7) Οι δικοί μας έλαβαν είδηση πως οι Τούρκοι είχαν απόφασιν να
τους πλακώσουν ξάφνου το ξημέρωμα του Χριστού, νομίζοντας να
τους εύρουν μαζωμένους εις ταις Εκκλησίαις. Αλλά οι δικοί μας
ταις εσφάλισαν, ετοιμάσθηκαν, και έκαμαν θρήνο εις τον εχθρό.
8) Το φούσκωμα του Αχελώου — η βόμβα οπού άνοιξε νερό εις τους
διψασμένους διαφεντευτάς του Ανατολικού — το αστροπελέκι οπού
εις μίαν από ταις καθαρώτεραις νυκτιαίς του Ιουνίου έκαψε τα
πολεμοφόδια του στρατεύματος του Δερβίς Πασά εις Λιανοκλάδι·
ήταν τριακόσιαις κάσαις φουσέκια, και εκατόν ογδοήντα Τούρκοι
που εφύλαγαν.
9) Oι Τούρκοι είχαν δώση το λόγο τους, αν οι Χιώταις έδιναν τ'
άρματα να μην τους πειράξουν. Έγειναν εγγυηταί όλοι οι Πρόξενοι
οι Ευρωπαίοι οπού ήταν εκεί. Αφού οι Χιώταις έδωσαν τ' άρματα,
οι Τούρκοι άρχισαν να τους κόφτουν, και τότες τη αληθεία πολλοί
έλεγαν τα λόγια οπού τους βάνω εις το στόμα εις την ακόλουθη
στροφή.
10) Όταν επρωτοκατέβη εις την Ελλάδα ο Λορδ Μπάιρον έγραφε τα
ακόλουθα·
La Grecia ora è posta fra questi tre partiti, ο riconquistare
la libertà, ο divenire una dipendenza de' Sovrani Europei, ο
tornare una provincia turca. Non le rimane che una scelta fra
questi Ire. Ma la guerra civile non mi sembra che una strada
agli ultimi due.
11) Ήλθε ο Μπάιρον την πρώτη φορά εις την Ελλάδα τους 1809.
12) Είναι γνωστό ότι κάποιοι εκατηγόρησαν τον Λορδ Μπάιρον πως
μας είπε σκλάβους.
13) Ιδέ την Ιστορία του Περαιβού, και τα προλεγόμενα του
αξιωτάτου Κυρίου Φωριέλ, _Chansons populaires_.
14) Ιδέ την Ιστορίαν του Υούμ, και την περίφημη ωδή του Γράυ
_The Bard_.
15) Ανάμεσα εις όσα εγράφθηκαν θεώρησε κατ' εξοχήν την
περιγραφή του Κυρίου Φωριέλ, _Chansons populaires_.
16) Ο Μάρκος ο Μπότσαρης είχε αποθάνη ολίγον καιρό πριν έλθη ο
Μπάιρον.
17) Ο ανδρείος Κυριακούλης οπού εσκοτώθηκε εις το Φανάρι.
Κοίτονται ο Μάρκος και αυτός εμπρός εις το Άγιον Βήμα του Ναού
της Παναγίας, απ' έξω.
18) Ιδέ τη σημείωση αρ. 7.
19) Είναι γνωστό πως ο Μπάιρον ήταν συγχυσμένος με τη γυναίκα
του.
20) Τα υστερινά λόγια του Λορδ Μπάιρον εστάθηκαν τούτα· ω
θ υ γ ατ έ ρ α μ ο υ! ω μ α ύ ρ η Ε λ λ ά δ α!
21) Les personnes mêmes qui détestèrent ce grand homme ont
reconnu, que depuis dix siècles il n'avait point paru sur la
terre un caractère plus extraordinaire. L' Europe entière a
porté le deuil du Héros, et ceux qui ont contribué à ce
grand forfait sont voués au mépris des générations
présentes aussi bien qu' à ceux de la postérité.
(Discours de Lord Holland au Parlement. Pilote du 3 Aoùt
1822).
22) Τα υστερινά λόγια του Ναπολέοντος εστάθηκαν τούτα· ω
Γ α λ λ ί α! ω π α ι δ ί μ ο υ!
23) Οι μεγαλύτεραις νίκαις του Ναπολέοντος λογαριάζονται
σαράντα έως πενήντα. Ο αριθμός τους, έλεγεν αυτός ο ίδιος,
κ ρ έ μ ε τ α ι α π ό τ ο ν τ ρ ό π ο ν ο π ο ύ θ έ λ ε ι
τ ι ν ά ς ν α τ α ι ς θ ε ω ρ ή σ η.
24) Et après s'être arêté sur ce pays (la Grèce) il
(Napoléon) a repris:
_La Grèce attend un liberateur! . . . Ce serait une belle
couronne de gloire! . . . Il inscrirait son nom à jamais avec
ceux d' Homère, Platon, Epaminondas! . . . Je n'en ai peut-
être pas été loin! . . ._
Mémorial de S. te Hélène par Las-Cases. Journal du 10 au 12
Mars 1816. Tom. 11. p. 366.
25) Παράρτημα του αριθμού 34ου του Φ ί λ ο υ τ ο υ Ν ό μ ο υ·
Σμύρνη 2 Ιουλίου.
Ο ενταύθα Κύριος Αρνώδ Γάλλος (Arnaud) ευθύς ως έμαθε την
καταστροφήν των Ψαρών ευθύμησε με μεγάλην φαιδρότητα, και
συγκαλέσας εις λαμπρόν συμπόσιον όλους τους φίλους του,
συνεκρότησε χορόν και μουσικήν, και έδειξε την ευφροσύνην της
ψυχής του με το πλέον ζωηρά αισθήματα. Ο αξιέπαινος και λαμπρός
Πρόξενος της Γαλλίας κύριος Π. Δαβίδ, του οποίου η προς την
πατρίδα μας φιλοτιμία γνωρίζεται και κηρύττεται από όλους,
εμέμφθη κατά πολλά και ήλεγξε το χαιρέκακον τούτο κίνημα. Όλοι
οι εις ταύτην την πόλιν ευρεθέντες Άγγλοι και Αμερικανοί, και
πολλοί των Ευρωπαίων, ελυπήθησαν διά των Ψαρών το δυστύχημα και
έδειξαν μεγάλην κατήφειαν.
20) Στοχάζομαι ότι κάνεις δεν θέλει αμφιβάλη πως τούτο
αναφέρεται εις εκείνους μόνον, οπού εις αυτήν την περίστασιν
έκαμαν χορό και δείπνο, και όχι εις όσους εγεννήθηκαν εις τη γη
της σοφίας και της ευγένειας.
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΨΑΡΩΝ
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
Περπατώντας η Δόξα μονάχη,
Μελετά τα λαμπρά παλληκάρια,
Και 'ς την κόμη στεφάνι φορεί (67)
Γινομένο από λίγα χορτάρια
Που είχαν μείνη 'ς την έρημη γη.
1825
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
&Εν ώ εδιάβαινε τα νερά της Κερκύρας.&
Μέσ' 'ς το γιαλό της Κέρκυρας μαύρ' είμαι πέτρα κ' έρμη
Κ' είναι δικό σου δόξασμα, δικός σου πλούτος είναι (68),
Πνεύμα καλό, που σ' άρεσε φωνή να μου χαρίσης·
Κι αν με πατήσης, Βασιλιά, βγάνω βαγί και δάφνη (69).
ΕΙΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΑ ΦΡΑΙΖΕΡ
Μικρός προφήτης έρρηξε σε κορασιά τα μάτια,
Και 'ς τους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε·
«Κι' αν για τα πόδια σου, καλή, κι' αν για την κεφαλή σου,
Κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος,
Δώρο δεν έχουνε για Σε, και για το μέσα πλούτος.
Όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος!»
1849
Β
Ο ΛΑΜΠΡΟΣ (70)
Υ Π Ο Θ Ε Σ Η
Ο Λάμπρος απάτησε τη Μαρία, δεκαπέντε χρονών κόρη, τάζοντάς της
να τη στεφανωθή, κ' έλαβε μ' αυτή τέσσερα τέκνα, μία θυγατέρα,
και τρία αρσενικά, και τα έρρηξε εις ορφανοτροφείο. Δεκαπέντε
χρόνοι είχαν περάση, κ' εζούσε η Μαρία εις το σπίτι του Λάμπρου
αστεφάνωτη, και την εμάραινε η ατιμία της και, ακοίμητη
μέριμνα, η άγνωστη τύχη των παιδιών της. Εις αυτό εφαίνετο
αδιάφορος ο Λάμπρος, και αναίσθητος εις τον πόνο της
δυστυχισμένης μητρός· και εις εκείναις ταις ημέραις, τούτος ο
κακοήθης, αλλά μεγαλόψυχος άνδρας, ενωμένος με τους Έλληνες
επολεμούσε τον Αλή Πασά, παρακινούμενος και από τα δίκαια των
Ελλήνων, και από την επιθυμία να εκδικήση τον θάνατο ενός
ιερομονάχου, αδελφού της Μαρίας, τον οποίον είχε κάψη ζωντανόν
ο τύραννος της Ηπείρου. (Εδώθεν ο ποιητής ελάβαινε αφορμή, —
είτε επεισοδικώς, είτε αλλέως, αγνοώ, — να παραστήση τον άγιον
άνδρα, οπού μέσα εις το μαρτύριο έβλεπε θεία οράματα, κ'
επροφήτευε την αναγέννηση της Ελλάδας.) Εις το στρατοπεδο, οπού
ήταν ο Λάμπρος, κ' ενώ αυτός με τη φυσική δύναμη του λόγου του
ενθουσίαζε τους συντρόφους του, παρουσιάζεται ένας νέος,
Τούρκος, και τους ειδοποιεί ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται, εις
έναν διωρισμένον καιρό και τόπο να τους στήσουν καρτέρι για να
τους καταστρέψουν. Μετά ταύτα ο νέος δείχνει ότι κάτι άλλο έχει
να φανερώση μυστικά του Λάμπρου, του οποίου μιλεί άφοβα, επειδή
εκείνος τον εφύλαξε από την οργή των άλλων πολεμιστάδων όταν
επαρουσιάσθηκε εις το στρατόπεδο· του ξεσκεπάζεται ότι είναι
κόρη, και ότι εμίσησε τους ομογενείς της αφού τους είδε να
θυσιάσουν μία Χριστιανή φιλενάδα της, αγάπησε τους Χριστιανούς
μόλις είδε πόσον ήσυχα εκείνη η νέα επήγαινε εις τον θάνατο,
και ενθυμούμενη πόσα αυτή της έλεγε για τη δύναμη του Σταυρού,
παρακαλεί τον Λάμπρο, για το καλό που τους έκαμε την ημέρα, να
τη βαφτίση. Η ωραιότης της κόρης, και η ευαισθησία της,
εμπνέουν του Λάμπρου σφοδρότατον έρωτα· και γλήγορα κατορθώνει
να πλανέση το αδύνατο και αισθαντικό κοράσι, καθώς είχε απατήση
πολλαίς άλλαις η μαγευτική χάρη του τρόπου και της ομιλίας του.
