Ιούνιος Την 21 Ιουνίου εκίνησαν επτακισχίλιοι, τακτικοί και άτακτοι,

πεζοί και ιππείς, κατά της Μάνης, και συγχρόνως εφάνησαν εν τω

μεσσηνιακώ κόλπω δύο βρίκια πολεμικά και διάφορα φορτηγά. Τα

πολεμικά εκανονοβόλησαν διάφορα παράλια της Λακωνίας, και

επροσποιούντο οι εν αυτοίς εχθροί ότι εμελέτων αυθημερόν

αποβίβασιν στρατευμάτων· αλλά κύριον σκοπόν είχαν να ελκύσωσι

την προσοχήν των Μανιατών προς τα κινδυνεύοντα δήθεν ταύτα

μέρη, ώστε να εύρωσιν οι διά ξηράς ερχόμενοι ελευθέραν την

δίοδον, δι' ής εσκόπευαν να πατήσωσι τον τόπον. Οδεύοντες επί

τω σκοπώ τούτω οι επτακισχίλιοι προς ανατολάς έφθασαν την

επαύριον εις τους πρόποδας των ορέων έμπροσθεν της πλησίον του

εν τω μεσσηνιακώ κόλπω λιμένος του Αρμυρού Βέργας, όπου

ευρόντες χιλίους Μανιάτας ετοίμους εις αντίστασιν εφώρμησαν

πλήρεις τόλμης, αλλά σφοδρώς και ευστόχως τουφεκισθέντες

ωπισθοδρόμησαν· εφώρμησαν και εκ δευτέρου και εκ τρίτου, αλλ'

απέτυχαν επίσης· εδοκίμησαν μετά την τριπλήν αποτυχίαν να

επιπέσωσιν όπισθεν, αλλά και κατά την δοκιμήν ταυτήν έπαθαν

και ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσι μετά δεκάωρον πάλην, καθ' ήν

έπεσαν 100 εξ αυτών, και 4 εκ των Μανιατών. Εν ώ δε ήρχιζεν η

μάχη εν Βέργαις, βλέποντες οι εχθροί όλην την δύναμιν της

Μάνης συγκεντρωθείσαν προς εκείνην την θέσιν, απεσπάσθησαν

1500, και εμβάντες εις πλοία ελθόντα εις τον λιμένα του

Αρμυρού απέβησαν αυθημερόν εις Δηρόν, επάτησαν τα εκ δεξιών

χωρία, Πύργον και Χαριάν, και πυρ βαλόντες επροχώρησαν προς

την εξ αριστερών κωμόπολιν της Τσίμοβας· αλλά κανονοβοληθέντες

από του πύργου του Πικολάκη ωπισθοδρόμησαν προς τα Τσαλαπιανά

επί σκοπώ ν' αναβώσι, δι' εκείνου του μέρους εις την

κωμόπολιν. Έξωθεν των Τσαλαπιανών κείνται πύργοι· τούτους

καταλαβόντες ολίγοι Μανιάται εμπόδισαν την εις την κωμόπολιν

πρόοδον των εχθρών και τους ηνάγκασαν να επανέλθωσιν άπρακτοι

εις Δηρόν· αλλ' αυστηρώς επιπληχθέντες υπό του Ιβραήμη επί τη

οπισθοδρομήσει ως φυγόμαχοι επανήλθαν εις Τσαλαπιανά την

επαύριον προς κυρίευσιν της Τσίμοβας. Εν τοσούτω, γνωστού

γενομένου του κινδύνου διά κωδωνοκρουσίας, έδραμαν εις

υπεράσπισιν της κινδυνευούσης κωμοπόλεως οι κάτοικοι των πέριξ

χωρίων ένοπλοι, εν οίς και αρχιερείς και ιερείς, έδραμαν

δρεπανηφόροι και αι μεταξύ Τσίμοβας και Χαριάς θερίζουσαι

πολυάριθμοι Μανιάτιδες, παρηκολούθησε και ο καθ' οδόν ευρεθείς

Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και οι περί αυτόν, μεταβαίνοντες εις

βοήθειαν των εν τω Αρμυρώ, και όλοι ομού, άνδρες, γυναίκες,

κληρικοί και λαϊκοί, προσέβαλαν τους εχθρούς, και φονεύσαντες

και αιχμαλωτίσαντες πολλούς, απώθησαν τους λοιπούς όλους μέχρι

θαλάσσης κακώς έχοντας. Καταδιωκόμενοι οι εχθροί κατέλαβαν την

παραθαλάσσιον οχυράν θέσιν Τσουμπάρι, και βοηθούμενοι υπό των

πλοίων αντέστησαν, αλλ' επί τέλους ηττήθησαν και ηναγκάσθησαν

να καταφύγωσι την 25 εις τα πλοία εν τοιαύτη βία, ώστε τινές

πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν.

Οι δε εν Βέργαις απομείναντες εδοκίμασαν να κτυπήσωσι τους

νικητάς των εκ νέου την 24, αλλά και τότε απέτυχαν και

ανεχώρησαν και αυτοί την επαύριον εις Καλαμάταν πολλά

παθόντες. Εις βοήθειαν των Μανιατών εξεστράτευσαν δισχίλιοι

Πελοποννήσιοι υπό τον Κολοκοτρώνην, καθόντες δε καθ' οδόν την

τροπήν των εχθρών ανεστρατοπέδευσαν.

