Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have
been transferred at the end of the book (as endnotes). The tonic
system has been changed from polytonic to monotonic. A table with
spelling and other mistakes has been incorporated in the text.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
italics are included in _.
Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το τονικό
σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο Πίνακας
παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψη στο κείμενο. Η ορθογραφία του
βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους
χαρακτήρες περικλείονται σε _.
ΨΥΧΑΡΗΣ
Ρόδα και Μήλα
ΤΟΜΟΣ Α'
Quale i fioretti dal notturno gielo
Chinati e chiusi, poi che'l Sol gl' imbianca,
Si drizzan tutti aperti in loro stelo.
Dante, Inf. II, 43(1-3).
ΑΘΗΝΑ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
à PARIS, chez:
Η. WELTER, EDITEUR
(4, RUE BERNATD-PALISSY,4)
1902
Ρόδα και Μήλα
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Μια μέρα περπατούσαμε μαζί στο περιβόλι της Αγάπης. Μαζί μυρίζαμε τα
ρόδα· κόφταμε τα μήλα μαζί. Τα ρόδα χρήσιμα δεν είναι· είναι πιο
χρήσιμα τα μήλα. Το καλοκαίρι, σα δηψάς, το μήλο σε δροσίζει, και
σαν πεινάς, σε θρέφει. Το ρόδο το καημένο άλλη δουλειά δεν ξέρει
παρά να μοσκοβολάη. Ωςτόσο μου έλεγες στο περιβόλι της Αγάπης πως
ταγαπούσες τα δύστυχα τα ρόδα, πως σαν τα μυρίζεις, σου φαίνεται πιο
νόστιμο και το μήλο.
Μήπως κι ο νους του αθρώπου δεν έχει τα ρόδα και τα μήλα του σαν το
περιβόλι; Ρόδα είναι της φαντασίας μας τα παιδιά· μήλα τα παιδιά της
επιστήμης. Και τα δυο μαζί στολίζουνε ταθρώπινο το περιβόλι.
Στο περιβόλι της Αγάπης, που περπατούσαμε μια μέρα μαζί, τέτοια
λόγια σου είπα, και σήμερις σου μάζωξα, να σου τα χαρίσω, τα μικρά
μου τα ρόδα και τα μήλα μου τα μικρά, που αν τύχη κ' έχουνε αλήθεια
λίγο ζουμί και λίγη μυρουδιά, σε Σένα το χρωστούνε, το χρωστούνε στο
Περιβόλι της Αγάπης.
Τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ. — Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. — ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ. — ΟΜΟΡΦΙΑ... ΚΙ ΑΗΔΙΑ.
— ΤΕΧΝΗΤΗ. — ΦΙΛΟΣ ΣΤΕΝΟΣ. — Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.
Α
Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ.
Όταν πήρα να μαζώξω δώθε κείθε όσα είχα δημοσιεμένα είτε σε
περιοδικά, είτε σε φημερίδες, και που τα ξανατυπώνω σήμερις με τη
χρονολογική τους τη σειρά· όταν τα ξαναδιάβασα κ' έβαλα στο καθένα
κι από μια σημείωση, όταν από το πρώτο που έγραψα ίσια με το στερνό,
τα κοίταξα ένα ένα, δεν μπόρεσα να μην απορήσω, βλέποντας πώς και με
τι τρόπο άλλαξε το ζήτημα το γλωσσικό από τα 1888 ως τα 1901. Τότες
πολεμούσαμε τους δασκάλους, γιατί όλοι τους είτανε δασκάλοι· τώρα
πολεμούμε κάτι μισοδασκάλους — ή δασκαλάκια. Τότες πολεμούσαμε την
καθαρέβουσα· τώρα πολεμούμε τη μισοκαθαρέβουσα. Τότες πολεμούσαμε
μια γλώσσα που ήθελε κάτι να φανή· τώρα πολεμούμε μια γλώσσα που δε
θέλει τίποτα να είναι. Τότες πολεμούσαμε μια γραμματική που γύρεβε
να μας φέρη πίσω ίσα με του Ξενοφώντα το τυπικό· τώρα πολεμούμε μια
γραμματική που μήτε ομπρός λέει να πάη μήτε πίσω, παρά στέκεται
αγράμματη στον αέρα. Τότες πολεμούσαμε πεθαμμένους· τώρα πολεμούμε
τους αγέννητους.
