μετόχιον ασκεπές και περιτετοιχισμένον· το μετόχιον τούτο
εθεωρήθη διά την θέσιν του χρήσιμον προπύργιον των ελληνικών
οχυρωμάτων, και εντός αυτού ετοποθετήθησαν 250 εκλεκτοί
στρατιώται υπό τους οπλαρχηγούς Θανάσην Τούσαν, Γαρδικιώτην
Γρίβαν, και άλλους. Επειδή δε η θέσις ήτο λίαν επικίνδυνος,
εθάρρυνεν ο Καραϊσκάκης τους στρατιώτας μοιράσας αυτοίς
χρήματα και υποσχεθείς πλουσιωτέρας αμοιβάς, αν ηρίστευαν. Οι
εχθροί έστησαν εν πρώτοις τα κανόνια παρά το μετόχιον εντός
τουφεκοβολής και ρίψαντες διά σφοδρού κανοβολισμού τους
τοίχους του διηρέθησαν, και οι μεν επέπεσαν επ' ελπίδι ν'
αφαρπάσωσι τους εν αυτώ όλους ζώντας, οι δε ώρμησαν επί τους
κατέχοντας τας άλλας θέσεις Έλληνας, ίνα εμποδίσωσι πάσαν
επιβοήθειαν· το δε ιππικόν παρακολούθει το πεζικόν. Αλλ' η
καρτερία των εν τω μετοχίω εφάνη ανωτέρα παντός επαίνου.
Πολεμούντες όπισθεν των ερειπίων και υπό την σκέπην δύο
χωματίνων οχυρωμάτων ανεγερθέντων την νύκτα εκ του προχείρου
εκτός του μετοχίου, ανεχαίτισαν την ορμήν και των
πεζομαχούντων και των ιππομαχούντων. Εξέπληξε την ημέραν
εκείνην και αυτούς τους εχθρούς η αφοβία του υπό τον Χατσή-
Μιχάλην ιππικού αντιπαραταχθέντος, αν και τόσον ολίγου, προς
το πολυάριθμον εχθρικόν και εμποδίσαντος ευτυχώς την πρόοδόν
του· ηρίστευσαν και οι κατέχοντες τας άλλας θέσεις Έλληνες· έν
μόνον οχύρωμα έχασαν, αλλά μετ' ολίγον το ανέκτησαν, ώστε
πολεμούντες οι εχθροί κατ' αρχάς επί βλάβη, κατήντησαν να
πολεμώσιν επί αμύνη και ηναγκάσθησαν να απομακρυνθώσι την β'
ώραν μετά μεσημβρίαν κακώς έχοντες· πολλοί εξ αυτών
εφονεύθησαν και επληγώθησαν· εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν 3
και επληγώθησαν 20.
Οι Έλληνες, εμψυχωθέντες επί τη νίκη ταύτη, έβαλαν κατά νουν
να προσβάλωσι τους προς τον Πειραιά εχθρούς, και 1000 εξ αυτών
ετοιμάσαντες την 17 δεμάτια σχοίνων υπήγαν την νύκτα κατά
διαταγήν του Καραϊσκάκη εις ανέγερσιν οχυρώματος· αλλ' εν ώ
ειργάζοντο, ηκούσθη κρότος· οι πλείστοι υπέθεσαν, ότι ήσαν
καλπάσματα ίππων και έγειναν εν τω άμα άφαντοι· αλλ' ο
ακουσθείς κρότος ήτο κάλπασμα ενός και μόνου ίππου φέροντος
εις κατασκευήν του οχυρώματος πτυάρια και αξίνας· μαθόντες δε
καθ' οδόν οι λειποτάκται την αληθή του φόβου των αιτίαν
επανήλθαν και ετελείωσαν το έργον των. Οι δε Τούρκοι, ιδόντες
την επαύριον το ανεγερθέν οχύρωμα, και νοήσαντες τον σκοπόν,
επεχείρησαν την επιούσαν νύκτα ν' ανεγείρωσι και ούτοι άλλο
πλησίον αυτού. Εφόρμησαν οι Έλληνες, ίνα τους εμποδίσωσιν,
αλλ' απέτυχαν και έπαθαν, φονευθέντων τριών και πληγωθέντων
πολλών. Μετά την αποτυχίαν ταύτην, επεχείρησαν να ανεγείρωσιν
άλλο διά νυκτός πλησίον του τουρκικού· αλλά, φονευθέντος ενός
των εργατών και πληγωθέντος άλλου, άφησαν οι λοιποί τα πτυάρια
και τας αξίνας και επανήλθαν εις το στρατόπεδον άπρακτοι.
Εφονεύθησαν δε κατά τον ακροβολισμόν εκείνης της νυκτός ο
οπλαρχηγός της Ερμιόνης Μίτσας και ο εκ Στεμνίτσης Μηλιώνης·
έκτοτε παρητήθησαν οι Έλληνες των τοιούτων επιχειρήσεων.
