Τότε λοιπόν μας έφυγε εκείνο το πρώτον, δηλαδή το να είναι απολύτως
ωραίον το δυνατόν και το χρήσιμον. Αλλά τόρα άραγε, φίλε Ιππία, αυτό
είναι εκείνο που ήθελε να ειπή η ψυχή μας, ότι δηλαδή το χρήσιμον
και το δυνατόν προς εκτέλεσιν ενός αγαθού, αυτό μόνον είναι ωραίον;
Ιππίας.
Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης.
Αλλ' αυτό βεβαίως είναι ωφέλιμον. Ή όχι;
Ιππίας.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον και τα ωραία σώματα και τα ωραία νόμιμα
και η σοφία και όλα όσα ελέγαμεν προ ολίγου είναι ωραία καθ' όσον
είναι ωφέλιμα.
Ιππίας.
Αυτό είναι φανερόν.
Σωκράτης.
Επομένως το ωφέλιμον θεωρούμεν ημείς ως ωραίον, φίλε Ιππία.
Ιππίας.
Βεβαιότατα, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Αλλά βεβαίως το ωφέλιμον είναι εκείνο που κάμνει κάθε αγαθόν.
Ιππίας.
Αυτό είναι.
Σωκράτης.
Αυτό όμως που κάμνει δεν είναι κανέν άλλο παρά το αίτιον. Δεν είναι
έτσι;
Ιππίας.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Επομένως, αίτιον του αγαθού είναι το καλόν.
Ιππίας.
Είναι βέβαια.
Σωκράτης.
Αλλά βεβαίως, Ιππία μου, το αίτιον και το πράγμα, διά το οποίον
χρησιμεύει ως αίτιον το αίτιον (=το αιτιατόν), δεν είναι το ίδιον
πράγμα. Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν το αίτιον να είναι αίτιον
του αιτίου. Πρόσεξε δε εις το εξής. Δεν απεδείχθη το αίτιον ως
ποιητικόν;
Ιππίας.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν είναι αληθές ότι από το ποιητικόν δεν κατασκευάζεται άλλο
τίποτε παρά το κατασκευαζόμενον, όχι όμως το ποιητικόν;
Ιππίας.
Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν είναι άλλο το εκτελούμενον και άλλο το δημιουργικόν;
Ιππίας.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Επομένως το αίτιον δεν είναι αίτιον άλλου αιτίου αλλά αίτιον του
παραγομένου απ' αυτό (=του αιτιατού).
Ιππίας.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Εάν λοιπόν το ωραίον είναι αίτιον αγαθού, τότε λοιπόν παράγεται από
το ωραίον το αγαθόν. Και διά τούτο, καθώς φαίνεται, σπουδάζομεν και
την φρόνησιν και όλα τα άλλα ωραία, διότι και το έργον που παράγουν
αυτά είναι αξιοσπούδαστον, δηλαδή το αγαθόν, και πλησιάζομεν να
ανακαλύψωμεν ότι το ωραίον ως προς το αγαθόν έχει κάπως τόπον
πατρός.
Ιππίας.
Βεβαιότατα. Δηλαδή ομιλείς πολύ ορθά, Σωκράτη μου,
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν λέγω και τούτο ορθά, ότι δηλαδή ούτε ο πατήρ είναι
υιός ούτε ο υιός πατήρ;
Ιππίας.
Μάλιστα ορθά.
Σωκράτης.
Ούτε βεβαίως το αίτιον είναι παράγωγον ούτε το παραγόμενων είναι
αίτιον.
Ιππίας.
Λέγεις την αλήθειαν.
Σωκράτης.
Μα τον Δία, αγαπητέ μου, τότε λοιπόν ούτε το ωραίον είναι αγαθόν
ούτε το αγαθόν ωραίον. Ή μήπως σου φαίνεται ότι είναι δυνατόν,
συμφώνως με όσα είπαμεν, να είναι το ίδιον;
Ιππίας.
Όχι μα τον Δία, δεν μου φαίνεται.
Σωκράτης.
Λοιπόν αρέσκει εις ημάς και δεχόμεθα να λέγωμεν, ότι το ωραίον δεν
είναι αγαθόν, ούτε τ' αγαθόν ωραίον;
Ιππίας.
Όχι μα τον Δία, δεν αρέσκει τόσον πολύ.
Σωκράτης.
Αλλά μα τον Δία, Ιππία μου, εις εμέ αρέσκει ολιγώτερον από όλους
τους λόγους που είπαμεν.
Ιππίας.
Και βέβαια έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Επομένως πλησιάζει να μας φανή όχι καθώς εφαίνετο προ ολίγου, ότι
δηλαδή ο καλλίτερος ορισμός του ωραίου είναι το ωφέλιμον και το
χρήσιμον και το ικανόν να εκτελή κανέν αγαθόν, αλλά, αν ημπορούμεν
να εκφρασθώμεν ούτω πως, ότι δηλαδή είναι γελοιωδέστερος από
εκείνους τους προηγουμένους, εις τους οποίους ενομίζαμεν και την
παρθένον ως το ωραίον και χωριστά το καθέν από όσα είπαμεν
προηγουμένως.
