Τούρκοι ν' απομακρυνθώσι και αυτοί και οι εχθροί των ησύχως
επί λόγω, ότι την τύχην των τόπων εκείνων θα την απεφάσιζεν η
θέλησις των συμμάχων και όχι η μάχαιρα αυτών· αλλ' ο
στρατάρχης απέρριψε την πρότασιν δικαίως, διότι οι Τούρκοι,
κατέχοντες την πλησιόχωρον Αττικήν, εθεωρούντο ως κύριοι και
των Θηβών. Το στράτευμα εν τοσούτω προ καιρού έπασχε παντός
είδους στερήσεις, και προ μηνών μη μισθοδοτούμενον εγόγγυζε·
δεν εγόγγυζε δε τόσον δι' όσα έπασχεν, όσον διότι οι υπό την
άμεσον οδηγίαν του Αυγουστίνου απελάμβαναν όσων ούτοι
εστερούντο· ο Υψηλάντης και οι οπλαρχηγοί δεν έπαυαν
αιτούμενοι δι' αναφορών και αποστολών την αντίληψιν της
κυβερνήσεως εις θεραπείαν των δεινών και εμπόδιον της
επαπειλουμένης και υπενεργουμένης διαλύσεως του στρατοπέδου·
αλλ' ο κυβερνήτης υποσχέσεις μόνον έδιδεν. Αυξανόμενον δε το
κακόν ημέρα τη ημέρα εκορυφώθη· οι στρατιώται ελάλουν παρρησία
περί διαλύσεως του στρατοπέδου, ηπείλουν θάνατον κατά των
απατώντων αυτούς αξιωματικών, και υποπτεύοντες αντενέργειαν
παρά του Αυγουστίνου ως ζηλοτύπως διακειμένου προς τον
στρατάρχην και μη ανεχομένου την ύπαρξιν επί της Ανατολικής
Ελλάδος άλλου στρατοπέδου, ύψωσαν ανάθεμα κατά των αιτίων της
γενομένης προς αυτούς αδικίας, και την 7 αυγούστου ωρκίσθησαν
να εγκαταλείψωσι τα οχυρώματα και να φύγωσι την νύκτα·
συνήχθησαν την εσπέραν οι οπλαρχηγοί παρά τω Υψηλάντη,
μαθόντες τους όρκους, εις σύσκεψιν· αλλ' εν ώ εσκέπτοντο,
έμαθαν την α' ώραν της νυκτός, ότι ελειποτάκτησάν τινες και
έβαλαν εις αταξίαν τους άλλους. Έτρεξαν τότε οι οπλαρχηγοί να
προλάβωσιν την διάδοσιν του κακού υποσχόμενοι την τακτικήν
υποχώρησιν υπό την οδηγίαν αυτών. Αλλ' οι στρατιώται δεν
υπήκουσαν, κατελήφθησαν υπό πανικού φόβου και εδόθησαν όλοι
εις άτακτον φυγήν αφήσαντες εν τω στρατοπέδω τα κανόνια και
όλας τας αποσκευάς. Ο δε ατυχής Υψηλάντης διέμενεν εν τη σκηνή
του· αλλ' αφ' ού είδεν ότι έμεινεν εν τω πεδίω της μάχης
στρατάρχης άνευ στρατού, έφυγε και αυτός, όλος περίλυπος, και
ετοποθετήθη κατά την Αράχωβαν μετ' ολίγων οπαδών. Οι δε
Τούρκοι, είτε εκλαβόντες στρατήγημα την φυγήν, είτε
επιθυμούντες να μείνωσιν αναιμωτί κύριοι της εγκαταλειφθείσης
θέσεως, δεν κατεδίωξαν τους φεύγοντας.
Καθ’ άς δε ημέρας διεσκορπίσθη η ελληνική αύτη δύναμις, 1500
εχθροί υπό την οδηγίαν του Ασλάμπεη-Μουχουρδάρη, ευρόντες την
δίοδόν των Θερμοπυλών ελευθέραν, φυγόντων των φυλασσόντων
αυτήν Ελλήνων, εισέβαλαν δι' αυτής, και διελθόντες την
Λεβαδείαν, και αφήσαντες εκεί και αλλού φρουράς, μετέβησαν εις
Αθήνας ατουφέκιστοι καθ' όλην την πορείαν. Ο ρωσσικός πόλεμος
ηνάγκασε την Πύλην βλέπουσαν τον δεινόν εχθρόν όχι μακράν της
Αδριανουπόλεως ν' ανακαλέση εν τάχει πανταχόθεν τα στρατεύματά
της εις ιδίαν υπεράσπισιν· τούτου χάριν, απεστάλησαν οι περί
τον Ασλάμπεην ίνα συνοδεύσωσιν εις Λάρισσαν τους εν Θήβαις και
Αττική εκτός των φρουρούντων την ακρόπολιν των Αθηνών.