Ποτέ όμως, μέσα εις καμμίαν άλλη αγκαλιά, δεν είχε αισθανθή ο
Λάμπρος τόσο βαθιά να ταραχθή η συνείδησή του· και μίαν ημέρα,
ενώ εκύτταζε τα χαριτωμένα κινήματα της κόρης οπού εμιλούσε,
ξανοίγει εις τη δεξιά της παλάμη αιματώδη σταυρό, και εις το
λαιμό της πλεξίδα, τα ίδια γνωρίσματα τα οποία είχε κάμη της
θυγατρός της η Μαρία, όταν αυτός έμελλε να την αρπάξη για πάντα
από την μητρικήν αγκάλη. Σέρνει ο Λάμπρος φωνή φρίκης, και η
δυστυχισμένη νέα από το στόμα του πατρός της μαθαίνει την
ανέκφραστη συμφορά της.
Ευρίσκεται ο Λάμπρος μόνος με τη θυγατέρα του εις μία βάρκα εις
τη μέση της λίμνης· είναι φεγγάρι· αυτή, καθισμένη εις τη
πρύμνη, μακριά από τον πατέρα της, μη λάχη και τον εγγίξη, και
με ξέπλεκα τα μαλλιά αφημένα εις το πρόσωπό της, να φυλαχθή από
το φως, όλη μαζωμένη μελετάει τη συμφορά της. Λάμνει ο Λάμπρος,
και δεν την κυττάζει· έξαφνα ακούει βρόντο· γυρίζει — η κόρη
ερρίχθηκε εις τη λίμνη. Θα πάη να τη γλυτώση; ή καλύτερα, θα
την αφήση; Ενίκησε εις τη ψυχή του το δεύτερο. Απομακραίνεται
με βία, να έβγη από τη λίμνη, οπού σκεπάζει το κορμί της
θυγατρός του. Εις αυτή την ίδια νυχτιά, παραμονή του Πάσχα, η
Μαρία, της οποίας ήταν άγνωστα τα πάντα, έστεκε μονάχη εις το
παραθύρι, περιμένοντας τον Λάμπρο, και μ' όλον ότι εκόντευε να
ξημερώση η Λαμπρή, όμως αυτή ετραγουδούσε λυπηρά τραγούδια.
Φθάνει εκείνος, και την ξαφνίζει με την τρομασμένην όψη του·
και στενεμένος από ταις ερώτησαις της γυναικός, ζαλισμένος από
τον τρόμο, της ξεμυστηρεύεται ό,τι του συνέβηκε.
Το εσπέρας της Λαμπρής η δυστυχής Μαρία δέεται με συντριβή
καρδίας και με άκρα ταπείνωση· ο Λάμπρος ευρισκόμενος εις την
εκκλησία, όπου είχε προσφύγη να εύρη παρηγοριά εις την
απελπισία του, απιστεί τελοσπάντων εις τη δύναμη της μετάνοιας,
και ενώ προσπαθεί να πνίξη, καθώς είχε κάμη πάντοτε, τη φωνή
της συνείδησης, και να φύγη από την εκκλησία, ιδού, η Θεία Δίκη
του στέλνει από το μνήμα τα τρία αρσενικά παιδιά του, οπού τον
κυνηγούν, και δεν τον αφίνουν να φύγη από τον ναό του Θεού πριν
του φιλήσουν στανικώς το στόμα.
Της Μαρίας επάρθη ο νους, αδύνατος να υπομείνη το βάρος τόσης
συμφοράς και εις την τρέλλα της η δύστυχη, μεταξύ εις τ' άλλα,
ζητάει να στεφανωθή με τον Λάμπρο· και τούτος για να την
ησυχάση διορίζει να ετοιμασθή τάχα ο γάμος.
Ο Λάμπρος απελπισμένος γκρεμίζεται από ένα βράχο, και πέφτει
εκεί οπού είχε καταποντισθή η θυγατέρα του. Τέλος αυτού φθάνει
και η Μαρία, τρελλή, και θαρρώντας ότι τα βάθη της λίμνης, οπού
μέσα έβλεπε απαράλλακτα τον ουρανό, τα δέντρα, και την
πρασινάδα, ήταν άλλος κόσμος, και ελπίζοντας να ζήση εις
εκείνον ησυχώτερα, ρήχνεται με χαρά εκεί μέσα και πνίγεται.
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
1
«Εκειός, που ακούει και τη δροσιά που στάει,
»Βλέπει τα βάσανά μου, και βογγάει.
2
»Βλέπεις τούτους τους τάφους; καμμιά μέρα
»Εδώ μέσα και συ θε να κοιμάσαι,
»Έως όπου ψηλά θέλει βουίση
»Η σάλπιγγα η στερνή να σε ξυπνήση.»
3
«Και δε σε είδα ποτέ δάκρυα να χύσης,
»Παρά λίγη στιγμή πριν μ' ατιμήσης.»
4
«Τρέχω και κάνω 'ς το δεξί της χέρι
»Αιματώδη σταυρό μ' ένα μαχαίρι.»
5
«Κι' όταν ακούω ξένο παιδί κοντά μου,
»Μ ά ν ν α, να λέη, μου σχίζεται η καρδιά μου.»
6
«Να γελά, και να κλαίη, και να κοιμάται. »
7
«Αλλά πάντα 'ς την έρημη την κλίνη,
»Πάντα θάνατοι, δυστυχιαίς, και θρήνοι.»
8
«Τραυάω συλλογισμένη όλη τη μέρα,
»Κ', έπειτ' απ' το φαρμακισμένο δείπνο,
»Γιομάτο μαύρα ονείρατα τον ύπνο.»
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
9
Μου φαίνεται πως πάω και ταξειδεύω
'Στην ερμιά του πελάγου εις τ' όνειρό μου·
Με το κύμα, με τ'ς ανέμους, παλεύω
Μοναχή, και δεν είσαι εις το πλευρό μου·
Δε βλέπω με το μάτι όσο γυρεύω
Πάρεξ τον ουρανό 'ς τον κίνδυνό μου·
Τόνε τηράω, βόηθα, του λέω, δεν έχω
Πανί, τιμόνι, και το πέλαο τρέχω.
Κι' ό,τι τέτοια του λέω, μέσα με θάρρος
Νά σου τα τρία τ' αρσενικά πετειούνται·
Του καραβιού τα ξύλα από το βάρος
Τρίζουν τόσο, που φαίνεται και σκιούνται·
Τότε προβαίνει αφεύγατος ο χάρος,
Και στρυμωμένα αυτά κρυφομιλειούνται,
Κι' αφού έχουν τα κρυφά λόγια πωμένα,
Λάμνουν με κάτι κουπιά τσακισμένα (71).
Μ' ένα πικρό χαμόγελο 'ς το στόμα
Έρχεται η κόρη εκεί και με σιμώνει (72).
Της τυλίζει ένα σάβανο το σώμα,
Που 'ς τον αέρα ολόασπρο φουσκώνει.
Αλλά πλια χλωμιασμένο είναι το χρώμα
Του χεριού που ομπροστά μου αντισηκώνει,
Και της τρέμει, όπως τρέμει το καλάμι,
Δείχνοντας το σταυρό 'ς την απαλάμη (73).
Και βλέπω απ' το σταυρό και βγαίνει αίμα
Μαύρο μαύρο, και τρέχει ωσάν τη βρύση·
Μου δείχνει η κόρη ανήσυχο το βλέμμα,
Τάχα πως δε μπορεί να με βοηθήση.
Όσο εκειά τα κουπιά σχίζουν το ρέμα,
Τόσο το κάνουν γύρω μου ν'αυξήση·
Συχνοφέγγει αστραπή, σχίζει το σκότος,
Και της βροντής πολυβουίζει ο κρότος.
Και τα κύματα πότε μας πηδίζουν,
Που 'ς τα νέφη σου φαίνεται πως να σαι,
Και πότε τόσο ανέλπιστα βυθίζουν,
Που μην ανοίξη η κόλαση φοβάσαι·
Οι κουπηλάταις κατά με γυρίζουν,
Βλασφημούν, και μου λένε Ανάθεμά σε.
Η θάλασσα αποπάνου μας πηδάει,
Και το καράβι σύψυχο βουλιάει.
