και η κόραις με τα υπέρλαμπρα τα δώρ' ακολουθούσαν,
πάλιν εκείνοι 'ς τον χορό και 'ς το τερπνό τραγούδι
γύρισαν, κ' εξεφάντοναν, το εσπέρας ως να φθάση. 305
και ακόμη ως εξεφάντοναν το μαύρο εσπέρας ήλθε.
ευθύς τρεις έσταιναν φανούς 'ς το μέγαρο να φέγγουν,
κ' έβαλαν ξύλ' ηλιόκαυτα, νεόσχιστα, τριγύρω,
δαδιά κατόπιν έσμιγαν κ' εμψύχοναν την φλόγα
η δούλαις τότε αραδικώς του αδάμαστου Οδυσσέα. 310
και ο διογενής πολύγνωμος εστράφηκε Οδυσσέας
'ς αυταίς τότε και ωμίλησεν «Ω δούλαις του κυρίου,
του Οδυσσέα, 'που καιρούς λείπει μακρυά 'ς τα ξένα,
της σεβαστής βασίλισσας πηγαίνετε 'ς το δώμα,
και αυτού την ρόκα στρήφετε σιμά της, καθισμέναις 315
'ς το μέγαρον, ή γνέθετε, να χαίρεται κ' εκείνη.
και 'ς αυτούς όλους 'που 'ναι δω θα 'μαι αρκετός να φέγγω•
και ακόμη αν την καλόθρονην Ηώ θα περιμείνουν,
δεν θα δειλιάσ', ότι πολύ τον κόπον υπομένω».
Είπε, και αυταίς εγέλασαν, κ' έβλεπε η μια την άλλη, 320
και άσχημα η καλοπρόσωπη τον ύβρισε Μελάνθω,
οπ' ο Δολίος γέννησε, και ανάστησε ως παιδί της
η Πηνελόπη και αρεστά παιγνίδια της εδώρει•
την Πηνελόπη μ' όλ' αυτά ποσώς δεν συμπονούσε,
αλλά με τον Ευρύμαχον έσμιγ' ερωτεμμένη. 325
εκείνη τότε ωνείδισε πικρά τον Οδυσσέα•
«Άθλιε ξέν', ανόητος, ξεμυαλισμένος είσαι•
εις εργαστήρι χαλκουργού δεν πας να ξενυκτήσης
ή και εις χωνάκι, μόν' εδώ μωρολογείς με θάρρος
'ς άνδραις πολλούς ανάμεσα και δεν σε πιάνει φόβος. 330
ή το κρασί σ' εμώρανεν, ή πάντοτ' είναι ο νους σου
ως είναι τώρα, και γι' αυτό λόγια πετάς χαμένα.
ή επαίρεσ' ότι ενίκησες τον ψωμοζήτην Ίρο;
κύττα μην άλλος σηκωθή καλήτερος του Ίρου,
και με τα χέρια τ' ανδρικά το καύκαλο σού σπάση, 335
και από το δώμα διώξη σε 'ς το αίμα βουτημένον».
Μ' άγριο βλέμμα ο πολύγνωμος απάντησ' Οδυσσέας•
Όλα θα υπάγω να τα ειπώ του Τηλεμάχου, σκύλλα
κακόγλωσση, για να 'λθη εδώ τετάρτια να σε κάμη».
Μ' αυτά τα λόγια δείλιασεν εκείνος ταις γυναίκαις• 340
τους κόπηκαν τα ήπατα, 'ς τα δώματα εσκορπίσαν
τρέμοντας, ότι επίστευαν πως την αλήθειαν είπε.
και 'ς τους φανούς, οπ' έκαιαν, ορθός έμεν' εκείνος
να φέγγη, και όλους έβλεπε 'ς το πρόσωπ', αλλ' ο νους του
άλλα κινούσ', οπ' άπρακτα κατόπι δεν εμείναν. 345
Αλλ' η Αθηνά δεν άφινε τους ανδρικούς μνηστήραις
απ' τους πικρούς ονειδισμούς να παύσουν, όπως κάμη
του Οδυσσέα πλειά βαθειά να 'μπη 'ς τα σπλάγχα ο πόνος.
κ' επείραζεν ο Ευρύμαχος, το τέκνο του Πολύβου,
τον Οδυσσέα πρώτ' αυτός, για να γελούν οι φίλοι• 350
«Προσέξετε, της θαυμαστής βασίλισσας μνηστήρες,
να φανερώσω εγώ 'ς εσάς ό,τ' η ψυχή μου λέγει.
θεόθεν ήλθ' ο άνθρωπος 'ς το δώμα του Οδυσσέα•
κύττ', όπως λάμπουν τα δαδιά και η κεφαλή του λάμπει,
ότι μεγάλην ή μικρή τρίχα δεν έχει μία». 355
Και αμέσως προς την πορθητήν ωμίλησε Οδυσσέα•
«Θα ' θελες, ξένε, αν σ' έπαιρνα, εργάτης μου να γείνης
εις κάποιαν άκρην εξοχής, και θα 'χης τον μισθό σου,
λίθους να φέρης για φραγμό και δένδρα να φυτεύης•
αυτού τροφή θα σου 'διδα ποτέ να μη σου λείπη, 360
και θα 'χες τα ενδύματα και τα υποδήματά σου.
αλλά τώρα κακόμαθες, να εργάζεσαι δεν θέλεις,
αλλά σ' αρέγει ελεεινά να σέρνεσαι 'ς την πόλι,
να βόσκης με την διακονιά την λαίμαργη κοιλία».
Απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας• 365
«Ήθελ' αγώνα, Ευρύμαχε, του κόπου εμείς οι δύο
να είχαμε, την άνοιξι, 'που 'ναι μεγάλ' η ημέρα,
'ς την χλόη• να κρατούσα εγώ καλόγυρτο δρεπάνι,
παρόμοιο να κρατής εσύ, 'ς το έργο να φανούμε,
ως να βραδιάση νηστικοί και να μη λείπ' η χλόη. 370
ή να οδηγήσω αν μ' έβαζαν δυο βώδια πρώτα μόνος,
λαμπρά, μεγάλα, και τα δυο χορτάτα εις το γρασίδι,
ομήλικα, ισοδύναμα, και αδάμαστα θηρία,
και ο σβώλος 'ς το τετράπλεθρο να πέφτη εμπρός 'ς τ' αλέτρι,
θα μ' έβλεπες πώς θα 'σχιζα τ' αυλάκι απ' άκρ' εις άκρη. 375
και αν κάπουθε μας σήκονε πολέμου αρχήν ο Δίας
σήμερα, κ' είχ' ασπίδα εγώ, και λόγχαις δυο κρατούσα,
και ολόχαλκο περίκρανον αρμόδιο 'ς το κεφάλι,
μες τους προμάχους θα 'βλεπες εγώ να ορμήσω πρώτος,
και πλέον δεν θα ωνείδιζες εμέ για την κοιλία. 380
αλλ' υβριστής είσαι πολύ και άπονος είναι ο νους σου•
και οπ' είσαι μέγας άνθρωπος και δυνατός λογιάζεις,
ότι συναναστρέφεσαι μ' ολίγους και όχι ανδρείους•
αλλ' αν εις την πατρίδα του γυρίσ' ο Οδυσσέας,
η πύλαις, αν κ' είναι πλατειαίς, θα στενωθούν εμπρός σου, 385
ενώ μέσ' απ' το πρόθυρο θα πεταχθής 'ς τον δρόμο».
Αυτά' 'πε και ο Ευρύμαχος βαρύτερα εχολώθη,
και άγρια κυττώντας είπε του με λόγια πτερωμένα•
«Άθλιε, θα πάθης απ' εμέ γι' αυτά 'που λέγεις τώρα
'ς άνδραις πολλούς ανάμεσα και δε σεν πιάνει φόβος. 390
ή το κρασί σ' εμώρανε ή πάντοτ' είναι ο νους σου
ως είναι τώρα, και γι' αυτό λόγια πετάς χαμένα.
ή επαίρεσ' ότι ενίκησες τον ψωμοζήτην Ίρο;»
Αυτά 'πε, και άδραξε σκαμνί• και τότε από τον φόβο
προς του Αμφινόμου εκάθισε τα γόνατ' ο Οδυσσέας• 395
εκτύπησεν ο Ευρύμαχος του κεραστή το χέρι
το δεξιό• και, ως έπεσεν, εβόμβησε ο προχύτης,
και αυτός βογγώντας έπεσεν ανάσκελα 'ς το χώμα.
και 'ς τα ισκιωμένα μέγαρα οι μνηστήρες θορυβήσαν,
και απ' αυτούς κάποιος έλεγε κυττώντας τον πλησίον• 400
«Να' χε χαθή 'ς την ερημιά πριν εδώ φθάση ο ξένος•
ιδού, πώς μας ετάραξε• τώρα για ψωμοζήταις
φιλονεικίαις έχουμε, και της καλής τραπέζης
χάθ' η γλυκάδα 'ς το εξής, αφού νικούν τ' αχρεία».
Και ο σεβαστός Τηλέμαχος τότ' είπε μεταξύ τους• 405
«Ελεεινοί, φρενιάζετε• και την καρδιά σας ήδη
το φαγοπότι ενίκησε• κάποιος θεός σας σπρώχνει.
τώρα, 'που εκαλοφάγετε, 'ς το σπίτι του ο καθένας,
αν θέλη, ας πα να κοιμηθή, δεν διώχνω εγώ κανέναν»,
Αυτά 'πε, και όλοι εδάγκασαν τα χείλη τους εκείνοι• 410
θαυμάζαν τον Τηλέμαχον πως θαρρετά 'μιλούσε.
και άρχισεν ο Αμφίνομος λαμπρός υιός του Νίσου
του Αρητιάδη βασιληά, και ανάμεσόν τους είπε•
«Ω φίλοι, οπόταν ειπωθή λόγος ορθός, δεν πρέπει
ενάντια να λογομαχή κανείς ή να θυμόνη. 415
τον ξένον μην υβρίζετε μήτε κανέναν άλλον
των δούλων εις τα δώματα του θείου Οδυσσέα.
αλλ' ας αρχίση ο κεραστής, και άμα η σπονδή τελειώση
θα υπάγουμε 'ς τα σπίτια μας να κοιμηθούμεν όλοι.
τον ξένον ας αφήσουμε 'ς το δώμα του Οδυσσέα• 420
ικέτην ο Τηλέμαχος τον έχει και ας φροντίζη».
Είπε και ο λόγος αρεστός 'ς όλους αυτούς εφάνη.
και ο Μούλιος ήρωας, κήρυκας, Δουλίχιος, του Αμφινόμου
θεράποντας, συγκέρασε τότε 'ς αυτούς κρατήρα,
και 'ς όλους γύρω εμοίρασε• και αφού των αθανάτων 425
σπόνδισαν, τότε το κρασί, γλυκό 'σαν μέλι, επίναν,
και, αφού σπονδίσαν κ' έπιαν όσ' ήθελε η ψυχή τους,
κίνησαν προς τα σπίτια τους να κοιμηθή καθένας.
ΤΕΛΟΣ Γ' ΤΟΜΟΥ