δε η Ιδομένη δύο λόφοι υψηλοί. Ήτο ήδη νυξ ότε οι προαποσταλέντες
υπό του Δημοσθένους στρατιώται προκατέλαβον τους Αμπρακιώτας και
έφθασαν απαρατήρητοι εις τον μεγαλύτερον εξ αυτών· οι Αμπρακιώται,
οι οποίοι είχον επίσης αναβή επί του μικροτέρου, διενυκτέρευσαν
εκεί. Ο δε Δημοσθένης δειπνήσας επροχώρει μετά του επίλοιπου
στρατεύματος άμα τη εσπέρα. Και αυτός μεν μετά του ημίσεος στρατού
ήλθεν εις το στενόν, το δε άλλο ήμισυ διηυθύνετο διά των Αμφιλοχικών
ορέων. ’μα τω όρθρω επιπίπτει κατά των Αμπρακιωτών, οι οποίοι ακόμη
εκοιμώντο και δεν είχον εννοήσει τα γενόμενα νομίσαντες ότι οι
επερχόμενοι ήσαν φίλοι· διότι επίτηδες ο Δημοσθένης προέταξε πρώτους
τους Μεσσηνίους και προσέταξε να προσαγορεύουν τον εχθρόν λαλούντες
την Δωρικήν γλώσσαν και να εμπνεύσουν εμπιστοσύνην εις τους
προφύλακας· άλλως δε ήτο ακόμη νυξ και δεν ηδύναντο να
αναγνωρισθούν. ’μα λοιπόν επέπεσε κατά του στρατεύματος των
Αμπρακιωτών, το έφερεν εις αταξίαν και τους μεν περισσοτέρους αυτών
εφόνευσαν, οι δε λοιποί έφυγαν ταχέως προς τα όρη. Αλλ' επειδή αι
οδοί ήσαν από πριν κατειλημμέναι και συγχρόνως οι Αμφίλοχοι
εγνώριζον την ιδικήν των χώραν και ήσαν ψιλοί εναντίον οπλιτών, ενώ
ούτοι αγνοούντες τας διόδους δεν ήξευραν προς ποίον μέρος να
διευθυνθούν, έπιπτον εις χαράδρας και τας προητοιμασμένας ενέδρας
και κατεστρέφοντο. Έφευγον δε προς πάσας τας διευθύνσεις και μερικοί
ετράπησαν προς την θάλασσαν, ήτις δεν απείχε πολύ, και άμα είδον τα
Αττικά πλοία, τα οποία παρέπλεον κατά την ώραν, πού έγινεν η τροπή,
διηυθύνθησαν προς αυτά κολυμβώντες, προτιμώντες εις τον τρόμον των
να απολεσθούν διά της χειρός των εν τοις πλοίοις, εάν ήτο ανάγκη,
παρά διά της χειρός των βαρβάρων και εχθίστων Αμφιλόχων. Οι μεν
Αμπρακιώται λοιπόν τοιαύτην δεινήν ήτταν παθόντες εσώθησαν εις την
πόλιν ολίγοι από πολλών· οι δε Ακαρνάνες σκυλεύσαντες τους νεκρούς
και στήσαντες τρόπαια επέστρεψαν εις το ’ργος.
113. Την δ'επιούσαν ήλθε προς αυτούς κήρυξ εκ μέρους των
Αμπρακιωτών, οίτινες εκ της Όλπης είχον καταφύγει εις τους Αγραίους,
διά να ζητήση τα σώματα των ανδρών όσοι εφονεύθησαν μετά την πρώτην
μάχην, ότε μετά των Μαντινέων και εκείνων πού εσυνθηκολόγησαν με
σπονδάς εξήλθον άσπονδοι. Ιδών δε ο κήρυξ τα όπλα των εκ της πόλεως
Αμπρακιωτών εθαύμαζε το πλήθος αυτών, διότι δεν εγνώριζε το πάθημα,
αλλ' ενόμιζεν ότι ήσαν των συμπολιτών του. Ερωτηθείς δε υπό τινος
διατί θαυμάζει και πόσοι εξ αυτών είχον φονευθή (ενόμιζε δε ο ερωτών
ότι ο κήρυξ απετέλει μέρος των εν ταις Ιδομεναίς), ο κήρυξ απεκρίθη
ότι εφονεύθησαν έως διακόσιοι. Απαντήσας δε ο ερωτών είπεν· « αλλ'
αυτά τα όπλα δεν είναι διακοσίων ανδρών αλλά πλέον των χιλίων».