Με χέρια και με πόδια ενώ 'ς εκείνη
Την τρικυμιά, που μ' άνοιξε το μνήμα,
Τινάζομαι με βία, και δε μ' αφίνει
Να βγάλω το κεφάλι από το κύμα (74),
Βρίσκομαι η έρμη ανάποδα 'ς την κλίνη,
Που άλλαις φοραίς τη ζέσταινε το κρίμα,
Και πικρότατα κλαίω πως είναι δίχως
Το στεφάνι, που μώταξες, ο τοίχος.
Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ
_Καθώς εσημείωσα εις την υπόθεση, έμπαινε εις το σχέδιο του
ποιήματος ένας Ιερέας θυσιασμένος από τον Αλή Πασά_.
10
Έψεναν τον ιερέα, και ο Αλής εφώναζε των δούλων του,
_Τα κάρβουνα του σκύλου ανάρια ανάρια._
Είχε μίαν απίστευτη ιλαρότητα. Πώς; τάχα αναπαύεται εις δροσερή
χλωρασιά; Και ο Αλής περιπαίζοντάς τον «Τι σου φαίνεται, άγιε
άνθρωπε; βλέπω καλά ότι είσαι συνειθισμένος να θαυματουργής·
ολοένα γυρίζεις, δίχως να κινάς μήτε χέρι, μήτε πόδι, κ' είσαι
όλος ένα κομμάτι. Εύγε σου· Παρακάλει τον Ιησού να σε σώση το
γληγορότερο.» Τότε ο ιερέας κινώντας τα χείλη του πλέον φλογερά
από τ' ανθράκια, έλεγε· «Ευλογημένη τούτη η φλόγα! Ακούω
φτερούγιασμα που έρχεται μακρόθε, και μου φέρνει την ευωδία του
κρίνου. Α! σε θωρώ, άγιε Άγγελε! Βέβαια εσύ θα έβρεξες δροσιά
απάνου εις τούτα τα κάρβουνα, όμοια μ' εκείνη των παιδιών εις
την κάμινο. Τι κάνει αυτός; Τεντώνει τ' αθάνατο δάχτυλο, και
γράφει γράφει εις τον αέρα, ωσάν εις μάρμαρο, με πύριναις
γραμμαίς πράματα τα οποία δεν εννοώ.»
_Εις το όραμα του ιερέα εφαίνετο ο Θάνατος του Πατριάρχη, και
οι Βασιλείς της ιεράς Ενώσεως που εκαταπολεμούσαν την
Ελευθερία. Έβλεπε και Τούρκων κεφαλαίς οπού εροβολούσαν μέσα
εις τον λάκκο που ετριγύριζε το πολιορκημένο Μεσολόγγι, και ο
ενθουσιασμένος μάρτυρας τους εφώναζε·_
Σταθήτ' εκεί· δε σας ξυπνάει 'ς τον λάκκον
Η κραυγή των σκυλιών και των κοράκων.
Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟΥ
11
«Επήγαινε με βία και δεν αργούσε·
»Κύτταξέ με να ιδής πώς εκυττούσε.»
12
«Ετέλειωσες της θλίψης τον αγώνα·
«Έλα κοντά μου, ερωτική τρυγόνα.»
13
Γυναίκα, ωιμέ, την εδική του κόρη!
14
Και τριγύρου τ' αυτί δεν αγροικάει
Πάρεξ το ρεύμα οχ το κουπί πού στάει.
15
Τρέμει 'ς την πρύμνη η κόρη καθισμένη,
Ξέπλεκα ομπρός ως κάτου τα μαλλιά της
Να μη δη το φεγγάρι που προβαίνει.
16
Λογιάζει . . . . . . . . . . . .
Κάθε εμπόδιο που βρίσκει 'ς το κουπί του,
Πώς το κορμί της θυγατρός του αμπώχνει.
17
Και μήπως, 'ς τη στιγμή που θε ν' αράξη,
Το κύμα 'ς τη στεριά του την πετάξη.
ΔΥΟ ΑΣΜΑΤΑ
&Οπού τραγουδάει η Μαρία&
_Η Μαρία στέκει 'ς το παραθύρι, οπού αγναντεύει τη θάλασσα,
περιμένοντας τον Λάμπρο· τραγουδάει η απαρηγόρητη μάννα, πρώτα
«Τα δύο Αδέλφια», και ύστερ' από μικρή παύση την «Τρελλή
Μάννα»._
Οι δυστυχείς, _σημειώνει ο ποιητής_, συνειθούν να τραγουδούν
άσματα ανάλογα με την κατάστασή τους.
17
ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ
Ομοίως τ' αγγελούδια,
Ανέσπερα αστέρια,
Του Πλάστη απ' τα χέρια,
Εβγαίναν λαμπρά
Κ' εφώναξαν· χαίρε,
Νεοφώτιστο θάμα!
Κ' εδένοντο αντάμα
Με την αγκαλιά.
Και τ' άνθη απ' τα δέντρα
Ξεπέφτουν, ιδές τα,
Παράπολυ η ζέστα
Του ηλιού τα βαρεί·
Ξεπέφτουν ανάμεσα
'Σ τα χόρτα του τόπου,
Ως πέφτει του ανθρώπου
Του μαύρου η ζωή.
Η Αυγούλα πού να 'ναι;
Κοντεύει το βράδυ,
Που μαύρο σκοτάδι
Ξαπλώνει 'ς τη γη.
Πηγαίνει εκεί που ναι
Ψηλό κυπαρίσσι,
Πηγαίνει 'ς τη βρύση·
Δεν είναι ούδ' εκεί . .
'Σ τ' αλώνι, 'ς τ' αμπέλι,
'Στο δρόμο κυττάζει,
Και τέλος φωνάζει·
«Αυγούλα μου, Αυγή!
«Αυγή μου» συχνότατα
Του βγήκε απ' τα στήθη,
Και «Αυγή μου», απεκρίθη
Μία άλλη φωνή.
Πως είν' της Αυγούλας
Ο Ανθός εστοχάσθη,
Και πρόθυμα εβιάσθη
Κατά την Αυγή.
Εγύρευε ανήσυχος,
Ωσάν περιστέρι,
Για νάβρη το ταίρι,
Και δεν του βολεί·
Και τρέχει και τρέχει
Παντού να κυττάξη,
Και δίχως να κράξη
Δε μνέσκει στιγμή.
'Στο μάτι μακρόθεν
Ο τοίχος ασπρίζει,
Και γύρω του ανθίζει
Η δάφνη, η μυρτιά·
Αλλά άνανθη κλαίει,
Ομπρός εις τη θύρα,
Του ανθρώπου τη μοίρα
Κλωνόγυρτη ετιά.
Την είδε προβαίνοντας
'Σ τη μέση, κ' εφώναξε·
«Αυγούλα μου, ετρόμαξε
»Ο Ανθός σου πολύ.»
Ετούτα λαλώντας,
Κοντά της πηγαίνει·
Η Αυγούλα σωπαίνει,
Και δεν του μιλεί.
Προσκέφαλο κόκκινο
Της κείται αποκάτου,
Κρεβάτι θανάτου
Στενό και πικρό·
Θανάτου στεφάνι
Τριγύρου 'ς την κόμη·
Είν' όμορφη ακόμη
'Σ την όψη πολύ.
Ο Άγγελος ίσως,
Που παίρνει το μίλημα,
Της πήρε με φίλημα
Γλυκό την ψυχή·
Γιατί έχει χαμόγελο
Ακόμη 'ς το στόμα,
Που λες και 'ς το χώμα
Δεν πρέπει να μπη.
Δεν είν' πεθαμένη·
Την όψη τηράτε
Κοιμάται, κοιμάται,
Εις ύπνο βαθύ.
Ανήσυχου ονείρου
Τρομάρα, μαυρίλα,
'Σ τα χέρια, 'ς τα χείλα,
Τα χρώματα σβυεί.
Τη γυρεύε τόσο,
Και τέλος την βρέσκει
Ακίνητος μνέσκει
Για να τη θωρή.
(Καθίζει εις το προσκέφαλο σιμά 'ς την Αυγούλα)
Αθώα πεταλούδα,
'Σ της κάψας την λαύρα,
Γυρεύει μιαν αύρα
Για να δροσισθή·
Κ' εκεί κατά τύχη
Σε μνήμα ακουμπάει,
Που ξάφνου φυσάει
Μία αύρα γλυκή·
Το φύσημα αισθάνεται,
Που στέλνει τ' αέρι,
Κ' η αθώα δεν ηξέρει
Πού κάθεται, πού.
«Ψυχή μου» την κράζει
Το ανήλικο στόμα·
Δεν ξέρει το σώμα
Πως είναι νεκρό·
Πως είναι 'ς τον τόπο,
Που δρόμο δεν έχει
Λαμπρά να μην τρέχη
Λευκότατο φως.
Γλυκόφωνο σήμαντρο,
Που κράζει απ' το σπίτι
Τον γέρον ερμίτη
Να πη το σπερνό·
Ω σήμαντρο, οπότε
Καλείς εις το μυρι-
στικό πανηγύρι,
Η ηχώ σου τερπνή·
Αλλ' όποτε, ω σήμαντρο,
Πεθαίνουν αθώοι,
Κι' αργό μυρολόι
Αρχίζεις, — πικρή·
Τον ήχο που τώρα
Συ κάνεις, μην πάψης·
Αλλ' άργειε να κλάψης
Ανθρώπου θανή·
Κ' εγώ θέλει παρα-
καλέσω την φύση,
Να μη σε γκρεμίση
Σεισμού ταραχή.
Του Εσπέρου την λάμψη,
Θωρώ να προβάλη
'Σ την έρμην αγκάλη
Ψηλά τ' ουρανού.