Είπαμεν, ότι η παρουσία του Κοχράνου έβαλεν εις μεγάλην
κίνησιν όλην την Ελλάδα. Εν ώ εκινδύνευεν η Ελλάς, ο ανήρ
ούτος δεν έπαυε κομπορρημονών ότι θα επανωρθούτο η βυζαντινή
αυτοκρατορία, και θ' ανυψούτο η ελληνική σημαία επί της αγίας
Σοφίας· αφ' ού δε ωρκίσθη ενώπιον των εν Τροιζήνι πληρεξουσίων
και ανεδέχθη την υπηρεσίαν, εξέδωκε προκήρυξιν της αυτής
εννοίας (α).
Αλλ', εν ώ τοιαύτα εκομπορρημόνει, γράμματα στελλόμενα
επανειλημμένως παρά των εν ακροπόλει ελεεινολόγουν την αθλίαν
κατάστασίν των, εξετραγώδουν τας εκ του χειμώνος κακοπαθείας
και ασθενείας, την στέρησιν ιατρών και ιατρικών, την σπάνιν
πολεμεφοδίων και τροφών, και έλεγαν, ότι έπιπτεν αφεύκτως η
ακρόπολις, αν εντός ολίγων ημερών δεν ήρχετο έξωθεν βοήθεια
εις λύσιν της πολιορκίας, ή τουλάχιστον εις αλλαγήν της
πασχούσης φρουράς και εις εξαγωγήν των γυναικών, παιδιών και
αδυνάτων. Αντήχησαν αι λυπηραί αύται ειδήσεις καθ' όλην την
Ελλάδα, και ποτέ η φωνή των πασχόντων Στερεοελλαδιτών δεν
ηκούσθη τόσον εις τα ώτα των Πελοποννησίων· όσον επί του
κινδύνου της ακροπόλεως. Εκτός των προ καιρού εκστρατευσάντων
Κορινθίων υπό τους Νοταράδας, εξεστράτευσαν αλληλοδιαδόχως επί
τη ειδήσει ταύτη 2500 υπό τον Γενναίον, τον Χρύσανθον Σισίνην,
και άλλους άλλων επαρχιών της Πελοποννήσου οπλαρχηγούς·
εμίσθωσε και ο Κοχράνης 1000, τους πλείστους Υδραίους και
Σπετσιώτας, και τους έθεσεν υπό την οδηγίαν του ταγματάρχου
Ουρκουάρτου εις βοήθειαν της ακροπόλεως· εστρατολογήθησαν και
εν Νάξω 200 Κρήτες υπό τον Καλλέργην μεταβάντα εκεί από του
στρατοπέδου· συνεξεστράτευσαν και όλοι οι εν Σαλαμίνι
Στερεοελλαδίται· μετέβησαν εις το στρατόπεδον κατά προτροπήν
του αρχιστρατήγου και οι καθήμενοι δι' αντιζηλίας άπρακτοι εν
Περαχώρα, Λουτρακίω και Καλαμακίω, Σουλιώται· συνηγωνίζοντο
και 180 τακτικοί υπό τον Ιγγλέσην και 26 φιλέλληνες· παρήσαν
και δύο ίλαι η μεν υπό τον Αλμέιδαν, η δε υπό τον Χατσή-
Μιχάλην· ώστε οι εν Αττική συνελθόντες πεζοί και ιππείς
συνηριθμούντο την 10 απριλίου εις 10,000· χάρις δε εις την
συνδρομήν των φιλελληνικών εταιριών, το στρατόπεδον δεν
έπασχεν έλλειψιν τροφών· εδαπάνησε και ο Κοχράνης μέρος όσων
έφερε χρημάτων εις διατήρησιν αυτού.