Άνδρες εφάνησαν και αυταί οι δρεπανηφόροι Μανιάτιδες, και

άξιον μνήμης το εξής ανδραγάθημα μιας αυτών. Θερίζων ο γέρων

Βοζίκης τον επί της παραλίας αγρόν του συνελήφθη αίφνης υπό

δύο Αιγυπτίων. Καταγινομένων δε εις δέσμευσίν του, επέπεσεν η

συνθερίζουσα θυγάτηρ του, Πανώρηα, έκοψε διά του δρεπάνου της

τον λάρυγγα του ενός και βοηθουμένη υπό του πατρός της

εφόνευσε τον άλλον.

Κατά τας ημέρας δε ταύτας ήσαν τινες Έλληνες ωχυρωμένοι εν

τοις παρά τον ποταμόν της Καρυταίνης σπηλαίοις, όπου ελθόντες

εχθροί τους επολιόρκησαν. Γενναίως αντέστησαν οι έγκλειστοι·

επιπεσόντων δε μετ' ολίγον και άλλων έξωθεν Ελλήνων, παθόντες

οι πολιορκηταί απεμακρύνθησαν.

Ο δε Ιβραήμης, καταισχυνθείς εν τη εις Μάνην στρατεία του,

ώδευσε μετ' ολίγας ημέρας εις Τριπολιτσάν. Συνέπεσε να

ετοιμάζωνται οι Έλληνες εις προσβολήν της εχθρικής φρουράς του

Μακρυπλαγίου· αλλ' αίφνης ιδόντες τα υπό τον Ιβραήμη

στρατεύματα προχωρούντα επί των πεδιάδων του Λεονταρίου και

της Καρυταίνης παρήτησαν το σχέδιόν των και απεμακρύνθησαν. Οι

δε εχθροί εισήλθαν, μηδενός εναντιουμένου, εις Τριπολιτσάν

φέροντες πολλάς τροφάς.

Ο δε Κολοκοτρώνης μετά την προς την Καλαμάταν στρατείαν του

επανήλθεν εις Ναύπλιον, έκλεισε καπηλεία και καφενεία,

επειθανάγκασεν όλους τους οπλοφορούντας να τον ακολουθήσωσι,

και παραλαβών διακοσίους ιππείς, τακτικούς και ατάκτους, τους

ετοποθέτησεν εν Βερβένοις, όπου συνήλθαν και άλλοθεν άλλοι

στρατιώται. Οι Τούρκοι συνείθιζαν να εξέρχωνται της

Τριπολιτσάς και να περιφέρωνται χορτολογούντες ή

τροφολογούντες.

Ιούλιος Τούτο παρατηρήσαντες οι εν Βερβένοις κατέβησαν εις την πεδιάδα

την νύκτα της 18 Ιουλίου, και κατέλαβαν οι μεν, εν οίς και ο

Νικήτας και το άτακτον ιππικόν υπό τον Χατζή-Μιχάλην, τας

Ρίζας, οι δε, εν οίς και οι τακτικοί ιππείς υπό τον Αλμέιδαν,

το χωρίον Μεχμέταγαν και ενέδρευαν.

Ο δε Ιβραήμης, διατρίψας εν Τριπολιτσά ημέρας τινάς εις

ανάπαυσιν του στρατεύματός του, εξεστράτευσε την 18 διαιρέσας

εις τρία το στράτευμά του· και το μεν ώδευσε κατά το Νούδιμον,

το δε κατά την Κανδήλαν, το δε προς την Καρύταιναν, όπερ και

ηκροβολίσθη μετά των περί τον Γενναίον κατά τα λειβάδια του

Αρκουδορρεύματος· αρπάσαντα δε και τα τρία ανθρώπους, ζώα και

τροφάς, επανήλθαν μετά δύο ημέρας εις Τριπολιτσάν. Την αυτήν

ημέραν τρεις λόχοι Αράβων υπήγαν ανυπόπτως προς το χωρίον

Μεχμέταγαν, όπου ενέδρευαν Έλληνες. Ιδόντες ούτοι τους εχθρούς

ερχομένους εφώρμησαν· έδραμαν και οι κατέχοντες τας Ρίζας,

τους εκύκλωσαν, εφόνευσαν υπερδιακοσίους και επήραν δύο

σημαίας και έξ τύμπανα, ολίγην δε ζημίαν αυτοί έπαθαν. Οι δ΄

εν Τριπολιτσά, μαθόντες το γεγονός, εξώρμησαν επί τους

Έλληνας, αλλά δεν τους επρόφθασαν αναβάντας τα όρη.

