Αλλ' όσον εχάρησαν οι έγκλειστοι, ιδόντες τους τακτικούς

αναβάντας, τόσον ελυπήθησαν μαθόντες ότι θ' ανεχώρουν.

Θέλοντες δε να τους αποτρέψωσι, τοις έλεγαν ότι θα

συνανεχώρουν και αυτοί· αλλ' ο Φαβιέρος δεν μετεπείσθη, και

δικαίως· φόβος δεν ήτο να κινδυνεύση η ακρόπολις δι' έλλειψιν

υπερασπιστών, αλλά δι' έλλειψιν τροφών και όσον πλειότεροι

ήσαν οι εν αυτή, τόσον ταχύτερον εφθείροντο αι τροφαί. Έβλεπεν

ο Φαβιέρος την έξοδόν του όχι μόνον αβλαβή αλλά και ωφέλιμον,

καθ' όσον εδύνατο να φέρη έξωθεν αντιπερισπασμόν· αλλ' η

έξοδός του, γρηγορούντων των εχθρών νύκτα και ημέραν, ήτο

σχεδόν αδύνατος. Πλησίον της προς την ακρόπολιν όχθης της

τάφρου ήσαν οικίαι τινές κατεχόμεναι υπό των Τούρκων. Σκεφθείς

ο Φαβιέρος ότι, αν εκυρίευε τας οικίας εκείνας, ήνοιγε την διά

της τάφρου δίοδόν του, διότι ηναγκάζοντο οι εχθροί υπό το πυρ

των κατεχόντων αυτάς ν' απομακρυνθώσι, παρέλαβέ τινας

τακτικούς και ατάκτους, και εξήλθε κατ' εκείνο το μέρος την 6,

όρθρου βαθέως, εις κυρίευσιν αυτών. Συνεξήλθαν και οι περί τον

Κριεζώτην και τον Ευμορφόπουλον κατά το μέρος της αγίας

Παρασκευής και της Πλάκας εις αντιπερισπασμόν, απεδίωξαν τους

πλησίον εχθρούς, έδραμαν περαιτέρω, επάτησαν οικίας της

πόλεως, εφόνευσάν τινας εχθρούς, και, ημέρας γενομένης,

επανήλθαν εις την ακρόπολιν φέροντες λάφυρα· τινές δε αυτών,

μη προφθάσαντες να εισέλθωσι, κατέφυγαν εις το προς ανατολάς

σπήλαιον, υπεράσπισαν εαυτούς πανήμεροι, και την επελθούσαν

νύκτα διεσώθησαν και αυτοί αβλαβείς εις την ακρόπολιν. Οι δε

περί τον Φαβιέρον, πεσόντες αίφνης εις ας εσκόπευαν να

κυριεύσωσιν οικίας, τας επάτησαν, αλλ' απεκρούσθησαν και

επανήλθαν άπρακτοι εις την ακρόπολιν· δύο εξ αυτών εφονεύθησαν

και πέντε επληγώθησαν, εν οίς και ο υπολοχαγός Γεωργάκης

Καρατσάς. Επειράθησαν και την 19 και την 23 να εξέλθωσιν, αλλά

και τότε απέτυχαν και ενδιέμειναν άκοντες μέχρι τέλους της

πολιορκίας υπέρ τους άλλους υπό του ψύχους πάσχοντες ως μη

έχοντες επενδύτας. Την δε 25 επρόβαλε τοις εν τη ακροπόλει ο

Κιουταχής να παραδοθώσιν υπό ωφελίμους όρους· απορριφθείσης δε

της προτάσεως, ητοιμάσθη εις άλωσιν του παρατειχίσματος δι'

εφόδου, συνέλεξεν επί του Μουσείου πολλά στρατεύματα την 6

ιανουαρίου, και εκανονοβόλει την Χρυσοσπηλαιώτισσαν· αλλ' η

επιτυχής κανονοβολή των πολιορκουμένων εματαίωσε τα

μελετώμενα. Κατέχοντες οι Τούρκοι την Υπαπαντήν επεβουλεύοντο

δι' υπονόμων το περιτείχισμα της πηγής είκοσι μόλις οργυιάς

απέχον. Αναγκαίαν εξ αιτίας τούτου θεωρήσαντες οι Έλληνες την

κυρίευσιν της Υπαπαντής, άναψαν την επιούσαν νύκτα

υποσκαφείσαν τινα πρό τινων ημερών υπόνομον, επάτησαν την

εκκλησίαν, και τους μεν των εν αυτή φονεύσαντες, τους

πλείστους δε διασκορπίσαντες, και παν το ευρεθέν αρπάσαντες

επανήλθαν εις την ακρόπολιν φοβηθέντες να την κρατήσωσι·

πολλήν βλάβην επέφερε και η υπόνομος εκραγείσα. Εν τω μεταξύ

δε τούτω διέταξεν ο Φαβιέρος και ετρύπησαν δύο των κατά γης

σπονδύλων και εμβαλόντες πυρίτιδα και ανάψαντες φυτίλιον τους

εκύλισαν εις την πόλιν, οίτινες εκραγέντες κατεδάφισάν τινας

σαθράς οικίας. Μετά τινας δε ημέρας έπαθαν αι ωραίαι τέχναι

πάθημα ανήκεστον. Ο Γκούρας μετεσχημάτισε τον ναόν του

Ερεχθέως εις οίκημα της γυναικός και των συγγενών του. Εις

προφύλαξίν των δε από των επιρριπτομένων βομβών εσώρευσεν επί

της οροφής πολύ χώμα· αλλ' ό,τι έπραξεν εις προφύλαξιν

συνετέλεσεν εις καταστροφήν. Κανονοβολούντος την νύκτα της 12

του εχθρού, είς των κιόνων του ναού και το επιστύλιον ετέρου

έσπασαν, και η μέγα βάρος φέρουσα οροφή πεσούσα εθανάτωσεν

ένδεκα, εν οίς και την σύζυγον του Γκούρα.

