκε πάλι στη δουλειά.
***
Πέρασαν και τα δεύτερα εφτά χρόνια και ξαναπαρουσιάστηκε πάλε στον
αφεντικό του να πάρη τον μιστό του και να γυρίση στον τόπο του και
στο σπίτι του.
Ο αφεντικός του μέτρησε πάλι εκατό φλωριά, του τάβαλε σε μια
σακκούλα, και την απόθεκε, ύστερα έγραψε πάλι κάτι σένα χαρτί, το
δίπλωσε, τώβαλε πάλι δίπλα στη σακκούλα και του ξανάειπε πάλε τα
ίδια:
— Εδώ, παιδί μου, (δείχνοντας τη σακκούλα) είναι πάλι ο μιστός σου,
κι' εδώ (δείχνοντας το διπλωμένο χαρτί) είναι πάλι μια συμβουλή.
Όποιο θέλεις πάλε από τα δύο, πάρε: θέλεις τα εκατό φλωριά θέλεις τη
συμβουλή. Αν πάρης τα φλωριά δε θα πάρης τη συμβουλή, κι' αν πάρης
τη συμβουλή, δε θα πάρης τα φλωριά. Διάλεξε πάλι έν' από τα δυο.
Αυτός πάλι μ' όλη την επιθυμία, πούχε να πάρη τα φλωριά του και να
γυρίση το γληρορώτερο στον τόπο του, και στο σπίτι του και να ιδή τη
γυναίκα του, που δεν ήξερε τι γένονταν δέκα τέσσερα ακέρια χρόνια,
θυμήθηκε πάλι την ίδια συμβουλή του πατρός του και προτίμησε τη
συμβουλή από τα εκατό φλωριά. Κάνοντας την απόφαση, ανοίγει το χαρτί
και διαβάζει:
«&Μην ανακατεύεσαι ποτέ στες δουλιές του αλλουνού!&»
Διαβάζοντας τη συμβουλή, μετάνοιωσε πάλι, γιατί την προτίμησε από τα
εκατό φλωριά, αλλά δε μπορούσε να κάνη αλλοιώτικα, και ξανασυμφώνησε
πάλι γι' άλλα εφτά χρόνια να μεταξαναδουλέψη τον αφεντικό του για
εκατό πάλι φλουριά κι' έτσι ματαξαναμπήκε πάλι στη δουλειά....
Πέρασαν και τα τρίτα εφτά χρόνια, και ματαξαναπαρουσιάστηκε πάλι
στον αφεντικό του να πάρη τον μιστό του και να γυρίση στον τόπο του
και στο σπίτι του.
Ηύρε τον αφεντικό του, που τον περίμενε, έχοντας μπροστά του μια
σακκούλα μ' εκατό φλωριά, κι' ένα χαρτί διπλωμένο δίπλα της, κι' άμα
τον είδε του μεταξανάειπε πάλι τα ίδια:
— Εδώ, παιδί μου (δείχνοντας του τη σακκούλα) είνε ο μιστός σου,
κι' εδώ (δείχνοντας του το διπλωμένο χαρτί) είνε πάλι μια συμβουλή.
Όποιο θέλεις παλιμάτα από τα δύο πάρε: θέλεις τα εκατό φλωριά,
θέλεις παλιμάτα την συμβουλή. Αν πάρης τα φλωριά, δε θα πάρης τη
συμβουλή, κι' αν πάρης παλιμάτα τη συμβουλή δε θα πάρης τα φλωριά.
Ματαξαναδιάλεξε έν' από τα δυο...
Αυτός παλιμάτα, μ' όλη την επιθυμία πούχε, να πάρη τα φλωριά του
και να γυρίση το γληγορώτερο στον τόπο του και στο σπίτι του και να
ιδή τη γυναίκα του, που δεν ήξερε τι γένονταν είκοσι ακέρια χρόνια,
θυμήθηκε ματαπάλι την συμβουλή του πατρός του και προτίμησε παλιμάτα
τη συμβουλή από τα εκατό φλωριά, και κάνοντας την απόφαση, ανοίγει
το χαρτί και διαβάζει:
«&Τη δουλειά που θέλεις να κάνης θυμωμένος, άφησε τη γι' αύριο&».
