— Διότι τι θα έχουν πλέον να μας αντιτείνουν; ότι δεν είναι

οι φιλόσοφοι ερασταί του όντος και της αληθείας; — Θα ήτο

άτοπος αυτός ο ισχυρισμός. — Ότι η φύσις και ο χαρακτήρ αυτών,

όπως τον εζωγραφίσαμεν ημείς, δεν πλησιάζει προς ό,τι

τελειότατον υπάρχει; — Ούτε αυτό. — Ή ότι μία τοιαύτη φύσις,

εάν τύχη και της προσηκούσης εκπαιδεύσεως, δεν θα είναι εις

θέσιν παρά κάθε άλλην να αποκτήση την τελείαν αρετήν και την

σοφίαν; ή θα προκρίνουν εκείνους μάλλον, τους οποίους ημείς

απεκλείσαμεν από τας τάξεις των αληθινών φιλοσόφων; — Όχι

βέβαια. — Υπάρχει λοιπόν φόβος να εξαγριωθούν πλέον, όταν τους

λέγωμεν, ότι είναι αδύνατον να τεθή τέρμα εις τα δεινά που

υφίστανται και αι πολιτείαι και οι πολίται, ούτε να συντελεσθή

εμπράκτως η πολιτεία, την οποίαν ημείς διά του λόγου

εσχεδιάσαμεν, πριν ή αναλάβουν την πάσαν εξουσίαν εις την

πόλιν οι φιλόσοφοι; — Ίσως ολιγώτερον. — Θέλεις λοιπόν να

αφήσωμεν κατά μέρος αυτό το ίσως, και να είπωμεν ότι τους

κατεπραΰναμεν τελείως και ότι είναι πλέον πεπεισμένοι εντελώς,

ίνα, αν όχι άλλο, αλλ' από εντροπήν τουλάχιστον μείνουν

σύμφωνοι μαζί μας; — Το θέλω μάλιστα.

— Ας τους θεωρήσωμεν λοιπόν αυτούς πεπεισμένους ως προς το

σημείον τούτο· ποίος τώρα θα μας αμφισβητήση, ότι δεν είναι

δυνατόν να γεννηθούν τέκνα βασιλέων ή δυναστών, που να έχουν

φυσικήν προδιάθεσιν διά την φιλοσοφίαν; — Κανείς. — Και αφού

γεννηθούν τοιούτοι, θα έχη κανείς να είπη, ότι κατ'

αναπόφευκτον ανάγκην θα διαφθαρούν; ότι βέβαια είναι δύσκολον

να σωθούν, και ημείς το παραδεχόμεθα· ότι όμως εις όλον το

διάστημα του χρόνου δεν ημπορεί ούτε ένας ποτέ από όλους να

σωθή, υπάρχει κανείς να το ισχυρισθή; — Και πώς; — Αλλ' όμως

αρκεί και ένας να υπάρξη, και να έχη πόλιν που να θέλη να τον

ακούση, διά να κατορθώση όλα αυτά, που θεωρούνται τώρα

αδύνατα. — Πραγματικώς αρκεί. — Διότι αν ευρεθή ένας άρχων να

θέση τους νόμους και τας διατάξεις, που ωρίσαμεν ημείς, δεν

είναι βέβαια αδύνατον να θελήσουν και οι πολίται να υποβληθούν

εις αυτούς. — Καθόλου βέβαια αδύνατον. — Αλλά τάχα μήπως θα

ήτο παράδοξον και αδύνατον, να επέλθουν και εις άλλων τον νουν

εκείνα, που εσκέφθημεν και παρεδέχθημεν ημείς; — Όχι βέβαια. —

Ότι δε αυτά είναι άριστα, αν υποτεθή ότι είναι δυνατά, νομίζω

το απεδείξαμεν ήδη εν τοις έμπροσθεν αρκετά πειστικώς. —

Αρκετά βέβαια. — Το τελικόν μας λοιπόν τώρα συμπέρασμα είναι,

ότι η νομοθεσία μας, εάν ήθελεν εφαρμοσθή, θα ήτο η

τελειοτάτη· και ότι, είναι μεν δύσκολον το πράγμα να γίνη, όχι

όμως και αδύνατον. — Εις αυτό πράγματι τι συμπέρασμα

καταλήγομεν.

— Αφού λοιπόν μόλις και μετά βίας επήρε τέλος αυτό το ζήτημα,

δεν πρέπει τώρα να εξετάσωμεν και όσα υπολείπονται ακόμη, πώς

δηλαδή και με ποίας μαθήσεις και ασκήσεις θα μορφώσωμεν τους

ικανούς να διαφυλάξουν αδιάφθορον το πολιτικόν μας σύστημα,

και εις ποίαν ηλικίαν θα τους εφαρμόζωμεν έκαστον αυτών των

μαθημάτων; — Πρέπει πράγματι.