1826-27

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ'.

&Εκστρατεία Καραϊσκάκη — Τα εν απουσία αυτού κατά τας Αθήνας,

και η εις Αττικήν επάνοδός του.&

Οκτώβριος ΜΕΣΟΥΝΤΟΣ του Οκτωβρίου ηύξησε το εν Ελευσίνι υπό τον

Καραϊσκάκην στρατόπεδον εις 4500· οι συγκροτούντες αυτό ήσαν

οι εμπειροπολεμώτεροι των Ελλήνων, εν οίς και τα λείψανα της

ενδόξου φρουράς του Μεσολογγίου, και ο επ' ανδρία μεταξύ των

Πελοποννησίων οπλαρχηγών διακρινόμενος Νικήτας, και ικανοί

Σουλιώται, αν και απαρεσκόμενοι να συνεκστρατεύωσιν υπό μη

Σουλιώτην. Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να πείση και τον

Φαβιέρον να συνακολουθήση· αλλά δι' ά διηγήθημεν ήδη μεταξύ

τακτικών και ατάκτων επί των δύο εκστρατειών εις Χαϊδάρι και

Θήβας συμβάντα δεν εισηκούσθη· μετεχειρίσθη έπειτα πλαγίους

τρόπους ίνα του αποσπάση τους ιππείς και επέτυχεν· αλλά

δραμόντες οι αξιωματικοί κατόπιν τους επανήγαγαν υπό την

σημαίαν των.

Προετοιμασίας δε ο Καραϊσκάκης τα της εκστρατείας του άφησεν

εις φύλαξιν της Ελευσίνος και Σαλαμίνος και εις συστολήν των

πολιορκητών της ακροπόλεως τον Βάσσον μετά των περί αυτόν και

τους Δεβενοχωρίτας, και την 25 εξεστράτευσε μετά 3000, και

οδεύων διά Κουντούρων και Κάζας έφθασε το εσπέρας της 27 εις

Δοβρέναν. Ιδόντες δε αυτόν ερχόμενον οι εν τω χωρίω εκείνω 300

εχθροί, εκλείσθησαν εντός τριών δυνατών πύργων. Οι Έλληνες

επάτησαν το χωρίον, και αρπάσαντες 35 ίππους και ημιόνους και

διάφορα σκεύη των εχθρών εξήλθαν και επορεύθησαν αυτονυκτί εις

το πλησίον χωρίον, Κακόσι· την δε επαύριον επανήλθαν εις

Δοβρέναν, και μετακομίσαντες έν κανόνι από τινος εν τω λιμένι

του χωρίου πλοίου εκανονοβόλουν τους πύργους. Την αυτήν ημέραν

ήλθαν εκ Θηβών ιππείς τινες προς βοήθειαν των εν Δοβρένα

πολιορκηθέντων, και αντικρουσθέντες έφυγαν άπρακτοι· την δε 30

απεστάλησαν 180 στρατιώται υπό τον Γιαννάκην αδελφόν του

Οδυσσέως εις Ζαγαράν, αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες αίφνης

εφόνευσαν 20, διεσκόρπισαν τους λοιπούς, και συνέλαβαν και τον

δυστυχή αρχηγόν αυτών ασθενούντα και τον εφόνευσαν.

Νοέμβριος Την 2 νοεμβρίου ήλθαν εκ δευτέρου προς βοήθειαν των

πολιορκουμένων 300 ιππείς, αλλ' ετράπησαν και τότε· την

επαύριον προς το εσπέρας ήλθαν 1000 ιππείς και πεζοί υπό τον

Μουστάμπεην, φέροντες τροφάς εις χρήσιν των εν τοις πύργοις

αποκλεισθέντων, και διενυκτέρευσαν εν τη μονή της

Μακαριώτισσας μίαν ώραν μακράν της Δοβρένας· ανατείλαντος δε

του ηλίου, εισήλθαν εις το χωρίον, και ιδόντες τους Έλληνας

ελθόντας κατόπιν αυτών και οχυρωθέντας πλησίον επεξήλθαν· και

κατ' αρχάς μεν τους απώθησαν πληγώσαντες 5 εξ αυτών· μετά

ταύτα δε ωπισθοδρόμησαν και εκλείσθησαν εντός των οικιών του

χωρίου· η μάχη διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, και προ του τέλους,