Κ' εκεί 'ς του θανάτου
Τ'ς Αυγούλας κρεβάτι,
Συρίζει δροσάτη
Πνοή του βραδιού,
Και τ' άνθη απ' το σώμα
Τ'ς Αυγής εσκορπούσε,
Την κόμη κινούσε
Τ'ς Αυγής και τ' Ανθού (75).
Της παίρνει με χέρι
Αργό το στεφάνι,
Το βάνει, το βγάνει
Απ' την κεφαλή,
«Η μέρα βραδυάζει·
»Αυγούλα, πηγαίνω·
»Κοντά σου πεθαίνω
»Αν μείνω μ' εσέ·
«Αυγούλα, αν δεν έλθης,
»Για πάντα σε αρνούμαι·
»Φοβούμαι, φοβούμαι,
»Μην έβγουν νεκροί.
«Αυγούλα, για ξύπνα,
«Για ξύπνα, κι' αν λάχη
»Και σ' εύρουν μονάχη,
»Πεθαίνεις και συ.»
'Στη μάννα παγαίνει
Τη βρέσκει που κλαίει,
Και «Μάννα» της λέει,
Μην κλαις, που 'μαι εδώ.
Η Αυγούλα κοιμάται,
»Αλήθεια σου λέω·
»Μην κλαις, γιατί κλαίω,
»Μαννούλα, κ' εγώ·
«Ιδού το στεφάνι·
»Μην γέρνης 'ς την άλλη
»Μεριά το κεφάλι,
»Τα μάτια μην κλειής·
«Σ' τ' αφίνω 'ς τα γόνατα,
»Κι' ακόμη αν αργήση
»Η Αυγή να ξυπνήση,
»Εμέ το φορείς».
Η ΤΡΕΛΛΗ ΜΑΝΝΑ
Ή το κοιμητήριο.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ
19
Τώρα που η ξάστερη
Νύχτα μονάχους
Μας ηύρε απάντεχα,
Και εκεί 'ς τους βράχους
Σχίζεται η θάλασσα
Σιγαλινά·
Τώρα που ανοίγεται
Κάθε καρδία
'Σ την λύπη, ακούσετε
Μίαν ιστορία,
Που την αισθάνονται
Τα σωθικά.
Σε κοιμητήριο
Είναι στημένα
Δύο κυπαρίσσια
_Αδελφωμένα_,
Που πρασινίζουνε
Μέσ' 'ς τους σταυρούς.
_Όταν μεσάνυχτα_
Καταβουΐζουν
_Οι άνεμοι, αν τά βλεπες_
Πώς κυματίζουν,
_Έλεες πως κράζουνε_
Τους ζωντανούς.
Δύο αδέλφια δύστυχα
Κοιμούνται κάτου
Τον ανεξύπνητον
Ύπνον θανάτου,
Κ' έχασε η μάννα τους
Τα λογικά (76).
Τα μαύρα! επαίζανε
Εκεί οπού στέκει
Ο πύργος· κ' έπεσε
Τ' αστροπελέκι,
Κι' άψυχα τ' άφησε,
Τα θλιβερά (77)
Ροδοστεφάνωτα
Ασπροεντυμένα
Τα κατεβάσανε
Αγκαλιασμένα
Μέσα εις την ύστερη
Αλησμονιά (78).
Δεν άκουες βάβυσμα
Χαμένου σκύλου·
Πουλιού δεν άκουες
Λάλημα, ή χείλου,
Η κλωνοφλίφλισμα
Να πνέη τερπνά·
Νερομουρμούρισμα,
Οπού αναβρύζει,
Και τ'ς επιτύμβιαις
Πέτραις δροσίζει,
Μόλις αντίσκοβε
Τη σιγαλιά.
Θανής δεν έμνεσκαν
Άλλα σημεία,
Πάρεξ του λίβανου
Η μυρωδία,
Οπού εχυνότουνε
'Σ την ερημιά.
(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας).
Στέκει, μυρίζεται
Εις τον αέρα,
Και συλλογίζεται, —
Μαύρη μητέρα! —
Σαν κάτι να θελε
Να θυμηθή.
'Σ τον τοίχο σύρριζα
Σκύφτει, κυττάει,
Γλυκολυπούμενη
Χαμογελάει
Κατά τα εντάφια
Χόρτα πικρά.
Κατά τα σύγνεφα,
Κατά τ' αστέρια,
Τρεμομανιάζοντας
Ρίχτει τα χέρια,
Και κλαίει και ρυάζεται
Τρομαχτικά.
Της πέφτουν έπειτα,
Και ληθαργίζει,
Και πάλε αρχίναε
Να τριγυρίζη
Το περιτείχισμα
Πασπατευτά. (79).
Γύριζε, γύριζε,
Τέλος εμπαίνει
'Σ το σημαντρήριο,
Και τ' αναιβαίνει,
Τα ίχνη αλλάζοντας
Σπουδαχτικά.
Ήτον 'ς την άλαλη
Τη μοναξία
Στρογγυλοφέγγαρη
Φωτοχυσία,
Σαν τη λαμπρόπλαστη
Πρωτονυχτιά·
Όμως η δύστυχη,
Ξεφρενωμένη, (80)
Κυττάζει ολόγυρα
Τετρομασμένη,
Πράχνει τα σήμαντρα,
Κράζει σφιχτά.
«Γλήγορα ας φύγουνε
»Απ' τα λαγκάδια
»Κεια τα φριχτότατα
»Πυκνά σκοτάδια·
»Αχ! με πλακώνουνε
»Μέσ' 'ς την καρδιά.»
»Γλήγορα ας φύγουνε,
»Δεν τα πομένω,
»Μοιάζουνε, μοιάζουνε.
»Με το σχισμένο
»Ρούχο, που σκέπασε
»Τα δυο παιδιά.»
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα
Της εκκλησίας,
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι
Της ερημίας
Αποκρινόντανε
Φριχτά φριχτά.
»Από την έρημη
»Αναφωνήτρα,
»Που ναι εις τους δύστυχους
»Παρηγορήτρα,
»Είχαν δυο ξέμετρα
»Τα δυο παιδιά·»
«Τα χω 'ς τον κόρφο μου,
»Και τα φυλάω·
»Με αυτά τα ξέμετρα
»Θε να μετράω
»Τα δυο τους μνήματα
»Καθημερνά».
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα
Της εκκλησίας,
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι
Της ερημίας
Αποκρινόντανε
Φριχτά φριχτά.
«Βραχνό το ψάλσιμο·
»Τα κεριά αχνίζουν
»Του νεκροκρέβατου
»Τα ξύλα τρίζουν (81)
»Αργά τα σήμαντρα,
»Και τρομερά».
«Ναι, ναι, απεθάνανε·
»Μέσα 'ς το σκότο
»Τα κατεβάσανε, —
»Ακούω τον κρότο, —
»Τα κατεβάσανε
»Βαθιά βαθιά».
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα
Της εκκλησίας,
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι
Της ερημίας
Αποκρινόντανε
Φριχτά φριχτά
«Γιατί τινάζετε
»Πάνω τους χώματα;
»Μη, μη σκεπάζετε
»Τα μικρά σώματα
»Που αποκοιμήθηκαν
»Γλυκά, γλυκά».
«Αύριο θα κόψουμε
»Κάτι λουλούδια.
»Αύριο θα ψάλουμε
»Κάτι τραγούδια,
»Εις την πολύανθη
»Πρωτομαγιά».
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, τα σήμαντρα
Της εκκλησίας
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, οι αντίλαλοι
Της ερημίας
Αποκρινόντανε
Φριχτά φριχτά·
Γ κ λ α ν, γ κ λ α ν, παράδερνε
Με τα γλωσσίδια,
Κ' εματαρχίναε,
Κ' έλεε τα ίδια,
Ως οπού εβράχνιασε
Θανατερά.
Νά, που δροσόβολη
Αύρα ξυπνάει,
Και ψιθυρίζοντας
Μοσχοβολάει
Από τα αρώματα
Τα αυγερινά·
'Σ τα φύλλα επέρναε
Και της καρδίας,
Σαν τα κινήματα
Της φαντασίας
Που ζωγραφίζουνε
Την ευτυχιά·
Εκείν' η δύστυχη
Τραυάει την άχνα,
Βαθιά τα αισθάνθηκε
Μέσα 'ς τα σπλάχνα,
Αχ! κ' εκατέβηκε
'Σ την ερημιά.
Με λύπη εγκάρδια
Εθεωρούσε
Όλα τα μνήματα,
Και τα μετρούσε
Με τ' αργό κίνημα
Της κεφαλής.
ΤΟ ΞΕΜΥΣΤΗΡΕΥΜΑ
20
_Αφού έπαυσε η Μαρία να τραγουδήση, επιστρέφει ο Λάμπρος από τη
λίμνη, όπου είχε καταποντισθή η θυγατέρα τους. Η Μαρία του
λέγει·_
Λάμπρε, δεν εστοχαζόμουν να έρθης τόσο γλήγορα· εγώ
ετραγουδούσα· αλλά τι έχεις;
Η μιλιά σου βραχνή, θαμπό το βλέμμα,
Κ' έχεις θωριά σαν να μην είχες αίμα (82).
Ο Λάμπρος, δίχως να προφέρη λόγο, της ρήχνει την πλεξίδα, και
εκείνη παίρνοντάς την από χάμου «Α!» φωνάζει «Τι; την ηύρες
απεθαμένη εις εκείνη την ερμιά τη θιγατέρα μας; Ή της είδες να
της κυματίζη εις το λαιμό τούτη η πλεξίδα, ενώ σου άπλωνε το
χέρι ψωμοζητώντας; Της είδες το σταυρό εις την παλάμη;
«Α! μα τη σημερνή πες μου τα όλα (83).»