Ο δε Υψηλάντης, συγκεντρώσας εκ νέου 2300 στρατιώτας κατέλαβε
την μεταξύ Θηβών και Λεβαδείας θέσιν της Πέτρας·
Σεπτέμβριος δι' αυτής ήλθαν να διαβώσι συσσωματωμένοι επί της επανόδου των
οι εχθροί, και ιδόντες τους Έλληνας κατέχοντας αυτήν
παρεστρατοπέδευσαν την 10 σεπτεμβρίου. Ήσαν δε 5000 τακτικοί
και άτακτοι, πεζοί και ιππείς, έλκοντες τέσσαρα κανόνια. Προς
τα χαράγματα δε της 12 άφησαν μικράν φρουράν εν τω στρατοπέδω,
το ωχύρωσαν, και εκίνησαν κατά των Ελλήνων επί σκοπώ ν'
ανοίξωσι την οδόν διασκορπίζοντές τους· και το μεν ιππικόν
αυτών εσχημάτισε δύο γραμμάς και ετοποθετήθη κάτωθεν της
Πέτρας, οι δε τακτικοί, διαιρεθέντες, ώδευσαν επί τους
προμαχώνας οι μεν του Στράτου, οι δε του Σκουρτανιώτη εις
περιστολήν των εν αυτοίς· κατέλαβαν δε και 300 εξ αυτών, εν
οίς καί τινες ιππείς, το παρά τους προμαχώνας χωρίον των
Βρεστεμιτών υπερασπίζοντες τα νώτα των πολλών. Τούτων ούτω
διατεθέντων, ώρμησαν οι υπό τον Ασλάμπεην Αλβανοί προς το
διάσελον εις κυρίευσίν του επί της θέσεως εκείνης κειμένου
προμαχώνος, αλλ' έτρεξαν εγκαίρως εις βοήθειαν αυτού οι
χιλίαρχοι Δυοβουνιώτης και Κριεζώτης μετά των πλειοτέρων των
υπ' αυτούς· η επικουρία δε τούτων και η γενναία αντίστασις των
εντός του προμαχώνος εματαίωσαν τα τολμηρά κινήματα των περί
τον Ασλάμπεην και τους ηνάγκασαν να φύγωσι κακήν κακώς.
Συγχρόνως έπεσεν επί την εν τω χωρίω των Βρεστεμιτών, εχθρικήν
δύναμιν και την κατεδίωξεν η υπό τον Σπύρον Μήλιον φρουρά του
στρατάρχου προκαταλαβούσα υψηλήν τινα θέσιν εκ πλαγίου του
χωρίου. Οι εχθροί πολλά παθόντες επανήλθαν εις το στρατόπεδον
υπό την προστασίαν του πολυαρίθμου ιππικού μετά δίωρον μάχην
και διενυκτέρευσαν ησύχως· την δε επαύριον έστειλαν προς τον
Υψηλάντην τον ίππαρχον αιτούμενοι ελευθέραν δίοδον· κατά
πρότασιν δε αυτού έστειλε και ο Υψηλάντης τον γραμματέα του
Φιλήμονα εις το τουρκικόν στρατόπεδον, όπου υπεγράφη την 13
σύμβασις λέγουσα ν' αφεθή η δίοδος του εχθρού ελευθέρα, ν'
απολυθώσιν όλοι οι αιχμάλωτοι Έλληνες και Τούρκοι, να
συναναχωρήσωσιν αι κατέχουσαι την πόλιν της Λεβαδείας, το Χάνι
του Κατοίκου, το Τουρκοχώρι και την Φοντάναν τουρκικαί
φρουραί, διατηρουμένων επί της Ανατολικής Ελλάδος μόνων των εν
τη ακροπόλει των Αθηνών και εν τη Βοδωνίτση (α), και ν'
ανταλλαχθώσι και όμηροι εις πίστωσιν των συνομολογηθέντων.
Εν ώ δε διήρχοντο οι Τούρκοι εν σιωπή και κατηφεία,
αποχαιρετώντες διά παντός την χθες δούλην Ελλάδα, απεχαιρέτων
αυτούς και οι ελευθερωταί της Έλληνες εν αλαλαγμώ και
αγαλλιάσει, σαλπίζοντες και τυμπανίζοντες. Η μάχη της Πέτρας
είναι η τελευταία του υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδος εννεαετούς
πολέμου.
Αν και διελάβομεν ήδη σποράδην τα περί του χαρακτήρος του
Δημητρίου Υψηλάντου, πρέπον θεωρούμεν τελευτήσαντος του
πολεμικού του σταδίου, να συγκεφαλαιώσωμεν τα περί αυτού.