— Εις τίποτε, δεν με ωφέλησεν η σοφία μου, που εζήτησα πριν

να αποφύγω τας δυσκολίας του ζητήματος της κοινοκτημοσύνης των

γυναικών, της τεκνοποιίας και του διορισμού των αρχόντων,

επειδή εγνώριζα πόσον λεπτόν ήτο αυτό και πόσον δυσχερές να

εφαρμοσθή τελείως εις την πραγματικότητα· διότι τώρα πάλιν

παρουσιάζεται μ' όλα ταύτα η ανάγκη να επανέλθω εις αυτά· και

το μεν ζήτημα των γυναικών και των τέκνων ετελείωσεν

οριστικώς, είναι όμως ανάγκη να επαναλάβω εξ αρχής το ζήτημα

των αρχόντων· ελέγαμεν λοιπόν, εάν ενθυμήσαι, ότι πρέπει να

έχουν μέγαν ζήλον δια το καλόν της πόλεως και να δοκιμάζεται

αυτός ο ζήλος και με ηδονάς και με λύπας, ούτως ώστε μήτε από

πόνους μήτε από φόβους μήτε από καμμίαν άλλην μεταβολήν να

φαίνωνται ότι λησμονούν το αξίωμα τούτο, και όστις δεν

ημπορέση να υποστή την δοκιμασίαν να απορρίπτεται, όστις δε

εξέλθη αδιάφθορος, όπως ο χρυσός από το πυρ, να καθίσταται

άρχων και να του δίδωνται πάσαι αι τιμαί και αι διακρίσεις και

εφ' όσον ζη και μετά θάνατον. Αυτά είναι όσα ελέγαμεν τότε, αν

και με πολλάς υπεκφυγάς και επιφυλάξεις, από φόβον μήπως

κινήσω ζητήματα, εις τα οποία ακριβώς έχομεν εμπέση τώρα. —

Σωστότατα τα λέγεις τα ενθυμούμαι όλα.

— Εδίσταζα λοιπόν τότε, φίλε μου, να είπω αυτά που επί τέλους

απετόλμησα να εκστομίσω· τώρα όμως, που το πρώτον βήμα έγινε,

ας το ειπούμεν αδιστάκτως, ότι οι άριστοι φύλακες που θα

διορίζωμεν πρέπει να είναι φιλόσοφοι. — Ας το ειπούμεν. —

Σκέψου όμως πόσον ολίγους τοιούτους θα έχης φυσικά· διότι

σπανίως συμβαίνει αι ιδιότητες, αι οποίαι, καθώς ανεπτύξαμεν,

πρέπει να ενυπάρχουν εις την φιλοσοφικήν φύσιν, να ευρίσκωνται

συνηνωμέναι εις το αυτό άτομον, αλλ' ως επί το πλείστον

ευρίσκονται μοιρασμέναι. — Τι δηλαδή εννοείς; — Εκείνοι που

είναι προικισμένοι με ευμάθειαν, με καλόν μνημονικόν, που

έχουν πνεύμα εύστροφον και οξύ και άλλας τοιαύτας σχετικάς

ιδιότητας, δεν συμβαίνει συνήθως να είναι αφ' ενός μεν

θερμουργοί και μεγαλεπήβολοι, συγχρόνως δε τοιούτοι, ώστε να

δύνανται να ρυθμίζουν την ζωήν των με το πνεύμα της τάξεως,

της ησυχίας, της σταθερότητος, αλλά από την φυσικήν οξύτητα

του χαρακτήρος των παρασύρονται όπως λάχη και καμμία πλέον

ευστάθεια εις το τέλος δεν τους μένει. — Αλήθεια είναι αυτό

που λέγεις.

— Απεναντίας οι ευσταθείς χαρακτήρες και που εύκολα δεν

μεταβάλλονται, τους οποίους θα ημπορούσε κανείς να

μεταχειρισθή με μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην, και μένουν εις τον

πόλεμον απαθείς και ασυγκίνητοι από κάθε φόβον, αυτοί πάλιν

πάσχουν το ίδιον πράγμα και εις τα μαθήματα, έχουν την αυτήν

δυσκινησίαν και βραδύτητα πνεύματος, είναι ως αποναρκωμένοι,

και σχεδόν τους πιάνη χασμουρητό και νύστα, όταν είναι ανάγκη

να τελειώσουν καμμίαν σπουδαίαν εργασίαν. — Πραγματικώς. —

Ημείς όμως είπαμεν ότι πρέπει να μετέχουν εις τον ανώτατον

βαθμόν και από τας δύο αυτάς ιδιότητας, άλλως δεν θα ήτο

ανάγκη να λάβωμεν καν τον κόπον διά την τελειοτάτην

εκπαίδευσίν των, ούτε να τους ανυψώσωμεν εις τας τιμάς της

εξουσίας. — Πολύ σωστά.