Κι' έτσι λοιπόν δούλεψε είκοσι ένα χρόνια μακρυά από τον τόπον του,
από το σπίτι του, κι' από τη γυναίκα του, για τρεις συμβουλές! Είταν
πολύ μενανοιωμένος, αλλά τι νάκανε; Σκέφτηκε να ματαξανασυμφωνήση
γι' άλλα εφτά χρόνια και να πάρη τέλος εκατό φλωριά και να γυρίση
στο σπίτι του μια για πάντα, αλλά ακολουθώντας την συμβουλή του
πατρός του, αποφάσισε να γυρίση πριν γεράση κι' έτσι έδωκε το χέρι
να αποχαιρετήση τον αφεντικό του. Εκείνη τη στιγμή ο αφεντικός του
τού είπε:
— Στάσου μια στιγμή....
Και λέγοντας αυτά, άνοιξε μια κασσέλα, έβγαλε τρία ψωμιά και του τα
έδωσε, λέγοντάς του:
— Σε συμβουλεύω αυτά τα τρία ψωμιά να τα φυλάξης στο δρόμο που θα
πας, και να τα πας σπίτι σου απείραχτα. Εκεί, άμα φτάσης με το καλό,
κόψε και φάτα με την γυναίκα σου.
Κι' αυτός έβαλε τα τρία ψωμιά στο σακκούλι του, φίλησε το χέρι τ'
αφεντικού του κι' έφυγε, γυρίζοντας στον τόπο του, στη γυναίκα του,
και στο σπίτι του.
Στο δρόμο ανταμώθηκε με μια μεγάλη συνοδεία. Έκαναν δύο — τρεις
μέρες δρόμο, όταν σ' ένα μέρος τους λεν ότι τους καρτερούσαν οι
κλέφτες να τους πιάσουν. Ακούοντας αυτόν τον λόγο, σκόρπισαν όλοι
από το φόβο τους και μόνον ο Ξενιτεμένος μας έμεινε στο δρόμο του.
Θέλησε και αυτός να παραδρομήση, σαν τους άλλους, αλλά τη στιγμή,
που έκανε να βγη από το δρόμο, τούρθε στο νου η πρώτη συμβουλή: «&Μη
βγαίνης ποτέ από τον ίσιο δρόμο&», κι' είπε μέσα του:
— Εγώ δούλεψα εφτά χρόνια γι' αυτή τη συμβουλή και να μην την
ακολουθήσω; θα είναι κρίμα.
Κι' έτσι τράβησε ίσια το δρόμο του.
Οι κλέφτες, βλέποντας από μακρυά, ότι όλοι σκόρπισαν από το δρόμο
και μόνον αυτός δεν παραδρόμησε είπαν συναμεταξύ τους:
— Ας κυνηγήσωμεν αυτούς, που σκόρπισαν, διότι, για να φοβηθούν,
χωρίς άλλο θα έχουν χρήματα κι' ας αφήσωμε αυτόν, που πάει το δρόμο
του. Φαίνεται, ότι αυτός απ' ότι έχει κλέφτη δεν φοβάται.
Κι' έτσι τον άφησαν αυτόν κι' έπιασαν όλους τους άλλους και τους
πήραν ότι κι' αν είχαν.
Ο Ξενιτεμένος μας τράβησε το δρόμο του, όπως είπαμε, κι' έφτασε το
βράδυ σ' ένα σταθμό. Εκεί έμαθε, ότι οι σύντροφοι του, άλλοι
σκοτώθηκαν κ' άλλοι ληστεύτηκαν και δεν γλύτωσε κανένας από τους
κλέφτες.
Μανθάνοντας αυτό έκανε το σταυρό του, δόξασε τον Θεό κι' είπε μέσα
του:
— Να το θάμα της πρώτης συμβουλής!
Αν δεν την ήξερα όχι εκατό φλωριά, αλλά και χίλια αν είχα θα μου
τάπαιρναν οι κλέφτες.
Κοιμήθηκε το βράδυ εκεί πέρα και την άλλη μέρα πρωί πρωί ξεκίνησε.