Ιππίας.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Και εγώ μεν, σε βεβαιώ, δεν γνωρίζω πλέον, Ιππία μου, πού πρέπει να
στραφώ, αλλά ευρίσκομαι εις απορίαν. Συ όμως έχεις να ειπής τίποτε;
Ιππίας.
Όχι τουλάχιστον προς το παρόν. Αλλά, καθώς έλεγα προ ολίγου, αν
σκεφθώ, είμαι βέβαιος ότι θα το εύρω.
Σωκράτης.
Εγώ όμως από την αμάθειάν μου νομίζω ότι δεν θα ημπορέσω να σε
περιμείνω αργοπορούντα. Άλλως τε νομίζω ότι κάπως αυτήν την στιγμήν
ευρήκα κάτι. Πρόσεξε λοιπόν. Εάν ονομάσωμεν ωραίον εκείνο που μας
κάμνει να ευφραινώμεθα, όχι από όλας τας ηδονάς, αλλά μόνον της
ακοής και της οράσεως, ποία θα είναι η θέσις μας εις αυτόν τον
αγώνα; Διότι και οι ωραίοι άνθρωποι βεβαίως, Ιππία μου, και όλα τα
διακοσμητικά έργα, και αι εικονογραφίαι και τα έργα της πλαστικής
μας ευχαριστούν, όταν τα βλέπωμεν, όσα είναι ωραία. Και πάλιν οι
ωραίοι τόνοι και όλη η μουσική και οι λόγοι και αι διηγήσεις το
ίδιον αποτέλεσμα φέρουν, ώστε, εάν αποκριθώμεν εις τον θρασύν
εκείνον άνθρωπον «Καλέ παλικαρά μου, ωραίον είναι το ευχάριστον εις
την ακοήν και την όρασιν», δεν φρονείς ότι αυτός θα σταματήση την
θρασύτητά του;
Ιππίας.
Εγώ τουλάχιστον τόρα, Σωκράτη μου, νομίζω ότι καλά ορίζομεν τι είναι
το ωραίον.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; Καλέ Ιππία, τας ωραίας ασχολίας και τους νόμους θα
ειπούμεν ότι είναι ωραία πράγματα διά μέσου της ακοής άραγε ή διά
μέσου της οράσεως, ή ότι αποτελούν κάποιον άλλο είδος;
Ιππίας.
Αυτά, καλέ Σωκράτη, ίσως να διαφύγουν την προσοχήν αυτού του
ανθρώπου.
Σωκράτης.
Μα τον Κέρβερον, Ιππία μου, όχι βεβαίως αυτόν, τον οποίον εγώ παρά
πολύ θα εντρέπωμαι, εάν φλυαρώ και καυχώμαι ότι κάτι λέγω, ενώ δεν
λέγω τίποτε.
Ιππίας.
Ποίος είναι αυτός;
Σωκράτης.
Ο Σωκράτης Σωφρονίσκου, ο οποίος εξ ίσου δεν θα μου επιτρέψη να λέγω
αυτούς τους λόγους, οι οποίοι είναι ανεξερεύνητοι, όσον και να ομιλώ
ως γνωρίζων όσα δεν γνωρίζω.
Ιππίας.
Αλλά και εις εμέ τον ίδιον φαίνεται, τόρα που το είπες συ, ότι άλλο
είναι αυτό το ωραίον ως προς τους νόμους.
Σωκράτης.
Στάσου ήσυχα, Ιππία μου. Διότι είναι φόβος, ενώ επέσαμεν εις την
ιδίαν δυσκολίαν με την προηγουμένην περί του ωραίου, να νομίζωμεν
ότι ευρισκόμεθα εις κάποιαν άλλην ευκολίαν.
Ιππίας.
Πώς το εννοείς αυτό, Σωκράτη μου;
Σωκράτης.
Εγώ θα σου αναπτύξω, πώς μου φαίνεται, διά να ιδής αν λέγω τίποτε.