Απεκρίθη πάλιν ο κήρυξ· «δεν είναι λοιπόν των ανδρών οίτινες
εμάχοντο μεθ' ημών; »· ο συνομιλών είπε « ναι, εάν σεις επολεμήσατε
χθες εν Ιδομένη»· «αλλ' ημείς δεν επολεμήσαμεν χθες με κανένα, αλλά
προχθές εις την υποχώρησιν»· «και ημείς επολεμήσαμεν χθες προς
αυτούς εξελθόντας εκ της πόλεως των Αμπρακιωτών, διά να βοηθήσουν
τους συμπατριώτας των». ’μα ήκουσε ταύτα ο κήρυξ και ενόησεν ότι η
πεμφθείσα εκ της πόλεως βοήθεια είχε καταστραφή, στενάξας βαθέως και
καταπλαγείς διά το μέγεθος της καταστροφής, ανεχώρησεν αμέσως
άπρακτος χωρίς να ζητήση πλέον τους νεκρούς. Η καταστροφή δε αύτη
υπήρξεν η μεγίστη αφ' όσας υπέστη ελληνική πόλις εντός τόσον ολίγων
ημερών κατά τον παρόντα πόλεμον. Δεν ανέφερα δε τον αριθμόν των
αποθανόντων, διότι λέγεται ότι εχάθη απίστευτον πλήθος σχετικώς με
το μέγεθος της πόλεως· ηξεύρω όμως ότι, εάν οι Ακαρνάνες και οι
Αμφίλοχοι ήθελαν να καταλάβουν την Αμπρακίαν, πειθόμενοι εις τους
Αθηναίους και τον Δημοσθένην, θα ηδύναντο ευκολώτατα να πράξουν
τούτο· αλλ' εφοβήθησαν μήπως οι Αθηναίοι, έχοντες αυτήν, κατασταθούν
γείτονες επίφοβοι.
114. Μετά ταύτα δώσαντες το τρίτον μέρος των σκύλων εις τους
Αθηναίους διένειμαν τα άλλα μεταξύ των συμμάχων πόλεων. Και τα μεν
εις τους Αθηναίους δοθέντα εκυριεύθησαν εις την θάλασσαν, αι δε
τριακόσιαι πανοπλίαι, αίτινες φαίνονται σήμερον εις τους ναούς της
Αττικής, εδόθησαν ιδιαιτέρως εις τον Δημοσθένην, ο οποίος τας έφερε
διά θαλάσσης εις την πατρίδα του· η νίκη δε αύτη μετά την της
Αιτωλίας συμφοράν κατέστησεν εις αυτόν την εις Αθήνας κάθοδον
ολιγώτερον επικίνδυνον. Απήλθον δε εις την Ναύπακτον και οι
ευρισκόμενοι εντός των είκοσι πλοίων Αθηναίοι. Μετά την αναχώρησιν
αυτών και του Δημοσθένους οι Ακαρνάνες και οι Αμφίλοχοι
συνωμολόγησαν μετά των Αμπρακιωτών και των Πελοποννησίων, οίτινες
είχον καταφύγει πρώτον μεν εις τον βασιλέα των Αγραίων Σαλύνθιον,
έπειτα δε εις τους Οινιάδας, συνθήκην, ήτις επέτρεψεν εις αυτούς να
εγκαταλείψουν το άσυλον εκείνο. Κατόπιν οι Ακαρνάνες και οι
Αμφίλοχοι έκαμον συνθήκας και εκατονταετή συμμαχίαν μετά των
Αμπρακιωτών υπό τους ακολούθους όρους. Μήτε οι Αμπρακιώται ηνωμένοι
μετά των Ακαρνάνων να πολεμήσουν τους Πελοποννησίους, μήτε οι
Ακαρνάνες μετά των Αμπρακιωτών τους Αθηναίους, αλλά να βοηθούν
αμοιβαίως τας ιδικάς των χώρας, να αποδώσουν οι Αμπρακιώται όσα
χωρία και όσους ομήρους των Αμφιλόχων κατεκράτουν και να μη στείλουν
βοήθειαν εις το Ανακτόριον, πόλιν πολεμίαν των Ακαρνάνων. Ταύτα
συνομολογήσαντες έπαυσαν τον πόλεμον. Μετά δε ταύτα οι Κορίνθιοι
έστειλαν εις την Αμπρακίαν φρουράν εκ τριακοσίων οπλιτών υπό τον
στρατηγόν Ξενοκλείδαν τον Ευθυκλέους, οίτινες μετέβησαν διά ξηράς
και έφθασαν μετά πολλάς ταλαιπωρίας. Και τα μεν συμβάντα της
Αμπρακίας τοιαύτα ήσαν.