Περπάτησε — περπάτησε και το βράδυ έφτασε σ' έναν άλλο σταθμό. Εκεί
που ετοιμάζονταν να φάγη λαβαίνει κάλεσμα από τον άρχοντα του τόπου,
να πάη στον πύργο του. Θέλοντας και μη, κίνησε και πήγε. Ο άρχοντας
τον δέχτηκε και τον έβαλε στο τραπέζι, που είταν έτοιμο με διάφορα
φαγητά. Τη στιγμή που άρχισαν να τρων, δύο υπηρέτες άρχισαν να
κόφτουν ψωμί. Έκοψαν, έκοψαν, έκοψαν, κι' όλο έκοφταν. Ο Ξενιτεμένος
μας, βλέποντας αυτό το κόψιμο του ψωμιού, που μπορούσαν να φαν
χίλιοι άνθρωποι κι' όχι δύο μοναχά, παραξενεύτηκε, και αν και τούρθε
να ρωτήση τον άρχοντα, για ποια αιτία κόφτουν τόσο ψωμί, ενώ δε
χρειάζονταν πλειότερο από δυο κομμάτια να φαν στο τραπέζι αυτός κι'
εκείνος, αμέσως θυμήθηκε τη δεύτερη συμβουλή:
«&Μην ανακατεύεσαι ποτέ στες δουλιές του αλλουνού&» κι' είπε μέσα
του:
— Εγώ δούλεψα εφτά χρόνια γι' αυτή τη συμβουλή και να μην την
ακολουθήσω; Είναι κρίμα. Κι' έτσι έβλεπε το κόψιμο του ψωμιού και
δεν έλεγε τίποτε. Αλλ' ο άρχοντας βλέποντας τον έτσι απερίεργο, τον
ρώτησε:
— Δεν βλέπεις τίποτε παράξενο εδώ μέσα;
— Όχι!
Του απάντησε ο Ξενιτεμένος.
Πάλι τον ερώτησε το ίδιο ο άρχοντας και πάλι αυτός του απάντησε το
ίδιο. Τον ρώτησε και τρίτη και τετάρτη φορά και την ίδια την
απάντηση λάβαινε. Τέλος ο άρχοντας τον αγκάλιασε και του είπε:
— Είσαι ο σοφώτερος άνθρωπος απ' όσους έχω ιδεί στον κόσμο.
Ύστερα του διηγήθηκε την ιστορία του:
— Εγώ (του είπε) εκληρονόμησα από τον πατέρα μου χιλιάδες φλωριά,
και ζω σαν άρχοντας κι' ορίζω χώρες και χωριά, αλλ' η διαθήκη γράφει
να παίρνω κάθε βράδυ έναν ξένο στο σπίτι μου και να τον φιλεύω και
γύρα μας να γίνεται κάποιο παράξενο, σαν καλή ώρα το κόψιμο των
ψωμιών χωρίς λογαριασμό, κι' όσοι λαβαίνουν την περιέργεια κι'
ερωτούν γι' αυτό το παράξενο, να τους σκοτώνω, κι' όταν θα
βρίσκονταν άνθρωπος, που να μην είχε την περιέργεια να με ρωτήση,
τότε να πάψω τα φονικά και να δώσω σ' αυτόν τον άνθρωπο χίλια
φλωριά. Τον κατέβασε ύστερα στο κατώγι, του έδειξε τα κόκκαλα όλων
εκείνων που είχε σκοτώσει από την περιέργεια, που είχαν ν'
ανακατεύωνται στες δουλειές των αλλωνών, του έδωκε τα χίλια φλωριά,
άρματα για προφύλαξή του κι' ένα μουλάρι και τον ξεπροβόδισε.
Ο Ξενιτεμένος μας, βλέποντας τι τύχη του έφεραν οι δύο οι συμβουλές,
που η μια τον γλύτωσε από τον θάνατο κι' η άλλη του έδωκε χίλια
φλωριά, έγεινε άλλος από την χαρά του, και συχώρεσε τα πεθαμένα του
αφεντικού του, που του πούλησε τόσο φτηνά τέτοια πολύτιμη συμβουλή.