Δηλαδή αυτά μεν τα σχετικά με τους νόμους και τας ασχολίας ίσως
νομισθούν ότι δεν εξέρχονται από τα όρια της αισθήσεως, η οποία
ενεργεί εις ημάς με την ακοήν και με την όρασιν, και ημπορούμεν να
ανεχθώμεν αυτόν τον ορισμόν, ότι δηλαδή το ηδονικόν εις αυτά τα
αισθητήρια είναι ωραίον, χωρίς να φέρωμεν εις το μέσον το ζήτημα των
νόμων. Εάν όμως μας ερωτήση είτε αυτός που σου είπα, είτε και
οποιοσδήποτε άλλος. Διατί λοιπόν, καλέ Ιππία και συ Σωκράτη, το
εχωρίσατε από το ηδονικόν, και το ηδονικόν αυτού του είδους που
λέγετε, το θεωρείτε ωραίον, το δε ηδονικόν των άλλων αισθητηρίων,
δηλαδή των φαγητών και των ποτών και των αφροδισιακών και όλα τα
παρόμοια δεν τα θεωρείτε ωραία; Ή μήπως δεν τα θεωρείτε ούτε
ηδονικά, ούτε κατ' αρχήν παραδέχεσθε ότι υπάρχουν ηδοναί μέσα εις
αυτά, ούτε εις κανέν άλλο παρά μόνον εις την όρασιν και την ακοήν;
Τι θα ειπούμεν, καλέ Ιππία;
Ιππίας.
Βεβαιότατα θα απαντήσωμεν, καλέ Σωκράτη, ότι και εις τα άλλα
υπάρχουν πολύ μεγάλαι ηδοναί.
Σωκράτης.
Διατί λοιπόν, θα ειπή, αφού είναι επίσης ηδοναί, δεν αφαιρείτε και
από τας πρώτας εκείνας το όνομα αυτό και δεν τας στερείτε τον
χαρακτηρισμόν ότι είναι ωραίαι; Διότι, θα απαντήσωμεν, δεν θα έμεινε
κανείς που να μη μας περιγελάση, εάν ελέγαμεν ότι δεν είναι ηδονικόν
το φαγητόν, αλλά ωραίον, και η καλή μυρουδιά ότι δεν είναι ηδονική,
αλλά ωραία. Βεβαίως δε διά τα αφροδισιακά ο καθείς θα μας πολεμήση
ότι είναι το ηδονικώτερον από όλα, και ότι πρέπει αυτά, όταν τα
κάμνη κανείς, να τα κάμνη ούτω πως, ώστε κανείς να μην τον βλέπη,
διότι είναι ασχημότατον πράγμα το να τον βλέπουν. Αν ειπούμεν αυτά,
Ιππία μου, ίσως μας απαντήση· Εννοώ και εγώ διατί προ πολλού
εντρέπεσθε να ονομάσετε ωραίας αυτάς τας ηδονάς, διότι δεν αρέσουν
εις τον κόσμον. Εγώ όμως δεν ερωτούσα τι φαίνεται ωραίον εις το
κοινόν, αλλά τι είναι. Θα απαντήσωμεν λοιπόν νομίζω, ότι ωραίον
είναι αυτό που εδέχθημεν κατ' αρχήν, δηλαδή ότι ημείς θεωρούμεν
ωραίον το μέρος της ηδονής, το οποίον παράγεται εις την όρασιν και
την ακοήν. Αλλά συ ημπορεί να χρησιμοποιήσης αυτόν τον ορισμόν, ή θα
ειπούμεν και τίποτε άλλο, φίλε Ιππία;
Ιππίας.
Είναι ανάγκη συμφώνως με όσα είπαμεν προηγουμένως, Σωκράτη μου, να
μη ειπούμεν τίποτε άλλο παρά αυτά.
Σωκράτης.
Καλά λέγετε λοιπόν, θα ειπή. Λοιπόν, αφού είναι ωραίον το ηδονικόν
εις την όρασιν και εις την ακοήν, τότε δεν είναι άραγε φανερόν ότι
εκείνο το ηδονικόν, το οποίον δεν είναι από αυτά τα είδη, δεν είναι
ωραίον; Θα το παραδεχθώμεν αυτό;
Ιππίας.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Άραγε, θα ειπή αυτός, το ηδονικόν εις την όρασιν είναι ηδονικόν εις
την όρασιν και την ακοήν συγχρόνως, ή το ηδονικόν εις την ακοήν
είναι ηδονικόν εις την ακοήν και την όρασιν συγχρόνως; Διόλου
μάλιστα, θα απαντήσωμεν ημείς, δεν είναι δυνατόν το εις έν
αισθητήριον ηδονικόν να γίνη ηδονικόν εις δύο αισθητήρια. Δηλαδή
αυτό μου φαίνεται ότι εννοείς τόρα. Ημείς όμως ελέγαμεν ότι και
μόνον του χωριστά το καθέν από αυτά τα ηδονικά είναι ωραίον αλλά και
τα δύο ομού. Δεν θα απαντήσωμεν ούτω πως;
Ιππίας.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν, θα ειπή αυτός, η μία ηδονή διαφέρει από οποιανδήποτε
άλλην ως προς το να είναι ηδονή; Δηλαδή δεν εννοώ, αν καμμία ηδονή
είναι μεγαλιτέρα ή μικροτέρα ή περισσοτέρα ή ολιγωτέρα, αλλά αν
διαφέρει ως προς αυτό ακριβώς, δηλαδή ως προς το να είναι αυτή μεν
ηδονή, εκείνη όμως όχι ηδονή μεταξύ όλων των ηδονών. Βεβαίως δεν
φρονούμεν ούτω πως. Δεν είναι έτσι;
Ιππίας.