Επιστραφέντες δε εις την πόλιν άπρακτοι, και ακούσαντες ότι

συνήλθε στράτευμα ελληνικόν εις Αλωνίσταιναν, επεξήλθαν οι μεν

κατ' ευθείαν, οι δε διά του Λεβιδίου, έτρεψαν το στράτευμα

μετά μικρόν ακροβολισμόν, και μετά ταύτα υπήγαν όλοι ομού εις

Βυτίναν, την έκαυσαν, και επανήλθαν διά του Λεβιδίου εις

Τριπολιτσάν. Μετά την επιδρομήν ταυτήν έπεσεν ο Ιβραήμης εις

την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου, και μη ευρών αντίστασιν έκαυσε

το Καστρί, τον Άγιον Πέτρον, τον Άγιον Ιωάννην, τα Καλύβια και

κατέβη εις το Άστρος· εκεί διήρεσε το στράτευμά του εις τρία,

και το μεν ώδευσε προς την Βαμβακούν κατά τον Μιστράν, το δε

προς την Αράχωβαν, το δε προς την Τσακονίαν και έκαυσε τον

Πραστόν· εσκόπευαν δε να συνεισβάλωσιν εις την Μάνην.

Καθ' όν δε καιρόν ο Ιβραήμης έκαιε και έθυεν, έτυχε διατρίβων

ο Νικήτας κατά τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους έχων υπό την

οδηγίαν του καί τινας της φρουράς του Μεσολογγίου, και την

συστηθείσαν προ ολίγου φάλαγγα των Ιώνων, και το σώμα των

Επταννησίων, έτρεξε κατόπιν του εχθρού και βλέπων αυτόν

επιστρέφοντα πανστρατιά προς το Άστρος, έδραμε και εισήλθε

μετά των περί αυτόν εις το επί της θέσεως εκείνης νεόκτιστον

φρούριον, όπου ως εις ασφαλή τόπον είχαν καταφύγει χίλιαι

διακόσιαι ψυχαί.

Αύγουστος Οι εχθροί, χίλιοι πεζοί και τριακόσιοι ιππείς, εφώρμησαν την 4

αυγούστου, αλλ' απεκρούσθησαν εφώρμησαν και την επαύριον, αλλ'

απεκρούσθησαν επίσης και ανεχώρησαν άπρακτοι· προσέβαλαν και

την επάνωθεν του Καστριού μονήν του Προδρόμου, όπου

ενοσηλεύοντο ασθενείς και τραυματίαι, αλλά και εκείθεν

ανεχώρησαν άπρακτοι. Μετά την διττήν ταύτην αποτυχίαν, οι μεν

επανήλθαν εις Τριπολιτσάν, οι πλείστοι δε υπό την οδηγίαν του

Ιβραήμη έπεσαν εις την Λακεδαιμονίαν επί σκοπώ να εισβάλωσι

πάλιν εις την Μάνην διά της ανατολικής πλευράς του Ταϋγέτου·

παρηκολούθουν δε αυτούς δισχίλιοι Έλληνες υπό τον Νικήταν, τον

Πλαπούταν και τον Γενναίον φονεύοντες και ζωγρούντες τους

αποκοπτομένους του στρατοπέδου και περιφερομένους χάριν

λεηλασίας. Την δε 19 οι δισχίλιοι ούτοι συνήψαν μάχην μετά

τινος αποσπάσματος χιλίων ατάκτων πεζών και ιππέων έν τινι

στενοτοπία κατά τον Μπασαράν· εφόνευσαν 50, εζώγρησαν 17,

πολλούς ίππους και ημιόνους, και απέσπασαν των χειρών αυτών 40

αιχμαλώτους, χιλιάδας αιγοπροβάτων, και 300 βόας. Οι εχθροί

απήντησαν επί της πορείας των άλλο αξιοσημείωτον πρόσκομμα.

Εντός του πύργου του Μεχμέτμπεη εκλείσθησαν υπό τινα ιερέα 30

Έλληνες, δώδεκα ημέρας επολιορκήθησαν και καθ' ημέραν

εκανονοβολούντο, γενναίως εγκαρτερούντες· ιδόντες δε ότι

υπεσκάπτετο υπόνομος εξώρμησαν την νύκτα ξιφήρεις διά μέσου

των πολυαρίθμων εχθρών· τρεις μόνον εφονεύθησαν, εν οίς και ο

ιερεύς.

Προχωρούντες δε οι εχθροί εις ον προέθεντο όρον, επάτησαν την

21 την Μάνην, και διελθόντες τα χωρία της Αναβρυτής και του

Στορτσά διέβησαν την επί του Ταϋγέτου κακήν Σκάλαν, πλησίον

της επαρχίας Ανδρουβίστης· αλλά ευρόντες αντίστασιν

ωπισθοδρόμησαν, και αναβάντες επί της κορυφής του όρους

ηυλίσθησαν εν τη πεδιάδι του Μαχμούτμπεη· εκείθεν εστράτευσαν

την επαύριον και έφθασαν εις το στόμιον του Ευρώτα.