Τέλος πάντων εξακολούθησε το δρόμο του και σε κάμποσες μέρες έφθασε
στον τόπο του και στο χωριό του. Τράβησε ίσια ατό σπίτι του και εκεί
πέζεψε και ξεφόρτωσε το μουλάρι του. Η γυναίκα του, επειδή δεν είχε
φανή ύστερα από τόσα χρόνια, νόμισε πως είχε πεθάνει, και του έβρασε
το σιτάρι και ζούσε σα χήρα, ώστε, όταν ήρθε, δεν τον γνώρισε
καθόλου. Αλλά κι' αυτός δεν της έδωκε γνωριμία, και της είπεν, ότι
είταν απ' άλλη χώρα κι' ο δρόμος τον έφερε να ξενυχτίση στο σπίτι
της.
Είταν παραμονή της πρωτοχρονιάς εκείνη τη βραδειά, κι' η γυναίκα
άλλο από λίγο ψωμί αραποσίτικο δεν είχε και στενοχωριώταν. Εκείνη τη
στιγμή μπήκε μέσα κι' ένα παλληκάρι, μίλησε κρυφά με τη γυναίκα,
βγήκε έξω στην αυλή, έπιασε ένα πετεινό, τον έσφαξε και σένα κομμάτι
ώρας τον έβαλαν στη χύτρα να βράση. Όταν έβρασε ο πετεινός και
κάθισαν στο τραπέζι να φαν, ο Ξενιτεμένος μας έβγαλε από το σακκούλι
του τα τρία ψωμιά, που τούχε δώσει ο αφεντικός του, και κόβοντας τα
στη μέση, ηύρε στο καθένα από εκατό φλωριά, ήτοι όλους τους μιστούς
των είκοσι ενός χρόνων πούχε δουλέψει!
Όταν απόφαγαν, έκαναν το σταυρό τους και πλάγιασαν, ο Ξένος από τη
μια τη μεριά και η γυναίκα του από την άλλη, μαζύ με τον νέο. Ο
Ξενιτεμένος μας, βλέποντας ότι η γυναίκα του κοιμάται με άλλον
άντρα, έγεινε έξω φρενών, σηκώθηκε κρυφά-κρυφά με μια μαχαίρα στο
χέρι για να τους σκοτώση και τους δυο εκεί που κοιμώνταν στο ίδιο
προσκέφαλο, αλλά τη στιγμή, που θα έμπηχνε τη μαχαίρα απάνω τους,
τούρθε η τρίτη συμβουλή στο νου του:
«&Τη δουλειά, που μέλλεις να κάνης θυμωμένος άφησε τη γι' αύριο&»
Κι' είπε μέσα του:
— «Εγώ δούλεψα εφτά χρόνια γι' αυτή τη συμβουλή και να μην την
ακολουθήσω; Είναι κρίμα!»
Και λέγοντας αυτά, γύρισε πίσω και πάη να κοιμηθή. Αλλά, πού ύπνος!
Παράδερνε ακέριες ώρες, όταν τη στιγμή, που άρχισαν να λαλούν τ'
αρνίθια, τον έκλεψε ο ύπνος και δεν ξύπνησε, παρά όταν λαλούσε ο
σήμαντρος της εκκλησιάς. Εκείνη τη στιγμή η γυναίκα έλεγε στον
παρακοιμώμενό της:
— Σήκου, παιδί μου, γιατ' έφεξε...
— Αχ! καημένη μάνα (απολογήθηκε το παιδί) τι ευχαρίστηση μου
έσβυσες! Έβλεπα στον ύπνο μου, πως ήρθε ο πατέρας μου από την
Ξενιτειά...
Ακούοντας αυτά τα λόγια ο Ξενιτεμένος μας, πετάει τη μαχαίρα πέρα,
και ρίχνεται απάνω στο παιδί του σα ζουρλός, λέγοντας:
— Αλήθεια είταν τ' όνειρο σου! Ήρθε ο πατέρας σου από τη Ξενιτειά!
Είμαι εγώ!
Κι' έτσι φανερώθηκε κι' έζησαν αυτοί καλά κι' εμείς καλύτερα.
Δημοτικά τραγούδια
Η ΠΙΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Ξενιτεμένη έπλενε στην άκρη στο πηγάδι
Κι ένας διαβάτης στάθηκε στο μαύρο του καβάλλα,
Την εχαιρέτισε γλυκά και της μιλάει με πόνο.