Αφ' ότου επάτησε την γην της Ελλάδος ο ανήρ ούτος δεν έπαυσεν
αντιποιούμενος την υπερτάτην Αρχήν, πεποιθώς, ότι η Αρχή
έπρεπεν εις τον οίκον του, διότι ο αδελφός του απαρνησάμενος
εαυτόν, εκίνησε πρώτος την επανάστασιν, και ότι θα κατεπάτει
τα δικαιώματα αυτού, αν παρεδέχετο ους έθεσε το έθνος θεσμούς·
αλλά φιλαρχών ουδέποτε ερραδιούργησεν ουδ' επί της λαβής του
ξίφους χείρα έβαλεν· ακραιφνής έλαμψε πάντοτε ο πατριωτισμός
του· πρωτίστη φροντίς και εν τοις λόγοις του και εν τοις
έργοις του ήτον η ευόδωσις του αγώνος· ουδέποτε εφείσθη της
ζωής του εις ενίσχυσιν αυτού, και η μεγάλη του καρδία
εζωογόνει εν κινδύνοις το ασθενές και κάτισχνον σώμα του·
πολλάκις ένοχος μελετωμένων ή πεπραγμένων κακών υπελήφθη, αλλ'
αμέτοχος παντός κακού πάντοτε ανεφάνη, και διά την από των
εμφυλίων πολέμων αποχήν καθ' όλον τον αγώνα διεκρίθη· θερμώς
επροσπάθει πάντοτε να τους προλαμβάνη υποκινουμένους, ή να
τους παύη αναφαινομένους· οξυτέραν είχε την μάχαιραν ή την
διάνοιαν και διέπρεπε μάλλον εν τοις στρατοπέδοις ή εν τοις
πολιτικοίς συμβουλίοις· απεδοκίμαζεν ό,τι έτεινεν εις ξένην
προστασίαν ή εις ξένην ηγεμονίαν· δι' ό ούτε το προς την
Αγγλίαν έγγραφον, ούτε το προς τον δούκα της Αυρηλίας
υπέγραψε· καταταραχθείς δε επί τη κατά την εν Επιδαύρω
συνέλευσιν αιτήσει της μεσιτείας της Αγγλίας, διεμαρτυρήθη.
Γενναία τα εν τη διαμαρτυρήσει φρονήματά του, αλλ' ουδαμώς
πρόσφορα τω καιρώ εκείνω· εξελήφθησαν δε και ως υπεμφαίνοντα
ην έτρεφεν ελπίδα να ηγεμονεύση επί τέλους· μακροθύμως και
αταράχως υπέστη την υπό της επιπληχθείσης παρ' αυτού
συνελεύσεως επιβληθείσαν πολιτικήν ποινήν, και εν τω απράγμονί
του βίω ουδεμίαν έδωκεν ακρόασιν τοις ερεθίζουσιν αυτόν κατά
των εν τοις πράγμασιν ως μη φιλικώς προς αυτόν διακειμένων·
πολλάκις ωλιγωρήθη αλλ' ουδέποτε εγόγγυσεν· ακλόνητος εφάνη εν
πειρασμοίς και καρτερικός εν ατυχίαις και κακουχίαις· ελκύσας
δε τελευταίον το ξίφος κατά του εχθρού επί Καποδιστρίου, δεν
το έβαλεν εις την θήκην, ειμή αφ' ού έπαυσεν, αυτού
στραταρχούντος, ο πόλεμος.
Μετά δε την απόλυσιν της συνελεύσεως, διέτριψεν ο κυβερνήτης
ημέρας τινάς εν Άργει, καθ' άς διώρισε 16 γερουσιαστάς και
διέταξε να συνέλθωσι την 1 οκτωβρίου εις την καθέδραν της
κυβερνήσεως προς έναρξιν των εργασιών· μετά ταύτα, μετέβη εις
Ναύπλιον, εκείθεν εις Πόρον, και κατευωδώθη την 24 Αυγούστου
εις Αίγιναν· εκεί εξέδωκεν οργανισμόν των υπουργείων, του
ελεγκτικού συνεδρίου, και της γερουσίας· επεσκέφθη έπειτα την
Σύραν, επανήλθεν εις Αίγιναν, μετέβη εις Μέγαρα προς
επιθεώρησιν των στρατευμάτων, και επαναπλεύσας εις Αίγιναν
επέστρεψε την 9 σεπτεμβρίου εις Ναύπλιον, προσωρινήν έδραν της
κυβερνήσεως, και ησχολήθη εις τακτοποίησιν διαφόρων υπηρεσιών.
Την δε 26 ωρκίσθησαν οι γερουσιασταί τον όρκον της υπηρεσίας,
και την επαύριον ήρχισαν τας συνεδριάσεις των υπό την
προεδρίαν του Σισίνη.
Είδαμεν, ότι υπερυψώσασα η εθνική συνέλευσις τον κυβερνήτην
εμηδένισε την αντιπολίτευσιν. Επαιρόμενος ο κυβερνήτης, δύο
μόνον ταύτης της μερίδος ηξίωσε της γερουσιαστικής θέσεως, τον
Μιαούλην και τον Κουντουριώτην. Αλλ' η ταπεινωθείσα
αντιπολίτευσις δεν εβράδυνε ν' ανυψώση την οφρύν και ν'
απορρίψη τα επ' ονόματι των δύο τούτων μελών αυτής διατάγματα.