Και ο Λάμπρος·
»Συφορά και μαυρίλα! Άκου τρομάρα,
»Που του ανθρώπου η ψυχή δεν απομένει·
»Ω! του Θεού μ' εχτύπησε η κατάρα (84)
»'Σ έναν τρόπο!» Και μία στιγμή σωπαίνει·
Κ' έπειτα αργά, και με φωνής τρομάρα,
«Άκου,» πάλι της λέει «δυστυχισμένη,
«Πράμα φριχτό, που κανενού δεν το πα·
»Να σου το πω;» Κ' εκείνη του λέει· «Σώπα».
Αλλά ο Λάμπρος της φανερώνει ότι είχε κάμη, χωρίς να τη
γνωρίζη, γυναίκα την εδική του κόρη. Τότε μένουν άφωνοι και οι
δύο· τέλος τους ετάραξε ο ήχος των σημάντρων, επειδή χαράζει η
ημέρα της Λαμπράς· και τότε εσίμωσαν τα χείλη να δώσουν το φιλί
του Πάσχα, και δεν το έδωσαν.
Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
21
Καθαρώτατατον ήλιο επρομηνούσε
Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
Τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
Και από κει κινημένο αργοφυσούσε
Τόσο γλυκό 'ς το πρόσωπο τ' αέρι (85),
Που λες και λέει μέσ' 'ς της καρδιάς τα φύλλα·
Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι, και κόραις
Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε·
Μέσα 'ς ταις εκκλησίαις ταις δαφνοφόραις
Με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε·
Ανοίξατε αγκαλιαίς ειρηνοφόραις
Ομπροστά 'ς τους Αγίους, και φιληθήτε·
Φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη,
Πέστε Χ ρ ι σ τ ό ς Α ν έ σ τ η, εχθροί και φίλοι.
Δάφναις εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
Και βρέφη ωραία 'ς την αγκαλιά οι μαννάδες·
Γλυκόφωνα, κυττώντας ταις ζωγραφι-
σμέναις εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες·
Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,
Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες·
Κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι,
Οπού κρατούνε οι Χριστιανοί 'ς το χέρι.
22
Βγαίνει, γιατί 'ς τα σωθικά του ανάφτει,
Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.
23
Κανείς δε του μιλεί, και δε του δίνει
Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.
24
Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
Ν' αγροικηθή 'ς της κόλασης τον πάτο.
Η ΔΕΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
&Και το όραμα του Λάμπρου&
ΤΟ ΕΣΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
25
Και προβαίνει η Μαρία λίγη να πάρη (86)
Δροσιά 'ς τα σωθικά τα μαραμμένα
Είναι νύκτα γλυκειά, και το φεγγάρι
Δε βγαίνει να σκεπάση άστρο κανένα·
Περίσσια, μύρια, 'ς όλη τους τη χάρη
Λάμπουν άλλα μονάχα, άλλα δεμένα·
Κάνουν και κείνα Ανάσταση που πέφτει
Του ολόστρωτου πελάου μες 'ς τον καθρέφτη. (87)
«Τα μαλλιά σέρνω 'ς τα λιγνά μου στήθη
»Δένω σταυρό τα χέρια· Ουράνια, θεία!
»Πέστε Εκεινού, που σημέρα αναστήθη,
»Να ελεηθή τη μαύρη τη Μαρία.
»Μέρα είναι Αγάπης· Άδης ενικήθη·
»Καίονται τα σπλάχνα, καίονται τα στοιχεία·
»Και η πυρκαϊά του Κόσμου αναγαλλιάζει,
»Και κατ' Αυτόν τη σπίθα της τινάζει (88).
«Ο Ουρανός Αλληλούια ηχολογάει·
»Κατά την γην ερωτεμένος κλίνει·
»Ζη του νερού και η στάλα οπού κολλάει
»'Σ το ποτήρι· Αλληλούια εγώ κ' εκείνη.
»Όταν η Πύλη ακούστηκε να σπάη,
»Τι χλαλοή 'ς τον κάτου κόσμο εγίνη;
»Χαίρεται μέσα η άβυσσο και ασπρίζει·
»Ο περασμός του Λυτρωτή σφυρίζει.»
'Στην εκκλησίαν ωστόσο ο Λάμπρος μένει,
Όπου ανθρώπου πνοή δεν αγροικειέται.
Απ' ένα εις άλλο στοχασμό πηγαίνει.
Είναι ο νους του έρμος κόσμος που χαλειέται.
Μέσ' από το στασίδι αγάλι βγαίνει,
Και οχ τη ψυχή του ο στεναγμός πετειέται·
Μόνον οι σκόρπιαις δάφναις, που εμυρίζαν,
Εκεί που αυτός επερπατούσε ετρίζαν.
Και το πρόσωπο γέρνει ωσάν τη δειάφη,
Και χαμηλά τούτα τα λόγια ρίχτει·
«Κουφοί, ακίνητ' οι Αγίοι, καθώς και οι τάφοι·
»Είπα κ' έκραξα ως τ' άγριο μεσανύχτι.
»Άντρας (κ' η μοίρα ό,τι κι' α θέλη ας γράφη)
»Του εαυτού του είναι Θεός, και δείχτει
»'Στην άκρα δυστυχία μέσ' 'ς την ψυχή μου
»Κάθου κρυμμένη, απελπισιά, και κοίμου.»
Πάει για να βγη 'ς τη θύρα αργά, και ανοίγει,
Λεπτή φωνή του λέει, Χριστός ανέστη.
Εις την άλλη πηδάει, και φωνή ολίγη,
Και παρόμοια, του λέει, Χριστός ανέστη.
Από την τρίτα πολεμάει να φύγη,
Και μία τρίτα του λέει, Χριστός ανέστη.
Αυτοκίνηταις πάντα ανοιγοκλειούνε
Οι τρεις θύραις, και αχό δεν προξενούνε (89).
Και ιδού τρία σαν αδέλφια έρμα και ξένα,
Που έν' αγιοκέρι σβυμένο βαστούσαν,
Όπου στρίψη, όπου πάη, τ' απελπισμένα
Γοργά πατήματά του ακολουθούσαν.
Λυγδερά και πλατιά κι' όλα σχισμένα
Τα λαμπριάτικα ρούχα οπού φορούσαν.
'Στα μπροστινά, 'ς τα πισινά στασίδια,
Όλο σιμά του σειούνται τα ξεσκλίδια.
Ποτέ δεν τάχει εις τη φυγή του ανάρια·
Εδώ εκεί, μπρος οπίσω, απάνου κάτου.
Βαρούν όμοια την πλάκα οχτώ ποδάρια,
Τρέχουν ίσια, κι' ακούονται τα δικά του.
Να φύγη μία στιγμή τ' Άδη τα χνάρια
Σπρώχνει μάταια μακρύο το πήδημά του,
'Σαν τ' άστρο που γοργά το καλοκαίρι
Χύνεται πέντε δέκα οργυιαίς αστέρι.
Έτσι ενωμένοι εκάμανε τριάντα
Φοραίς την εκκλησιά που βοή στέρνει.
Σα να χε μέσα θυμιατά σαράντα,
Μυρωδιά λιβανιού τη συνεπαίρνει.
Πάντα με βία το τρέξιμο, και πάντα
Ο ζωντανός τ' αραχνιασμένα σέρνει.
Σκύφτουν, πολύ κρυφομιλούν, και σειέται
Το βαμπάκι που λες και ξεκολλειέται (90).
Αχ! ποίος είδε τα χέρια να σηκώνη
Η Παναγία, τα μάτια της να κλείση;
Αχ! ποίος είδε το Πάσχα αίμα να ιδρώνη
Ο Χριστός, και παντού να κοκκινίση;
Τι συφορά την εκκλησιά πλακώνει,
Οπού την ίδια μέρα είχε βροντήση
Από τόσαις χαραίς και ψαλμωδίαις,
Που χε αντιλάμψη από φωτοχυσίαις!
Βρίσκεται 'ς τ' Άγιο Βήμα, ανατριχιάζει,
Και πέφτει ομπρός τους γονατιστός χάμου.
Με τρομάρα κυττάει και τους φωνάζει·
«Σας γνωρίζω· τι θέλτε; Είστε δικά μου.
«Του καθενός το πρόσωπο μου μοιάζει·
»Αλλά πέστε τι θέλτε έτσι κοντά μου;
»Συχωράτε, και πάψτε. — Αμέτε πέρα.
»Δεν είναι ακόμα Παρουσία Δευτέρα.»
«Ω κολασμένα, αφήτε μου τα χέρια.»
Χείλη με χείλη τότε εκολληθήκαν·
Όσα εδώσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
'Σ του δυστυχή τα φυλλοκάρδια εμπήκαν.
Αφού 'ς τον κόσμο ελάμψανε τ' αστέρια,
Τέτοιου τρόμου φιλιά δεν εδοθήκαν
Φτυούνε τα χείλη σαν από φαρμάκι·
Μέσα του επήε το νεκρικό βαμπάκι.
Στέκει σα μάρμαρο ως που ξημερώνει.
Κ' είναι φευγάτοι οι πεθαμένοι νέοι.
Την τρομασμένη κεφαλή ψηλώνει,
Και βαριά νεκρολίβανα αναπνέει.
Τέλος πάντων τα μάτια άγρια καρφώνει
'Σ ταις δάφναις, και πολληώρα έπειτα λέει,
«Σύρε, σημείο χαράς,» και φουχτωμένο
Με τα δυο, το χτυπάει 'ς το Σταυρωμένο.
«Κόλαση; την πιστεύω· είναι τη· αυξάνει,
»Κι' όλη φλογοβολάει 'ς τα σωθικά μου.