— Βγάλε τρεις σίκλους, λιγερή, να πιώ κι' εγώ κι' ο μαύρος,
Και θα σου δώσω μάλαμμα για τον καλό σου κόπο.
— Σου βγάζω ξένε μου νερό, να πιής κι' εσύ κι' ο μαύρος,
Το μάλαμμά σου κράτα το, σ' εμένα δεν περνάει,
Έχω τον άντρα μου μακρυά, στης Ξενιτειάς τα μέρη,
Χρόνους εννιά τον καρτερώ και τρεις θα τον προσμένω,
Κι αν ως τα τότε δεν ερθή, θα κόψω τα μαλλιά μου
Θα βάψω τα σκουτάκια μου και καλογριά θα γένω.
— Απέθανεν ο άντρας σου και μην τον περιμένης.
Δεν τον ελέγαν Κωσταντή, Σένα δε λεν Χρυσάιδω;
— Στην Ξενιτειά δουλεύουνε χιλιάδες Κωσταντήδες,
Πε μου κάνα σημάδι του κι' απέ να σε πιστέψω.
— Είταν ψηλός, είταν λιγνός, είταν και παλληκάρι,
Είχε τα μάτια σαν ελιές, τα φρύδια σα γαϊτάνια
Είχε φωνή σαν τ' αηδονιού, όταν ετραγουδούσε..
Στο θάνατό του βρέθηκα, κι' εκεί που ξεμαχούσεν
Ένα φιλάκι μούδωκε, και μου είπε να στο δώσω.
— Ξένε μου σύρε στο καλό μαζύ με το φιλί του...
Κάλλια να ιδώ το αίμα μου να τρέχη σαν ποτάμι,
Παρά τα μαγουλάκια μου να τα φιλήση ξένος.
— Δος μου, Χρυσάιδω, το φιλί, για' είμαι ο Κωσταντής σου.
Αν είσ' εσύ ο Κωσταντής, αν είσ' εσύ ο καλός μου,
Πε μου σημάδια του σπιτιού κι' απέ να σε πιστέψω.
— Έχομε σπίτι τρίπατο και κλήμα στην αυλή μας,
Κάνει σταφύλια ροζακιά με ρόγες σαν καρύδια.
— Κάποτ' απ' έξω πέρασες και τα είδες σα διαβάτης·
Πε μου σημάδια του κορμιού κι' απέ να σε πιστέψω.
— Έχεις ελιά στα στήθια σου και στη δεξιά σου πλάτη..
— Εσ' είσαι ο Κωσταντάκης μου, εσ' είσαι κι ο καλός μου!
Αγκαλιαστήκανε σφιχτά και γλυκοφιληθήκαν,
Και τράβηξαν στο σπίτι τους όλο χαρά και γέλοια.
***
Η ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ
— Καρδιά με δεκοχτώ κλειδιά, γιατ' είσαι κλειδωμένη;
Άνοιξε, παίξε, γέλασε, σαν που είσουν μαθημένη,
Και χύσε γύρα τη χαρά με δυο γλυκά σου λόγια.
— Και πώς ν' ανοίξω να χαρώ, να παίξω, να γελάσω;
Τα χέρια, που την κλείδωσαν είναι ξενιτεμένα,
Παν τρία χρόνια ολάκαιρα, οπού τα περιμένω,
Ναρθούν να την ανοίξουνε, να παίξω να γελάσω.
— Κι' αν δεν σου ερθούνε, λιγερή; Κλειστή θα μέν' αιώνια;
— Τα χέρια, που την κλείδωναν, πήραν και τα κλειδιά της.
***
ΚΗΔΕΙΑ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ
Μα τ' είδαν τα ματάκια μου τους ξένους πώς τους θάφτουν!
Χωρίς λιβάνι και κερί και δίχως ψαλμωδία,
Χωρίς παπά και κόλυβα και δίχως μοιρολόγια
Δεν είδα μάννα να βογγάη, γυναίκα να θρηνάη,
Δεν είδα αδερφοξάδερφα να χύνουν μαύρα δάκρυα,
Παπάδες κι' εξαφτέρυγα και κόσμο ν' ακλουθάη.