115. Οι δε εν τη Σικελία Ελληνες έκαμον κατά τον αυτόν χειμώνα
απόβασιν εις την Ιμεραίαν, ενώ οι Σικελοί εισέβαλον εκ του
εσωτερικού εις τα όρια της Ιμεραίας. Έπλευσαν επίσης και κατά των
νήσων του Αιόλου. Επιστρέψαντες εις Ρήγιον εύρον εκεί τον Πυθόδωρον
τον Ισολάχου, στρατηγόν των Αθηναίων, ελθόντα να διαδεχθή τον Λάχητα
εις την διοίκησιν του στόλου. Τούτο δε, διότι οι εν Σικελία σύμμαχοι
ήλθον προς τους Αθηναίους και τους έπεισαν να πέμψουν βοήθειαν εκ
περισσοτέρων πλοίων· διότι οι Συρακούσιοι, κύριοι όντες της ξηράς
και αγανακτούντες διότι ημποδίζοντο κατά θάλασσαν υπό ολίγων πλοίων,
συνήθροιζον το ναυτικόν και ητοιμάζοντο να μη ανεχθούν επί πλέον την
ύβριν ταύτην. Οι Αθηναίοι λοιπόν εξώπλισαν τεσσαράκοντα πλοία, διά
να τα αποστείλουν εις τους συμμάχους των, συνάμα μεν νομίζοντες ότι
τοιουτοτρόπως ήθελε τελειώσει ταχύτερον ο εκεί πόλεμος, συνάμα δε
θέλοντες να εκτελέσουν ναυτικάς ασκήσεις. Είς εκ των τριών στρατηγών
εστάλη πρώτος μετά τινων πλοίων, κατόπιν δε έμελλον να αποσταλούν ο
Σοφοκλής Σωστρατίδου και ο Ευρυμέδων Θουκλέους μετά των περισσοτέρων
πλοίων. Ο δε Πυθόδωρος παραλαβών από τον Λάχητα την διοίκησιν των
πλοίων έπλευσε κατά τα τέλη του χειμώνος εναντίον του φρουρίου των
Λοκρών, το οποίον ο Λάχης είχε κυριεύσει εις προηγουμένην
εκστρατείαν. Νικηθείς όμως υπό των Λοκρών ανεχώρησεν.
116. Ότε δ' επλησίαζεν η άνοιξις, ρύαξ πυρός έρρευσεν από την
Αίτναν, όπως τούτο είχε συμβή και πρότερον, και κατέστρεψε μέρος της
χώρας των Καταναίων, οι οποίοι κατοικούν εις τους πρόποδας του όρους
Αίτνης, ήτις είναι το μέγιστον των εν Σικελία ορέων. Λέγουν δε ότι η
δευτέρα αύτη έκρηξις έγινε πεντήκοντα έτη μετά την πρώτην, και ότι
εν συνόλω συνέβησαν τρεις εκρήξεις αφ' ότου η Σικελία κατοικείται
υπό Ελλήνων. Ταύτα ήσαν τα συμβάντα του χειμώνος τούτου, μετά του
οποίου ετελείωσε και το έκτον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον
συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.
ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.
ΘΟYΚΥΔΙΔΟΥ
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.
1. Κατά το ακόλουθον θέρος, ότε ήρχισε να σχηματίζη στάχυς ο σίτος,
δέκα πλοία των Συρακουσίων και άλλα τόσα των Λοκρών μετέβησαν επί τη
προσκλήσει των κατοίκων εις Μεσσήνην της Σικελίας και κατέλαβαν
αυτήν, αποσπασθείσαν τοιουτοτρόπως από της συμμαχίας των Αθηναίων.
Έπραξαν δε τούτο οι Συρακούσιοι προ πάντων διότι έβλεπον ότι η θέσις
εκείνη καθίστα εύκολον την προσβολήν της Σικελίας και διότι
εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι εξ αυτής αφορμώμενοί ποτε επέλθουν κατ'
αυτών μετά μεγαλυτέρας δυνάμεως. Το αίτιον δε των Λοκρών ήτο το
μίσος των κατά των Ρηγίνων, τους οποίους ήθελαν να καταπολεμήσουν
και από τα δύο μέρη. Εισέβαλαν λοιπόν οι Λοκροί εις την χώραν των
Ρηγίνων με όλον τον στρατόν αυτών, διά να τους εμποδίσουν να
στείλουν βοήθειαν εις τους Μεσσηνίους και συγχρόνως επειδή τους
παρεκίνουν οι φυγάδες του Ρηγίου, οι οποίοι ήσαν πλησίον των διότι
οι Ρηγίνοι προ πολλού εστασίαζαν και ήτον αδύνατον τότε να
αποκρούσουν τους Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου επέμεναν να
επιτεθούν. Και οι μεν Λοκροί λεηλατήσαντες την χώραν απεσύρθησαν
μετά του πεζικού, τα δε πλοία έμειναν φυλάττοντα την Μεσσήνην και τα
άλλα πλοία, όσα ητοιμάζοντο, έμελλον να προσορμισθούν εκεί, διά να
εξακολουθήσουν τον πόλεμον.