Μάλιστα δεν φρονούμεν.
Σωκράτης.
Λοιπόν, θα ειπή αυτός, δεν είναι αληθές ότι επροτιμήσατε αυτάς από
όλας τας ηδονάς όχι διά τίποτε άλλο παρά διότι είναι ηδοναί, και
συγχρόνως διότι παρατηρείτε κάπως εις αυτάς τας δύο ότι έχουν κάτι
διαφορετικόν από τας άλλας, το οποίον λαμβάνοντες υπ' όψιν λέγετε
ότι αύται είναι ωραίαι; Διότι βεβαίως δεν θα είναι ωραία η ηδονή της
οράσεως απλώς και μόνον διότι γίνεται με την όρασιν. Διότι, αν αυτή
ήτο αιτία της διά να είναι ωραία, τότε δεν ήτο δυνατόν ποτέ να είναι
ωραία η άλλη ηδονή της ακοής, αφού αυτή βεβαίως δεν είναι ηδονή της
οράσεως, θα ειπούμεν ότι λέγει την αλήθειαν;
Ιππίας.
Βεβαίως θα ειπούμεν.
Σωκράτης.
Ούτε πάλιν βεβαίως η ηδονή της ακοής είναι ωραία διότι γίνεται με
την ακοήν. Διότι τότε πάλιν δεν θα ήτο ποτέ ωραία η ηδονή της
οράσεως, αφού δεν είναι βεβαίως ηδονή της ακοής. Θα ειπούμεν, Ιππία
μου, ότι λέγει την αλήθειαν ο άνθρωπος που λέγει αυτά;
Ιππίας.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και όμως είναι και αι δύο ωραίαι, καθώς λέγετε. Δεν το λέγομεν;
Ιππίας.
To λέγομεν.
Σωκράτης.
Επομένως αυταί έχουν κάτι τι το όμοιον, το οποίον τας κάμνει να
είναι ωραίαι, αυτό το κοινόν, το οποίον και εις τας δύο μαζί υπάρχει
ομού και ιδιαιτέρως εις καθεμίαν. Διότι βεβαίως δεν ήτο δυνατόν
αλλέως να είναι ωραίαι και αι δύο και η καθεμία. Απάντησε εις εμέ ως
να είμαι εκείνος.
Ιππίας.
Απαντώ και νομίζω ότι είναι καθώς λέγεις.
Σωκράτης.
Επομένως, εάν πάσχουν κάτι τι και αι δύο αυταί ηδοναί μαζί, χωριστά
όμως δεν πάσχει αυτό η καθεμία, ίσως δεν είναι δυνατόν να είναι
ωραίαι από αυτό το πάθημα.
Ιππίας.
Και πώς ημπορεί να συμβή αυτό, καλέ Σωκράτη, δηλαδή, όταν καμμία από
τας δύο δεν παθαίνη οτιδήποτε από όλα τα συμβαίνοντα, αυτό το πάθος
το οποίον δεν το έπαθε καμμία από τας δύο να το πάθουν και αι δύο;
Σωκράτης.
Δεν σου φαίνεται δυνατόν;
Ιππίας.
Βεβαίως, διότι θα με εκυρίευε μεγάλη απειρία και περί της φύσεως
αυτών των πραγμάτων και περί της συνυφάνσεως των προκειμένων λόγων.
Σωκράτης.
Αυτό το είπες νόστιμα, φίλε Ιππία. Εγώ όμως ίσως πλησιάζω να νομίζω
ότι βλέπω κάτι το οποίον συμβαίνει καθώς συ λέγεις ότι είναι
αδύνατον να συμβή, πράγματι όμως τίποτε δεν βλέπω.
Ιππίας.
Διόλου δεν πλησιάζεις, Σωκράτη μου. αλλά πολύ τελείως απατάσαι.
Σωκράτης.
Και όμως, σε βεβαιώ, πολλά παρόμοια οράματα παρουσιάζονται εις την
ψυχήν μου, εγώ όμως δεν τα πιστεύω, διότι εις εσέ μεν, ο οποίος
εκέρδισες διά την σοφίαν σου τα περισσότερα χρήματα από όλους τους
σημερινούς, δεν παρουσιάζονται, παρά μόνον εις εμέ, ο οποίος τίποτε
δεν εκέρδισα ποτέ μου. Και συλλογίζομαι, αγαπητέ μου, μήπως
αστειεύεσαι μαζί μου και εκ προθέσεως με απατάς. Τόσον ζωηρά και
πολλά οράματα μου παρουσιάζονται.
Ιππίας.