— Δεν το παραδέχεσαι λοιπόν τώρα ότι σπανιώτατοι θα είναι οι

τοιούτοι χαρακτήρες; — Πώς όχι; — Πρέπει λοιπόν να τους

υποβάλλωμεν εις την δοκιμασίαν όλων εκείνων που ελέγαμεν τότε

και πόνων και φόβων και ηδονών, εκτός δε τούτου, πράγμα τι

οποίον παρελείψαμεν τότε να είπωμεν, πρέπει να τους

εκγυμνάζωμεν εις μέγαν αριθμόν μαθημάτων, διά να ίδωμεν αν το

πνεύμα των είναι ικανόν να βαστάση τας μεγίστας σπουδάς, ή θα

αποδειλιάση, όπως συμβαίνει με άλλους εις τους σωματικούς

αγώνας. — Πρέπει βέβαια να τους υποβάλωμεν εις αυτήν την

εξέτασιν· αλλά ποίας ονομάζεις μεγίστας σπουδάς;

— Θα ενθυμήσαι βέβαια, ότι, αφού διεκρίναμεν τρία μέρη της

ψυχής, επροσπαθήσαμεν να καθορίσωμεν εις ποίον έκαστον εξ

αυτών ανήκει η δικαιοσύνη και η ανδρεία και η σωφροσύνη και η

σοφία. — Εάν δεν το ενθυμούμην, δεν θα ήμην άξιος να ακούω τα

επίλοιπα. — Ενθυμείσαι ακόμη και τι είχαμεν ειπή πριν από

αυτά; — Τι; — Ελέγαμεν ότι, διά να κατανοήσωμεν αυτά με πάσαν

την δυνατήν ακρίβειαν, υπήρχεν άλλη μακροτέρα οδός, την οποίαν

έπρεπε να διατρέξωμεν διά να το κατορθώσωμεν, ηδυνάμεθα όμως

και από τα προηγούμενα να εξαγάγωμεν αποδείξεις, αι οποίαι

οπωσδήποτε να μας χρησιμεύσουν διά το ζήτημα· και σεις

εδηλώσετε ότι αρκείσθε με αυτόν τον δεύτερον τρόπον^ και

τοιουτοτρόπως επραγματεύθημεν τότε το ζήτημα, όχι μεν μετά της

προσηκούσης, κατά την γνώμην μου, ακριβείας, εάν δε

ικανοποιητικώς διά σας, είσθε οι αρμόδιοι σεις να το ειπήτε. —

Εγώ τουλάχιστον έμεινα ευχαριστημένος, μου εφάνη δε ότι και οι

άλλοι επίσης.

— Αλλ', ω φίλε μου, εις ζητήματα τοιαύτης σπουδαιότητος, κάθε

απόδειςις από την οποίαν λείπει έστω και το παραμικρόν, δεν

ημπορεί ποτε να είναι επαρκής· διότι το ατελές δεν ημπορεί να

είναι το ορθόν μέτρον κανενός πράγματος· πολλοί όμως ενίοτε

φαντάζονται ότι είναι αρκετόν και ότι δεν είναι ανάγκη να

προχωρήσουν περαιτέρω. — Πραγματικώς πολλοί το παθαίνουν αυτό

από οκνηρίαν της σκέψεως. — Αλλά ένα τοιούτον ελάττωμα πρέπει

να είναι ολωσδιόλου ξένον από τον φύλακα της πόλεως και των

νόμων. — Φυσικώτατα.

— Πρέπει λοιπόν, αγαπητέ μου, ο τοιούτος να διατρέξη την

μεγαλυτέραν εκείνην οδόν, που είπαμεν, και να καταβάλη όχι

ολιγωτέρους κόπους διά την μάθησιν παρά διά την εκγύμνασιν του

σώματος· αλλέως, όπως ελέγαμεν και τώρα, ποτέ δεν θα φθάση εις

το τέλος της υψίστης εκείνης επιστήμης, η οποία παρά κάθε

άλλον του ταιριάζει. — Και πώς; υπάρχει λοιπόν και άλλο τι

ανώτερον της δικαιοσύνης και των λοιπών αρετών, που

επραγματεύθημεν; — Υπάρχει μάλιστα· και δι' αυτάς ακόμη τας

αρετάς, που ανεφέραμεν, είναι ανάγκη να μην αρκεσθή, όπως τώρα

εμείς, εις το απλούν σχεδιογράφημά των, αλλ' οφείλει

απεναντίας να ζητήση τελειότατα επεξειργασμένην την εικόνα·

διότι δεν θα ήτο γελοίον, δι' άλλα μεν πράγματα μικρού λόγου

άξια, να εντείνη όλας του τας προσπαθείας, διά να τα έχη όσον

το δυνατόν ακριβέστατα και σαφέστατα, να μη θεωρή δε τα

σπουδαιότατα άξια της μεγίστης ακριβείας; — Είναι ορθότατος ο

συλλογισμός σου· νομίζεις όμως ότι θα σε αφήσωμεν να περάσης,

χωρίς να σε ερωτήση κανείς, ποίον είναι αυτό το μέγιστον

μάθημα, που λέγεις, και εις τι αναφέρεται:

— Όχι βέβαια, αλλά ερώτα με και συ· άλλως τε μου το ήκουσες

όχι μίαν ή δύο φοράς ως τώρα· ή όμως δεν το ενθυμείσαι, ή

έβαλες πάλιν εις τον νουν σου να με δυσκολεύης με νέας

ενστάσεις· και αυτό μάλλον πιστεύω· διότι πολλάκις έχεις

ακούση, ότι το μέγιστον μάθημα είναι η ιδέα του αγαθού, την

οποίαν προσλαμβάνουν και η δικαιοσύνη και αι άλλαι αρεταί, διά

να γίνουν χρήσιμοι και ωφέλιμοι· και τώρα γνωρίζεις πολύ καλά,

ότι δι' αυτό πρόκειται να ομιλήσω, ακόμη δε ότι γνωρίζομεν

αυτήν την ιδέαν του αγαθού όχι πολύ επαρκώς· εάν δε δεν την

γνωρίζωμεν, ηξεύρεις ότι τίποτε δεν μας ωφελεί να γνωρίζωμεν

όλα τα άλλα τελειότατα, χωρίς αυτήν, όπως θα μας ήτο ανωφελής

και η απόκτησις παντός άλλου πράγματος, άνευ του αγαθού^ ή

νομίζεις ότι θα μας ωφελούσε τίποτε να είχαμεν αποκτήση το

κάθε τι, εάν δεν ήτο αυτό και καλόν; ή να ηξεύραμεν όλας τας

γνώσεις του κόσμου, εάν δεν ήσαν αυταί καλαί και ωφέλιμοι: —

Όχι, μα την αλήθειαν, δε το πιστεύω αυτό.

— Αλλ' όμως γνωρίζεις βέβαια και τούτο ακόμη, ότι οι μεν

περισσότεροι παραδέχονται ότι το αγαθόν συνίσταται εις την

ηδονήν, οι δε λεπτότεροι εις την φρόνησιν. — Πώς όχι; — Και

ότι προς τούτοις οι παραδεχόμενοι αυτό το τελευταίον δεν έχουν

να δείξουν τι είναι αυτή η φρόνησις του αγαθού. — Αστείος, μα

την αλήθειαν, ορισμός. — Πώς όχι, αφού, ενώ μας ονειδίζουν πως

δεν γνωρίζομεν το αγαθόν, έπειτα μας ομιλούν δι' αυτό ως να το

εγνωρίζαμεν; διότι λέγουν, ότι είναι η φρόνησις του αγαθού, ως

να ήμεθα υποχρεωμένοι να εννοήσωμεν τι λέγουν μόλις ανοίξουν

το στόμα των και προφέρουν την λέξιν αγαθόν. — Πολύ σωστά.

— Αλλά και εκείνοι που ορίζουν το αγαθόν ότι είναι η ηδονή,

μήπως περιπίπτουν εις μικροτέραν πλάνην από τους άλλους; ή

μήπως δεν αναγκάζονται και αυτοί να ομολογήσουν ότι υπάρχουν

και ηδοναί κακαί; — Βεβαίως. — Ώστε καταντούν, νομίζω, να

παραδέχωνται ότι τα ίδια είναι και καλά και κακά· ή όχι; —

Μάλιστα.

— Δεν είναι λοιπόν φως φανερόν, ότι αυτό το ζήτημα υπόκειται

εις πολλάς και μεγάλας αμφισβητήσεις; — Πώς όχι; — Αλλά δεν

είναι επίσης φανερόν ότι προκειμένου μεν περί του ωραίου και

περί του δικαίου, οι περισσότεροι και εις τους λόγους των και

εις τας πράξεις των θα ηρκούντο εις εκείνο, το οποίον θα τους

εφαίνετο ως τοιούτον, ενώ προκειμένου περί του αγαθού, κανείς

δεν θα ηρκείτο πλέον εις τα φαινόμενα, αλλά πάντες ζητούν το

πραγματικόν αγαθόν και απορρίπτουν το κατ' επίφασιν τοιούτον;

— Αναμφιβόλως.