Παραιτηθέντων τούτων, διώρισε γερουσιαστήν τον Μανώλην
Τομπάζην εκ των αντιπολιτευομένων, αλλά και αυτός παρητήθη·
διώρισε μετά ταύτα τον Μαυροκορδάτον, αλλ' ουδ' αυτός, ως
αντιπολιτευόμενος, εδέχθη. Αποποιούμενοι οι άνδρες ούτοι πάσαν
σύμπραξιν εις ανάπτυξιν και στερέωσιν του νέου κυβερνητικού
συστήματος, και μηδέ καν υπηρέται να φαίνωνται αυτού
ανεχόμενοι, απεδείκνυαν πασιφανώς πόσον το κατέκριναν.
Εν τούτοις, η γενναιόφρων Γαλλία, μη παύουσα τας προς την
Ελλάδα ευεργεσίας της, έστειλε μεσούντος οκτωβρίου φράγκα
500,000 εις χρήσιν της ελληνικής κυβερνήσεως, υποσχομένη και
άλλα δείγματα της φιλελληνικής πολιτικής της· έστειλε και ο
αυτοκράτωρ της Ρωσσίας εις χρήσιν των τακτικών της Ελλάδος
στρατευμάτων 6000 τουφέκια, 12 ορεινά κανόνια και όλα των τα
αναγκαία· έστειλε και ο φιλέλλην Εϋνάρδος φράγκα 700,000
προκαταβολήν επί του δανείου, εβελτιώθησαν και αι πρόσοδοι του
κράτους· ώστε η κυβέρνησις δεν εστερείτο πόρων εις συντήρησίν
της.
1829-1830
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΓ'.
&Εξωτερικά. — Στένωσις της εν Πόρω υπό των πρέσβεων
διαγραφείσης οροθεσίας. — Η Ελλάς αναγορεύεται κράτος
ανεξάρτητον υπό τον Λεοπόλδον τον εκ του δουκικού οίκου του
Σαξεκοπύργου.&
ΚΑΙ η Ελλάς και η κυβέρνησίς της είχαν προσηλωμένα τα όμματα
εις τας πράξεις του συμμαχικού συμβουλίου, και ανέμεναν
εκείθεν την οριστικήν αποκατάστασιν των πραγμάτων.
Την 6 ιουλίου έφθασαν εις Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της
Γαλλίας Γυιλλεμινώτος και ο αντικαταστήσας τον Στρατφόρδον
Κάννιγγα Γόρδων, και έτυχαν λαμπράς και φιλόφρονος υποδοχής.
Την δε 27 επεσκέφθησαν επισήμως τον Ρεήζ-εφέντην και τω
εκοινοποίησαν το πρωτόκολλον της 10 μαρτίου, ειπόντες τα
δέοντα εις παραδοχήν του. Ο Ρεήζ-εφέντης τοις ενεχείρισε
χρυσόβουλλον και τους εβεβαίωσεν ότι περιείχεν όσα εύχοντο οι
σύμμαχοι υπέρ των Ελλήνων. Τι δε περιείχε το χρυσόβουλλον, και
πώς το εθεώρησαν οι πρέσβεις, γίνεται δήλον εκ της εξής
περικοπής της περί αυτού προς το συμμαχικόν συμβούλιον
αναφοράς των. «Θ' απορήσετε μανθάνοντες, ότι το περί ου ο
λόγος χρυσόβουλλον αντίκειται τόσον εις τας προτάσεις των
συμμάχων όσον παν άλλο προεκδοθέν της Πύλης έγγραφον· ως
τοιούτον δεν θα το εδεχόμεθα, αν, πριν εγχειρισθή, ηξεύραμεν
τι περιείχεν· ουδεμία δύναμις λόγου είναι ικανή να πείση την
Πύλην να παραδεχθή μηδέ καν την υποτελή αυτονομίαν των εν
Πελοποννήσω Ελλήνων». Ταύτα έγραφαν οι πρέσβεις, και τόσον
απηλπίσθησαν, ώστε επρότειναν ταις αυλαίς των ν' αναγορεύσωσιν
αύται την Ελλάδα κράτος ανεξάρτητον, και να διαγράψωσι και τα
όρια παρά γνώμην της Πύλης. Εις υποστήριξιν δε των λόγων των,
ανέφεραν τα των νέων πολιτειών της νοτίου Αμερικής, αν και δεν
έπαυεν η Ισπανία θεωρούσα ταύτας υπό την κυριαρχίαν της. Εν
τοσούτω ο κατά της Πύλης ρωσσικός πόλεμος ευδοκίμει ημέρα τη
ημέρα, και κατετάραττε τον σουλτάνον.