»Απόψε Κάποιος, που ό,τι θέλει κάνει,
»Μώστειλε από το μνήμα τα παιδιά μου.
»Χωρίς να τη γνωρίζω εχθές μου βάνει
»Τη θυγατέρα αισχρά 'ς την αγκαλιά μου.
»Δε λείπει τώρα πάρεξ να χαλάση
»Τον Εαυτό του, γιατί μ' έχει πλάση.»
Σηκώνεται και παίρνει την πεδιάδα,
Σχίζει κάμπους και δάση, όρη, λαγκάδια·
'Σ τα μάτια του είναι μαύρη η πρασινάδα,
Τα νερά και τα δέντρα είναι μαυράδια·
Χύνεται με μεγάλη ογληγοράδα,
Και γύρου ας είναι, ό,τι θωρεί, σκοτάδια.
Κι' ακόμη λέει πως κυνηγειέται, ακόμα
Τα βαμπάκια του χάρου ακούει 'ς το στόμα.
Έτσι ο φονιάς που κρίματα έχει πλήθια,
Εάν φθάση να του κλείση ύπνος το μάτι,
Βγαίνουν μαζί και του πατούν τα στήθια
Οι κρυφά σκοτωμένοι, αίμα γιομάτοι.
Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια
Γυμνός πετιέται οχ το ζεστό κρεβάτι,
Κ' έχει τόση μαυρίλα ο λογισμός του,
Που με μάτια ανοιχτά τους βλέπει ομπρός του (91).
1834
Η ΤΡΕΛΛΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
26
Ο παπάς για το γάμο όλα ετοιμάζει,
Κ' είναι αναμμένα τα κεριά του γάμου·
Ο Λάμπρος τρομασμένος τήνε κράζει·
«Σήκω, δυστυχισμένη, έλα κοντά μου.»
Εις τη φωνή του Λάμπρου ανατριχιάζει,
Και παρευθύς σηκώνεται από χάμου,
Και τραγουδάει, και τραγουδώντας κλαίει·
Και αυτός, «Μην κλαις, μην τραγουδάς,» της λέει.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
27
Και εξεψύχησε ο Λάμπρος με το στόμα ολάνοιχτο, όχι εις την
ανάπαψη του Κυρίου. Αλλά ποίος θα του κλείση τα μάτια; Πού
είναι η Μαρία, η δύστυχη Μαρία; Αυτή λείπει από τα χαράματα.
Επεριπλανάτο εις τον κάμπο μονάχη χαμογελώντας, και οι αχτίνες
του ηλίου, οπού ανατέλλοντας εκαλούσε τους θνητούς να χαρούν τη
ζωή, αναγάλλιαζαν μέσα εις όλα τα ησυχώτατα νερά της ερημίας·
ολόστρωτη ακίνητη ήταν η μέση της λίμνης ωσάν γαλάζια κόρη
οφθαλμού, που μένει ατάραχη, όταν του μέλλοντος μέριμνα δεν
έρχεται να την πειράξη. Αλλά εις την άκρη της λίμνης εδώ και
εκεί σκόρπια τα δέντρα, που την ετριγύριζαν, εξαναφαίνονταν εις
το μάτι απαράλλαχτα όπως είναι. Η μαύρη Μαρία επλησίασε αυτού,
αφού εγύρισε όλα εκείνα τα μέρη, και βλέποντας τα αντικείμενα
εκεί μέσα να αντανακλώνται, εις το τυφλωμένο λογικό της
εφαντάσθηκε ότι εκείνος ήταν άλλος κόσμος· εκοντοστάθηκε, και
υψώνοντας τα μακρυά της χέρια, και δείχνοντας εις την όψη της
το χαμόγελο της τρέλλας, εμουρμούρισε εις τα χείλη της·
«Εκείνος βέβαια θε να είναι κόσμος καλύτερος από τούτον, κ' εγώ
θα ετοιμασθώ να πάω εκεί. Θα ιδώ, τάχα, θα ιδώ αν κ' εκεί πέρα
δεν θα ευρεθή ούτ' ένα χέρι ελεημονητικό να απλωθή προς εμένα.
Γιατί εις τη γη τούτη έχω τόσους καιρούς οπού διαβαίνω
ξιππασμένη ανάμεσα εις τόσα προσώπατα ξένα, ως να είχα
πρωτοφανή τώρα ομπροστά τους. Θα πάω εκεί πέρα· ας στολισθώ
λοιπόν όσο μπορέσω καλύτερα, μη με καταφρονέσουν οι νέοι ξένοι
εκεί κάτω.»
Έτσι λέγοντας άπλωσε τα λιγνά δάχτυλα εις κάτι αγριόχορτα, οπού
εφύτρωναν εις την ερημία, έπλεξε με αυτά ένα στεφάνι εις την
τρισάθλια κεφαλή της, έβαλε εις το λαιμό της την πολυστέναχτη
πλεξίδα,
Και εις το κύμα, που βλέπει ως τον καθρέφτη,
Ξανακυττάει, χαμογελάει, και πέφτει.
28
Και βλέπει μέσα 'ς τα νερά καθάρια
Άλλος λάμπει ουρανός, άλλα κλωνάρια.
29
«Σκύφτω εδώ μέσα, και ξανοίγω ομπρός μου
»Αναπάντεχα μέρη αλλουνού κόσμου.»
30
Η Μαρία, ενώ πηγαίνει να καταποντισθή, κυττάζει κατά γης και
βλέποντας τον ήσκιο της λέει· Εσύ λοιπόν θέλεις να με
ακολουθήσης; σου εβάρυνε λοιπόν η ζωή εις τούτο τον κόσμο. Ποία
είσαι συ; Δε θυμούμαι να σ' έχω ιδή ποτέ μου· και είναι πολύ
παράξενο να με ακολουθάς τώρα οπού είμαι τόσο δυστυχισμένη·
φαίνεσαι ωσάν μία τρελλή αυτού κατά γης· φυλάξου από τους
άντρες, από τα ευωδισμένα λούλουδα οπού αυτοί βαστούν εις τον
κόρφο τους για να μαγεύουν, από τα ψιθυρίσματά τους, από ταις
κρυφαίς ματιαίς . . . . .
31
_Έμελλε να τελειώση το ποίημα με την ακόλουθη παρομοίωση εις
την οποίαν επαρασταίνετο η τύχη του Λάμπρου, της γυναικός του,
και των τέκνων τους._
Ήταν αδύνατο δέντρο εις ένα δάσος, κι' άπλωσε τα κλωνάρια του
εις άλλο δέντρο· τέσσερα βλαστάρια εβγήκαν από τον κορμό του·
επέρασε το αστροπελέκι και δεν άφησε άλλο ειμή τα χώμα, οπού
είχαν ριζώση.
Και δεν έμεινε μήτε ένα κλωνάρι,
Φιλέρημο πουλάκι να καθήση,
Το βράδυ, την αυγή, να κηλαϊδήση.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ
32
'Σ την κορυφή της θάλασσας πατώντας
Στέκει, και δε συγχίζει τα νερά της,
Που 'ς τα βάθη τους μέσα ολόστρωτα όντας
Δεν έδειχναν το θείον ανάστημά της.
Δίχως αύρα να πνέη, φεγγοβολώντας
Η αναλαμπή του φεγγαριού κοντά της
Συχνότρεμε, σα να χε επιθυμήση
Τα ποδάρια τα θεία να της φιλήση.
33
Κείθενε με το μάτι όποιος γυρεύει
Για να ιδή τη θωριά μιακρυσμένη,
Της Αφρικής τη θάλασσα αγναντεύει
Πάντα αφράτη και πάντα αγριωμένη.
34
Θανάτου ετιά, που τα κλωνάρια γέρνεις
'Σ την κατοικιά την ύστερη τ' ανθρώπου.
35
Εάν την άκρην του ο ζέφυρος δε γγίζει,
Στέλνει ακίνητον ήσκιο οπού μαυρίζει.
36
Εις την άρπα γλυκά γέρνει το στήθος.
37
Και φωνάζει· «Ω Παρθένα, ω Ψυχοσώστρα!»
ΠΟΘΟΣ (92)
Αχ! νάσουνα μαζί μου,
Αγάπη μου Μερτούλα,
Σε τούτη τη βαρκούλα
Με τάσπρο το πανί.
Αχ! νάσουνα μαζί μου!
Με σε να φύγω από δω,
Που η νιότη μου σα ρόδο
Για σε θα μαραθή.
Μονάχα τότε οι δυο μας,
Μέσ' 'ς του πελάου τ'ς αγκάλαις,
Χωρίς μαρτύριαις άλλαις,
Πάρεξ τον ουρανό.
Ελεύθερο ένα δάκρυ
Με σένα ήθελε χύσω,
Στο πέλαο ήθελ' αφήσω,
Με σε ένα στεναγμό.
Και τα κακά του ψεύτη
Θυμούμενοι του κόσμου,
Ταις δυστυχιαίς μας, φως μου,
Και κάθε συφορά,
Αποσταμένοι ναύταις,
Μακρυά ν' αναπαυθούμε,
'Στου πέλαγου να βρούμε
Την έρμη αγκαλιά
ΩΔΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗ
Γλυκύτατη φωνή βγάν' η κιθάρα,
Και σε τούτη την άφραστη αρμονία
Της καρδιάς μου αποκρίνεται η λαχτάρα·
Γλυκέ φίλε, είσαι συ, που με τη θεία
Έκσταση του Οσσιάνου, εις τ' ακρογιάλι
Της νυχτός εμψυχοίς την ησυχία. (93)
Κάθισε για να πούμε ύμνον 'ς τα κάλλη
Της Σελήνης· αυτήν εσυνηθούσε
Ο τυφλός ποιητής συχνά να ψάλλη.