Κανείς άλλος, Σωκράτη μου, δεν θα το εννοήση καλλίτερα από σε, αν
αστειεύομαι ή όχι, αρκεί να δοκιμάσης να διηγηθής αυτούς τους
οραματισμούς σου. Διότι θα αποδειχθής, ότι δεν λέγεις τίποτε. Διότι
είναι αδύνατον να εύρης ποτέ ότι εκείνο το οποίον δεν έπαθα ούτε εγώ
ούτε συ, αυτό το επάθαμεν και οι δύο μας.
Σωκράτης.
Πώς το εννοείς αυτό, Ιππία μου; Ίσως όμως λέγεις κάτι, και εγώ δεν
το εννοώ. Άκουσε όμως καθαρώτερα από εμέ τι θέλω να ειπώ. Δηλαδή εγώ
νομίζω ότι είναι δυνατόν να πάθωμεν οι δύο μας εκείνο, το οποίον
ούτε εγώ έπαθα ούτε είμαι ούτε συ είσαι. Και πάλιν είναι δυνατόν
άλλο τίποτε, το οποίον επάθαμεν και οι δύο, αυτό να μην το έχη
κανείς από τους δύο μας.
Ιππίας.
Τόρα πάλιν ομοιάζεις ως να δίδης απαντήσεις τερατώδεις, καλέ
Σωκράτη, πολύ περισσότερον παρά προηγουμένως. Και πρόσεξε να ιδής.
Δηλαδή άραγε, αν είμεθα και οι δύο μας δίκαιοι, δεν είναι λογικόν να
είναι δίκαιος και ο καθείς από τους δύο μας, ή, αν ο καθείς από τους
δύο μας είναι άδικος, δεν είμεθα τότε πάλιν και οι δύο άδικοι, ή, αν
είμεθα και οι δύο υγιείς, δεν είναι και ο καθείς μας; Ή, εάν ο
καθείς από τους δύο μας εκουράσθη ή επληγώθη ή εκτυπήθη ή έπαθε
οτιδήποτε άλλο, άραγε δεν είναι λογικόν να επάθαμεν και οι δύο μας
αυτό; Ακόμη δε, εάν ετύχαινε να είμεθα και οι δύο χρυσοί ή αργυροί ή
ελεφάντινοι, και αν αγαπάς γενναίοι ή σοφοί ή έντιμοι ή γέροντες ή
νέοι ή οτιδήποτε άλλο θέλεις από όσα συμβαίνουν εις τους ανθρώπους,
άραγε δεν είναι πολύ λογικόν και ο καθείς από τους δύο μας χωριστά
να είναι τοιούτος;
Σωκράτης.
Πολύ μάλιστα.
Ιππίας.
Αλλά συ βεβαίως, Σωκράτη μου, δεν προσέχεις εις ολόκληρον το ζήτημα
ούτε εκείνοι με τους οποίους συνηθίζεις να συζητής, και διά τούτο
κατακομματιάζετε το ωραίον και παν πράγμα με την συζήτησιν σας και
αποχωρίζοντες αυτό το παραμορφώνετε. Δι' αυτό σας διαφεύγουν τα
τόσον ωραία και ενιαία σώματα της πλάσεως. Ομοίως και τόρα τόσον
πολύ πλανάσαι, ώστε νομίζεις ότι υπάρχει ή κανέν πάθημα ή καμμία
ουσία (κατάστασις), η οποία εις τα δύο μεν αυτά υπάρχει συγχρόνως,
εις το έν όμως χωριστά δεν υπάρχει, ή αντιθέτως υπάρχει εις το καθέν
χωριστά, όχι όμως και εις τα δύο συγχρόνως. Τόσον ασυλλόγιστοι και
απερίσκεπτοι και μωροί και άκριτοι είσθε.
Σωκράτης.
Τοιούτοι είμεθα του λόγου μας, Ιππία μου, όχι καθώς μας θέλει ο
καθείς, αλλά καθώς ημπορούμεν, λέγει ο κόσμος παροιμιωδώς κάθε
τόσον. Συ όμως μας ωφελείς με τας συμβουλάς σου. Και ιδού και τόρα,
πόσον ήμεθα βλάκες πριν να μας δώσης αυτάς τας συμβουλάς, θέλεις
πάλιν εγώ καλλίτερον να σου το αποδείξω, αφού ειπώ τι εσκεπτόμεθα
δι' αυτά, ή να μην το ειπώ;
Ιππίας.
Θα το ειπής, Σωκράτη μου, εις εκείνον που το γνωρίζει. Δηλαδή εγώ
γνωρίζω τον καθένα από τους συζητητάς τι πράγμα είναι. Αλλά πάλιν,
εάν σε ευχαριστή, ειπέ το.
Σωκράτης.