Είδα μονάχα τέσσερους με χάχανα και γέλοια
Να κουβαλούνε το νεκρό σαν το σκυλλί στον λάκκο.
Ο ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΣ
Αλλοί του, πούν' στην Ξενιτειά και ξενοπαραδέρνει
Δεν έχει μάννα κι' αδερφή κι' εμπιστεμένο ταίρι
Να μαγειρεύουν του να τρώη, να πλένουν τα σκουτιά του
Να στρώνουνε το στρώμα του, να πέφτη να κοιμάται
Κι αν αρρωστήση ο δύστυχος και πέση στο κρεβάτι
Να κλαιν στο προσκεφάλι του, να χύνουν μαύρα δάκρυα.
Ξένες του μαγειρεύουνε, και πλένουν τα σκουτιά του.
Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του.
Του μαγειρεύουν μια και δυο, του πλένουν τρεις και πέντε
Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του,
Κι' απέ του λένε με θυμό, του λεν με καταφρόνια.
Φέρε να μαγειρέψωμε, πλέρωσε για το πλύμα,
Πλέρωσε για το στρώμα σου και τα σκεπάσματά σου.
***
Η ΞΕΝΙΤΕΙΑ
Παρακαλώ σε, Κύριε μου, και προσκυνώ σε, Θε μου,
Του ξένου δος του ξενιτειά, κι αρρώστια μην του δίνεις,
Τι η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει προσκεφαλάδια,
Θέλει μαννούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι,
Θέλει κι' αρσενικό παιδί κρύο νερό να φέρνη.
'Γώ το είδα με τα μάτια μου σ' έναν απεθαμένον·
τον πήγαν και τον έθαψαν σαν το σκυλλί στο λάκκο,
Δίχως θυμιάμα και κερί, δίχως παπά και ψάλτη
***
Η ΜΑΓΙΣΣΑ
Κινήσαν τα καράβια τα Ζαγοριανά,
Κίνησε κι' ο καλός μου, πάη στην Ξενιτειά,
Δώδεκα χρόνους χάνει χωρς απολογιά· Κι'
απάν σ' αυτόν τον χρόνο στέλνει απολογιά
Κι ένα χρυσό μαντήλι, μ' είκοσι φλωριά,
Και στο μαντήλι μέσα μια πικρή γραφή:
Κι' έλεγε του καλού μου η πικρή γραφή.
— «Θες, κόρη μου, παντρέψου, θες καλόγρεψε!
Τι εδώ πούμ' ο καημένος επαντρεύτηκα,
Επήρα μια γυναίκα κόρη μάγισσας.
Μαγεύει τα καράβια, δεν κινούν γι' αυτού
Με μάγεψε κι' εμένα, δεν κινώ κι εγώ.
Όντας κινώ για νάρθω, χιόνια και βροχές,
Όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά.
Ζώνομαι τ' άρματά μου, πέφτουν κατά γης,
Πιάνω γραφή και γράφω, και ξεγράφεται!»
***
Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ
— Βαρυά κοιμάσαι, κόρη μου, βαρυά είσαι κι' υπνωμένη
Βαρυά κοιμούμαι, αφέντη μου, βαρυά είμαι κι' υπνωμένη,
Είδα έν' όνειρο κακό, που δέλει για τ' εσένα:
Είδα τον μαύρο σου γυμνό τη σέλα τσακισμένη
Και τ' αλαφρό σου το σπαθί στο δρόμο πεταγμένο.
— Μη μου σκανιάζης κόρη μου, και μη βαρυοχολιάζης
Ο μαύρος είναι Ξενιτειά κι' η σέλλα είν ο δρόμος
Και τ' αλαφρό μου το σπαθί ο καλογυρισμός μου.
Λαλούν τ' αρνίθια δυο φορές, λαλούνε τρεις και πέντε,
Φωνάζουνε μες στο χωριό και μες στο χωροστάσι:
— Ποιος είναι για την Ξενιτειά να σηκωθή να φύγη
Η συντροφιά ξεκίνησε και δεν τον καρτεράει.
Τα Διηγήματα της Ξενιτειάς
1 δραχμή
End of Project Gutenberg's Immigration Stories, by Christos Christovasilis