Ίδιον των ισχυρογνωμόνων να πίπτωσι πολλάκις από του ύψους της
υπεροψίας εις το βάθος του εξευτελισμού. Ο σουλτάνος, ο μη
θέλων μήτε φιλικήν μεσιτείαν ξένων αυλών να δεχθή, μήτε το
όνομα της Ελλάδος ν' ακούση, μήτε μικράν τινα πολιτικήν
ύπαρξιν αυτή να δώση, ουδέ μετ' αυτήν την εν Νεοκάστρω
καταστροφήν των στόλων του, ο χάριν των πιστών αυλικών του
μόλις συγκατατιθέμενος να στείλη εις την Πελοπόννησον προς
διοίκησιν των ραγιάδων ένα καλόν πασάν, και ο αείποτε λέγων,
ότι η οριστική, η αμετάτρεπτος, η αιώνιος απάντησίς του ήτον,
ότι επ' ουδενί λόγω και εν ουδεμιά περιστάσει ουδεμίαν εδέχετο
πρότασιν περί Ελλήνων, βλέπων τας επιφόβους και ταχείας
προόδους του ρωσσικού πολέμου, ήρχισε ν' αλλάζη ύφος· αφ' ού
δε έμαθεν ότι οι εχθροί του επέρασαν τον Αίμον, έσπευσε ν'
αναγγείλη, ότι εδέχετο την συνθήκην της συμμαχίας, αλλ' επί τη
οροθεσία του κορινθιακού ισθμού, επί τη αφοπλίσει των φρουρίων
της Πελοποννήσου, επί απαγορεύσει κτήσεως ή χρήσεως πλοίων
πολεμικών ή συγκροτήσεως στρατευμάτων επέκεινα του
απαιτουμένου αριθμού εις διατήρησιν της εσωτερικής ησυχίας του
τόπου, και επί μετοικήσει εντός του ισθμού των έξω
κατοικούντων επαναστατών. Αλλ' η λύσις του ελληνικού ζητήματος
και ο ρωσσικός πόλεμος ήσαν, κατά το κήρυγμα του αυτοκράτορος,
αλληλένδετα και αχώριστα· διά τούτο όσον ευτύχει ο πόλεμος,
τόσον ευτυχεστέρα εφαίνετο και η λύσις του ελληνικού
ζητήματος· η λύσις δε αυτού έλυε και τον πόλεμον, διότι, ως
προείρηται, εις ουδεμίαν των άλλων της Ρωσσίας απαιτήσεων
αντέτεινεν η Πύλη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο σουλτάνος, ο
δεχθείς την περί Ελλάδος συνθήκην επί προσθαφαιρέσει τινών
άρθρων ότε έμαθεν ότι οι Ρώσσοι διέβησαν τον Αίμον, εδείχθη
πολύ συγκαταβατικώτερος ότε έμαθεν ότι εκυρίευσαν και αυτήν
την Αδριανούπολιν, διότι μεταξύ της πόλεως εκείνης και της
βασιλευούσης δεν εφαίνετο άλλο τι ικανόν να στήση την πρόοδον
των εχθρών του ειμή εξωτερική χειρ. Η προσέγγισις δε των
εχθρών και η ήττα των οθωμανικών στρατευμάτων εκίνησαν και εν
αυτή τη βασιλευούση κατακραυγάς και γογγυσμούς κατ' αυτού του
σουλτάνου· ανεκαλύφθη δε και συνωμοσία φιλογενιτσάρων κατά της
ζωής του, και 500 εθανατώθησαν ως ένοχοι, εν οίς και ο
φρούραρχος του Βοσπόρου. Εν μέσω τοιούτων δεινών τόσον
εταπεινώθη ο αγέρωχος σουλτάνος, ώστε την 28 αυγούστου
εξέδωκεν επί τη αιτήσει των παρ' αυτώ πρέσβεων της συμμαχίας
πράξιν λέγουσαν·
«Η υψηλή Πύλη παραδεχθείσα ήδη την συμμαχικήν συνθήκην
υπόσχεται σήμερον ενώπιον των αντιπροσώπων της συμμαχίας να
υπογράψη ανελλιπώς και όλας τας ακολούθους αποφάσεις του εν
Λονδίνω συμβουλίου ως προς την εκτέλεσιν».
Εκδώσασα η Πύλη την πράξιν ταύτην, απέστειλεν εν τω άμα τους
πληρεξουσίους της εις Αδριανούπολιν αιτουμένη την ειρήνην, ην
και υπέγραψε την 2 σεπτεμβρίου όπως την υπηγόρευσεν ο νικητής,
περιέχουσαν και άρθρον λέγον, ότι παρεδέχετο όλους τους εν τη
συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 και τους εν τω πρωτοκόλλω της 10
μαρτίου 1829 όρους, και ότι υπέσχετο ν' ασχοληθή μετά της
συμμαχίας εις εφαρμογήν αυτών. Δυσηρεστήθησαν η Γαλλία και η
Αγγλία επί τη καταχωρίσει του άρθρου τούτου, διότι το περί
Ελλάδος ζήτημα ήτο κοινόν, και εθεώρησαν μόνην την πράξιν της
28 αυγούστου καλώς έχουσαν.