Βεβαίως με ευχαριστεί. Δηλαδή, λαμπρότατέ μου άνθρωπε, του λόγου μας
πριν να ειπής συ αυτά, τόσον ήμεθα αδιόρθωτοι, ώστε είχαμεν την
γνώμην δι' εμέ και σε, ότι ο καθείς μας είναι είς, και επομένως
αυτήν την ιδιότητα, την οποίαν έχει ο καθείς μας χωριστά, δεν την
έχομεν δήθεν και οι δύο μαζί. Δηλαδή ότι δεν είμεθα μαζί είς αλλά
δύο. Τόσον ανόητοι ήμεθα! Τόρα όμως εξαναδιδάχθημεν από σε πλέον
ότι, εάν μεν και οι δύο είμεθα δύο, τότε είναι λογικόν να είμεθα δύο
και ο καθείς χωριστά, εάν δε είναι είς ο καθείς χωριστά, είναι
λογικόν είς να είμεθα και οι δύο μαζί. Διότι κατά σε δεν είναι
δυνατόν να εφαρμοσθή ενιαίως ο ορισμός της ιδιότητος κατ' άλλον
τρόπον παρά όταν ό,τι είναι και τα δύο μαζί, το ίδιον είναι και το
έν από τα δύο χωριστά, και ό,τι είναι το καθέν, το ίδιον και τα δύο.
Εγώ λοιπόν τόρα εδώ μένω εις την θέσιν μου με αλλαγμένην γνώμην.
Προηγουμένως όμως, Ιππία μου, υπενθύμισέ με, άραγε είς είμεθα και
εγώ και συ, ή μήπως και συ είσαι δύο και εγώ;
Ιππίας.
Τι λέγεις, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης.
Να αυτά που λέγω. Δηλαδή φοβούμαι να σε αναφέρω καθαρά, διότι
θυμόνεις μαζί μου, όταν νομίζης ότι λέγω τίποτε διά τον εαυτόν σου.
Αλλ' οπωσδήποτε ειπέ μου. Δεν είναι είς ο καθείς από τους δύο μας
και έχει αυτήν την ιδιότητα, να είναι είς;
Ιππίας.
Πολύ μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν, αφού είναι είς, δεν έπεται ότι είναι και περιττός ο καθείς
μας χωριστά; ή μήπως δεν θεωρείς περιττόν τον αριθμόν έν;
Ιππίας.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Αι λοιπόν και οι δύο μας περιττοί είμεθα, αφού είμεθα δύο;
Ιππίας.
Αυτό δεν είναι δυνατόν, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης.
Αλλά τότε οι δύο μαζί είμεθα άρτιοι. Δεν είναι έτσι;
Ιππίας.
Ορθότατα.
Σωκράτης.
Λοιπόν διότι τάχα και οι δύο είμεθα άρτιοι, έπεται ότι δι' αυτό
είναι και ο καθείς μας χωριστά άρτιος;
Ιππίας.
Όχι βεβαίως.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν είναι πολύ λογικόν, καθώς έλεγες προ ολίγου, ό,τι
είναι και οι δύο, το ίδιον να είναι και ο καθείς, και ό,τι είναι ο
καθείς, το ίδιον να είναι και οι δύο.
Ιππίας.
Όχι βέβαια αυτάς τας ιδιότητας, αλλά μόνον εκείνας που έλεγα
προηγουμένως.
Σωκράτης.
Αρκεί, Ιππία μου. Διότι και αυτά είναι αρκετά, αφού άλλα μεν
φαίνονται ότι είναι τοιαύτα, άλλα δε όχι. Δηλαδή και εγώ έλεγα, αν
ενθυμήσαι πότε είπαμεν αυτόν τον λόγον, ότι η ηδονή της οράσεως και
της ακοής δεν είναι ωραίαι από εκείνην την ιδιότητα την οποίαν έχει
η καθεμία από αυτάς χωριστά, όχι όμως και αι δύο μαζί, ή την έχουν
και αι δύο, όχι όμως και η καθεμία χωριστά, αλλά από την ιδιότητα
την οποίαν έχουν και μαζί αι δύο και χωριστά η καθεμία, διότι
εδέχεσο ότι και αι δύο αυταί μαζί είναι ωραίαι και η καθεμία
χωριστά. Δι' αυτόν τον λόγον λοιπόν ενόμιζα ότι με την ιδιότητα η
οποία συνυπάρχει και εις τα δύο είναι ωραία κατ' ανάγκην, εάν είναι
και τα δύο ωραία, όχι όμως με εκείνην η οποία λείπει από το έν ή το
άλλο. Και το ίδιον φρονώ και τόρα ακόμη. Λοιπόν, σε παρακαλώ, λέγε
μου, ως να αρχίζωμεν από την αρχήν. Η ηδονή της οράσεως και της
ακοής εάν είναι ωραίαι και αι δύο μαζί και η καθεμία χωριστά, άραγε
η ιδιότης που τας καθιστά ωραίας δεν συνυπάρχει και εις τας δύο
αυτάς μαζί και εις καθεμίαν χωριστά;
Ιππίας.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Άραγε λοιπόν διότι είναι ηδονή και η καθεμία χωριστά και αι δύο
μαζί, διά τούτο έπεται ότι είναι ωραίαι; Ή μήπως όσον δι' αυτήν την
αιτίαν εξ ίσου και όλαι αι άλλαι θα ήσαν ωραίαι; Διότι εξ ίσου
απεδείχθησαν ότι είναι ηδοναί, αν ενθυμήσαι.