— Λοιπόν, αυτό το πράγμα του οποίου την απόκτησιν επιζητεί

πάσα ψυχή και χάριν του οποίου πράττει τα πάντα, διά να

μαντεύση τι είναι, ευρίσκεται δε πάντοτε εις απορίαν και εις

την αδυναμίαν να το ορίση ακριβώς και με την ακράδαντον

εκείνην πίστιν, που έχει διά τα άλλα πράγματα, ένεκα δε τούτου

δεν δύναται να καρπωθή το εξ αυτών όφελος, αυτό λοιπόν το

τόσον μέγα και σπουδαίον πράγμα ημπορούμεν να είπωμεν ότι

επιτρέπεται να το γνωρίζουν κατ' αυτόν το τρόπον αμυδρώς και

ασαφώς οι άριστοι εκείνοι της πόλεώς μας, εις τους οποίους θα

εμπιστευθώμεν και θα παραδώσωμεν τα πάντα; — Όχι βέβαια. —

Πιστεύω πράγματι, ότι δεν θα είχε πάρα πολύ μεγάλην αξίαν ο

φύλαξ εκείνος της πόλεως, ο οποίος θα κατέχη την ιδέαν του

ωραίου και του δικαίου, χωρίς να γνωρίζη και ποίαν σχέσιν

έχουν αυτά με το αγαθόν, υποθέτω δε ότι και εκείνα είναι

αδύνατον να κατανοήση κανείς επαρκώς δίχως την προηγουμένην

γνώσιν αυτού. — Και πολύ σωστά το υποθέτεις. — Δεν θα λάβη

λοιπόν την τελειοτάτην αυτής διακόσμησιν η πολιτεία μας, εάν ο

φύλαξ, που θα έχη την ανωτάτην εποπτείαν της, συνενώνη, εκτός

του δικαίου και του ωραίου, και την επιστήμην μαζί του αγαθού;

— Κατ' ανάγκην· αλλά συ, Σωκράτη, τι παραδέχεσαι ότι είναι το

αγαθόν, επιστήμη ή ηδονή; ή τίποτε άλλο εκτός αυτών:

— Καλός είσαι· τα εγνώριζα καθαρά και από πριν, πως δεν είσαι

συ άνθρωπος να αρκεσθής με ό,τι παραδέχονται συνήθως οι άλλοι

περί αυτών. — Διότι δεν μου φαίνεται, Σωκράτη, λογικόν, ένας

άνθρωπος, που καταγίνεται τόσον καιρόν με αυτά τα ζητήματα, να

γνωρίζη μεν τας ιδέας των άλλων επ' αυτού του αντικειμένου, να

μη λέγη δε την ιδικήν του. — Πολύ καλά^ σου φαίνεται όμως

λογικόν να ομιλή κανείς περί πράγματος, που δεν γνωρίζει, ως

να το εγνώριζε; — Καθόλου βέβαια· θα ημπορούσε όμως να λέγη

μίαν εικασίαν, η οποία θα του εφαίνετο πιθανή. — Μα πώς; δεν

έμαθες ακόμη πόσον γελοίαι είναι όλαι αι θεωρίαι, που δεν

στηρίζονται επί της επιστήμης ; ότι και αι καλύτεραι μεταξύ

αυτών είναι, ούτως ειπείν, τυφλαί; ή νομίζεις ότι εκείνοι που

κατά τύχην ευρίσκουν μίαν αλήθειαν, χωρίς όμως να την

στηρίζουν εις λογικήν απόδειξιν, διαφέρουν καθόλου από τους

τυφλούς, που βαδίζουν ορθώς την ευθείαν οδόν ; — Έχεις

δίκαιον.

— Προτιμάς λοιπόν να ακούης μίαν θεωρίαν άμορφον, τυφλήν και

σκοτεινήν, ενώ ημπορείς να ακούσης από άλλους μίαν καλήν και

φωτεινήν;

— Να ζης, Σωκράτη, είπε τότε ο Γλαύκων, μη σταματήσης τώρα

εδώ εις το τέλος που ευρίσκεσαι· ημείς θα είμεθα

ευχαριστημένοι, αν πραγματευθής και περί του αγαθού, όπως το

έκαμες και περί της δικαιοσύνης και περί της σωφροσύνης και

των άλλων που ανέπτυξες. — Και εγώ επίσης θα ήμουν πολύ

ευχαριστημένος· αλλά φοβούμαι μήπως αυτό υπερβαίνη τας

δυνάμεις μου, και παρ' όλην την καλήν μου θέλησιν, το

πραγματευθώ τόσον άσχημα, ώστε να γίνω καταγέλαστος· ακούσετέ

μου που σας λέγω· ας το αφήσωμεν τώρα, καλοί μου, αυτό το

ζήτημα, τι είναι το αγαθόν^ θα μας έφερε πολύ μακρύτερα αυτή η

εξέτασις και δεν θα κατώρθωνα να σας εξηγήσω την ιδέαν μου,

ακολουθών τον δρόμων που επήραμεν ως τώρα· εκείνο όμως που

φαίνεται γέννημα του αγαθού και πανομοιότυπον αυτού, είμαι

πρόθυμος να εξετάσωμεν, εάν είσθε σύμφωνοι και σεις, ειδεμή το

αφήνωμεν και αυτό. — Λέγε μας λοιπόν, αφού είναι έτσι, διά τον

υιόν, και όσον διά τον πατέρα, μας μένεις χρεώστης δι' άλλην

φοράν. — Θα ήθελα και εγώ να εξωφλούσα μαζί σας μια για πάντα

και σεις να πάρετε το δίκαιόν σας, και όχι μόνον τους τόκους,

όπως τώρα· αρκεσθήτε όμως οπωσδήποτε εις τον τόκον του αγαθού,

εις αυτό το γέννημα του αγαθού που σας είπα· αλλά προσέξετε

μήπως σας εξαπατήσω, χωρίς να το θέλω, και σας πληρώσω τον

τόκον με κίβδηλον νόμισμα. — Έγνοια σου, θα λάβωμεν όλα μας τα

μέτρα· μόνον λέγε εσύ.