Τοιούτους καρπούς έφερεν η ισχυρογνωμοσύνη του σουλτάνου
απορρίψαντος πάντοτε υπερηφάνως τας πολλάκις επαναληφθείσας
αιτήσεις των αυλών υπέρ των Ελλήνων, προκαλέσαντος εις πόλεμον
τον ισχυρότερόν του, και ριψοκινδυνεύσαντος ασυλλογίστως το
κράτος του.
Λαβόντες δε οι εν Λονδίνω αντιπρόσωποι των τριών αυλών ην
έδωκεν αυτοίς η Πύλη πληρεξουσιότητα, επελήφθησαν της
οριστικής εγκαταστάσεως του νέου κράτους.
Παντελή σχεδόν καταστροφήν της οθωμανικής αυτοκρατορίας
εξέλαβε την εν Αδριανουπόλει συνθήκην το αγγλικόν υπουργείον,
και τόσην έπαθε ρωσσοφοβίαν, ώστε, εκφράζον τους φόβους του
προς τον αυτοκράτορα Νικόλαον, έλεγεν, ότι η συνθήκη αύτη
εμηδένιζε την ανεξαρτησίαν του οθωμανικού κράτους, και ότι ο
σουλτάνος θα εκάθητο εις το εξής επί του θρόνου του ελέει του
νικητού του (α). Προθέμενον δε να προφυλάξη διά της
διπλωματικής οδού ό,τι εδύνατο από της χειρός της Ρωσσίας,
επρότεινεν επί του συμμαχικού συμβουλίου την ανύψωσιν της νέας
ελληνικής πολιτείας εις κράτος ανεξάρτητον. «Τόσον φόβον»,
είπεν ο τότε επί των εξωτερικών υπουργός λόρδος Αβερδήνος, εν
τη κατά την 14 ιουνίου 1854 συνεδριάσει της άνω βουλής,
«διήγειρε παρ' ημίν η της Αδριανουπόλεως συνθήκη δι' ούς
υπεθέσαμεν κινδύνους ως προς την ύπαρξιν του τουρκικού
κράτους, ώστε όλη η πολιτική της κυβερνήσεως μετεβλήθη ως προς
ουσιωδέστατόν τι ζήτημα. Ανέφερα άλλοτε, ότι αρξαμένου και
προκόπτοντος του ελληνικού αγώνος, ουδέποτε έβαλε κατά νουν ο
Κάννιγγ την ανέγερσιν της Ελλάδος εις ανεξάρτητον βασίλειον·
ουδ' εγώ ουδ' ο δουξ του Βελιγκτώνος ανεξάρτητον εθεωρήσαμεν
την ανεγειρομένην ελληνικήν πολιτείαν, αλλ' υποτελή και υπό
την κυριαρχίαν του σουλτάνου, παρομοίαν σχεδόν της Βλαχίας και
Μολδαυίας. Αλλ', υπογραφείσης της περί ης ο λόγος συνθήκης,
μοι εφάνη, και ωμογνωμόνησε και ο δουξ του Πελιγκτώνος, ότι η
ύπαρξις του τουρκικού κράτους, αυτή καθ' εαυτήν, ήτο τόσον
ακροσφαλής, ώστε ασυνετώτατον ήτο να δημιουργηθεί πολιτεία και
τεθή υπό προστασίαν και κυριαρχίαν αυτοκρατορίας, ήτις
ουδεμίαν ασφάλειαν του μέλλοντός της παρείχε. Διά ταύτην την
αιτίαν επροβάλαμεν τοις συμμάχοις να μεταβάλωμεν την υποτελή
εκείνην πολιτείαν εις ανεξάρτητον. Συνήνεσαν οι σύμμαχοι,
συγκατετέθη και η Πύλη, και τοιουτοτρόπως η ύπαρξις της
Ελλάδος ως ανεξαρτήτου πολιτείας οφείλεται εις ην μας
επροξένησαν εντύπωσιν οι όροι της εν Αδριανουπόλει συνθήκης
(β).
Αποδεχθέντες οι πληρεξούσιοι των συμμάχων την ανεξαρτησίαν της
νέας πολιτείας διά τους λόγους τούτους, εστένωσαν την εν Πόρω
(γ) υπό των πρέσβεων διαγραφείσαν οροθετικήν γραμμήν μέχρι των
εκβολών του Αχελώου και του Σπερχειού χάριν της Πύλης, ως
στερουμένης των παρά της συνθήκης της 24 ιουνίου
παραχωρουμένων αυτή επί της Ελλάδος δικαιωμάτων, και
ησχολήθησαν εις εύρεσιν του υπερτάτου Άρχοντος.