ήλθε βοήθεια εις τους εχθρούς εξ Αθηνών. Μετά δύο δε ή τρεις

ημέρας εστράτευσεν ο Μουστάμπεης εις Ταλαντονήσι, γνωστής

γενομένης της εκεί αποβάσεως των Θετταλομακεδόνων· απέμειναν

δε οι κατέχοντες τους πύργους καί τινες άλλοι εν τω χωρίω, οι

πλείστοι ιππείς. Την δε 11 ήλθεν εις το ελληνικόν στρατόπεδον

το άτακτον ελληνικόν ιππικόν υπό τον Χατσή-Μιχάλην· νυκτός δε

γενομένης, υπήγεν ο Σουλτάνης μετ' ολίγων στρατιωτών εις τας

αμπέλους της Δοβρένας προς ένεδραν· εξήλθαν του χωρίου 15

Τούρκοι ιππείς, και συναπαντήσαντες τους ενεδρεύοντας

ετουφεκίσθησαν. Ακούσαντες άλλοι Έλληνες τον τουφεκισμόν

έτρεξαν κατ' εκείνο το μέρος· έτρεξαν και άλλοι Τούρκοι,

επολέμησαν, εσκοτώθησαν 22 Τούρκοι και 7 Έλληνες, και

επληγώθησαν εξ αμφοτέρων 10. Εθρήνησεν ο στρατός την ημέραν

εκείνην τον θάνατον του Σουλτάνη, ενός των ανδρειοτέρων της

φρουράς του Μεσολογγίου, τετράκις πληγωθέντος. Ο δε

Καραϊσκάκης μη θέλων να χρονοτριβήση περαιτέρω εις κυρίευσιν

των τριών πύργων, ανεχώρησε την νύκτα της 14 πανστρατιά, και

φθάσας εις Χώστια ενδιενυκτέρευσεν. Οδεύσας δε δι' όλης της

επελθούσης ημέρας έφθασε περί την α' ώραν της νυκτός εις το

μοναστήριον του Δομπού, όπου αφήσας 100 στρατιώτας υπό τον

Νικολόν Μπαρμπιτσώτην ανεχώρησε την επαύριον. Την αυτήν ημέραν

υπήγαν προς το μοναστήριον 1000 Τούρκοι πεζοί και ιππείς, οι

μεν εκ Θηβών, οι δε εξ Αθηνών, και προσέβαλαν τους Έλληνας·

προς το εσπέρας δε υπήγαν εις το μετόχιον του μοναστηρίου,

διενυκτέρευσαν, και την επαύριον ανεχώρησαν εις Λεβαδείαν· την

ακόλουθον ημέραν υπήγαν πάλιν 80 ιππείς κατά των εν τω

μοναστηρίω. Ούτοι ιδόντες τόσον ολίγους υπώπτευσαν στρατήγημα

και κατ' αρχάς δεν επεξήλθαν· βεβαιωθέντες δε ότι δεν ήσαν

άλλοι, εξώρμησαν, εφόνευσάν τινας και κατεδίωξαν τους λοιπούς

μέχρι του μοναστηρίου των Ταξιαρχών.

Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, αναχωρήσαντες εκ του μοναστηρίου

του Δομπού, έφθασαν την 18 εις Δίστομον. Εκείθεν απεστάλησαν

ως προφυλακή 400 υπό τον Γεώργην Βάγιαν, τον Γαρδικιώτην

Γρίβαν και τον Μήτρον Βάγιαν ίνα καταλάβωσι την Αράχωβαν,

χωρίον επί της κατωφερείας του Παρνασού, δι' ού θα διήρχετο το

εχθρικόν στράτευμα οδεύον, καθώς επληροφορήθησαν οι Έλληνες,

προς τα Σάλωνα κατεχόμενα υπό των Τούρκων και πολιορκούμενα

υπό των περί τον Δυοβουνιώτην και τον Πανουργιάν. Την 17

διέβησαν 2000 Τούρκοι το Ζεμενόν υπό τον Μουστάμπεην, τον

αδελφόν αυτού Καρυοφίλμπεην, τον Ελμάζμπεην και τον

Κεχαγιάμπεην· την δε 18, γ' ώραν της ημέρας, εφάνησαν

ερχόμενοι προς την Αράχωβαν. Ιδόντες δε αυτούς οι εν τω χωρίω

Έλληνες έσπευσαν να οχυρωθώσιν εντός της εκκλησίας καί τινων

οικιών. Εν τούτοις εισήλθαν εις το χωρίον και οι εχθροί,

κατέλαβαν οικίας και ωχυρώθησαν, ώστε οι μεν Έλληνες

κατέχοντες το έν μέρος του χωρίου, οι δε Τούρκοι το άλλο

ήρχισαν αυθημερόν τον πόλεμον. Ηκούσθησαν μετ' ολίγον έξωθεν

του χωρίου πολλαί τουφεκίαι, και εφάνησαν ερχόμενοι οι περί

τον Καραϊσκάκην. Οι εχθροί φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι και

ευρεθώσιν εντός διττού πυρός, βλέποντες και τον καιρόν γλυκύν,

εξήλθαν αυθόρμητοι του χωρίου, και ετοποθετήθησαν επί τινος

λόφου παρά το χωρίον. Αφ' ού δε έφθασαν και οι περί τον

Καραϊσκάκην, ο μη παύσας πόλεμος εγένετο σφοδρότερος και

διήρκεσε μέχρι της δύσεως του ηλίου, καθ' ήν ώραν, πνεύσαντος

ψυχρού ανέμου, εισήλθαν οι υπό τον Καραϊσκάκην εις το χωρίον

προς διανυκτέρευσιν, και ο αρχηγός κατέλυσεν εν τη εκκλησία ως

πλησιεστέρα των εχθρών, αγρυπνών εις τα κινήματα αυτών και

διατάττων τα εικότα. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν όλοι επί του