— Θα το κάμω, αφού πρώτα σας υπενθυμίσω εκείνα που είπαμεν

πριν, και εις πολλάς άλλας περιστάσεις προηγουμένως, και

είχαμεν μείνη σύμφωνοι. — Ποία δηλαδή; — Υπάρχουν, είπαμεν,

πολλά πράγματα αγαθά, και ονομάζομεν τοιουτοτρόπως καθ' ένα

από αυτά. — Μάλιστα, το είπαμεν. — Υπάρχει όμως και το καθ'

εαυτό ωραίον και το καθ' εαυτό αγαθόν και όλα τα άλλα

τοιουτοτρόπως, τα οποία τότε ελαμβάναμεν ως πολλά, και εις το

καθ' εαυτό τούτο αποδίδομεν όλας τας μερικάς ιδιότητας, ως εις

μίαν ιδέαν απλήν και ενιαίαν. — Μάλιστα. — Και δι' εκείνα μεν

τα πολλά λέγομεν ότι είναι αντικείμενα υποπίπτοντα εις τας

αισθήσεις και όχι εις τον νουν, ενώ αι ιδέαι υποπίπτουν εις

τον νουν και όχι εις τας αισθήσεις. — Σύμφωνότατοι.

— Διά ποίας λοιπόν αισθήσεως βλέπομεν τα ορατά πράγματα ; —

Διά της οράσεως. Και διά της ακοής βέβαια τους ήχους και με

τας άλλας αισθήσεις όλα τα άλλα αισθητά πράγματα· ή όχι; —

Μάλιστα. — Αλλά έχεις τάχα προσέξη ποτέ πόσον ο δημιουργός των

αισθήσεών μας εδημιούργησε πολυτελεστέραν την δύναμιν της

οράσεως από τας άλλας αισθήσεις; — Δεν το επρόσεξα και πολύ. —

Αλλά σκέψου κατ' αυτόν τον τρόπον· η ακοή και η φωνή έχουν

ανάγκην κανενός τρίτου πράγματος, ώστε εκείνη μεν να ακούη, η

δε φωνή να ακούεται, και το οποίον τρίτον πράγμα, εάν λείψη,

ούτε εκείνη θα ακούη, ούτε αυτή θα ακούεται; — Όχι, δεν έχουν.

Νομίζω δε, ότι και πολλαί άλλαι αισθήσεις, διά να μην είπω

όλαι, δεν χρειάζονται κανέν τοιούτον πράγμα· ή ηξεύρεις εσύ να

χρειάζωνται; — Καθόλου. — Ενώ, όσον αφορά την όρασιν, δεν

παρατηρείς ότι διά να λειτουργήση, έχει ανάγκην και ενός άλλου

πράγματος; — Πώς δηλαδή; — Αν και ενυπάρχη εις τους οφθαλμούς

η δύναμις της οράσεως, και αν επιχειρήση τις να την εφαρμόση

και την χρησιμοποιήση, και αν τα αντικείμενα που θέλει να ιδή

έχουν τα χρώματά τους, ούτε η όρασις θα ιδή τίποτε και τα

χρώματα θα μείνουν αόρατα, εάν δεν υπάρξη ακόμη και ένα τρίτον

πράγμα, προωρισμένον εκ φύσεως ακριβώς δι' αυτόν τον σκοπόν. —

Ποίον εννοείς; — Αυτό που ονομάζεις εσύ φως. — Έχεις δίκαιον.

— Η αίσθησις λοιπόν της οράσεως έχει αυτήν την όχι μικράν

υπεροχήν επί των άλλων αισθήσεων, ότι εζεύχθη προς το

αντικείμενόν της με ένα ζυγόν πολύ ανωτέρας αξίας από τους

άλλους, εκτός τουλάχιστον αν δεν έχη καμμίαν αξίαν το φως. —

Πώς; αλλά έχει και παραέχει μάλιστα.

— Και ποίον τάχα από τους θεούς του ουρανού θεωρείς κύριον

της ενεργείας αυτής, διά της οποίας το φως κάμνει τους

οφθαλμούς να βλέπουν όσον γίνεται καλύτερα, και τα αντικείμενα

επίσης να βλέπωνται; — Τον ίδιον, που νομίζεις και συ και όλοι

οι άλλοι· διότι εννοείς βέβαια με την ερώτησίν σου τον ήλιον.