2. Περί την αυτήν εποχήν, κατά το έαρ, και πριν ωριμάση ο σίτος, οι
Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι εισέβαλαν εις την Αττικήν· ήτο δε
στρατηγός ’γις ο Αρχιδάμου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων· και
στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν την χώραν. Οι δε Αθηναίοι και τα
τεσσαράκοντα πλοία απέστειλαν εις Σικελίαν άμα παρεσκευάσθησαν, και
τους υπολοίπους δύο στρατηγούς, τον Ευρυμέδοντα και τον Σοφοκλέα·
διότι ο τρίτος αυτών, ο Πυθόδωρος, είχεν ήδη φθάσει πρότερον εις
Σικελίαν. Είπον δε εις αυτούς να προστατεύσουν συνάμα τους εν τη
πόλει Κερκυραίους, οι οποίοι εληστεύοντο υπό των ευρισκομένων εις το
όρος φυγάδων, προς βοήθειαν των οποίων είχον έλθει εξήκοντα πλοία
των Πελοποννησίων και, επειδή η πόλις έπασχε μεγάλως από πείναν,
ήλπιζαν ότι ευκόλως ήθελον καταστή κύριοι αυτής. Ο δε Δημοσθένης,
μένων ιδιώτης μετά την εξ Ακαρνανίας επιστροφήν, προσεκλήθη υπό των
Αθηναίων, κατ' αίτησίν του, να μεταχειρισθή τα πλοία ταύτα, εάν
ήθελε, περί την Πελοπόννησον.
3. Φθάσαντες δε εις τα παράλια της Λακωνικής και μαθόντες ότι τα
πλοία των Πελοποννησίων ήσαν ήδη εις Κέρκυραν ο μεν Ευρυμέδων και ο
Σοφοκλής έσπευδον να μεταβούν εις Κέρκυραν, ο δε Δημοσθένης εζήτει
εξ εναντίας να προσεγγίσουν πρώτον εις την Πύλον, και, αφού πράξουν
εκεί όσα έπρεπε, να εξακολουθήσουν έπειτα τον πλουν. Ενώ δε οι
άλλοι, στρατηγοί αντέλεγαν εις την γνώμην ταύτην, επήλθε σφοδρά,
τρικυμία, η οποία έσπρωξε τα πλοία εις την Πύλον. Ο Δημοσθένης
ήρχισε πάλιν να παρακινή επιμόνως, όπως ευθύς οχυρώσουν την πόλιν
διά τείχους (λέγων ότι προς τον σκοπόν τούτον είχε συνεκπλεύσει μετ'
αυτών), και παρίστα ότι υπήρχεν αφθονία ξύλων και λίθων και ότι η
θέσις ήτο φύσει οχυρά και ακατοίκητος καθώς και το πλείστον μέρος
των πέριξ· διότι η Πύλος, κειμένη εις την αρχαίαν Μεσσηνίαν απέχει
της Σπάρτης, τετρακοσίους σταδίους, καλούν δε αυτήν οι Λακεδαιμόνιοι
Κορυφάσιον. Εις ταύτα οι στρατηγοί απεκρίθησαν ότι πολλά έρημα
ακρωτήρια υπάρχουν εις την Πελοπόννησον, τα οποία ηδύνατο να
καταλάβη, εάν ήθελε να υποβάλη την πόλιν εις μεγάλας δαπάνας. Αλλ'
εις τον Δημοσθένην η θέσις αύτη εφαίνετο πολύ μάλλον κατάλληλος παρά
κάθε άλλη, καθότι είχε λιμένα, και οι Μεσσήνιοι, συνηθισμένοι όντες
προς αυτήν παλαιόθεν και λαλούντες την αυτήν διάλεκτον με τους
Λακεδαιμονίους ηδύναντο μεγάλας βλάβας να προξενούν εις τον εχθρόν,
ορμώμενοι εκείθεν και συγχρόνως να φυλάττουν αυτήν πιστώς.
4. Επειδή όμως δεν έπειθεν ούτε τους στρατηγούς ούτε ύστερον τους
στρατιώτας, ότε ανεκοίνωσε το σχέδιόν του εις τους ταξιάρχας,
έμεινεν ήσυχος εμποδιζόμενος υπό των εναντίων ανέμων μέχρις ου ζωηρά
επιθυμία κατέλαβε τους στρατιώτας, οι οποίοι έμεναν αργοί, να
περιτειχίσουν την θέσιν. Αμέσως λοιπόν ήρχισαν το έργον, μη έχοντες
μεν εργαλεία διά το πελέκημα των λίθων, φέροντες όμως τους λίθους
τους οποίους εξέλεγαν ένα προς ένα και τακτοποιούντες αυτούς όπως
προσηρμόζετο έκαστος· και τον πηλόν, όπου υπήρχεν ανάγκη αυτού,
εκόμιζον επί της ράχεώς των εν ελλείψει αγγείων, κύπτοντες διά να
τον υποβαστάζουν και συμπλέκοντες όπισθεν τας χείρας διά να μη
πίπτη. Και έσπευδαν παντοιοτρόπως να προλάβουν τους Λακεδαιμονίους
τειχίζοντες τα μάλλον εύκολα εις έξωθεν επίθεσιν μέρη πριν ούτοι
σπεύσουν προς βοήθειαν της θέσεως· διότι το πλείστον μέρος αυτής ήτο
φύσει οχυρόν και δεν είχεν ανάγκην τείχους.
5. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τότε ετέλουν εορτήν τινα· και, άμα έμαθον την
είδησιν ταύτην, δεν ανησύχησαν, νομίζοντες ότι επί τη εμφανίσει των
ο εχθρός δεν ήθελε δυνηθή να υπομείνη την επίθεσίν των ή ότι ευκόλως
ήθελαν καταλάβει την θέσιν διά της βίας· ημποδίζοντο δε άλλοις,
διότι ο στρατός αυτών ήτο ακόμη εις τας Αθήνας. Τειχίσαντες δε οι
Αθηναίοι εις έξ ημέρας τα προς την ήπειρον μέρη και όσα άλλα είχαν
απόλυτον ανάγκην, αφήκαν προς φύλαξιν της θέσεως τον Δημοσθένην μετά
πέντε πλοίων, και με τα επίλοιπα πλοία έσπευσαν να πλεύσουν προς την
Κέρκυραν και την Σικελίαν.
6. Οι δε ευρισκόμενοι εις την Αττικήν Πελοποννήσιοι, άμα ήκουσαν ότι
κατελήφθη η Πύλος, επέστρεψαν ταχέως εις τα ίδια. Οι Λακεδαιμόνιοι
και ο βασιλεύς ’γις εθεώρουν ότι το συμβάν της Πύλου απέβλεπεν εις
αυτούς ατομικώς· άλλως δε, επειδή εισέβαλαν πολύ προώρως και ο σίτος
δεν είχεν ωριμάσει ακόμη, οι πλείστοι εστερούντο τροφής· επί πλέον
επήλθε ψύχος ασύνηθες εις τοιαύτην ώραν του έτους και ο στρατός
υπέφερε πολύ. Όλα ταύτα τα αίτια συνετέλεσαν, ώστε να αναχωρήσουν
ταχύτερον και να καταστήσουν πολύ ολιγοχρόνιον την εισβολήν εκείνην·
διότι μόνον δεκαπέντε ημέρας έμειναν εις την Αττικήν.
7. Κατά τον αυτόν δε χρόνον ο στρατηγός των Αθηναίων Σιμωνίδης,
συναθροίσας ολίγους Αθηναίους εκ των φρουρίων και πλήθος συμμάχων
εγχωρίων, κατέλαβε διά προδοσίας την Ηιόνα εις τα παράλια της
Θράκης, αποικίαν των Μενδαίων και εχθράν των Αθηναίων. Αλλά, επειδή
έτρεξαν ταχέως οι Χαλκιδείς και οι Βοττιαίοι προς βοήθειαν,
απεκρούσθη και έχασε πολλούς των στρατιωτών.
8. Μόλις επέστρεψαν οι Πελοποννήσιοι εκ της Αττικής, οι μεν
Σπαρτιάται και οι πλησιέστεροι περίοικοι έσπευσαν προς βοήθειαν της
Πύλου, οι δε άλλοι Λακεδαιμόνιοι, μόλις φθάσαντες από άλλην
εκστρατείαν, εκίνησαν πολύ αργότερα. Παρήγγειλαν δε εις την
Πελοπόννησον να πέμψη όσον τάχιστα βοηθείας εις την Πύλον και
προσεκάλεσαν επίσης να έλθουν και τα εν Κερκύρα εξήκοντα πλοία των,
τα οποία μεταφερθέντα άνωθεν του ισθμού της Λευκάδος έφθασαν εις την
Πύλον χωρίς να παρατηρηθούν υπό των εν Ζακύνθω αττικών πλοίων· είχε
δε προσέλθη ήδη και ο πεζός στρατός. Ο δε Δημοσθένης ενώ επλησίαζεν
ο πελοποννησιακός στόλος, εξαπέστειλεν εις Ζάκυνθον δύο πλοία, διά
να μηνύση εις τον Ευρυμέδοντα και τους ευρισκομένους εις τα πλοία
Αθηναίους να σπεύσουν, διότι εκινδύνευεν η Πύλος. Και τα μεν πλοία
ανεχώρησαν ταχέως εκ της Ζακύνθου, κατά την παραγγελίαν του
Δημοσθένους· οι δε Λακεδαιμόνιοι παρεσκευάζοντο να προσβάλουν το
τείχος κατά γην και κατά θάλασσαν, νομίζοντες ότι ευκόλως θα
εκυρίευαν κτίριον το οποίον κατεσκευάσθη βιαστικά και εφυλάσσετο από
ολίγους ανθρώπους. Περιμένοντες από στιγμής εις στιγμήν προστρέχοντα
εις βοήθειαν τα πλοία των Αθηναίων είχον κατά νουν, εάν δεν
κατώρθουν να κυριεύσουν πρότερον την θέσιν, να κλείσουν όλας τας
εισόδους του λιμένος, όπως μη δυνηθούν να προσορμισθούν εις αυτόν οι
Αθηναίοι. Η νήσος η σήμερον ονομαζομένη Σφακτηρία, εκτεινομένη κατά