Ιππίας.
Το ενθυμούμαι.
Σωκράτης.
Μόνον δε διότι γίνονται με την όρασιν και την ακοήν, διά τούτο
ελέγαμεν ότι αυταί είναι ωραίαι.
Ιππίας.
Και βέβαια το είπαμεν.
Σωκράτης.
Πρόσεξε λοιπόν να ιδής, αν λέγω την αλήθειαν. Δηλαδή, καθόσον
ενθυμούμαι εγώ, ελέγαμεν ότι δεν είναι ωραίον ολόκληρον το ηδονικόν,
αλλά μόνον εκείνο που προσπίπτει εις την όρασιν και την ακοήν.
Ιππίας.
Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης.
Λοιπόν δεν είναι δυνατόν αυτή η ιδιότης εις τας δύο μεν αυτάς να
συνυπάρχη, εις εκάστην όμως χωριστά όχι; Διότι βεβαίως το καθέν από
αυτά δεν υπάρχει δυνάμει και των δύο, καθώς ελέγαμεν προηγουμένως,
αλλά και τα δύο μεν υπάρχουν, το καθέν όμως όχι. Είναι αληθή αυτά;
Ιππίας.
Είναι.
Σωκράτης.
Επομένως δεν είναι ωραίον το καθέν από αυτά με την ιδιότητα η οποία
δεν συνυπάρχει και εις το καθέν χωριστά. Διότι ό,τι είναι κοινόν και
εις τα δύο δεν υπάρχει εις το καθέν χωριστά. Επομένως συμφώνως με
την υπόθεσίν μας είναι δυνατόν να ειπούμεν ότι είναι ωραία και τα
δύο, όχι όμως και το καθέν. Ή πώς θέλεις να λέγωμεν; Δεν είναι αυτό
λογικόν;
Ιππίας.
Φαίνεται.
Σωκράτης.
Θέλεις λοιπόν να δεχθώμεν ότι και τα δύο μεν είναι ωραία, όχι όμως
και το καθέν χωριστά;
Ιππίας.
Και τι μας εμποδίζει;
Σωκράτης.
Το εξής, φίλε μου, μου φαίνεται ότι μας εμποδίζει, ότι δηλαδή με
αυτήν την εξήγησιν όσα μεν επέρχονται εις τον καθένα μας χωριστά,
αφού συμβαίνουν και εις τους δύο, θα συμβαίνουν και εις τον καθένα,
και αφού συμβαίνουν εις τον καθένα θα συμβαίνουν και εις τους δύο
όλα ανεξαιρέτως όσα συ ανέφερες. Δεν είναι έτσι;
Ιππίας.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Όσα όμως πάλιν ανέφερα εγώ, όχι. Μεταξύ των οποίων ήτο και αυτή η
λέξις το &καθέν& και τα δύο μαζί. Είναι αληθές αυτό;
Ιππίας.
Είναι.
Σωκράτης.
Εις ποίαν από τας δύο λοιπόν αυτάς τάξεις, Ιππία μου, νομίζεις ότι
ανήκει το ωραίον; Άραγε εις αυτάς που έλεγες συ; Ότι δηλαδή, εάν εγώ
είμαι ισχυρός και είσαι και συ, τότε είμεθα ισχυροί και οι δύο, και
πάλιν, εάν εγώ είμαι δίκαιος και είσαι και συ, τότε είμεθα και οι
δύο, και εάν είμεθα και οι δύο, τότε είναι και ο καθείς. Κατ' αυτόν
λοιπόν τον τρόπον θέλεις να ειπούμεν και ότι, εάν εγώ είμαι ωραίος
και είσαι και συ, τότε είμεθα και οι δύο ωραίοι, και πάλιν, εάν
είμεθα και οι δύο, τότε είναι και ο καθείς μας; Ή μήπως δεν υπάρχει
εμπόδιον, ενώ είναι κάπως περιττοί αριθμοί και οι δύο, να είναι το
καθέν χωριστά αδιαφόρως περιττόν ή άρτιον, και πάλιν, ενώ είναι
ανέκφραστον το καθέν χωριστά, να είναι αδιαφόρως τα δύο μαζί
εκφραστικά ή ανέκφραστα, και άπειρα άλλα παρόμοια, καθώς είπα και
εγώ ότι μου παρουσιάζονται; Εις ποίαν τάξιν λοιπόν θέτεις το ωραίον;
Ή μήπως φαίνεται και εις σε περί αυτού καθώς και εις εμέ; Διότι μου
φαίνεται πολύ παράλογον να είμεθα μεν και οι δύο μας ωραίοι, όχι
όμως και ο καθείς μας, ή να είναι μεν ωραίος ο καθείς μας, όχι όμως
και οι δύο, ή κάτι τι παρόμοιον με αυτά. Τούτο εδώ προτιμάς, καθώς
και εγώ, ή εκείνο;
Ιππίας.