λόφου εν υπαίθρω υπό τον απροσδόκητον παγετόν της νυκτός·

απεμακρύνοντο δε αβλαβώς και ανενοχλήτως, αν ήθελαν,

αυτονυκτί· αλλά δεν κατεδέχθησαν να φύγωσιν απέμπροσθεν των

εχθρών και εζήτησαν παρά του Κιουταχή βοήθειαν. Την επαύριον

εξήλθαν του χωρίου πολλοί των Ελλήνων, και κατέλαβαν τας

στενοτοπίας, δι' ών εδύναντο οι εχθροί να φύγωσιν. Ήρχισε

πάλιν ο πόλεμος και επανελήφθη και την επιούσαν. Εν τούτοις, ο

δριμύς χειμών εγίνετο καθ' ώραν δριμύτερος, οι δε

υπαιθριάζοντες Τούρκοι, υποφέροντες το υπερβολικόν ψύχος,

υπέφεραν και έλλειψιν τροφής, διότι, μη προσδοκώντες καθ' οδόν

όσας απήντησαν δυσκολίας δεν εφρόντισαν να προμηθευθώσι των

αναγκαίων επί της οδοιπορίας των και ηναγκάσθησαν να έλθωσι

την 20 εις λόγους συμβατικούς, προβάλλοντες να επανακάμψωσιν

ανενόχλητοι, παραδίδοντες τα μη εις την οδοιπορίαν των

αναγκαία ζώα και άλλα τινά πράγματα και ανταλλάττοντες

ομήρους. Αλλ' οι περί τον Καραϊσκάκην τους εζήτησαν τα όπλα,

τα χρήματά των και πάντα τ' άλλα εκτός μιας και μόνης

ενδυμασίας· απήτησαν δε να τοις παραδοθώσι και τα Σάλωνα και η

Λεβαδεία. Οι Τούρκοι δεν συγκατετέθησαν θεωρούντες τοιούτου

συμβιβασμού προτιμότερον τον πόλεμον· έμαθαν δε συγχρόνως ότι

ήρχετο την αυτήν ή την επιούσαν ημέραν εξ Αθηνών το ζητηθέν

στράτευμα. Αλλά το στράτευμα, πειραθέν να διαβή την ομαλωτέραν

οδόν του Ζεμενού, εμποδίσθη, έπαθε, προκαταλαβόντων των

Ελλήνων την θέσιν εκείνην, και ηναγκάσθη να διέλθη την

ορεινοτέραν της μονής της Ιερουσαλήμ· φθάσαν δ' εκεί υπό

βαρύτατον χειμώνα, δεν εδυνήθη να προχωρήση, ώστε η ελπίς της

βοηθείας εματαιώθη. Την νύκτα δε της 22, διαρκούντος του

πολέμου, ο επαινετός διά την ανδρίαν και επαινετώτερος διά την

στρατηγικήν του ικανότητα Μουστάμπεης επληγώθη κατακέφαλα, και

αισθανθείς ότι η πληγή του ήτο θανατηφόρος, παρεκάλεσε τον

αδελφόν του Καρυοφίλμπεην, εν ώ εψυχομάχει, να του κόψη, αφ'

ού εξέπνεε, την κεφαλήν, ίνα μη πέση εις χείρας των απίστων. Ο

θάνατος του αρχηγού τούτου, η παντελής έλλειψις των τροφών, η

επικρατούσα και καθ' ώραν επικρατεστέρα γινομένη δριμύτης του

χειμώνος και η εξ αιτίας ταύτης απόκλεισις εν τη μονή της

Ιερουσαλήμ των ερχομένων εις βοήθειαν έρριψαν εις άκραν

αθυμίαν τους εχθρούς και τους ηνάγκασαν να προβάλωσι νέον την

επαύριον συμβιβασμόν υπό δεκτοτέρους όρους, αλλά δεν

εισηκούσθησαν. Θεόθεν και ανθρωπόθεν πολεμούμενοι, και μη

βλέποντες άλλην σωτηρίας οδόν, απεφάσισαν να φύγωσιν αρχομένης

της νυκτός διά της οδού της μονής της Ιερουσαλήμ επ' ελπίδι να

εύρωσιν αντίληψιν παρά τοις εκεί συναδέλφοις των· αλλά

επτακόσιοι Γκέγκαι, οι θερμουργότεροι του στρατοπέδου· οι και

προ της ημέρας εκείνης γνωμοδοτήσαντες ότι εντιμότερον ήτο να

ριψοκινδυνεύσωσι διά φυγής ή ν' αναστρατοπεδεύσωσι διά

συνθήκης, παραβάντες τα προαποφασισθέντα εξεκίνησαν περί το

δειλινόν, μη προειδοποιήσαντες τους άλλους. Το παράκαιρον

τούτο κίνημα έβαλεν άνω κάτω το εισέτι ανέτοιμον εις

αναχώρησιν στρατόπεδον των εχθρών, ώστε έκαστος δεν εφρόντιζε

πλέον ειμή περί της ιδίας σωτηρίας. Εν μέσω τοιαύτης ταραχής,

αθυμίας, και ασκέπτου κινήσεως των εχθρών, επέπεσαν οι Έλληνες

κατέχοντες θέσεις έμπροσθεν και όπισθεν αυτών, άλλους

ζωγρούντες και άλλους φονεύοντες. Εζώγρησαν και τον γηραιόν

και υπέρπλουτον Κεχαγιάμπεην· μη συμβιβαζόμενοι δε ποίος των

συλλαβόντων να τον κρατήση, τον εφόνευσαν εις μάτην φωνάζοντα

ότι αυτός ήτον ο Κεχαγιάμπεης και έτοιμος να εξαγοράση διά

πλουσιωτάτων λύτρων την ζωήν του. Αλλ' η φθορά, ην επροξένησεν

ο ελληνικός βραχίων, ήτο μικρά ως προς ην επροξένησεν η οργή

του χειμώνος. Εν ώ φεύγοντες οι εχθροί υπό τον κατάψυχρον και

σφοδρόν βορέαν εβοθρίζοντο εις την χιόνα, επέπιπταν πυκναί και

αδιάκοποι νιφάδες και τους επλάκοναν· διήρκεσεν η χιονορριπή

αύτη έως ου έφθασαν εις την μονήν της Ιερουσαλήμ, ώστε καθ'