Μου φαίνεται τον βλέπω, που ακουμβούσε
'Σε μίαν ετιά, και το φεγγάρι ωστόσο
'Σ τα γένεια τα ιερά λαμποκοπούσε
Απ' το Σκοπό, νάτο, προβαίνει· ω πόσο
Συ την νύχτα τερπνά παρηγορίζεις!
Ύμνο παθητικό θε να σου υψώσω.
Παθητικό σα εσένα, όταν λαμπίζης
Στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου
Σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζης.
Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ (94)
Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι, ειρήνη
Όλην, όλη την φύση ακινητούσε,
Και μέσα από την έρημη την κλίνη
Τ' αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε·
Τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη
Την γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε·
Απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει.
Κι' ομπροστά μου ένας γέροντας μου εφάνη.
Στο ακρογιάλι αναπαύοτουν ο γέρος·
'Σ τα παλαιά τα ρούχα τα σχισμένα
Γλυκά γλυκά το φύσημα του αέρος
Τ' αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ' ασπρισμένα (95),
Κι' αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος
Τα μάτια εστριφογύριζε σβυσμένα·
Αγάλι γάλι εσηκώθη από χάμου,
Και ωσάν να χε το φως του ήλθε κοντά μου. (96)
ΕΙΣ ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Η Δόξα δεξιά συντροφεύει
Τον άντρα, που τρέχει με κόπους
Της Φήμης τους δύσβατους τόπους,
Και ο Φθόνος του στέκει ζερβιά,
Με μάτια με χείλη πικρά·
Αλλ' όποτε η μοίρα του γράψη,
Τον δρόμον του κόσμου να πάψη,
Η Δόξα καθίζει μονάχη
'Σ την πλάκα του τάφου λαμπρή,
Και ο Φθόνος αλλού περπατεί.
'Σ την πλάκα του Μάρκου καθίζει
Η Δόξα λαμπράδες γιομάτη·
Κλεισμένο για πάντα το μάτι,
Οπού χε πολέμου φωτιά
Ελάτε ν' ακούστε παιδιά!
Σοφοί λεξιθήραις μακρύα,
Μη λάχη σας βλάψω τ' αυτία·
Τρεχάτε 'ς τα μνήματα μέσα,
Και ψάλτε με λόγια τρελλά·
Ελάτε ν' ακούστε, παιδιά!
Και συ ακολούθα το στίχο,
. . . . . . για να ιδής,
Αν γνωρίζη τη φωνή σου
Ο τυφλός ο ποιητής.
Ο Πολυλάς εσφήνωσε τους στίχους τούτους 'ς τα Προλεγόμενά του
(Σ. Ε. Κ. 1859) με την εξής παρατήρηση: «Ο ποιητής φαντάζεται
ότι εις τη μονάξια θ' ακούση τη φωνή του Ομήρου, ο οποίος με
την παρουσία του διά μιας εμψυχώνει την αναίσθητη φύση.»
Το λείψανο, πού χε γλυτώση
Ο Πρίαμος με θρήνους, με δώρα,
Εγύριζε οπίσω την ώρα
Που πέφτει 'ς την όψη της γης
Το φως το γλυκό της αυγής.
Εβγήκαν μαζί της θλιμμένης
Τρωάδας απ' όλα τα μέρη
Γυναίκες, παιδάκια και γέροι,
Θρηνώντας, να ιδούν το κορμί
Που χάνει γι' αυτούς την ψυχή.
Κλεισμένο δεν έμεινε στόμα
Απάνου 'ς του Μάρκου το σώμα·
Απέθαν', απέθαν' ο Μάρκος·
Μια θλίψη μια άκρα βοή,
Και θρήνος και κλάψα πολλή.
. . . . . . . . . . . . . . . . .
Παρόμοια ηχώ θα λαλήση,
Του κόσμου την ύστερη 'μέρα,
Παντού 'ς τον καινούριον αέρα·
Παρόμοια 'ς τους τάφους θα εμβή,
Να κάμη καθένας να εβγή.
ΝΕΚΡΙΚΗ ΩΔΗ
Απ' αυτά, που σου εχύσαν απάνου,
Ένα παίρνω θανάτου λουλούδι,
Και πικρά το στερνό σου τραγούδι,
Γλυκέ υιέ του αδελφού μου, αρχινώ,
Έχει απείραχτο χρώμα το φύλλο,
Όπως ήτανε ζώντας το χείλο,
Που της νιότης γλυκά το λουλούδι
Εγελούσε δροσάτο, λαμπρό·
Τώρα εσβύσθη, κι' αργά το τραγούδι
Το στερνό σου με κάνει να πω.
Του Μαϊού ροδοφαίνεται η μέρα,
Που ωραιότερη η φύση ξυπνάει,
Και την κάνουν λαμπρά και γελάει
Πρασινάδες, αχτίνες, νερά·
Άνθη κι άνθη βαστούνε 'ς το χέρι
Παιδιά κι' άντρες, γυναίκες και γέροι·
Ασπροεντύματα, γέλια, και κρότοι,
Όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά
Ναι, χαρήτε του χρόνου τη νιότη,
Άντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά.
Πλέκει ο δύστυχος ένα στεφάνι
Και από πάνου του η μάννα του γέρνει·
«Πάντα η τύχη απ' αυτά να σου σπέρνη,
»Και για σε να ναι ο χάρος αργός.»
Πώς με λύπη θωρεί το στεφάνι;
Ξάφνου ιδού 'ς το κεφάλι το βάνει,
Και πηδώντας τη μάννα του κράζει,
Και χορεύει 'ς τη μάννα του ομπρός·
«Βγάλ' το, μάτια μου,» η μάννα φωνάζει,
»Δε μ' αρέσει, όχι, εκειός ο χορός.»
Αλλά ανήσυχα υψώνει τα μάτια,
Λες και κάτι 'ς τα Ουράνια γυρεύει,
Όμως πάντα χορεύει, χορεύει,
Με θυμό, με λαχτάρα πολλή·
_(Τα μουγκρίσματα του θανάτου αγροικόντανε μακρόθεν)_
Φύσα, φύσα, και σκόρπησε, αέρα,
Τα μουγκρίσματα αυτά τα βαθιά·
Δεν ακούει· 'ς τον άστρωδην αιθέρα
Βασιλεύει γλαυκή σιγαλιά.
Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ
«Άδη μαύρε, χαιρετώ σε!
Δεν εχάρηκε ποτέ
Μάτι ανθρώπου για τον ήλιο
Καθώς τώρα εγώ για σε.» (97)
»Από κει, που λίγη αγάπη,
Κ' είναι πλάνεμα πολύ,
Σε λιγάκι θα κατέβη
Ο έρωτάς μου να μ' ευρή.» (98)
«Χωρίς . . . . .
Τ' όμορφ' άστρο της αυγής,
Άδεια κι' άφωνη και μαύρη (99)
Η Παράδεισω της γης.»
»Μ' έχει σημέρα μηνύση·
Λ ί γ η ν ώρα α κ ό μ α ζ ω,
Κ' εκατάπια το φαρμάκι
Σαν αθάνατο νερό.»
«Όνειρο κοντό για μένα
Νιότη, αγάπη και ζωή·
Όλα ονείρατα 'ς τον κόσμο·
Ναι, και ο θάνατος τα λυεί.»
»Πώς ευθύς δεν κατεβαίνεις;
Πώς αργείς, γλυκειά ψυχή;
Αχ! το ψυχομαχητό σου
Θέλ' είν' άγριο και βαρύ.»
Τέτοια, ομπρός 'ς τους ήσκιους, όλους
Εξυπνούσε τους ηχούς
Το τραγούδι ερωτεμένο,
Και τους έκανε γλυκούς (100).
Εκυττούσανε τα χέρια
Και το μέτωπο της νιας,
Οπού ετρέμαν τα λουλούδια
Τα λαμπρά της παρθενιάς.
Ξάφνου ο Άδης μουρμουρίζει·
Έπαψ' η γλυκειά φωνή·
Πέφτει τ' όμορφο κοράσι
'Σ την αγκάλη του εραστή (101).
1833
ΝΕΚΡΙΚΗ ΩΔΗ
Το δώμα τ' ολομόναχο
Βροντούσε από τραγούδια·
'Σ τα χέρια και 'ς το μέτωπο
Ετρέμαν τα λουλούδια (102)
Της κορασιάς οπ' έλαμπε
Σαν τ' άστρο της αυγής
Είναι αλαφρό το χώμα σου
'Σαν της ελιάς το φύλλο,
'Σαν της δροσιάς το στάλαμα·
Μη σου βαρύνη αν χείλο
Ανθρώπου δώση φίλημα
'Σ την πέτρα, που κρατείς.
Κι' αυτός γελάει που σ' έβαλε
Τέτοια λαλιά 'ς το στόμα,
Κι' ο κόσμος, οπού ετίμησες,
Πατώντας του το χώμα,
Αναγαλλιάζει η σπίθα του
Και κατά σε πηδά.
ΟΧΤΑΣΤΙΧΑ
&Αγνώστων ποιημάτων.
Η ΕΛΛΑΔΑ
Η Ευρώπη την κυττάει πώς θε να πράξη·
Της Ευρώπης κυττάει κατά τα μέρη·
Χωρίς όψη το πρόσωπο ν' αλλάξη,
Απάνου εις τη ρομφαία βάνει το χέρι
Βασιλικά, και με πολέμιαν τάξη
Έκαμε νεύμα, οπού έλεγε· Α κ α ρ τ έ ρ ε ι.
Και κατά την Ασία φριχτογυρίζει,
Το δάχτυλο κινάει, και φοβερίζει.