Ενδιατρίψαντες δε δύο ημέρας ανέβησαν τα Μπαρδουνοχώρια και

έπεσαν εις την επαρχίαν του Μαλευρίου, καίοντες κωμοπόλεις και

χωρία, θέλοντες δε να προχωρήσωσιν εις τα ενδότερα της Μάνης,

ώδευσαν την 27 προς το χωρίον Μανιάκοβαν. Εκεί ευρεθέντες ο

Παναγιώτης Κοσονάκος και οι περί αυτόν εκλείσθησαν εντός τινων

οικιών πολεμούντες γενναίως. Ήλθαν μετ' ολίγον εις βοήθειάν

των καί τινες άλλοι υπό τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην

περιφερόμενον επί στρατολογία· αλλ' οι εχθροί ήσαν πολλοί και

η θέσις όχι τόσον οχυρά· όλοι δε οι εκεί Έλληνες,

συμπεριλαμβανομένων και των περί τον Μαυρομιχάλην, ήσαν μόλις

300· διά τούτο αφήσαντες το χωρίον μετέβησαν εις άλλην

παραπλήσιον οχυρωτέραν θέσιν. Κυριεύσαντες οι εχθροί το χωρίον

ώρμησαν και εις την άλλην θέσιν και επολέμησαν τους εκεί μέχρι

της εσπέρας, καθ' ήν, φανέντος του Ηλία Κατσάκου μετά 300

εκλεκτών επιπεσόντων όπισθεν, ωπισθοδρόμησαν και επανήλθαν εις

την πεδιάδα του Πασαβά, επί σκοπώ να οδεύσωσιν εις τα χωρία

Σκυφιάνικα και Πολυάραβον· αλλά φοβούμενοι μη πάθωσι και εν τη

οδώ ταυτή εδίσταζαν. Εν μέσω δε του δισταγμού των Μπόσινάς τις

εκ των δευτερευόντων οπλαρχηγών της Μάνης, παρακολουθών τους

εχθρούς ως προσκυνήσας, ανεδέχθη, άλλος Εφιάλτης, να τους

οδηγήση εις τα ρηθέντα χωρία διά τινος αγνώστου μονοπατίου.

Επί του μονοπατίου τούτου κείται το χωρίον Δέσφινα, εντός δε

του πύργου του χωρίου ήσαν οι περί τον Θεοδωρήν Σταθάκον. Οι

εχθροί απέκλεισαν τον πύργον, και ο Μπόσινας εφώναζε μακρόθεν

λέγων, «Παραδοθήτε, συμπέθερε Σταθάκε, εις τον αυθέντην της

Μάνης· θα χαθήτε όλοι»· «και ποίος μας εγγυάται ότι δεν θα

κακοπάθωμεν, αν προσκυνήσωμεν;» απήντησεν ο Σταθάκος. «Εγώ

συμπέθερε», είπεν ο Μπόσινας· «κύτταξε μη μας φάγουν με

απιστιάν», επανέλαβεν ο Σταθάκος· «μη φοβάσθε», απεκρίθη ο

Μπόσινας, «εγώ σας δίδω τον λόγον μου, εγώ σας έχω εις τον

λαιμόν μου». «Σε πιστεύω, συμπέθερε», εφώναξεν ο Σταθάκος,

«έλα κ' έπαρε τα όπλα μου». Έτρεξεν ο Μπόσινας να επάρη τα

όπλα, και ο Σταθάκος τον ετουφέκισε και τον εφόνευσεν. Ιδόντες

οι Τούρκοι τον τόσον χρήσιμον φίλον φονευθέντα ώρμησαν εις τον

πύργον, τον έκαυσαν και συνέκαυσαν και όλους τους εν αυτώ. Εν

τοσούτω τα συμβάντα ταύτα ωφέλησαν, διότι φέροντα προσκόμματα

εις την ταχείαν πορείαν των εχθρών έδωκαν καιρόν τοις εν

Πολυαράβω να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν. Την δε 28 έφθασαν οι

εχθροί εις Πολυάραβον· τριακόσιοι ήσαν κατ' αρχάς οι

υπερασπισταί του· αλλ' ήλθαν μετά ταύτα εις αντίληψιν αυτών ο

Τσαλαφατίνος και ο Γιατράκος και μετ' ολίγον και ο Γεωργάκης

Μαυρομιχάλης και ο Ηλίας Κατσάκος, και έγειναν όλοι δισχίλιοι.

Μάχης δε κρατεράς γενομένης, έτρεψαν οι ολίγοι τους

πολυαρίθμους εχθρούς κακώς έχοντας· διακόσια εχθρικά πτώματα

έμειναν επί του πεδίου της μάχης, και επτά εζωγρήθησαν.

Εφονεύθησαν δε και εννέα Έλληνες, και άλλοι τόσοι επληγώθησαν.

Αξιοσημείωτον το εξής γυναικείον αρίστευμα· Η Ελένη

Αναειπόνυμφη, βαστώσα τα δύο ανήλικα τέκνα της και

καταδιωκομένη υπό τινος Αιγυπτίου, έφευγε προς το όρος του

Πολυαράβου. Επί της φυγής ελύθη η μακρά ζώνη της· ο Αιγύπτιος

έδραξε την συρομένην άκραν και επροσπάθει να κρατήση

τοιουτοτρόπως την φεύγουσαν· αλλ' αύτη, αφήσασα κατά γης τα

τέκνα, έδραξε την άλλην άκραν, όπου ευρίσκετο δεδεμένος ο

θησαυρός της, δέκα δίστηλα· αισθανθείσα δε ότι η ζώνη

ετεντώθη, απέλυσεν αίφνης την άκραν και πεσόντα ύπτιον τον

Αιγύπτιον ετραυμάτισε διά της ιδίας αυτού λόγχης, και έσωσεν

εαυτήν, τα τέκνα και τον θησαυρόν.