όλην την τετράωρον οδόν, την μεταξύ της ρηθείσης μονής και του

λόφου, εφ' ού απεκλείσθησαν επτά ημέρας, ευρέθησαν διαλυθείσης

της χιόνος εκατοστύες εχθρικών πτωμάτων. Τοιαύτα πάσχοντες

μόλις το ήμισυ των αναχωρησάντων διεσώθη εν τη μονή, και οι

πλείστοι ηκρωτηριασμένοι· πολλαί δε σημαίαι, πάμπολλοι ίπποι

και όλαι αι αποσκευαί των έγειναν λάφυρα των Ελλήνων, εξ ών 8

μόνον εσκοτώθησαν, και 9 επληγώθησαν. Η νίκη αύτη ανεπτέρωσε

τας ελπίδας των Ελλήνων· η δε κυβέρνησις επανηγύρισε την 24 ως

ημέραν ανεγέρσεως της προ ολίγου πεσούσης στερεάς Ελλάδος.

Την επιούσαν δε της μάχης συλλέξαντες οι περί τον Καραϊσκάκην

300 κεφαλάς ανήγειραν εξ αυτών, κατά την επικρατούσαν βάρβαρον

συνήθειαν, επί τινος λόφου εκτός του χωρίου κωνοειδή πύργον

και επέγραψαν τα εξής.

«Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών, ανεγερθέν

κατά το 1820 έτος νοεμβρίου 24 εν Αράχωβα». Τας δε κεφάλας του

Μουστάμπεη και Κεχαγιάμπεη έστειλαν εις την κυβέρνησιν.

Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ο Καραϊσκάκης απέστειλε

τους υπό τον Δράκον και Βέικον Σουλιώτας εις πολιορκίαν των

Σαλώνων, απέστειλε καί τινας ίνα καταλάβωσι την Βελίτσαν, και

κατόπιν αυτών εξεστράτευσε και αυτός προς το αυτό χωρίον, όπου

έφθασε την 29. Εσκόπευε δε διά του κινήματος τούτου να

εμποδίση την από Θεσσαλίας σιταγωγίαν, και προσβάλη τους

κατέχοντας την Δαύλιαν, την Ιερουσαλήμ και την Φοντάναν

εχθρούς. Φθάσας εις Βελίτσαν ειδοποιήθη, ότι 500 εχθροί υπό

τον Μεχμέτπασαν, υιόν του Πασόμπεη, και τον Χασάμπεην Κόρζαν,

συνοδεύοντες 2000 ζώα κομίζοντα εις το εχθρικόν στρατόπεδον

των Αθηνών τροφάς και άλλα αναγκαία, ανεχώρησαν εκ Ζητουνίου,

και θα διέβαιναν την επαύριον διά της Φοντάνας και του

Τουρκοχωρίου.

Δεκέμβριος Επί τη ειδήσει ταύτη έτρεξε και κατέλαβε την 7 δεκεμβρίου το

Τουρκοχώρι. Την επαύριον ήλθαν οι Τούρκοι μηδόλως

υποπτεύοντες, ότι εχθροί κατείχαν το χωρίον. Οι Έλληνες,

προμαχούντος του Καραϊσκάκη, επέπεσαν αίφνης, τους

διεσκόρπισαν απροετοιμάστους, τους κατεδίωξαν έως εις

Βοδονίτσαν, εφόνευσαν 30 και επήραν υπέρ τα 1000 σκευοφόρα

ζώα. Την ημέραν εκείνην επολέμησεν ο Καραϊσκάκης κατά πρώτην

φοράν έφιππος, και τόσον ευχαριστήθη, ώστε έκτοτε δεν ήθελεν

να πολεμή πεζός. Μετά δε τα περί ων ο λόγος κατορθώματα, ο

Καραϊσκάκης και οι περί αυτόν επροχώρησαν προς το Πατρατσίκι·

αλλ' εξ αιτίας της πολλής δριμύτητος του χειμώνος και της

διαδοθείσης φήμης ότι ο Ομέρ-πασας ητοιμάζετο να εκστρατεύση

εις λύσιν της πολιορκίας των Σαλώνων, επανήλθαν εις Αράχωβαν

και εκείθεν εξεστράτευσαν εις Λιδωρίκι προς ανόρθωσιν του

αγώνος και κατ' εκείνο το μέρος. Εκείθεν εστάλη έν σώμα επί τω

αυτώ σκοπώ εις την επαρχίαν των Κραββάρων υπό τον Ξύδην και

τον Καλύβαν, και προσαπεστάλη μετ' ολίγον και άλλο υπό τον

Μακρήν. Οι οπλαρχηγοί ούτοι εξεπλήρωσαν άριστα τα της

αποστολής των, απέκλεισαν τους Τούρκους εν Λομποτινά, και

πολεμήσαντες δύο ημέρας τους συνέλαβαν ζώντας και τους έπεμψαν

εις την κυβέρνησιν.

Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, φθάσαντες εις την κωμόπολιν του

Λιδωρικίου, και μαθόντες, ότι εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη

ευρίσκοντο 1500 Τούρκοι υπό τον Βελήαγαν οδεύοντες από της

Δυτικής Ελλάδος εις Αθήνας, επεστράτευσαν, τους απώθησαν πέραν

του Μόρνου, και εις τόσον φόβον τους έβαλαν και τόσον τους

κατεφρόνησαν, ώστε 10 μόνον ιππείς υπό τον Χατσή-Μιχάλην

κατεδίωξαν πολλούς αυτών μέχρι της πύλης σχεδόν της Ναυπάκτου.

Εξ αιτίας δε της ευτυχούς περιοδείας του Καραϊσκάκη εις τα

ενδότερα της Ανατολικής Ελλάδος, τόσον εταράχθη ο Κιουταχής,

ώστε έβαλε κατά νουν να εκστρατεύση αυτός·

Ιανουάριος αλλά φοβηθείς την λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως εν τη

απουσία του, απέστειλε 2000 πεζούς και 500 ιππείς υπό τον

Ομέρ-πασαν και τον Καρυοφίλμπεην. Το πρωί της 17 Ιανουαρίου

εφάνη η προφυλακή της εχθρικής ταύτης δυνάμεως αίφνης έξωθεν

του Διστόμου. Το χωρίον τούτο κατείχαν 400 Σουλιώται υπό τον

Νότην Μπότσαρην, τον Μπαϊρακτάρην, τον Κάσκαρην, τον Αντώνην

Γεωργαντάν, τον Μπούσγον και τον Μήτρον Τριανταφύλλου. Ούτοι

εξήλθαν και ηκροβολίσθησαν· αλλ' ιδόντες μετ' ολίγον το λοιπόν

στράτευμα των εχθρών ερχόμενον ωπισθοδρόμησαν εις τα

οχυρώματα, και εκάλεσαν τους πολιορκούντας τα Σάλωνα Σουλιώτας

εις βοήθειαν. Την ακόλουθον αυγήν ήρχισεν ο πόλεμος, και οι

Τούρκοι κατέλαβαν πλησίον του χωρίου τοιαύτας θέσεις, ώστε

μόλις τα νώτα των Ελλήνων ήσαν ασφαλή· περί δε την μεσημβρίαν

της 19 ώρμησαν κατά μέτωπον δεξιόθεν και αριστερόθεν τυφλοίς

όμμασιν εις κυρίευσιν των οχυρωμάτων των Ελλήνων· πολλοί αυτών

έπεσαν, αλλ' αψηφούντες τον θάνατον υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν τα

ασθενέστερα οχυρώματα, επροχώρησαν εις τα μέσα του χωρίου, και

έπεσαν σωρηδόν επί το υπό τους Σουλιώτας ισχυρότερον οχύρωμα

το επί του λόφου του προφήτου Ηλίου. Πανταχόθεν κυκλωθέντες οι

εντός του οχυρώματος και σφοδρώς προσβαλλόμενοι εθεώρησαν την

ώραν εκείνην ως την τελευταίαν της ζωής των, και έπεσαν και

αυτοί ως μαινόμενοι επί τους εχθρούς προς εκδίκησιν μάλλον του

αίματός των, ή προς σωτηρίαν· καλή τύχη, επρόφθασεν εκ

Σαλώνων, διαρκούσης της αντιστάσεως, ο Δράκος μετά 200

εκλεκτών, και, συμμαχομένων και των Λεβαδιτών, απεδιώχθησαν

του λόφου οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν και οι λοιποί βλέποντες

αυτούς καταδιωκομένους, και ούτως εσώθησαν οι ως θηρία μάλλον

ή ως άνθρωποι τόσον ολίγοι προς τόσον πολλούς πολεμήσαντες

Σουλιώται· 80 εχθροί έπεσαν και άλλοι τόσοι επληγώθησαν·

εφονεύθησαν δε 2 μόνον Σουλιώται και επληγώθησαν 8, εν οίς και

ο Μπότσαρης.