Πέντε αλληλοδιαδόχως εκλήθησαν παρά των πληρεξουσίων των
συμμάχων εις την υπερτάτην Αρχήν του νέου κράτους· ο
δευτερότοκος υιός του βασιλέως της Ολλανδίας Φρεδερίκος, ο
δευτερότοκος αδελφός του βασιλέως της Βαυαρίας Κάρολος, ο
αδελφός του τοπάρχου του Εσσεχομπύργου Φίλιππος, ο αδελφός του
βασιλέως της Σαξωνίας Ιωάννης, και ο εκ του δουκικού οίκου του
Σαξεκοπύργου Λεοπόλδος· αλλά και ο Φρεδερίκος, και ο Κάρολος,
και ο Φίλιππος, και ο Ιωάννης απεποιήθησαν την προσενεχθείσαν
Αρχήν· μόνος ο Λεοπόλδος την ωρέγετο. Τον άνδρα τούτον ητήσατο
προ πολλού, ως είδαμεν, και η Ελλάς εν πλήρει πεποιθήσει ότι
εδύνατο τα μέγιστα να συντελέση εις την αναμόρφωσίν της διά
των ιδιωτικών αρετών του, των πολιτικών του γνώσεων, και δι'
ής απελάμβανε δικαίως γενικής υπολήψεως· τον επρότεινε δε η
Γαλλία επί του συμβουλίου και τον υπεστήριξεν η Ρωσσία· αλλά
Γεώργιος ο Δ', ο πενθερός του, τον απεστρέφετο ως διατηρήσαντα
τας συγγενικάς του σχέσεις μετά της βασιλίσσης Καρολίνης κατά
την περί διαζεύξεως δίκην· ωργίσθη δ' έτι μάλλον, διότι, μέλος
του οίκου του, επεκαλέσθη εις πλήρωσιν των ευχών του ξένην
προστασίαν, την του βασιλέως της Γαλλίας· έλεγε δε παρρησία,
ότι αυτού βασιλεύοντος, δεν θα ηγεμόνευεν ο Λεοπόλδος, και
αντεπρόβαλεν, επί τη θερμή συστάσει του αδελφού του, δουκός
της Κουμβερλάνδης, τον Κάρολον δούκα του Μεκλεμπύργου· αλλ'
ειπόντος αυτώ του υπουργείου του, ότι παρητείτο αν δεν
συγκατένευεν, ηναγκάσθη να συγκατανεύση· και την 22 Ιανουαρίου
1830 ανηγόρευσαν οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας την Ελλάδα
κράτος ανεξάρτητον υπό την διαδοχικήν Αρχήν του Λεοπόλδου, ον
προσηγόρευσαν Ά ν α κ τ α-τ η ς-Ε λ λ ά δ ο ς (Ρrince
Souverain de la Gr2ece), συναινούσης εν πάσι και της Πύλης.
Όλοι δε οι εις Χριστόν πιστεύοντες λαοί εχαιρέτησαν
αγαλλόμενοι την νέαν ταύτην δημιουργίαν.
Και ταύτα μεν όσα προεθέμην να ιστορήσω· έρχομαι δε ήδη να
επιθεωρήσω τα ιστορηθέντα.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
&Χαρακτηριστικά της ελληνικής επαναστάσεως.&
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ επανάστασις διακρίνεται των λοιπών διά τινα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά πολλού λόγου άξια. Η επανάστασις αύτη μήτε τον
απολυτισμόν ή τον δεσποτισμόν επεχείρησε να χαλινώση, μήτε το
κυβερνητικόν είδος του τόπου ν' αλλάξη, μήτε τους μητροπολικούς
δεσμούς να διαρρήξη. Επεχείρησεν επιχείρημα δεινότερον και
ενδοξότερον· να εξώση διά των όπλων εκ της Ελλάδος ξένην και
αλλόθρησκον φυλήν, ήτις διά των όπλων ηχμαλώτευσεν αυτήν προ
αιώνων, και μέχρι τέλους την εθεώρει αιχμάλωτον και υπό την
μάχαιράν της.
Πολλά και μεγάλα έθνη των νεωτέρων χρόνων, είτε καταθλιβόμενα υπό
τον απολυτισμόν, είτε τυραννούμενα υπό ξένην εξουσίαν, ανέτρεψαν,
ως και η Ελλάς, εκ θεμελίων τα καθεστώτα ή διά της μεταβολής της
μοναρχίας εις δημοκρατίαν, ή διά του παντελούς συντριμμού του
ξένου ζυγού· αλλά τα έθνη ταύτα κατήντησαν εις τας εξαισίους
ταύτας μεταβολάς χωρίς τινος προμελέτης. Ο Γουλλιέλμος Τέλλος και
οι εν τω λειμώνι του Γρυτλίου ορκισθέντες υπέρ της πασχούσης
πατρίδος συμπατριώται του δεν προέθεντο την κατάργησιν της
καταθλιβούσης αυτήν ξένης εξουσίας, αν και την κατήργησαν, αλλά
μόνον την ανακούφισιν των δεινών της υπό την αυτήν ξένην εξουσίαν.