Ηττηθέντες και φυγόντες εκείθεν οι εχθροί κατέβησαν την αυτήν

εσπέραν εις τα πεδινά του Μαλευρίου, την άλλην εις Έλος,

Σεπτέμβριος και την πρώτην εβδομάδα του σεπτεμβρίου

επανήλθαν κατησχυμένοι διά του Μιστρά εις Τριπολιτσάν. Χάρις

εις την ανδρίαν των Μανιατών, εις τον ένθερμον και ακάματον

ζήλον των αρχηγών αυτών και εις το δύσβατον και τραχύ του

τόπου, δις επάτησε την Μάνην, και δις κατησχύνθη ενώπιον

ολίγων ο Ιβραήμης· απένιψαν και οι Μανιάται τον ρύπον της προ

της εχθρικής εισβολής αδιαφορίας των.

Επιστρέψας δε ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν εξεστράτευσεν εκ νέου

την 8, και φθάσας εις Δάραν άφησεν εκεί έν σώμα εις συγκομιδήν

τροφών και καταστροφήν των πέριξ χωρίων· αυτός δε, παραλαβών

το πλείστον του στρατεύματος εισέβαλε την 18 εις τα χωρία της

επαρχίας Καλαβρύτων, Κατσάνην και Λιβάρτσι, και εστρατοπέδευσε

κατά την Ποταμιάν. Μαθών την εκστρατείαν ταύτην ο Λεχουρίτης,

παρέλαβε τους κατέχοντας την θέσιν του αγίου Γεωργίου

στρατιώτας του και όσους άλλους εδυνήθη, έδραμεν εις Σωποτόν,

και συνάξας τους χωρικούς κατέλαβε τας δύο θέσεις, άγιον

Αθανάσιον και Χόβολην, δι' ών εδύνατο ο εχθρός να εισβάλη εις

Σωποτόν. Την αυγήν της 14 εφάνησαν κατά την Χόβολην 250

ιππείς, αλλά προσβληθέντες εστράφησαν εις το στρατόπεδον^ την

δε επιούσαν νύκτα υπήγαν 500 εις Τριπόταμον, και δεν ηύραν

αντίστασιν καί τινες μεν αυτών, εμβάντες είς τι νεοκτισθέν

μοναστήριον, εφόνευσαν τον κτήτορα αυτού και άλλους ιερωμένους

και λαϊκούς, τινές δε ανέβησαν εις Βερσόβι, αλλ' ευρόντες

αντίστασιν δεν εισήλθαν· αντίστασιν επίσης ηύραν και άλλοι εξ

αυτών θελήσαντες να πατήσωσι την Νάσιαν και το Σκούπι. Την δε

15 χίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, εφάνησαν προς τους

πρόποδας του Μοστιτσίου και του Κλητορίου· και ολίγοι μεν

αυτών επρόφθασαν και εμβήκαν εις Κλητόρι, και λεηλατήσαντες

ολίγας οικίας ανεχώρησαν, οι δε λοιποί ευρόντες έμπροσθέν των

τους περί τον ακάματον Λεχουρίτην, αφήσαντας τον άγιον

Αθανάσιον και μεταβάντας εκεί, εμποδίσθησαν να εισέλθωσιν εις

Μοστίτσι. Οι εχθροί επροχώρησαν εις το γεφύρι του Αμπήμπαγα,

αλλ' ευρόντες την θέσιν εκείνην προκατειλημμένην, επέστρεψαν

εις Καρνέσι άπρακτοι. Την δε 18 εστράτευσαν προς την Χόβολην,

αλλ' επολεμήθησαν και κατεδιώχθησαν. Την δε επιούσαν εκίνησαν

επί τους απομείναντας κατά τον άγιον Αθανάσιον· τρις

εφώρμησαν, αλλά δεν εδυνήθησαν να τους σαλεύσωσι· πεσόντες

τελευταίον πεζοί και ιππείς, τακτικοί και άτακτοι, ως τυφλοί,

τους έτρεψαν και εισήλθαν εις Σωποτόν. Οι Έλληνες, τρέξαντες

δρομαίως, εφάνησαν αίφνης κατά τον άγιον Γεώργιον· εκείθεν

ετουφέκισαν σφοδρώς τους εν Σωποτώ και τους ηνάγκασαν να

εξέλθωσι μηδεμίαν φθάσαντας να καύσωσιν οικίαν. Οι Έλληνες

έμειναν εν τη αυτή θέσει του αγίου Γεωργίου, και κατέλαβαν και

την του αγίου Νικολάου αντικρύ του Σωποτού. Την δε 30 το πρωί

ώρμησαν χίλιοι εχθροί και επάτησαν εκ νέου το Σωποτόν·

επάτησάν τινες αυτών και την αγίαν Βαρβάραν, αλλ' ολίγην ώραν

ενδιέμειναν αποδιωχθέντες· επάτησαν όμως άλλα χωρία, έκαυσαν

το Βεζίνι, την Νάσιαν και το Σκούπι· υπήγαν και εις Βερσίτσι,

όθεν απεκρούσθησαν. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασεν εις το