μήκος του λιμένος και κειμένη εγγύς, την προφυλάττει από τους
ανέμους και δύο μόνον εισόδους αφήνει στενάς· εκ τούτων η πρώτη,
απέναντι της Πύλου και των Αθηναϊκών τειχισμάτων, εις δύο μόνον
πλοία παρέχει δίοδον η δευτέρα, εις την άλλην άκραν, δύναται να
δεχθή οκτώ ή εννέα. Η νήσος αύτη, τότε έρημος, ήτο πολύδενδρος και
δεν είχε δρόμους διαβατούς, το δε μήκος αυτής ήτον έως δεκαπέντε
στάδιοι. Και τας μεν εισόδους έμελλον να κλείσουν στενώς διά των
πλοίων, τα οποία να έχουν εστραμμένην την πρώραν εις την θάλασσαν,
εις δε την νήσον, επειδή εφοβούντο μήπως ο εχθρός τους πολεμήση, απ'
εκεί, απεβίβασαν οπλίτας και έθεσαν άλλους καθ' όλον το μήκος της
ηπείρου. Διά του τρόπου τούτου οι Αθηναίοι ήθελαν εύρει την νήσον
κατειλημμένην και ουδέν μέρος κατάλληλον προς απόβασιν επειδή τα έξω
της εισόδου και προς το πέλαγος παράλια της Πύλου δεν έχουν λιμένας,
οι Αθηναίοι ουδαμού ηδύναντο να αποβιβασθούν, διά να σπεύσουν εις
βοήθειαν των στρατιωτών των· και τοιουτοτρόπως οι Πελοποννήσιοι άνευ
ναυμαχίας και κινδύνου θα ηδύναντο κατά πάσαν πιθανότητα να
εκπολιορκήσουν την θέσιν, η οποία εστερείτο τροφίμων και εφρουρείτο
ανεπαρκώς. Αφού δε παρεδέχθησαν τα μέτρα ταύτα, διεβίβασαν εις την
νήσον τους οπλίτας κληρώσαντες αυτούς εξ όλων των λόχων. Και είχαν
μεν διαβιβασθή πρότερον άλλοι διαδοχικώς, οι τελευταίοι όμως,
οίτινες και έμειναν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, εκτός των
Ειλώτων. Αρχηγός δε αυτών ήτον Επιτάδας ο Μολόβρου.
9. Βλέπων δε ο Δημοσθένης τους Λακεδαιμονίους ετοιμαζομένους να
επιτεθούν διά ξηράς και διά θαλάσσης παρεσκευάζετο και αυτός και
ανασύρας εις την παραλίαν τα πλοία τα οποία του είχαν αφήσει,
παρέταξεν αυτά υπό το τείχισμα και ώπλισε τους ναύτας αυτών με
ασπίδας φθαρμένας και κατεσκευασμένας ως επί το πλείστον από
λυγαριάν· διότι εις τον έρημον εκείνον τόπον δεν ήτο δυνατόν να
εύρουν άλλα όπλα· εκείνα μάλιστα, τα οποία μετεχειρίσθησαν, τα
έλαβαν από ένα τριακόντορον πλοίον και ένα ταχύπλουν πειρατικόν των
Μεσσηνίων, τα οποία ευρέθησαν εκεί κατά τύχην. Οι Μεσσήνιοι ούτοι
παρέσχον τεσσαράκοντα οπλίτας, τους οποίους ο Δημοσθένης ήνωσε μετά
των άλλων. Και τους μεν πολλούς των αόπλων και των ωπλισμένων έταξε
προς το μέρος της ηπείρου επί όλων των ισχυρών και ασφαλών μερών,
διατάξας αυτούς ν' απωθήσουν το πεζικόν, εάν επήρχετο κατ' αυτών·
αυτός δε εκλέξας εξ όλων εξήκοντα οπλίτας και ολίγους τοξότας εχώρει
έξω του τείχους προς την θάλασσαν, εις το μέρος, όπου υπέθετεν ότι
οι εχθροί ήθελαν αποπειραθή ν' αποβιβασθούν· το μέρος εκείνο ήτο μεν
δυσπρόσιτον και πετρώδες και προς το πέλαγος στραμμένον, αλλά,
επειδή το τείχος εκεί ήτον ασθενέστερον, ενόμισεν ο Δημοσθένης ότι
οι εχθροί μετά προθυμίας ήθελαν σπεύσει να αποβιβασθούν· οι δε
Αθηναίοι, μη υποθέσαντές ποτε ότι ήτο δυνατόν να νικηθούν κατά
θάλασσαν, παρημέλησαν να οχυρώσουν το μέρος εκείνο, εις τρόπον ώστε
ο εχθρός, εάν επεχείρει εκεί απόβασιν, είχεν ελπίδα επιτυχίας.