ΤΑ ΔΥΟ ΜΝΗΜΑΤΑ
Τρεις φοραίς πολεμάει, και με την τρίτη
Τα εγκάρδια προμηνύματα ακλουθάει·
Σταίνει δύο κυπαρίσσια ομπρός 'ς το σπίτι.
Και δύο μνήματα μαύρα οικοδομάει·
Το φως του λαμπροτάτου αποσπερίτη
'Σ τα επιτύμβια κλαδιά λαμποκοπάει·
'Σ το ένα λαμποκοπάει και 'ς τ' άλλο μνήμα,
Και γλυκά σέρνει κάτου ο ρύαξ το κύμα.
ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ
Στέκουν τα προβατάκια, — οπού το μάτι
Για δαιδάλεα τα παίρνει από μακρύα,
Και, αγκαλά και κανένα επεριπάτει,
Έλεγες ότι σφάλλει η φαντασία·
Έως οπού 'ς την κοιλάδα, άνθια γεμάτη,
Τρέχουνε, δύο με δύο, και τρία με τρία,
Και 'ς όλα της κοιλάδας τα περάσματα
Λαλούν κουδούνια, αντιλαλούν βελάσματα.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ (103)
Η Κρήτη, λέγει, . . . . η γη ναι της Αντρείας.
Για ξαναπές το, αντίλαλε ιερέ της εκκλησίας.
Αίμα ας γένη το κρασί 'ς του γάμου το ποτήρι. (104).
. . . . Ω παλληκάρι, φεύγα·
Πάρε μια φούχτα από τη γη την ποθητή σου κ' έβγα.
Ο ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Τρεις κόσμοι σφόδρα πολεμούν, κ' οι τρεις αντρειωμένοι·
Ο τέταρτος, νά, φαίνεται 'ς τα μάτια, και δεν είναι (105).
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΥΡΙΑΣ ΑΓΓΛΙΔΑΣ
1
&(Μία φωνή 'ς ένα vnσάκι)&
Με τάνθη μας εμίσεψε·
Ναύρ' άνθη σα γυρίση·
Ετοίμασέ τε, κ' έφθασε·
Δεν ημπορεί ν' αργήση·
Μην είναι κείνη πώρχεται
Με κάτασπρα πανιά;
2
&(Ένα Πνεύμα)&
Αθάνατε Φύλακα, οπού ο ουρανός κ' η θάλασσα σε βλέπουν και
μένεις σιμά
Της όμορφης βασίλισσας της αποκοιμισμένης,
άφησέ με να κλείσω μέσα 'ς τα χέρια της το στεφάνι της κεφαλής
μου, για να δοκιμάση αυτή, όταν ξυπνήση, όση χαρά εγώ
αισθάνθηκα κυτταζοντάς την.
&(Άλλο Πνεύμα)&
Περίσσια γλυκομίλητο νέο πνεύμα της θαλάσσης (106),
Τ' όμορφο πλάσμα δεν είναι 'ς τον ύπνο βυθισμένο.
3
Το χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμός κ' ευθύς εγιόμισ' άνθη.
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ ΤΟΥ
'Σ τον καθρέφτη, π' ακέριαν εδέχτη (107)
Τη γλυκεία της παρθένας εικόνα,
Με του γάμου στολαίς και κορώνα,
Ρήχνει τρεις η παρθένα ματιαίς.
Τρεις κινώντας τριγύρου φοραίς.
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ
1
Και είδανε το ξόδι σου με την κεροδοσιά του.
2
Στη θύρα την ολόχρυση της Παντοδυναμίας,
Πνεύματα μύρια παλαιά, πνεύματα μύρια νέα,
Σ' ακαρτερούν για να σου πουν πως άργησες να φθάσης.
3
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . της ημέρας,
Π' ο τρίτος άνθιζε 'ς εσέ θεοτικός Απρίλης (108),
Με την ψυχή τρεμάμενη μέσ' 'ς τη χαρά του πόθου,
Αχ! σ' έσταινα βασίλισσα 'ς της γης ταις ευτυχίαις,
Ενώ 'λαις ταις δοκίμαζα κυττώντας τη θωριά σου.
Στην πλάκα πέφτω (109), και θαρρώ πως δε θα σου βαρύνη,
Παρθέν', από τα χείλη μου, κι' από τα γόνατά μου (110).
ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
1
Όξω ανεβοκατέβαινε το στήθος, άλλα μέσα
Ανθίζει με τους κρίνους του παρθενικός ο κόσμος.
Αυγή ναι κι' άστραφτε γλυκά σα 'ς την αρχή της πλάσης,
Κ' εκράτουνε τα κάτασπρα ποδάρια 'ς τη δροσιά της (111).
2
Κρατεί 'ς το χόρτο τα κεριά, κεριά κομματιασμένα·
Ουρανός δένεται και γη 'ς την όμορφη ματιά της.
3
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι·
Βρύσαις απλώνει τα κλαδιά το δέντρο 'ς τον αέρα·
Μην καρτερής εδώ πουλί, και μη προσμένης χλόη·
Γιατί τα φύλλ' αν είν' πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Το ψηλό δέντρ' ολόκληρο κ' ηχολογά κι' αστράφτει
Μ' όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ' ουρανού τα φώτα.
Σαστίζ' η γη κ' η θάλασσα κι' ο ουρανός το τέρας,
Το μέγα πολυκάντηλο μέσ' 'ς το ναό της φύσης (112),
Κι' αρμόζουν διάφορο το φως χίλιαις χιλιάδες άστρα,
Χίλιαις χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.
'Σ το δέντρο κάτου δέησιν έκαμ' η βοσκοπούλα·
Τ' άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο.
Τα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,
Κι' ολόκληρ' η Παράδεισω διπλή Παράδεισώ ναι.
Ποιος είχε πη που σου μέλλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια;
Πού ναι το στήθος τ' όμορφο, που τέτοιους κόσμους έχει;
'Σ τ' αμπέλ' η κόρη κάθεται και παίζει με τ' αρνί της (113).
4
Γιατ' η ψυχή μου μώλεγε συχνά 'ς το στήθος μέσα·
'Σ τον κόσμο την αγάπη σου παρά πολύ μη βάνης,
Και τ' άστρα μ' όλο τους το φως κυττούν μ' ερωτεμένα,
Και ρόδο μέσα μου πολύ, κρίνος πολύς, ανθίζει.
5
Πολλαίς φοραίς σ' αγκάλιασα . . . . . .
Πολλαίς με την αγάπη μου και με το πέταμά μου.
6
Πέταμα και κειλαϊδισμό . . . . . .
'Σ τον πολυαγαπημένο τους ήλιο που βασιλεύει.
7
_Τα διάφορα χρώματα του δειλινού_,
Οπού δεν έχουν όνομα κ' έχουν περίσσια κάλλη.
8
Όσαις μακρυά παίρνουν μορφαίς οι στρούνοι 'ς τον αέρα
9
Εδώ δεν έλειψε ποτέ λουλούδι και πουλάκι.
10
Μακρύς ο λάκκος π' άνοιξε και κλει το γίγαντά μου (114).
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ (115)
1
_Ο Βρυέννιος άγρυπνος ενώ ο εχθρός του κοιμάται·_
«Και συ, ανθισμένο κλαδί, οπού αυτός εκρέμασε το σπαθί του,
Η παρατήρηση του σοφού της Γερμανίας, και η σκέψις ότι εις
εκείνον τον ανήθικον αιώνα έτυχε να ανθίση, κατά την ιστορική
μαρτυρία, τούτο το υψηλό φρόνημα, επαρακίνησαν τον Σολωμό να
σχεδιάση ένα ποίημα, εις το οποίον ιδανοποιούσε τον Βρυέννιο,
τον επαράσταινε ότι αισθάνεται όλη τη διαφθορά της εποχής του,
και ότι ενταυτώ προαισθάνεται λαμπρότατα το μέλλον αυτού του
ξεπεσμένου Ελληνικού Έθνους. Θα κλείσω (μου έλεγε ο ποιητής)
εις την ψυχή του το μέλλον της Ελλάδας.
Του συνθέματος τούτου, το οποίον αγνοώ αν ο ποιητής ετελείωσε,
δεν σώζονται εις τα ευρισκόμενα χειρόγραφα ειμή τα εξής ολίγα,
και αυτά ήθελε μείνουν ακατανόητα, αν δεν εγνώριζα κάτι του
σχεδίου.»
(Σ. Ε. Κ. 1859).
του κάκου με προσκαλείς εις τη ζωή και μου δείχνεις τον τρόπο
να τη γλυτρώσω. Αν ποτέ . . . . κάνω γλήγορα να τον ξυπνήσω.»
2
_Έβλεπε εις πόση ματαιότητα είχε βυθισθή το Έθνος, και
χαρακτηρίζει τον Έλληνα του καιρού του με τα ακόλουθα λόγια·_
«Και το θείον αίσθημα, με το οποίο πλησιάζει τη θεότητα, ως και
αυτός με όλους τους ναούς του, είναι, καθώς όλα τα άλλα,
Απάνου 'ς τ' άδειο της ψυχής πολύτιμο στολίδι».
3
_Ο νους του εβυθίζετο εις το μέλλον, κ' έλεγε προς την Ελλάδα._
«Εγώ σε ασπάζομαι εις το μέλλον εντυμένην με άπειρη δόξα·
. . . . . . . . . . . . . . . η ψυχή μου εδέχτη
Τον ήλιο της ελπίδας μου, ήλιο με δίχως γνέφι.
Και με τους ήχους τ' αηδονιού θεοτικά τη θρέφει».
4
Στενός ο τόπος, σκοτεινός, κ' εβρόντουνε από γέλια.
5
Μ' αρέσει, δρυ, να σε θωρώ μέσ' 'ς τουρανού τ'ς αγκάλαις.
Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