Μάρτιος Καθημερινοί σχεδόν ακροβολισμοί Ελλήνων και Τούρκων συνέβαιναν
περί τας Αθήνας. Την δε 22 παραλαβών ο Καραϊσκάκης το ιππικόν
και ικανούς πεζούς υπό τον Μπούσγον εκίνησε προς το μέρος του
Δαφνίου, ως πλησιέστερον της ακροπόλεως, εις εμψύχωσιν των
πολιορκουμένων· και τους μεν πεζούς ετοποθέτησεν εντός του
στενώματος, αυτός δε μετά του ιππικού κατέλαβε τον ελαιώνα. Ο
Κιουταχής ήλθε την αυτήν νύκτα πλησίον της θέσεως εκείνης μεθ'
ικανών πεζών και ιππέων και έμεινεν αφανής όπισθεν των λόφων,
εφ' ών έκειντο τα αντικρύ του μετοχίου οχυρώματά του, σκοπεύων
ίσως να πέση την επαύριον αίφνης επί τους εν μετοχίω· αλλ'
ιδών απροσδοκήτως πλησίον αυτού το ελληνικόν ιππικόν επέπεσε
και έστειλε και μέρος του στρατεύματός του κατά των περί τον
Μπούσγον. Ούτοι προσβληθέντες αίφνης απεμακρύνθησαν, και οι
εχθροί κατέλαβαν το στένωμα. Ωπισθοδρόμησε προς το στένωμα και
το υπό τον Καραϊσκάκην ιππικόν ως αδύνατον ν' αντισταθεί,
σκοπεύον να επανέλθη δι' εκείνης της οδού εις το εν Κερατσηνίω
στρατόπεδον· αλλά ευρόν παρ' ελπίδα την θέσιν προκατειλημμένην
συνήψε τρίωρον μάχην, ελθόντων και άλλων Ελλήνων και Τούρκων
εις επικουρίαν των μαχομένων. Οι Έλληνες διέβησαν το στένωμα
και επανήλθαν εις το στρατόπεδον, αλλά 19 εσκοτώθησαν και
επληγώθησαν, και 14 ίπποι έπεσαν· έπαθαν και οι εχθροί δεινά
παθήματα. Επί του αυτού σχεδόν μέρους συνέβη, αρχομένου του
απριλίου, και άλλη μάχη φονικωτέρα της περί ης ο λόγος αφορμήν
λαβούσα εκ της ανεγέρσεώς τινων οχυρωμάτων. Έπεσαν και κατά
ταύτην 20 Έλληνες, εν οίς και ο Βασίλης Δαγκλής, και
επληγώθησαν 10 εφονεύθησαν και επληγώθησαν και 18 ίπποι και
διεκρίθη υπέρ πάντα άλλον ο Καραγεώργης Βούλγαρος ιππομαχών
μόνος προς πολλούς ιππείς και αριστεύων· έπαθαν και οι Τούρκοι
πολλήν ζημίαν.
Οι δε έγκλειστοι δεν έπαυαν γράφοντες, ότι η ακρόπολις έπιπτε
δι' έλλειψιν των αναγκαίων, αν εντός ολίγου δεν εβοηθείτο, και
κατηνάγκασαν τας πολιτικάς και πολεμικάς Αρχάς της Ελλάδος να
μη μεταχειρισθώσι τους ασφαλεστέρους τρόπους εις σωτηρίαν
αυτής ως βραδυτέρους, αλλά τους επικινδυνοτέρους ως
ταχυτέρους. Εσχεδίαζεν ο αρχιστράτηγος να φέρη σωτήριον
ανταγωνισμόν δι' αποστολής στρατευμάτων και πλοίων εις τα
παράλια της Αλβανίας και ν' αναγκάση τοιουτοτρόπως τους
πολιορκούντας την ακρόπολιν Αλβανούς να τρέξωσιν εις
υπεράσπισιν των οικιών και συγγενών των· ο Καραϊσκάκης
επεθύμει πάντοτε να καταληφθώσι τα στενά των Θερμοπυλών και ο
Ωρωπός, και κοπή η μετά του στρατοπέδου του Κιουταχή κοινωνία
Θεσσαλίας και Ευβοίας, όθεν εστέλλοντο εις το στρατόπεδον αι
τροφαί και τα άλλα αναγκαία. Αλλά και τα δύο ταύτα σχέδια
εγκατελείφθησαν ως μη ικανά να φέρωσι ταχύ αποτέλεσμα, εξ ού
και μόνου, κατά το γράφειν των εγκλείστων, εκρέματο η σωτηρία
της ακροπόλεως.
Απρίλιος Την 7 απριλίου κατήρεν έξωθεν του Φαλήρου ναυτική μοίρα, ό
εστι δικάταρτά τινα και η φρεγάτα Ελλάς, φέρουσα τον
αρχιναύαρχον και τον αρχιστράτηγον, οίτινες απέβησαν εις
επίσκεψιν του εν τω στρατοπέδω του Κερατσηνίου Καραϊσκάκη·
επροπορεύετο δε αυτών ελληνική σημαία. Ο Κοχράνης ελάλησε
πολλά διά του διερμηνέως περί της ταχείας λυτρώσεως της
ακροπόλεως, επέμεινεν εις το να πέσωσιν οι Έλληνες όσον τάχιον
εις το εχθρικόν στρατόπεδον προς λύσιν της πολιορκίας, ή
αντικατάστασιν της φρουράς και εισαγωγήν των αναγκαίων, και
μεταξύ λόγων, εμπήξας εις την γην την παρ' αυτώ σημαίαν, είπε
στραφείς προς τους στρατιώτας, «Στρατιώται, όστις εξ υμών
στήσει επί της ακροπόλεως την σημαίαν ταύτην θα λάβει γέρας
χίλια δίστηλα, το δε συνοδεύον τον σημαιοφόρον σώμα
δεκακισχίλια»· μετά την συνέντευξιν ταύτην επανήλθαν ο
στόλαρχος και ο αρχιστράτηγος εις τα πλοία ευφημούμενοι.