στρατόπεδον και το εν Δάρα απομείναν καθ' οδόν σώμα, αφ' ού

ηφάνισε και εκείνο πολλά χωρία. Συνάξαντες δε οι εχθροί

πολλούς καρπούς απεσκήνωσαν την 26 εκ της Ποταμιάς, μετέβησαν

εις Λούστραν, εσύναξαν και εκεί καρπούς, και καύσαντες τα καθ'

οδόν χωρία, επέστρεψαν την 29 εις Τριπολιτσάν. Μετ' ολίγας δε

ημέρας εκίνησάν τινες αυτών είς τινα των δυτικών χωρίων της

επαρχίας του Άργους, υπήγαν εις Άγιον Γεώργιον, και εις άλλα

χωρία της επαρχίας Κορίνθου, και καρπολογήσαντες επανήλθαν εις

Τριπολιτσάν. Επειδή δε επλησίαζεν ο χειμών και ουδαμού υπήρχεν

αξιόμαχον στρατόπεδον ελληνικόν, άφησεν ο Ιβραήμης εν

Τριπολιτσά δυνατήν φρουράν, και παραλαβών το λοιπόν στράτευμα

κατέβη προς τα μεσσηνιακά φρούρια και έφθασεν εις Μοθώνην την

2 νοεμβρίου.

1826

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'.

&Τα κατά θάλασσαν μέχρι τέλους του έτους. — Άφιξις εις Ελλάδα

του ατμόπλου Καρτερίας, και της φρεγάτας Ελλάδος. —

Φιλελληνισμός του βασιλέως της Βαυαρίας. — Σκανδαλώδης διαγωγή

του αυστριακού ναυτικού. — Εμφύλιος πόλεμος εν τη επαρχία

Κορίνθου. — Τα κατά την Κρήτην.&

ΛΗΓΟΝΤΟΣ δε του Ιουνίου εξέπλευσε του Ελλησπόντου η πρώτη

μοίρα του οθωμανικού στόλου υπό τον καπητανάμπεην, και την 1

Ιουλίου εισέπλευσε τον λιμένα του Νεοκάστρου· συνίστατο δε εκ

2 δικρότων και 20 φρεγατών, κορβεττών και βρικίων. Την δε

τελευταίαν ημέραν του Ιουνίου εξέπλευσε και η δευτέρα μοίρα

υπό τον καπητάμπασαν· συνίστατο και αύτη εκ 2 δικρότων, 27

φρεγατών και κορβεττών, και 7 βρικίων, και εσκόπευε να

παραλάβη επί των παραλίων της Ασίας στρατεύματα και να τα ρίψη

εις την Σάμον. Εις ματαίωσιν των σχεδίων τούτων και επί τη

θερμή αιτήσει των Σαμίων, υποσχεθέντων εν μέρει την αναγκαίαν

Ιούλιος μισθοδοσίαν, εξέπλευσαν περί την 10 Ιουλίου των

λιμένων Ύδρας και Σπετσών 33 πολεμικά και 8 πυρπολικά υπό τον

Κολανδρούτσον και Σαχτούρην, και την 14 έφθασαν έξω της Σάμου,

και συνήντησαν 14 του τουρκικού στόλου· αλλ' ουδ' εναυμάχησαν

ουδ' εκανονοβολήθησαν την ημέραν εκείνην· ησύχασαν και την

επαύριον· δύο ώρας δε μετά την δύσιν του ηλίου ηκροβολίσθησαν

υπό το Κωρύκιον, και έρριψαν οι Έλληνες εις δύο φρεγάτας δύο

πυρπολικά, το του Μουσού και το του Σπαή, και παρ' ολίγον να

τας καύσωσι· τόσον δε τα πληρώματα των φρεγατών εφοβήθησαν,

ώστε πολλοί ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, και οι μεν επνίγησαν,

οι δε συλληφθέντες εφονεύθησαν· μετά ταύτα διεχωρίσθησαν οι

στόλοι. Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη ολόσωμος ο εχθρικός

έξωθεν της Χίου, και ιδών τον ελληνικόν υπό το Καρλοβάσι

επλησίασε προ της μεσημβρίας, και εξέτεινεν υπό το ακρωτήριον,

Άμπελον, την μίαν των πτερύγων του πέραν του Καρλοβασίου, και

απέκλεισε δι' αυτής, βοηθεία του πνέοντος ολίγου άνεμου, τον

ελληνικόν στόλον εντός του πορθμού· μετ' ολίγον ήρχισε να πνέη

άνεμος απόγειος, ώστε τα εχθρικά πλοία, τα προ ολίγου

υπερήνεμα, ευρέθησαν αίφνης υπήνεμα και ετράπησαν. Δοθέντος δε

του σημείου ώρμησαν τα πυρπολικά εις αυτά φεύγοντα· ως

ταχυπλοώτερον δε το του Κανάρη προέπλευσε συνοδευόμενον υπό

τινων πολεμικών, και έχον έμπροσθέν του έν δίκροτον και μίαν

φρεγάταν. Εν ώ δε προσήγγιζε την πρύμνην της φρεγάτας,

κανονοβολούμενον και παρ' αυτής και παρά του παραπλέοντος

δικρότου, μία σφαίρα του διεπέρασε τα θαλασσεύοντα μέρη και το

εβύθισεν, ο δε Κανάρης και οι ναύται εμβάντες εις το εφόλκιον

ευρέθησαν εν μέσω δύο μεγάλων εχθρικών λέμβων· τρεις

εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν, εν οίς και ο Κανάρης ελαφρώς