Τούτο προτιμώ, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Και καλά κάμνεις βεβαίως, Ιππία μου, διά να απαλλαχθώμεν από την
περισσοτέραν συζήτησιν. Διότι, εάν το ωραίον είναι έν από αυτά, τότε
δεν είναι δυνατόν πλέον να είναι ωραίον το ηδονικόν εις την όρασιν
και την ακοήν. Διότι και τα δύο ηδονικά τα κάμνει ωραία η
μεσολάβησις της οράσεως και της ακοής, όχι όμως το καθέν χωριστά.
Αυτό δε απεδείχθη αδύνατον, καθώς συμφωνούμεν και εγώ και συ, Ιππία
μου.
Ιππίας.
Βεβαίως συμφωνούμεν.
Σωκράτης.
Επομένως είναι αδύνατον να είναι ωραίον το ηδονικόν εις την όρασιν
και εις την ακοήν, διότι, εάν αυτό είναι ωραίον, παρουσιάζει ως
αληθές κάτι τι από τα αδύνατα.
Ιππίας.
Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης.
Λέγετε λοιπόν πάλιν από την αρχήν, θα ειπή αυτός, αφού δεν επετύχατε
εις αυτό· Τι πράγμα είναι αυτό το ωραίον το οποίον υπάρχει και εις
τας δύο αυτάς ηδονάς, ένεκα του οποίου αυτάς επροτιμήσατε από όλας
τας άλλας και τας ωνομάσατε ωραίας; Λοιπόν μου φαίνεται, Ιππία μου,
ότι είναι ανάγκη να ειπούμεν, ότι αυταί αι δύο ηδοναί είναι αι
αβλαβέστεραι και αι καλλίτεραι, όχι μόνον μαζί αι δύο, αλλά και
χωριστά η καθεμία. Ή μήπως συ ημπορείς να ειπής άλλο τίποτε, ως προς
το οποίον είναι διαφορετικαί από τας άλλας;
Ιππίας.
Διόλου μάλιστα. Και πραγματικώς αυταί είναι αι καλλίτεραι.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν, θα ειπή αυτός, τούτο άραγε θεωρείτε ως ωραίον, δηλαδή
την ωφέλιμον ηδονήν; Αυτό νομίζομεν, θα ειπώ εγώ. Συ όμως;
Ιππίας.
Και εγώ.
Σωκράτης.
Λοιπόν, θα ειπή αυτός, δεν είναι άραγε ωφέλιμον εκείνο που κάμνει το
αγαθόν, και αυτό που κάμνει δεν απεδείχθη προ ολίγου ως διάφορον από
εκείνο που γίνεται, και δεν επιστρέφει πάλιν η συζήτησις εις τον
προηγούμενον λόγον; Δηλαδή ούτε το αγαθόν ημπορεί να είναι ωραίον
ούτε το ωραίον αγαθόν, εάν το καθέν είναι διαφορετικόν. Με το
παραπάνω βεβαίως, θα ειπούμεν, καλέ Ιππία, εάν είμεθα σώφρονες.
Διότι βεβαίως δεν είναι συγχωρημένον να μη συμφωνούμεν με τον
ομιλούντα ορθώς.
Ιππίας.
Και τι τάχα νομίζεις, Σωκράτη μου, ότι είναι και όλα αυτά;
Αποξέσματα βεβαίως και αποκοπαί των λόγων είναι, καθώς έλεγα προ
ολίγου, χωρισμένα εις μικρά μέρη. Εκείνο όμως είναι και ωραίον και
έχει μεγάλην αξίαν, δηλαδή να ημπορή κανείς να παρουσιάση καλόν και
ωραίον λόγον μέσα εις δικαστήριον ή εις βουλευτήριον ή εις καμμίαν
άλλην αρχήν, εις την οποίαν απευθύνεται ο λόγος, και αφού καταπείση
τους ακροατάς να αναχωρήση με πραγματικόν κέρδος όχι μικρόν, αλλά με
το μεγαλίτερον βραβείον, δηλαδή την σωτηρίαν του εαυτού του και των
πραγμάτων του και των φίλων του. Αυτά λοιπόν πρέπει να επιδιώκη
κανείς και να αφήση αυτάς τας μικρολογίας, διά να μη φαίνεται ότι
είναι πολύ ανόητος και ότι μεταχειρίζεται φλυαρίας και παραληρήματα
καθώς τόρα.