Την δε επαύριον απέβησαν εις Φάληρον οι υπό την οδηγίαν του
Ουρκουάρτου, και συμπαραλαβόντες και τους εκεί υπό τον
Μακρυγιάννην Αθηναίους εκίνησαν προς τα εχθρικά οχυρώματα, και
πολεμούντες επλησίασαν εντός πιστολίας· τόσον δε εφοβήθησαν οι
εχθροί, ώστε έσπευσαν να φέρωσιν εντός του μοναστηρίου τους
έξωθεν βόσκοντας ίππους και άλλα ζώα. Κατά τον ακροβολισμόν
τούτον διαρκέσαντα μέχρι της νυκτός επληγώθησαν 11 Έλληνες. Εξ
εκείνης δε της ημέρας μέχρι της 13 καθημερινοί συνέβαιναν
ακροβολισμοί. Οι δε υπό τον Μακρυγιάννην Αθηναίοι, οι υπό τον
Ιγγλέσην τακτικοί και άλλοι, πλήρεις όλοι ζήλου επροχώρησαν
οχυροποιούντες υπό την υπεράσπισιν του πυρός ελαφρών τινων
κανονίων μέχρι των άκρων του ελαιώνος, προσβάλλοντες και
προσβαλλόμενοι. Την δε 13 χωρίς τινος προμελέτης και εκ μικράς
αιτίας εγένετο σημαντική μάχη. 30 στρατιώται απέβησαν εις το
μεταξύ των λιμένων της Μουνυχίας και του Πειραιώς ακρωτήριον
παρά τον τάφον του Θεμιστοκλέους μετά μεσημβρίαν, και
βοηθούμενοι υπό δύο κανονοφόρων προσέβαλαν εχθρούς τινας
πλησίον της θέσεως εκείνης ωχυρωμένους. Η ολίγων κατ' αρχάς
μάχη εγένετο μετά μικρόν πολλών, και ο Κοχράνης, όστις έτυχε
να ευρεθή την ώραν εκείνην επί της ξηράς και να παρατηρή διά
του τηλεσκοπίου τας θέσεις των εχθρών, ιδών τα γινόμενα και
ενθουσιασθείς, ανέλαβε την αρχηγίαν των παρευρεθέντων
στρατιωτών και ακολουθούμενος παρ' αυτών επροχώρησε προς το
μοναστήριον εκθέτων εαυτόν υπέρ πάντα άλλον εις το πυρ των
εχθρών και καλών τους λοιπούς Έλληνας εις γενικήν μάχην. Η
φωνή του ηκούσθη, και το παράδειγμά του ηλέκτρισεν όλους.
Ώρμησαν οι εν τω Φαλήρω, ώρμησαν και οι εν Κερατσηνίω,
αμιλλώμενοι όλοι ποίοι να φανώσιν ενώπιον τοιούτου ανδρός
ανδρειότεροι των άλλων, επυροβόλησαν συγχρόνως και τα
κανονοστάσια, και άλλα μεν των εχθρικών οχυρωμάτων επάτησαν εξ
εφόδου οι Έλληνες, άλλα δε εγκατέλειψαν οι κατέχοντες αυτά
έμφοβοι, ώστε εν μιας ώρας διαστήματι 9 εχθρικά οχυρώματα
έμεναν υπεξούσια των Ελλήνων, και οι εν αυτοίς εχθροί οι μεν
επανήλθαν εις τα περί την πόλιν στρατόπεδον φεύγοντες, οι δε
κατέφυγαν εις το μοναστήριον· 60 Τούρκοι και 8 Έλληνες ήσαν οι
πεσόντες και παθόντες την ημέραν εκείνην. Μετά την μάχην
ταύτην κατέλαβαν οι Έλληνες όλην την γραμμήν, από Φαλήρου
μέχρι των υψωμάτων του Κορυδαλού, έχοντες εν τω μέσω μόνους
εχθρούς τους εν τω μοναστηρίω, ως 300, αποχωρισθέντας των
άλλων. Τούτου δε γενομένου, μετέφερεν ο Καραϊσκάκης την σκηνήν
του εκ Κερατσηνίου εις Πειραιά· τόσον δε εχάρη και τόσας
ελπίδας συνέλαβεν επί τη νίκη ταύτη ο πρωταίτιος αυτής
Κοχράνης, ώστε κοινοποιών τα κατά την ημέραν εκείνην συμβάντα
τη αντικυβερνητική επιτροπή έλεγεν ότι, αν την επαύριον
εφέροντο οι Έλληνες όπως την ημέραν εκείνην, η πολιορκία
ελύετο. Τω όντι, ο ακράτητος ούτος ανήρ επρόβαλε να κινήσωσι
την επαύριον τα στρατεύματα προς την ακρόπολιν· αλλ' ο
Τσώρτσης και ο Καραϊσκάκης ηναντιώθησαν, μη θέλοντες να
ριψοκινδυνεύσωσι τα πάντα· ο Καραϊσκάκης μάλιστα είπεν, ότι
ούτε βήμα θα επροχώρει, εν όσω οι εχθροί κατείχαν το
μοναστήριον. Δυσηρεστήθη ο Κοχράνης, αλλ' ηναγκάσθη να