Ο δε Καραϊσκάκης, μαθών ότι πολλοί εχθροί είχαν εκστρατεύσει

εις Δίστομον, έτρεξεν εις βοήθειαν των εκεί ολίγων Ελλήνων,

και φθάσας εις Βελίτσαν τοις παρήγγειλε διά τινος

γραμματοφόρου να εξέλθωσιν εις συνάντησίν του, όταν ακούσωσι

τουφεκισμόν· διαβάς δε την γ' ώραν της νυκτός της 20 την

Σχιστήν οδόν, ανέβη το πλησίον όρος, και εκάθησε παρατηρών τας

παρακειμένας των εχθρών σκηνάς και συλλογιζόμενος πόθεν να

διέλθη· αφ' ού δε συνήχθησαν όλοι οι στρατιώται του, τοις

είπεν ότι, αντί να εισέλθωσιν εις το χωρίον διά των πλαγίων

οδών, προτιμότερον εθεώρει να διέλθωσι διά των εχθρικών

σκηνών, κοιμωμένων των εχθρών· παρήγγειλε δε να έχωσι μεν

έτοιμα τα όπλα των, αλλά να μη τα μεταχειρισθώσιν εκτός

ανάγκης, και να προσπαθήσωσι να διαβώσιν ησύχως διά των

εχθρών, ώστε, ει δυνατόν, να μη τους νοήσωσιν. Επήνεσαν όλοι

το τολμηρόν σχέδιον του αρχηγού και τον τρόπον της εκτελέσεως,

και ακολουθούντες αυτόν, προπορευόμενον ως οδηγόν, έφθασαν

αφανείς εις το εχθρικόν στρατόπεδον και επροχώρησαν εις το

κέντρον. Εκεί φθάσαντας τους ενόησαν οι όπισθεν Τούρκοι και

ανεκραύγασαν· εταράχθησαν όλοι οι εχθροί επί τη κραυγή, έπεσαν

εις αταξίαν, και έντρομοι διά το απροσδόκητον, και

υποπτεύοντες νυκτομαχίαν, οι μεν έτρεχαν υπό της μιας σκηνής

εις την άλλην, οι δε ετουφέκιζαν μη ηξεύροντες ποίον, και

άλλοι παρεμέρουν εις ασφάλειάν των. Εν τούτοις οι Έλληνες

ώδευαν εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου, προσέχοντες μη

εμπλεχθώσιν υπό το σκότος εις τα σχοινία των σκηνών.

Εξεπλάγησαν οι έγκλειστοι ακούσαντες ταραχή και τουφεκισμούς

εν τω εχθρικώ στρατοπέδω, διότι ο προς αυτούς σταλείς

γραμματοφόρος, φοβηθείς, δεν υπήγεν εις το χωρίον· δράξαντες

δε τα όπλα παρετάχθησαν εις μάχην. Εν τοσούτω διέβησαν οι περί

τον Καραϊσκάκην δι' όλου του στρατοπέδου, και εισήλθαν εις

Δίστομον σώοι και αβλαβείς, εκτός ενός εις τα σχοινιά των

σκηνών περιπλεχθέντος και την επαύριον φονευθέντος. Η τόσον

επικίνδυνος, αλλά και τόσον ευτυχής νυκτερινή αύτη εκστρατεία,

δεικνύει την αξίαν του Καραϊσκάκη.

Μετά δε την εις το χωρίον είσοδον των περί αυτόν εγίνοντο καθ'

ημέραν ακροβολισμοί. Οι Έλληνες εφρούρουν το παρακείμενον

Στείρι. Τινές των εκεί ιδόντες ζώα των εχθρών βόσκοντα μακράν

του εχθρικού στρατοπέδου, έτρεξαν την 31 εις αρπαγήν των·

εξώρμησαν οι πλησιέστεροι Τούρκοι προς καταδίωξιν των αρπάγων,

έτρεξαν πολλοί Έλληνες εις υπεράσπισιν και ετουφεκίσθησαν·

ακουσθέντος του τουφεκισμού, εκινήθησαν τα στρατόπεδα

αμφοτέρων των μερών, και ούτω συνήφθη μάχη. Μεταξύ των

πολεμούντων Τούρκων και Ελλήνων έκειντο δύο λόφοι και οι δύο

αμφίπεδοι· οι Έλληνες κατέλαβαν αυτούς και επολέμουν ευτυχώς·

αλλ' αίφνης ήκουσαν ήχον στρατιωτικών τυμπάνων, και είδαν

στρατιώτας φορούντας ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν, βαστώντας

λογχοφόρα όπλα και βαδίζοντας βήμα τακτικόν. Οι επιφανέντες

ούτοι ήσαν λείψανα δύο τακτικών ταγμάτων εκ των εν

Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθέντων μετά την καταστροφήν των

γενιτσάρων. Πεντακισχίλιοι ήσαν οι συγκροτούντες τα δύο ταύτα

τάγματα ότ' εξεστράτευσαν· αλλά πεντακόσιοι απελείφθησαν εξ

αιτίας της καθ' οδόν λειποταξίας. Η απροσδόκητος αύτη και

νεοφανής επικουρία, διότι πρώτην φοράν εφαίνετο τακτικόν υπό

σημαίαν τουρκικήν εν Ελλάδι, εφόβισε τους Έλληνας και τους

έτρεψεν εις φυγήν· οι δε Τούρκοι θαρρυνθέντες κατεδίωξαν τους

εχθρούς των μέχρι του Διστόμου· αλλά, χάρις εις την ανδρίαν

και την περί τας μάχας εμπειρίαν του Καραϊσκάκη, δεν έπαθαν οι

Έλληνες όσην ζημίαν άλλως θα επάθαιναν· δύο μόνον εφονεύθησαν,

έξ επληγώθησαν, και είς ηχμαλωτίσθη, ο Γριβογεώργης, όστις

μετά τινα καιρόν εδραπέτευσεν· εκινδύνευσε και ο Καραϊσκάκης

και επληγώθη ελαφρώς εις την δεξιάν.

Φεβρουάριος Την 3 Φεβρουαρίου εκίνησαν μόνοι οι τακτικοί κατά των Ελλήνων.