— Και να έχη τάχα αυτήν την σχέσιν όρασις με τον θεόν τούτον;

— Ποίαν δηλαδή; — Δεν είναι ήλιος βέβαια ούτε αυτή η ίδια η

όρασις, ούτε το όργανον εις το οποίον υπάρχει, δηλαδή ο

οφθαλμός. — Όχι βέβαια. — Έχει όμως την μεγαλυτέραν ομοιότητα

και αναλογίαν με τον ήλιον από τα λοιπά αισθητήρια όργανα. —

Έχει μάλιστα. Αυτήν λοιπόν την δύναμιν, που έχει, δεν την

δανείζεται από τον ήλιον από τον οποίον εκπηγάζει; —

Βεβαιότατα. — Δεν είναι λοιπόν και ο ήλιος, όχι μεν όρασις,

αλλά ο αίτιος της οράσεως, υπό της οποίας πάλιν και ο ίδιος

βλέπεται; — Έτσι είναι.

— Ένα λοιπόν τοιούτον πράγμα να φαντασθής ότι εννοώ, όταν

ομιλώ διά το γέννημα του αγαθού, το οποίον είναι επομένως

ανάλογον με τον πατέρα, που το εγέννησε· και ό,τι είναι ο

ήλιος εις τον ορατόν κόσμον σχετικώς με την όρασιν και τα

ορατά αντικείμενα, το ίδιον είναι και αυτό εις τον νοητόν

σχετικώς με τον νουν και τα αντικείμενα της νοήσεως. — Πώς

δηλαδή; εξήγησέ μου το καλύτερα. — Γνωρίζεις βέβαια ότι οι

οφθαλμοί, όταν τους στρέφη κανείς προς τα αντικείμενα τα οποία

φωτίζει όχι το φως της ημέρας, αλλά το αμυδρόν φέγγος της

νυκτός, μόλις και μετά βίας τα διακρίνουν και ομοιάζουν σχεδόν

τυφλοί, ως να μην υπάρχη πλέον εις αυτούς καθαρά όρασις. —

Μάλιστα το γνωρίζω. — Όταν όμως στρέφουν προς τα αντικείμενα,

τα οποία καταλάμπει ο ήλιος, τότε βλέπουν ευκρινώς, και

υπάρχει εις αυτούς τους ιδίους οφθαλμούς η όρασις. —

Πραγματικώς. — Το ίδιον λοιπόν να φαντασθής ότι συμβαίνει και

με την ψυχήν όταν μεν στρέφη τα βλέμματά της εις ένα

αντικείμενον, το οποίον φωτίζει η αλήθεια και το ον, τότε το

εννοεί και το γνωρίζει ευκρινώς και φαίνεται ότι έχει νόησιν·

όταν όμως τα στρέφη προς αντικείμενον, που είναι ανακατωμένον

με σκότος, και το οποίον γεννάται και χάνεται, τότε πλέον δεν

αντιλαμβάνεται καθαρά, αλλά σχηματίζει δοξασίας, που

μεταβάλλονται άνω κάτω, και φαίνεται τότε ως να μην έχη νόησιν

— Έτσι πράγματι φαίνεται.

— Αυτό λοιπόν, το οποίον παρέχει την αλήθειαν εις τα νοητά

αντικείμενα, και δίδει εις την ψυχήν την δύναμιν της νοήσεως,

αυτό να γνωρίζης ότι είναι η ιδέα του αγαθού, και ότι αυτή η

ιδέα είναι η αιτία της επιστήμης και της αληθείας, εφ' όσον

αύτη είναι αντικείμενον της γνώσεως· και όσον καλά και ωραία

και αν είναι και τα δύο αυτά πράγματα, η γνώσις δηλαδή και η

αλήθεια, ημπορείς να είσαι βέβαιος, χωρίς φόβον να απατηθής,

ότι η ιδέα του καλού είναι κάτι τι διαφορετικόν από αυτά και

πολύ συγχρόνως καλύτερον^ και όπως εκεί το ορθόν είναι να

θεωρήται το φως και η όρασις κάτι τι ανάλογον προς τον ήλιον,

όχι όμως και ήλιος, τοιουτοτρόπως και εδώ το ορθόν είναι να

θεωρήται η γνώσις και η αλήθεια κάτι τι που έχει μεν αναλογίαν

και ομοιότητα με το αγαθόν, δεν είναι όμως και αυτό το αγαθόν,

διότι η φύσις του αγαθού έχει ασυγκρίτως ανωτέραν αξίαν. —

Ανέκφραστος λοιπόν θα είναι η καλλονή του, αφού παρέχει μεν,

καθώς λέγεις, την επιστήμην και την αλήθειαν, είναι όμως κατά

πολύ ωραιότερον από αυτάς· και επομένως βέβαια αυτό που λέγεις

δεν είναι η ηδονή.