παραδεχθή την ορθήν ταύτην γνώμην, και την 14 εκίνησαν οι
Έλληνες επί τους εν τω μοναστηρίω, έφεραν πλησιεστέρον τα
κανόνιά των, μετέφεραν εις Πειραιά την φρεγάταν και άλλα πλοία
και προσέβαλαν το μοναστήριον διά ξηράς και θαλάσσης όλην την
ημέραν κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες. Οκτακοσίας κανονίας
έρριψε μόνη η φρεγάτα, ανέτρεψε την οροφήν του μοναστηρίου και
μέρος των τοίχων του, και εφαίνετο ότι έθαπτε τους εγκλείστους
υπό τα επισυσσωρευόμενα ερείπια. Αλλ' όσον μέγας ήτον ο
κίνδυνος, τόσον μεγάλη εφάνη και η ανδρία των κινδυνευόντων·
δις και τρις ώρμησαν οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το
καταστραφέν μοναστήριον, αλλ' οι 300 γενναίως τους απέκρουσαν·
είναι δε άπορον πώς ο δραστήριος Κιουταχής, καθήμενος αργός εν
τω στρατοπέδω του, και βλέπων τους ατρομήτους πολεμιστάς του
αγωνιώντας, δεν έτρεξεν εις βοήθειαν. Την νύκτα έγεινεν επί τη
αιτήσει της φρουράς του μοναστηρίου ανακωχή, και υπήγαν δύο εξ
αυτής εις την ναυαρχίδα προς συμβιβασμόν, αλλά δεν
εσυμβιβάσθησαν· διότι οι μεν εζήτουν να επανέλθωσιν εις το εν
Αθήναις στρατόπεδόν των φέροντες τα όπλα και τα πράγματά των,
ο δε στόλαρχος τοις εχάριζε μόνον την ζωήν. Διαρκούσης δε της
ανακωχής, ηυτομόλησαν προς τους Έλληνας εκ των εν τω
μοναστηρίω 30 Χειμαριώται Χριστιανοί, συναινούσης όλης της
φρουράς διά την σπάνιν των τροφών. Αλλ' όσον αξιέπαινος εφάνη
η τουρκική φρουρά του μοναστηρίου μαχομένη, τόσον ημαύρωσε την
δόξαν της επί της ανακωχής φονεύσασα τον προς αυτήν σταλέντα
παρά του Ουρκουάρτου και φέροντά τινας επί συμβιβασμώ
προτάσεις· επυροβόλησε δε μετά ταύτα και τους εν τω πλοιαρίω
της ναυαρχίδος φέροντι υπό λευκήν σημαίαν τον γραμματέα του
στολάρχου. Η διττή αύτη ανόσιος πράξις διήγειρε δικαίαν
αγανάκτησιν κατά των εν τω μοναστηρίω. Εφρύαττε δε κατ' εξοχήν
ο Κοχράνης, ο προτού θαυμάζων την ανδρίαν των, εκάλει τους
Έλληνας εις έφοδον και εξολόθρευσίν των ως παρασπόνδων, και
δεν ήθελε πλέον ν' ακούη συμβιβασμόν· και επειδή οι Έλληνες
δεν επέπιπταν, τους επέπληττε, τους ύβριζεν ως ανάνδρους και
ηπείλει ότι, αν δεν εκυρίευαν αμέσως το μοναστήριον, θ'
ανεχώρει. Ηγανάκτησαν οι οπλαρχηγοί υβριζόμενοι· ηγανάκτησε
και αυτός ο Καραϊσκάκης και στραφείς προς τους οργήν πνέοντας
συναδέλφους του, «βλέπω» , τοις είπεν, «ότι κακά θα τα πάμε με
τούτους τους φράγκους· φοβούμαι πως θα μας χάσουν με την
αβασταγιά τους· αλλά πρέπει να τους οικονομήσωμεν». Ο Κοχράνης
δεν ανεχώρησεν ως ηπείλησεν, αλλ' εγκοτών, διότι δεν
εισηκούετο, απεχωρίσθη και εκάθητο εντός του πλοίου του· αν
είχεν όμως υπομονήν μίαν ημέραν, η απλή πολιορκία ήρκει εις
την άνευ εφόδου και άνευ παραμικρού πυροβολισμού πτώσιν του
μοναστηρίου, διότι μόλις είχαν οι έγκλειστοι μιας ημέρας
τροφήν, και η συγκοινωνία αυτών και του στρατοπέδου των ήτο
διακεκομμένη. Αλλ' ο ανυπόμονος λόρδος εθεώρει μίαν ημέραν ως
ολόκληρον έτος, διά τούτο την επαύριον περί την μεσημβρίαν
ήρχισαν εκ νέου προς ευχαρίστησίν του οι κατά του μοναστηρίου
κανονοβολισμοί, ανεγερθέντος εφ' εσπέρας άλλου κανονοστασίου.