εις την κεφαλήν και την αριστεράν χείρα. Η ναυμαχία της ημέρας

εκείνης διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν κατέπλευσεν ο

εχθρικός στόλος εις Μιτυλήνην, όπου διέμεινεν αργός ολόκληρον

μήνα. Την δε 15 αυγούστου απέπλευσε, και τα μεν των πλοίων

αυτού κατέπλευσαν εις Σουατσίκι, τα δε εις Άσπρα χώματα. Ο δε

ελληνικός, αδύνατος ων, παρετήρει μόνον τα κινήματά του. 37

μεγάλα εχθρικά πλοία έπλευσαν την 18 προς την Χίον τα δε

ελληνικά ηναγκάσθησαν ν' αράξωσιν εξ αιτίας των εναντίων

ανέμων υπό την Ικαρίαν. Την 23 έφθασαν 20 υδραϊκά υπό τον

Μιαούλην εις τα νερά της Σάμου, όπου ηύραν και τα λοιπά, ώστε

έγειναν όλα τα ελληνικά 53· και τα μεν υπό τον Μιαούλην

ηγκυροβόλησαν υπό την Ικαρίαν, τα δε υπό τον Κολανδρούτσον και

Σαχτούρην προς το νησίδιον της Υψηλής. Την 27 ηνώθη πάλιν όλος

ο ελληνικός στόλος και έπλευσε προς την Χίον εις συνάντησιν

του εχθρικού· πυκνή ομίχλη εσκέπασε την νύκτα εκείνην τον

στόλον, και εξ αιτίας ταυτής διεσκορπίσθησαν τα πλοία, και

μόλις την επιούσαν περί την εσπέραν συνήχθησαν όλα έμπροσθεν

της Μιτυλήνης. Εκεί ηύραν πλέοντα τα 2 δίκροτα και 22 άλλα

πλοία του εχθρικού στόλου, εξ ών τα πλείστα φρεγάται. Περί το

μεσονύκτιον ηκροβολίσθησαν οι δύο στόλοι· την δε επαύριον

έπλεεν ο εχθρικός προς το βόρειον στόμιον του πορθμού, και

εφαίνετο ότι εσκόπευε ν' απομακρυνθή· παρέπλεε και ο

ελληνικός· αλλ', αντί ν' απομακρυνθή, εστράφη αίφνης, ώρμησε

θαρραλέως εις ολίγα ελληνικά πλοία προπλέοντα, επόδισεν όμως

μετ' ολίγον ιδών πλησιάζοντα τα άλλα. Εν τω μεταξύ τούτω

εφώρμησε το υπό τον Σπαήν πυρπολικόν, αλλά κατετρυπήθη και

εβυθίσθη, οι δε εν αυτώ διεσώθησαν όλοι, εμβάντες εις το

εφόλκιον. Εβλάφθη και το κατάρτιον του πυρπολικού του

Παρασκευά. Ο άνεμος ήτον άστατος και ολίγος, και το πλοίον του

Σαχίνη, ο Μιλτιάδης, έτυχε να ευρεθή πλησίον ενός των δύο

δικρότων απολειφθέντος των λοιπών πλοίων του στόλου· τέσσαρας

ώρας εκανονοβολείτο και αντεκανονοβόλει μονομαχών· κινδυνεύων

δε να βυθισθή, και μη δυνάμενος ν' απομακρυνθή, αντείχε

γενναίως. Έβλεπαν τα ελληνικά πλοία μακρόθεν, την μονομαχίαν,

αλλ', επικρατούσης νηνεμίας, μόλις επλησίασε το του Λεμπέση.

Επί τέλους το δίκροτον, προσκάλεσαν διά σημείου τας λέμβους

των άλλων πλοίων απεμακρύνθη ρυμουλκούμενον· ο δε Μιλτιάδης

διήλθε τον μακρόν και δεινόν αγώνα αβλαβής και δεδοξασμένος.