Το αυτό προέθεντο και αι Κάτω-Χώραι καθ' όν χρόνον ωπλίσθησαν κατά
της τυραννίας Φιλίππου του Β', αν και επί τέλους ηυτονομήθησαν.
Και οι αντιπρόσωποι της Αγγλίας επί Καρόλου του Α' ούτε κατά της
βασιλικής Αρχής εκινήθησαν, αν και την κατέλυσαν, ούτε κατά του
βασιλέως, αν και τον απεκεφάλισαν, ούτε προς εγκατάστασιν
δημοκρατίας, ην εγκατέστησαν. Εκινήθησαν μόνον προς υπεράσπισιν
των πολυμόχθως άλλοτε αποκτηθέντων και ασυστόλως τότε
καταπατουμένων πολιτικών δικαίων, και προς εξασφάλισιν του νέου
δόγματος επί λόγω ότι ο βασιλεύς το επεβουλεύετο. Άλλως ήρχισε και
άλλως ετελείωσε και η μηδόλως έτι Λουδοβίκου του ΙΣΤ' προθεμένη
την καταστροφήν της βασιλείας γαλλική επανάστασις, αν και την
κατέστρεψε και την αιματοκύλισε. Δι' άλλους λόγους ωπλίσθη κατ'
αρχάς η Αρκτώα Αμερική κατά της μητροπόλεώς της και όχι ποτέ προς
απόρριψιν της κυριαρχίας της, ην απέρριψεν. Αλλ' η Ελλάς και
προέθετο και εκήρυξεν ενώπιον θεού και ανθρώπων εξ αρχής του
αγώνος, ότι ωπλίσθη προς συντριβήν του ξένου ζυγού και προς
ανέγερσιν του εθνισμού και της ανεξαρτησίας της. Η εκ προθέσεως
αύτη διαφορά της ελληνικής επαναστάσεως και των άλλων συναδέλφων
της είναι σημειώσεως αξία.
Σημειώσεως αξία είναι και η διαφορά αυτής και των άλλων και ως
προς την αποπεράτωσίν της. Η ελληνική επανάστασις απεπερατώθη
ευτυχώς διά της γενναίας και ομοψύχου συνδρομής όλων των
χριστιανικών λαών, διά της ενόπλου και ευεργετικής παρεμβάσεως,
περί τα τέλη της, τριών μεγάλων Δυνάμεων, και διά της πλήρους
συγκαταθέσεως όλων των άλλων. Τα παντοδύναμα ταύτα βοηθήματα
απέδειξαν οφθαλμοφανώς πόσω δίκαιος και ιερός ήτον ο ελληνικός
αγών· διότι προς υποστήριξιν αυτού η πάντοτε αλληλομαχούσα
ευρωπαϊκή πολιτική ωμονόησε κατά πρώτην φοράν, και ήκουσε τας
σωτηρίους εντολάς της ηθικής και την ιεράν φωνήν της πασχούσης
ανθρωπότητος.
Η επανάστασις αύτη παριστάνει και άλλο ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν.
Εξερράγη μεταξύ δύο εθνών, ζώντων μεν εν τη Ευρώπη, αλλά και των
δύο αγνοούντων και την πολεμικήν τέχνην και την πολιτικήν
επιστήμην, δι' άς διέπρεπε και διαπρέπει η λοιπή Ευρώπη· και
δύναται να θεωρηθή ως πολιτική τις και πολεμική ανωμαλία εν μέσω
των πολιτικών και πολεμικών γνώσεων των σημερινών καιρών,
αναμιμνήσκουσα συχνάκις διά πολλών συμβάντων και περιπετειών τους
ηρωικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδος.
Μοναδικόν εν τη ιστορία των εθνών φαινόμενον παριστάνει κατά
θάλασσαν η Ελλάς επί της επαναστάσεώς της. Πολλαχού της οικουμένης
λαοί εξανιστάμενοι ενίκησαν στρατούς, αλλ' ουδείς ουδέποτε
κατέβαλε στόλους· η δόξα αύτη απέκειτο εις μόνους τους
θαλασσόπαιδας της Ελλάδος, τους διά της τόλμης και της περί τον
πλουν εμπειρίας των μετασχηματίσαντας παραδόξως εις φοβερά δίκροτα
τα ιδιωτικά και ασθενή σκάφη των, και ως ασθενή σκάφη προσβαλόντας
διά της καταναλισκούσης φλογός των τα φοβερά των εχθρών δίκροτα.