Οι Τούρκοι κατεστενοχωρηθησαν και εζήτησαν εκ νέου
συμβιβασμόν. Αποχωρισθέντος του Κοχράνου, ανέλαβε την
διεύθυνσιν των πραγμάτων ο αρχιστράτηγος, ανήρ μέτριος και
ειδήμων του τρόπου του πολεμείν των Ελλήνων. Ούτος έδωκεν
άδειαν τω Καραϊσκάκη να διαπραγματευθή τα του συμβιβασμού και
δεχθή τους όρους ους απέρριψε προ ολίγου ο Κοχράνης. Επ'
αυτοίς τοις όροις εγένετο ο συμβιβασμός, και την 16 ο
Καραϊσκάκης, αφ' ού παρέλαβε τας σημαίας των υποσπόνδων, τους
κατέταξε μετά την μεσημβρίαν έμπροσθεν του μοναστηρίου κατά το
προς την ξηράν μέρος, και εις ασφάλειαν έβαλε τους ιππείς
μεταξύ αυτών και του κατέχοντος τας πλησίον θέσεις ελληνικού
στρατεύματος· ησφάλισε δε και τας άλλας πλευράς των, και εν τω
κέντρω ετέθησαν επί τη αιτήσει των υποσπόνδων ο Καραϊσκάκης, ο
Τσαβέλλας, ο Βάσσος και άλλοι οπλαρχηγοί ως όμηροι. Κατά τον
τρόπον τούτον ήρχισαν οι υπόσπονδοι να βαδίζωσι τακτικώς προς
το στρατόπεδόν των· αλλά μόλις απεμακρύνθησαν ολίγα βήματα,
και χιλιάδες στρατιωτών Ελλήνων επάτησαν το κενωθέν
μοναστήριον επ' ελπίδι λαφυραγωγίας· μη ευρόντες δε εν αυτώ
ό,τι επροσδόκων, παρηκολούθουν τους αναχωρούντας πονηρά
βουλευόμενοι. Αφ' ού δ' έφθασαν οι υπόσπονδοι εις το παρά τω
λιμένι αλίπεδον, ήπλωσέ τις των Ελλήνων χείρα εις αρπαγήν της
σπάθης ενός αυτών· ούτος τον απέκρουσεν· ο Έλλην δεν παρητήθη
του σκοπού του, ο Τούρκος επιστόλισε τον Έλληνα, και ο Έλλην
ετουφέκισε τον Τούρκον. Τότε οι παρακολουθούντες και ζητούντες
αφορμήν καταστροφής και λαφυραγωγίας προσέβαλαν αδιακρίτως
τους μηδέν πταίσαντας υποσπόνδους τουφεκίζοντες·
αντετουφέκισαν και ούτοι, και η ταραχή και η σύγχυσις
διεχύθησαν παντού εν τω άμα. Ο Καραϊσκάκης και οι λοιποί
αρχηγοί, οι εν μέσω των πασχόντων εχθρών, έτρεχαν φωνάζοντες
εις συστολήν των φονέων, αλλ' ούτε τους ήκουέ τις ούτε
εσυλλογίζετο ότι εκινδύνευαν ως υποχείριοι των αδίκως
θανατουμένων και ως εγγυηταί της ζωής των. Καταδιωκόμενοι,
φονευόμενοι και αμυνόμενοι όπως εδύναντο οι Τούρκοι, έφθασαν
πλησίον των δύο τελευταίων οχυρωμάτων του ελληνικού
στρατοπέδου κατεχομένων του μεν παρά Σουλιωτών υπό τον Κώσταν
Μπότσαρην, του δε παρά Πελοποννησίων υπό τον Νικήταν· όχι δε
μακράν των οχυρωμάτων τούτων διέμενεν η προφυλακή του
τουρκικού στρατοπέδου κατέχουσα λόφον ωχυρωμένον διά κανονίων.
Και οι μεν περί τον Μπότσαρην και Νικήταν αφήσαντες εντός των
οχυρωμάτων τινάς των στρατιωτών έτρεξαν μετά των λοιπών προς
λύτρωσιν των πασχόντων απωθούντες τους ανηλεείς καταδιώκτας·
αλλ' οι κατέχοντες τον λόφον εχθροί, βλέποντες την ορμήν και
την απείθειαν των Ελλήνων και υποπτεύοντες μη ορμήσωσι και επ'
αυτούς, εκανονοβόλουν αδιακρίτως επί του σωρού φονεύοντες
εχθρούς και φίλους· εντεύθεν επερίσσευσε το κακόν, και έως ου
έφθασαν οι καταδιωκόμενοι εις τον λόφον, όπου ηύραν σωτηρίαν,
200 εξ αυτών εθυσιάσθησαν υπό το πυρ εχθρών και φίλων.
