Είχαν έλθει ψηλά από την ράχιν, από τα Καλύβια του βουνού, όπου

είχαν μείνει να διανυκτερεύσουν, η γραία κ' ο εγγονός της. Από το

πρωί ευρίσκοντο εις την μάνδραν, εις το βουνόν. Είχαν υπάγει διά να

ζητήσουν από δύο βοσκούς κολλήγας των ολίγα καθυστερούμενα, εις

μυζήθρες και τραχανάν, προερχόμενα από αντισπόρους και από ενοίκια

βοσκών. Το βράδυ, αι τρεις γυναίκες, αίτινες είχον αναχωρήσει από

την γειτονιάν του Ερήμου Χωριού, επιστρέφουσαι εις την πολίχνην

επέρασαν από τα Καλύβια, και η Φαλκίτσα γνωρίζουσα ότι η κόρη της η

Μαχώ είχε πρόθεσιν να μείνη εις το Έρμο Χωριό την νύκτα εκείνην,

εξηγήθη με τας τρεις γυναίκας, αίτινες εξέφρασαν λύπην διότι δεν το

ήξευραν να μείνουν χάριν συντροφιάς. Τότε, σαν ενύκτωσε, ο

Σταμάτης, τ' αγιόπαιδο, καθώς τον επωνόμαζεν η μάμμη του, εσήκωσεν

επανάστασιν, απαιτών να υπάγουν ομού εις το Παλαιόν Χωρίον, άλλως

ηπείλει ότι θα επήγαινεν αυτός ή μόνος ή με δύο βοσκόπουλα τα οποία

θα ωδήγουν τα μικρά κοπάδια τους προς το μέρος εκείνο.

Η γραία ενέδωκε, και άμα τη ανατολή της σελήνης ανεχώρησαν ομού.

Ο Σταμάτης τώρα άρχισε να διηγήται εις τον εξάδελφόν του το πώς

εγέλασε τα δυο βοσκόπουλα, τα οποία είχαν σχεδιάσει να τον

«σκιάξουν», και ματαιώσας τα σχέδιά των, τα έσκιαξεν αυτός, αντί να

τον σκιάξουν εκείνα.

— . . . Τα μυρίστηκα εγώ, που ήθελαν να κρυφτούν κάτω στο ρέμμα,

δίπλα στο δρόμο μας . . . Τους άκουσα που μουρμούριζαν οι δύο τους:

— «Βρε συ, Στάθη, καϋμένε, να, με την κάπα να στήσης ολόρθη την

κουκούλα, και τα μανίκια της κάπας να τα σηκώσης ψηλά, να φαίνεται

σα στιχειό — Πού, βρε συ, Γιάννη; του λέει ο άλλος — Να, κάτω, στα

σχίνια εκεί . . . κ' εγώ να κάνω το βοϊδάκι, τάχα, να μουγκρίζω . .

. κι' απέκει, σα λακκήσουν, τους παίρνουμε με τα κοτρώνια». Σαν

τάκουσα, καλά, να σας δείξω εγώ! . . . Λέγω της γρηάς να καθίση

στην άκρη, να βαστά τον ανασασμό της, και να με καρτερή, κ' έφτασα

. . . «Πού πάς; — Σώπα!» Παίρνω το μονοπάτι, στην πέρα πάντα . . .

Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τους βλέπω αντίκρυ

που παραμόνευαν κρυμμένοι. Μια πετριά· δεύτερη πετριά· κ' εχώθηκα

στα κλαριά μέσα . . . Ξαφνίζονται, γυρίζουν να ιδούν πόθεν έρχονται

η πετριές, σηκώνομαι, τους βάζω στο κοντό, τους αρχινώ με τα βράχια

. . . Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τώκοψαν

κουμπούρι . . . κ' ελάκκησαν, κι' ακόμα λακκούν . . . Πίστεψαν πως

ήτον στοιχειό που τους κυνήγησε. Τρέχω, ηύρα τη μανού μου, και το

βάλαμε στα πόδια· για 'δω. Και να μας, ήρθαμε . . . Α! δεν φοβούμαι

τα κρούσματα, θεια Μαχώ!

Κι' αφού είπε ταύτα, ο Σταμάτης το παπαδοπαίδι, τ' αγιόπαιδο,

ήρπασε την φλάσκαν την γεμάτην νερόν, και την άδειασε σχεδόν όλην

διά να ξεδιψάση . . . Είτα εξηπλώθη πρηνής, παρά το κατώφλιον της

θύρας, και ήρχισε να ροχαλίζη ακόμη πριν κοιμηθή.

ΤΕΛΟΣ

End of Project Gutenberg's The murderess, by Alexandros Papadiamantis

Η Φόνισσα · 第 13 / 13 段