Ενταύθα λοιπόν, προχωρήσας προς αυτήν την παραλίαν, παρέταξε τους
οπλίτας, όπως εμποδίση, ει δυνατόν, την απόβασιν και τους απηύθυνε
την εξής προτροπήν :
10. «Ω άνδρες, οι μετ' εμού συμμεριζόμενοι τον παρόντα κίνδυνον,
κανείς ας μη θελήση εις τοιαύτην κρίσιμον στιγμήν να φανή ότι είναι
συνετός, ακριβώς υπολογίζων το μέγεθος του κινδύνου πού μας
περιστοιχίζει, αλλά μάλλον, πλήρης απερισκέπτου πεποιθήσεως ας
ορμήση κατά των εχθρών ελπίζων ότι ούτω μόνον θέλει αναδειχθή
νικητής. Απέναντι αναποφεύκτου ανάγκης ουδεμία σκέψις απαιτείται
αλλά παράβολος τόλμη. Εγώ δε βλέπω ότι πλείστας ελπίδας έχομεν
επιτυχίας, εάν θελήσωμεν να υπομείνωμεν και να μεταχειρισθώμεν τα
πλεονεκτήματα ημών χωρίς να φοβηθώμεν το πλήθος των εχθρών. Το
δυσπρόσιτον της θέσεως νομίζω ότι αποβαίνει υπέρ ημών. Εάν
υπομείνωμεν, θα μας είναι υποβοηθητικόν, εάν δε υποχωρήσωμεν,
μολονότι είναι δύσκολα προσιτόν, θέλει κατασταθή ευκολοπρόσιτον εις
τους Λακεδαιμονίους, όταν κανείς δεν ευρεθή εκεί, διά να τους
αντισταθή· τότε δε θα τους εύρωμεν πολύ φοβερωτέρους, εάν, μη
δυναμένους να υποχωρήσουν, θελήσωμεν έπειτα να τους αναγκάσωμεν εις
τούτο. Ενόσω ευρίσκονται επί των καταστρωμάτων, εύκολον είναι να
τους πολεμήσωμεν, άμα όμως αποβιβασθούν, ο αγών καθίσταται ίσος.
Αλλ' ουδέ το πλήθος αυτών είναι επίφοβον· διότι, μολονότι πολύ,
μικρόν όμως μέρος αυτού θα πολεμή κάθε φοράν, μη ευρίσκον μάλιστα
πού να προσορμισθή. Δεν πρόκειται ενταύθα περί μάχης εις πεδιάδα,
ότε, επειδή είναι ίσα όλα τα μέσα, η πλάστιγξ κλίνει υπέρ του
αριθμητικώς ανωτέρου, αλλά περί μάχης εκ των πλοίων, και γνωστόν
είναι ότι εις την θάλασσαν απαιτείται να συντρέξουν πολλαί και
ευνοϊκαί περιστάσεις. Νομίζω λοιπόν ότι τα μειονεκτήματα αυτών
ισοφαρίζουν τον μικρόν αριθμόν μας. Ομιλών προς σας, πού είσθε
Αθηναίοι, και γνωρίζετε εκ πείρας πόσον δυσχερής είναι η απόβασις,
επί παρουσία εχθρού, ο οποίος έχει απόφασιν να υπομείνη και να μη
υποχωρήση φοβηθείς τον κρότον των κυμάτων και την ορμητικήν
προσέγγισιν των πλοίων, σας προτρέπω να μείνετε σταθεροί εις τους
βράχους τούτους και να αμυνθήτε κατά του εχθρού, όπως και τον εαυτόν
σας σώσετε και την θέσιν αυτήν ».
11. Μετά την παρότρυνσιν ταύτην του Δημοσθένους οι Αθηναίοι
ησθάνθησαν πλειότερον θάρρος, και ακολουθήσαντες αυτόν παρετάχθησαν
παρά την θάλασσαν, Οι δε Λακεδαιμόνιοι επροχώρησαν τότε και
προσέβαλαν την θέσιν διά του πεζού στρατού και των πλοίων, τα οποία
ήσαν τεσσαράκοντα τρία· ήτο δε ναύαρχος αυτών ο Σπαρτιάτης
Θρασυμηλίδας ο Κρατησικλέους, όστις και προσέβαλε το μέρος το οποίον
είχε προϊδεί ο Δημοσθένης. Και οι μεν Αθηναίοι ημύνοντο αμφοτέρωθεν,
και εκ της ξηράς και εκ της θαλάσσης· οι δε Λακεδαιμόνιοι,
διαιρέσαντες τον στόλον εις μικράς μοίρας, διότι δεν ηδύναντο να
πλησιάσουν πολλοί, προσέβαλλαν και ανεπαύοντο αλληλοδιαδόχως. Οι δε
στρατιώται κάθε προθυμίαν κατέβαλλαν παροτρυνόμενοι αμοιβαίως διά ν'
απωθήσουν τους Αθηναίους και καταλάβουν την θέσιν, προ πάντων όμως
διεκρίθη ο Βρασίδας. Αυτός διοικών έν πλοίον και βλέπων ότι ένεκα
του δυσπροσίτου της ακτής οι τριήραρχοι και οι κυβερνήται,
φοβούμενοι μήπως συντρίψουν τα πλοία των, εδίσταζον να πλησιάσουν
και εις αυτά ακόμη τα μέρη όπου εφαίνετο δυνατή η προσέγγισις, εβόα
λέγων ότι δεν έπρεπε, φειδόμενοι ξύλων, να αφήσουν τους εχθρούς να
εγείρουν τείχος εις την χώραν των, και παρώτρυνεν όχι μόνον να
προσεγγίσουν και να κατασυντρίψουν τα πλοία, αλλά και οι σύμμαχοι να
μη διστάσουν κατόπιν τόσων ευεργεσιών, να θυσιάσουν κατά την
περίστασιν ταύτην τα πλοία των εις τους Λακεδαιμονίους, εξοκέλλοντες
δε και αποβιβαζόμενοι διά παντός τρόπου να νικήσουν τους εχθρούς και
να κυριεύσουν την θέσιν.