Ημέρα αγανακτήσεως και βαρυθυμίας ήτο διά τους αρχηγούς και
τους οπλαρχηγούς του ελληνικού στρατοπέδου η βδελυρά εκείνη
ημέρα, και παρ' ολίγον έφερε την διάλυσιν όλου του
στρατοπέδου. Ο Κοχράνης, όστις εκάθητο άπρακτος εν τω πλοίω
του, διέταξε να αποχωρισθώσι του ελληνικού στρατοπέδου επί της
εξόδου των υποσπόνδων όλοι οι υπό τας οδηγίας του
Υδραιοσπετσιώται, διό και δεν συνεμέθεξαν της μιαράς πράξεως·
περί πολλού δε ποιούμενος να γένη πασίγνωστον, ότι αθώος ήτο
του παρασπόνδως χυθέντος αίματος, εκήρυξεν ότι ουδείς των περί
αυτόν ενείχετο εν τη μιαιφονία, ουδ' αυτός εν τη συνθήκη· ο
Τσώρτσης έπεσε και αυτός εις άκραν αθυμίαν και υποπτεύων άλλα
τοιαύτα και θέλων να προφυλάξη την υπόληψίν του έστειλε την
παραίτησίν του κατακρίνων πικρώς το γεγονός· ο δε
συναγωνιζόμενος Γόρδων ανεχώρησε διά την αιτίαν ταύτην από του
στρατοπέδου· παρητήθησαν της υπηρεσίας και άλλοι δευτερεύοντες
φιλέλληνες· ηρρώστησεν εκ της υπερβολικής θλίψεώς του και ο
Καραϊσκάκης· ο δε Κιουταχής μαθών τα γενόμενα, «ο Θεός» είπε,
«δεν θ' αφήσει την μιαιφονίαν ατιμώρητον».
Εν τούτοις κατήντησαν τα πάντα εις άκραν παράλυσιν εξ αιτίας
της βδελυράς ταύτης πράξεως. Εξετάσεως δε γενομένης εις
εύρεσιν των πρωταιτίων, εφυλακίσθη ο πάντη αμέτοχος της
μιαιφονίας Ιωάννης Νοταράς φωραθέντων ως πρωταιτίων αυτής
τινών των στρατιωτών του. Μετά πολλάς δε εξηγήσεις και
κοινοποιήσεις της κυβερνήσεως εις καταπράυνσιν του
αρχιστρατήγου και του στολάρχου, απεφάσισαν όλοι να παραδώσωσι
το γεγονός εις την λήθην, και ήρχισαν εκ νέου να φροντίζωσι
περί της σωτηρίας της ακροπόλεως· έσπευσαν δε προ παντός άλλου
να στείλωσι προς τους εγκλείστους αγγελιαφόρον εις εμψύχωσίν
των.
Μετά την πτώσιν του μοναστηρίου, ο Κοχράνης επέμενεν έτι
μάλλον εις το πρώτον του σχέδιον, ό εστι να πέση το ελληνικόν
στρατόπεδον εις το εχθρικόν άνευ αναβολής, ώστε αν δεν το
διεσκόρπιζε και δεν έλυε διά μιας την πολιορκίαν, να ήνοιγε
καν την οδόν της ακροπόλεως προς αντικατάστασιν της φρουράς
και εισαγωγήν των αναγκαίων· αλλ' ο Καραϊσκάκης απεδοκίμαζε το
σχέδιον τούτο και κατ' αρχάς και τότε ως δυνάμενον, αν
απετύγχανε, να φέρη την καταστροφήν όλου του ελληνικού
στρατοπέδου, και επισπεύση μάλλον ή εμποδίση την πτώσιν της
ακροπόλεως· έλεγε δε εις υποστήριξιν της γνώμης του, ότι η
άγουσα εις αυτό από των τριών πύργων, όπου επρόκειτο ν' αποβή
το εις ανάβασιν στράτευμα, ήτο μεν η συντομωτέρα οδός, αλλ'
ήτο και η κινδυνωδεστέρα, ως όλη πεδινή, όλη άδενδρος, και όλη
επιτηδειοτάτη εις τα κινήματα του πολυαρίθμου εχθρικού
ιππικού· ότι, εν ώ επρόκειτο να εισαγάγωσι τροφήν εις την
πεινώσαν ακρόπολιν και πυρίτιδα, το στρατόπεδον μόλις είχε την
εις καθημερινήν του χρήσιν αναγκαίαν τροφήν, η δε πυρίτις,
ούσα εξ ής ελαφυραγώγησαν τα ελληνικά πλοία εσχάτως εν τω
κόλπω του Βώλου, ήτο κακίστης ποιότητος, και ότι εν ώ
αναγκαίον ήτο να οχυρωθώσι διά μιας πλησίον της ακροπόλεως οι
μέλλοντες να εκστρατεύσωσιν, αν εμποδίζετο παρά των εχθρών η
εις αυτήν ανάβασις, ο ενυπάρχων αριθμός πτυαρίων και αξινών
ήτο πάντη ανεπαρκής. Τοιαύτα έλεγεν ο Καραϊσκάκης εις
ματαίωσιν του ολεθρίου τούτου σχεδίου, και τας ορθάς του
ταύτας παρατηρήσεις υπεστήριζε θερμώς και ο αρχιστράτηγος.