Οι στόλοι διέμειναν όλην την νύκτα απέναντι ο είς του άλλου·

την δ' επιούσαν αντιπαρετάχθησαν λίαν πρωί και εμάχοντο. Οι

Τούρκοι εφάνησαν ανώτεροι εαυτών· διότι, απόντος του ατόλμου

Τοπάλη επισκευάζοντος την παθούσαν ναυαρχίδα του, εκυβέρνα τον

στόλον ο έμπειρος και τολμηρός Ταχήρπασας. Εν τη ακμή δε της

μάχης, εν ώ η φέρουσα την σημαίαν του φρεγάτα και άλλα πλοία

ηγωνίζοντο να υπερηνεμίσωσι των ελληνικών και επιπεσώσι,

βοηθούντος του ανέμου, ο Σπαής, ο απολέσας την προτεραίας το

πυρπολικόν του, ίθυνεν άλλο εις την φρεγάταν^ αλλ' υπό την

βολήν των κανονίων αυτής έσπασαν τα κατάρτιά του, και οι

πυρποληταί κατέβησαν εις το εφόλκιον επί σκοπώ να καύσωσι το

πυρπολικόν και φύγωσιν· αλλ' ιδόντες 2 εχθρικάς λέμβους

κινουμένας εις σύλληψιν αυτού ανέβησαν πάλιν επί του

καταστρώματός του και τουφεκίζοντες τας απεμάκρυναν. Προς το

κέντρον δε της γραμμής επολέμουν ο ναύαρχος ο Ραφαλιάς, ο

Κριεζής, ο Παναγιώτας, ο Λεμπέσης και άλλοι· ήσαν παρ' αυτοίς

και τέσσαρα πυρπολικά, τα του Πολίτου, του Βώκου, του Μπούτη

και του Μπέσκου. Οι πυρποληταί ίθυναν και τα τέσσαρα εις τα

εχθρικά πλοία, αλλά των δύο εβλάφθησαν τα κατάρτια, το πυρ του

εχθρού έκαυσε το τρίτον, το δε τέταρτον, το του Μπέσκου,

έπεσεν εις την φρεγάταν και εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε διά της

επιτηδειότητος του πληρώματος αυτής και εκάη και αυτό εις

μάτην· την δε β' ώραν μετά μεσημβρίαν έπαυσεν η ναυμαχία.

Γενναίως ως πάντοτε ηγωνίσθη το ελληνικόν ναυτικόν κατά τας

δύο τελευταίας ναυμαχίας· αλλ' ουδέποτε τα πλοία του και τα

πληρώματα έπαθαν τόσην ζημίαν. Εκατόν εφονεύθησαν και

επληγώθησαν και τα πλείστα των πλοίων είχαν ανάγκην επισκευής.

Μεγάλην ζημίαν υπέστη και ο εχθρικός στόλος· εισέπλευσε δε τον

κόλπον της Σμύρνης απρόθυμος όσων έπαθε να επανέλθη εις τον

αγώνα. Μετ' ολίγας ημέρας εξέπλευσαν του Ελλησπόντου εις

ενίσχυσίν του εννέα φρεγάται.

Αφ' ού δε απεμακρύνθη ο εχθρικός στόλος, και εφαίνετο ότι

εματαιώθησαν τα κατά της Σάμου σχέδιά του, συνήλθαν τα

ελληνικά πλοία εις Ψαρά και εκείθεν επανέπλευσαν τα πλείστα

εις τα ίδια. Έμεινε δε ο Μιαούλης μετά ένδεκα πολεμικών και

τριών πυρπολικών. Προπορευομένη η ναυαρχίς και συνοδευομένη

υπό δύο μόνον πολεμικών και δύο πυρπολικών, του Ρούφα και του

Πολίτη, ευρέθη αίφνης την 25 σεπτεμβρίου έξωθεν της Μιτυλήνης

εν μέσω του εχθρικού στόλου, εκυκλώθη, έπαθε πολλάς ζημίας,

έσπασε το πηδάλιόν της, και ηναγκάσθη να ποδίση και υψώση το

σημείον της αποχωρήσεως εις οδηγίαν των μακρόθεν ερχομένων

άλλων πλοίων· και τα μεν της συνοδίας της δύο πολεμικά την

παρηκολούθουν απομακρυνομένην, τα δε δύο πυρπολικά δεν

υπήκουσαν, έδεσαν τα πανία των, και ανέμεναν υπό το ακρωτήριον

της αγίας Μαρίας τα εχθρικά αρμενίζοντα κατόπιν υπό λεπτόν

άνεμον. Ο Μιαούλης διέταξε τα παρακολουθούντα δύο πλοία να

στείλωσι τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν των δύο πυρπολικών,

υποθέσας ότι ηργοπόρουν διά την ολιγότητα του ανέμου. Ο Ρούφας

επείσθη, και εν ώ το σκάφος του ερρυμουλκείτο, εχθρική

κανονία, πεσούσα εν τω εφολκίω του, εφόνευσε τρεις και

επλήγωσε τέσσαρας· αλλ' ο Πολίτης δεν ηθέλησε να ρυμουλκήση

και απομακρυνθή μήτε να λύση τα πανία του, ως διετάχθη. Τούτο

βλέποντες οι εχθροί εξεμάνησαν, εκύκλωσαν το πλοίον του, και

επειδή κονονοβολήσαντές το ικανήν ώραν μήτε να το βυθίσωσιν

εδυνήθησαν μήτε να το καύσωσιν, έστειλαν εις άλωσιν αυτού

είκοσι λέμβους· αλλ' ο Πολίτης, εμβάς εις το εφόλκιόν του

φέρον έν κανόνι, έπεσεν ως τυφλός εις το μέσον και των είκοσι,

και κανονοβολών και τουφεκίζων ηνάγκασε και τας είκοσι να

ποδίσωσι.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ · 第 2 / 29 段