— Θεός φυλάξοι! αλλά πρόσεξε καλύτερα ακόμη την εικόνα του

κατ' αυτόν τον τρόπον, που θα σου την παραστήσω. — Πώς; —

Πιστεύω να παραδέχεσαι ότι ο ήλιος όχι μόνον καθιστά ορατά τα

αντικείμενα της οράσεως, αλλά παρέχει ακόμη εις αυτά και την

γέννησιν και την αύξησιν και την τροφήν, χωρίς να είναι αυτός

γέννησις. — Βεβαίως. Κατά τον ίδιον τρόπον δύνασαι να είπης

ότι και τα αντικείμενα της νοήσεως δεν οφείλουν μόνον εις το

αγαθόν την νόησίν των, αλλά και το είναι των και την ουσίαν

των, χωρίς μολαταύτα να είναι αυτό ουσία, αλλά κάτι τι

ανώτερον και από την ουσίαν κατά την αξίαν και την δύναμιν.

Και ο Γλαύκων με πολύ αστείον τρόπον, — Ω Απόλλων, ανέκραξε,

τι δαιμονία υπερβολή! — Είσαι εσύ η αφορμή, του είπα εγώ, που

με ηνάγκασες να ειπώ την ιδέαν μου περί αυτού του πράγματος. —

Και μη σταματήσης έως εδώ, αλλά τελείωσε, αν όχι άλλο, αυτήν·

τουλάχιστον την ομοιότητα του αγαθού προς τον ήλιον, αν

παρέλειψες τίποτε. — Πράγματι παρέλειψα και πολλά μάλιστα. —

Να μη παραλείψης μήτε το παραμικρότερον. — Πάντα θα μείνη και

πολύ, νομίζω· όμως, όσα είναι δυνατόν προς το παρόν, θα

προσπαθήσω να μη τα παραλείψω. — Έτσι μάλιστα. — Φαντάσου

λοιπόν, ότι το αγαθόν και ο ήλιος είναι, ούτως ειπείν, δύο

βασιλείς, ο ένας του νοητού κόσμου και ο άλλος του ορατού, διά

να μην είπω του ουρανού, και νομίσης πως θέλω να παίξω με τας

λέξεις· έχομεν λοιπόν δύο είδη, το νοητόν και το ορατόν. —

Μάλιστα.

— Φαντάσου τώρα μίαν γραμμήν διηρημένην εις δύο άνισα

τμήματα, και διαίρεσε πάλιν κατά τον αυτόν λόγον έκαστον

τμήμα, και του ορατού και του νοητού, εις δύο άλλα μέρη^

τοιουτοτρόπως θα έχης και εις τα δύο τμήματα αφ' ενός ένα

μέρος καθαρόν και αφ' ετέρου ένα μέρος αμυδρόν εις το τμήμα

του ορατού το ένα μέρος, το αμυδρόν, θα περιλαμβάνη τας

εικόνας· εννοώ δε εικόνας πρώτον μεν τας σκιάς, έπειτα δε τα

είδωλα των αντικειμένων τα οποία σχηματίζονται επί των υδάτων,

ή επί της επιφανείας των πυκνών, λείων και στιλπνών σωμάτων,

και τα παρόμοια, εάν με εννοής. — Αλλά πώς; σε εννοώ. — Εις το

άλλο μέρος θα περιλαμβάνωνται αυτά τα αντικείμενα, των οποίων

είναι αι εικόνες αύται, δηλαδή τα διάφορα ζώα, τα φυτά και εν

γένει όλα τα αντικείμενα της φύσεως ή της τέχνης. — Πολύ καλά.

— Εάν τώρα ηθέλαμεν να εφαρμόσωμεν αυτήν την διαίρεσιν επί της

αληθείας και του εναντίου της, δεν θα παρεδέχεσο ότι την αυτήν

σχέσιν έχει η εικών προς το αντικείμενον, οποίαν η γνώσις προς

την δοξασίαν; — Μάλιστα· ευρίσκω ορθοτάτην την αναλογίαν.

— Πρόσεξε τώρα πώς πρέπει να γίνη και η διαίρεσις του νοητού

τμήματος. — Πώς; Εις δύο πάλιν^ και το μεν ένα μέρος είναι

εκείνο, που αναγκάζεται η ψυχή να το ζητή μεταχειριζομένη τας

εικόνας του ορατού τμήματος, και, επί τη βάσει μερικών

ωρισμένων υποθέσεων, όχι να ανέρχεται προς μίαν αρχήν, αλλά να

κατεβαίνη προς ένα τέλος· το δεύτερον δε μέρος είναι εκείνο,

οπού η ψυχή, ορμωμένη από μίαν υπόθεσιν, προχωρεί προς μίαν

αρχήν ανεξάρτητον πάσης υποθέσεως, με την βοήθειαν όχι των

εικόνων, που είπαμεν ανωτέρω, αλλά χρησιμοποιούσα εις την

μέθοδόν της αυτήν τας καθαράς ιδέας. — Δεν τα ενόησα και πολύ

καλά αυτά που είπες.

Πολιτεία, Τόμος 3 · 第 2 / 6 段