Θαύματα επροσδόκων οι άτακτοι Τούρκοι, αλλ' ώδινεν όρος και

έτεκε μυν. Οι τακτικοί, μηδέν γενναίον πράξαντες,

οπισθοδρόμησαν χλευαζόμενοι παρά των προ ολίγου θαυμαζόντων

αυτούς. Την δε 5 έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς διά νυκτός

απροσδοκήτως και τους έβλαψαν μεγάλως. Οι εχθροί βλέποντες,

ότι εβλάπτοντο μάλλον ή έβλαπταν, και φοβούμενοι μη εξ αιτίας

του χειμώνος πάθωσιν όσα έπαθαν οι κατά την Αράχωβαν,

ακούσαντες δε ότι εξήρχοντο και άλλοι Έλληνες, διέλυσαν την

νύκτα της 6 το στρατόπεδον, και φεύγοντες έντρομοι

εγκατέλειψαν τροφάς, σκηνάς, πολεμεφόδια και το μόνον παρ'

αυτοίς επί της εκστρατείας κανόνι· άφησαν και οι εν Σαλώνοις

εχθροί το φρούριον και έφυγαν φοβηθέντες εφόρμησιν των

Ελλήνων· έφυγαν κυριευθέντες υπό πανικού φόβου και οι

φρουρούντες την Δαύλιαν και την Ιερουσαλήμ, έφυγαν καί τινες

άλλοι, εκ Ναυπάκτου διαβιβασθέντες εις το παράλιον των Σαλώνων

επί υποθέσει ότι φίλοι κατείχαν την πόλιν εκείνην· ώστε από

του αμβρακικού κόλπου μέχρι των Αθηνών δεν εφαίνετο, αρχομένου

του φεβρουαρίου, οθωμανική σημαία ειμή εντός των παραθαλασσίων

και ωχυρωμένων πόλεων Βονίτσης, Μεσολογγίου και Ναυπάκτου· τας

δε κατά τα διάφορα άλλα μέρη της στερεάς Ελλάδος τουρκικάς

φρουράς αντικατέστησαν ελληνικαί.

Εν ώ δε διήρκει η εκστρατεία του Καραϊσκάκη, οι εν τη

ακροπόλει δεν έπαυαν μηνύοντες, ότι δεν εδύναντο ν' ανθέξωσι

περαιτέρω, και επεκαλούντο την συνδρομήν των έξω εις απαλλαγήν

των. Ο δε αναδεχθείς την περί συμβιβασμού Ελλήνων και Τούρκων

μεσιτείαν πρέσβυς της Αγγλίας ουδ' εκείνος έπαυε γράφων, ότι,

αν έπιπτεν η ακρόπολις, εξηρείτο παντός συμβιβασμού όλη η

στερεά Ελλάς, ως όλη δουλωθείσα. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν την

κυβέρνησιν, εν ώ ο Καραϊσκάκης απησχόλει μακράν των Αθηνών

χιλιάδας εχθρών, ν' ασχοληθή εις την κατ' ευθείαν λύσιν της

πολιορκίας της ακροπόλεως.

Πρό τινων εβδομάδων είχε φθάσει εις Ελλάδα ο εν Γαλλία εντίμως

υπηρετήσας συνταγματάρχης Μπούρμπαχης, Κεφαλλήν, επί σκοπώ να

υπηρετήση την κοινήν πατρίδα. Ούτος, στρατολογήσας αδεία της

κυβερνήσεως και διά των φιλελληνικών βοηθημάτων 800

στρατιώτας, εστράτευσε, λήγοντος του δεκεμβρίου, προς

ενδυνάμωσιν του κατά την Ανατολικήν Ελλάδα Στρατοπέδου του

Καραϊσκάκη· αλλά διαταγή της κυβερνήσεως μετέβη εις Ελευσίνα,

όπου εστρατοπέδευεν ο Βάσσος.

Ιανουάριος Μεσούντος δε του Ιανουαρίου, μετέβη εκεί και ο Παναγιώτης

Νοταράς μετά 1200 μισθωτών και συνεπαρχιωτών του, ώστε το

στρατόπεδον εκείνο συνεπληρώθη εις 3000· συνήχθησαν και εις

Σαλαμίνα κατά διαταγήν της κυβερνήσεως 1900 υπό τον Ιωάννην

Νοταράν, τον Μακρυγιάννην και τον Καλλέργην, και 400 τακτικοί

υπό τον ταγματαρχών Ιγγλέσην, εν οίς καί τινες ιππείς άνιπποι.

Την νύκτα της 21 εξεστράτευσαν οι εν Ελευσίνι και μετά

τετράωρον οδοιπορίαν έφθασαν εις Χασιάν, και την αυγήν

εκίνησαν οι πλείστοι προς το Μενίδι, όπου ήτο φρουρά τουρκική·

και ολίγοι μεν αυτών υπήγαν πλησίον του χωρίου, οι δε λοιποί,

μείναντες όπισθεν αυτών, εκρύβησαν καραδοκούντες. Οι Τούρκοι,

ιδόντες τους ολίγους και αγοούντες ότι ήσαν και άλλοι αφανείς,

εξήλθαν και τους εδίωκαν· αλλά πεσόντες μετ' ολίγον εις το

μέσον των πολλών και προσβληθέντες ετράπησαν και εκλείσθησαν

εν τη εκκλησία του Μενιδίου. Τρέχοντες δε και οι καταδιώκοντες

αυτούς Έλληνες κατόπιν αυτών, εισήλθαν και ούτοι εις το αυτό

χωρίον, αλλά, μη δυνηθέντες να κυριεύσωσι την εκκλησίαν,

ανεχώρησαν, εσπέρας γενομένης, εις Χασιάν.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ · 第 6 / 29 段