12. Και ο μεν Βρασίδας τοιουτοτρόπως παρώτρυνε και τους άλλους και
τον ιδικόν του κυβερνήτην αναγκάσας να εξοκείλη το πλοίον επροχώρησε
προς την αποβάθραν· αλλ' ενώ προσεπάθει να αποβή ανεκόπη υπό των
Αθηναίων, και τραυματισθείς εις πολλά μέρη του σώματος ελιποψύχησε·
καθ' ην στιγμήν δε έπιπτεν εις τα έμπροσθεν της πρώρας, η ασπίς
ωλίσθησεν εις την θάλασσαν και οι Αθηναίοι λαβόντες αυτήν, ριφθείσαν
υπό των κυμάτων εις την ξηράν, προσήρτησαν ύστερα εις το τρόπαιον,
το οποίον έστησαν προς ανάμνησιν της προσβολής εκείνης. Οι δε άλλοι,
με όλας των τας προσπάθειας, δεν ηδυνήθησαν να αποβούν τόσον ένεκα
του δυσπροσίτου της θέσεως, όσον και ένεκα της αντιστάσεως των
Αθηναίων, οι οποίοι δεν υπεχώρουν.
Αλλόκοτος μεταβολή τύχης! Οι Αθηναίοι κατά ξηράν και εις χώραν
Λακωνικήν απέκρουον τους Λακεδαιμονίους επιτιθεμένους διά θαλάσσης,
ενώ ούτοι επιβαίνοντες εις πλοία προσεπάθουν να αποβιβασθούν εις
ιδίαν χώραν, γενομένην όμως εχθρικήν, και να προσβάλλουν τους
Αθηναίους· διότι κατ' εκείνον τον χρόνον, γενική επεκράτει ιδέα ότι
οι μεν υπερείχον διά την ηπειρωτικήν τακτικήν, οι δε διά την περί τα
ναυτικά τελείαν εμπειρίαν των.
13. Μετά τας προσβολάς τας οποίας έκαμον κατ' εκείνην την ημέραν και
μέρος της ακολούθου έπαυσαν την μάχην· κατά την τρίτην δε ημέραν
έστειλαν και μερικά πλοία εις Ασίνην, διά να φέρουν ξύλα προς
κατασκευήν μηχανών, ελπίζοντες διά των μηχανών τούτων να κυριεύσουν
το προς τον λιμένα τείχος, το οποίον ήτο μεν υψηλόν, παρείχεν όμως
ευκολίαν προς απόβασιν. Εν τούτω τω μεταξύ φθάνουν τα πεντήκοντα
πλοία των Αθηναίων εκ της Ζακύνθου· διότι μετ' αυτών είχαν ενωθή
τινα εκ των φρουρούντων την Ναύπακτον και τέσσαρα των Χίων. Ότε δε
είδον την ήπειρον και την νήσον πλήρη οπλιτών, και εις τον λιμένα
τον εχθρικόν στόλον μη εξερχόμενον, ευρέθησαν εις απορίαν πού να
αράξουν· ακολούθως όμως έπλευσαν προς την νήσον Πρώτην, η οποία
είναι έρημος και δεν απέχει πολύ, και διενυκτέρευσαν εκεί. Την
επιούσαν δ' έπλευσαν εις τανοικτά προπαρασκευασθέντες ως διά
ναυμαχίαν, κάμνοντες διπλήν υπόθεσιν, ή ότι ο εχθρός θα εξήρχετο εις
το πέλαγος προς συνάντησίν των, ή ότι αυτοί θα εισήρχοντο εις τον
λιμένα. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ούτε εξήλθον εις το πέλαγος, ούτε
έκλεισαν τας εισόδους του λιμένος, ως διενοήθησαν αλλ' ησυχάζοντες
επί της ξηράς ενησχολούντο να επιβιβάζουν τα στρατεύματα των και να
παρασκευάζωνται, εν περιπτώσει προσβολής, να ναυμαχήσουν εντός του
λιμένος, ο οποίος δεν ήτο μικρός.