Αλλ' ο Κοχράνης δεν έδιδεν ώτα ακοής και ό,τι έλεγεν ήθελε και
να γίνεται. Εις μάτην η συνέλευσις τω έδωκεν εξουσίαν μόνον
επί της θαλάσσης· αυτός ήρπασε και την επί της ξηράς· «όπου
εγώ άρχω» έλεγε, «πάσα αρχή παύει»· πρό τινων ημερών τον
εζήτησαν πλοία εις μετακομιδήν μέρους των εν Πειραιεί
στρατευμάτων κατά τον Ωρωπόν εις αντιπερισπασμόν, αλλ'
απέρριψε την αίτησιν αποκριθείς, ότι τα υπό την οδηγίαν του
πλοία ήσαν πάντοτε έτοιμα να μετακομίσωσι στρατεύματα
πλησιέστερον του εχθρού, όχι μακρύτερον. Επειδή δε ενόησεν ότι
οι Έλληνες επροσδόκων παρά της θαυματουργού του αντιλήψεως την
σωτηρίαν των, κατεχράτο της προς αυτόν υπολήψεως αυτών και,
οσάκις αντέτεινέ τις εις τας ορέξεις του, ηπείλει ν'
αναχωρήση, ό εστι κατά τας τότε ιδέας των ανθρώπων ν' αφήση
την Ελλάδα να χαθή. Τοιούτος ήτον ο Κοχράνης, άγων και φέρων
κατά το δοκούν τα πράγματα και εις ουδέν λογιζόμενος την
γνώμην των ειδημονεστέρων του.
Δεκτού γενομένου διά τους ανωτέρω λόγους του τολμηρού τούτου
σχεδίου, οι Έλληνες κατεγίνοντο σπουδαίως εις εκτέλεσιν. Η
άνοδος εις την ακρόπολιν επρόκειτο να γένη διά του μέρους των
τριών πύργων, δι' ού ανέβησαν άλλοτε ευτυχώς οι περί τον
Φαβιέρον· αλλ' εθεωρήθη συγχρόνως αναγκαίον να προκαταληφθώσι
πολεμικαί τίνες θέσεις προς το άλλο μέρος πλησιεστέρον όσον
δυνατόν των κατεχόντων τον ελαιώνα εχθρών εις αντιπερισπασμόν.
Επί τω σκοπώ τούτω έπεσάν τινες των Ελλήνων εις την πεδιάδα
την επ' αριστερά της από Πειραιώς εις Αθήνας λεωφόρου την
νύκτα της 18, και τοποθετηθέντες τινές αυτών εις προφύλαξιν
από ενδεχομένης επιδρομής των κατά το μέρος του Δαφνίου
φυλαττόντων εχθρών, εγκατεσκεύασαν έν οχύρωμα· κατεσκεύασαν
και άλλο την ακόλουθον νύκτα πλησιεστέρον της πόλεως και το
εδυνάμωσαν διά δύο κανονίων· κατεσκεύασαν και τρίτον επί της
εισόδου του ελαιώνος, και τοιουτοτρόπως απήλασαν τους εχθρούς
εξ όλης σχεδόν της μεταξύ του ελαιώνος και του Πειραιώς
πεδιάδος. Τοιαύτα έργα ήσαν εις άκρον ωφέλιμα, διότι δι' αυτών
επροχώρουν οι Έλληνες προς την πόλιν προφυλαττόμενοι· αλλ' η
σπάνις των εις οχύρωσιν εργαλείων εμπόδιζε την ταχείαν
πρόοδον· δεν εθεωρούντο δε ουδέ ανάλογοι αι εργασίαι αύται
προς την επικειμένην ανάγκην. Την 21 συνεσκέφθησαν εκ δευτέρου
οι οπλαρχηγοί υπό την προεδρίαν του Καραϊσκάκη περί του
σχεδίου της εις την ακρόπολιν αναβάσεώς των· αλλ' ουδείς και
τότε, εκτός του Μακρυγιάννη, ηγόρευσεν υπέρ αυτού· και
στρατηγοί και στρατιώται απηρέσκοντο φοβούμενοι δικαίως το
πολυάριθμον ιππικόν του εχθρού· αλλ' έπρεπε να γένη το θέλημα
του Κοχράνου· διά τούτο προσδιώρισαν επί του συμβουλίου τα εις
ανάβασιν προς την ακρόπολιν σώματα, ώρισαν εις τούτο την νύκτα
της 22, ειδοποίησαν διά του αρχιστρατήγου τον Κοχράνην, τω
παρήγγειλαν να έχη έτοιμα τα πλοία του επί μεταβιβάσει των
στρατιωτών την ορισθείσαν ώραν εις τους τρεις πύργους, και
διέταξαν όλα τα στρατεύματα να ησυχάσωσιν όλην την ημέραν της
22 και απέχωσι παντός ακροβολισμού. Εχάρη χαράν μεγάλην ο
Κοχράνης μαθών τα αποφασισθέντα, και συγχαίρων τους
παρεστώτας, «θα γευματίσωμεν λοιπόν», είπε, «την 23 εν τη
ακροπόλει!»