Και να πούμε την αλήθεια, είχε κάποιο μεγαλείο του Κόντου η αρχή να
ξαναττικίση την Ελλάδα. Σήμερις όμως βλέπω και καμιάν αρχή δε
θέλουν· «Εμείς, λέει, νακούσουμε λόγο; Για ποιους μας παίρνεις;
Εμείς είμαστε ποιητάδες και γράφουμε όπως μας κατεβή, χωρίς λόγο
κανένα!» Κ' έτσι βγήκε στη μέση και κοντέβει να γίνη της μόδας μια
κάποια _ μισή γλώσσα, _ που αρέσει πολύ σε κείνους που τη γράφουνε.
Η _ μισή γλώσσα _ τι πράμα είναι ωςτόσο; Για να δούμε.
Η _ μισή γλώσσα _ είναι γλώσσα που της έβγαλαν κι άλλο ένα όνομα· τη
λένε πως είναι _ απλή _ · γιατί τάχα; Γιατί ανακατώνει πολλές
γλώσσες, δηλαδή γιατί γραμματική δεν έχει — και πώς να μην είναι
απλή, αφού είναι κι ακανόνιστη; Μάλιστα θα σου πούνε πως είναι σωστή
αηδία η γραμματική. Ανυπόφορο πράμα, δυσάρεστο, σιχαμένο. Δεν τον
αφίνετε ήσυχο τον ποιητή; Στον κόσμο τον πολιτισμένο, στην Εβρώπη, ο
ποιητής, ένας Ηugo, ένας Renan, ησυχία δεν έχουνε αν άξαφνα τους
περάση υποψία πως κάπου, σε μιαν αράδα, σε μια λέξη, σε μια συλλαβή,
τους ξέφυγε κανένα λάθος, πως τάχα δεν έγραψαν τη γλώσσα τους
αχάλαστα κι αλάθεφτα, προσέχοντας ως και στον πιο μικρό κανόνα της
γραμματικής. Τι μουρλοί και τι ζαβοί! Δε ρωτούσανε καλήτερα τον
ποιητή το Ρωμιό; Αφτός, ησυχία του είναι να μην προσέχη σε τίποτις,
ο λυρισμός του, η ποίησή του, το ύψος του είναι να βάζη μια λέξη
αρχαία κοντά σε μια δημοτική, έναν τύπο δημοτικό πλάγι πλάγι μ' έναν
αττικό τύπο, κάποτε το ίδιο να μας το λέη όπως το λέει ο δάσκαλος,
κάποτε πάλε όπως το λέει ο λαός. Χαρά του νανακατέβη καθαρέβουσα και
δημοτική. Και τέτοια είναι η μισή γλώσσα.
Πολύ ωραία, πολύ κατάβαθα ψυχολόγησαν το Ρωμιό, και γεια τους, όσοι
πήγαν και μας ανακάλυψαν το λαμπρό το σύστημα της ανακατωσούρας. Δε
μου λέτε, σας παρακαλώ, το ανακάτεμα με τι τρόπο θα γίνη; Πόση
δημοτική θα βάζουμε και πόση καθαρέβουσα; Κανένας, εννοείται, από
τους λεγάμενους δε θα ορίση το ποσό, μήτε σκοπέβει να το ορίση. Δεν
είναι δουλειά του, θα σας πη. Κι αφτός ο λόγος, το κάτω κάτω — ή το
άνω κάτω — τι σημαίνει; Σημαίνει πως ο καθένας θανακατέβη, όπως
τύχη, όπως του φανή, όπως ξέρει — δηλαδή πως ο καθένας θα' χη
σύστημα δικό του. Τι λέγαμε για τα ψυχολογικά του Ρωμιού; Ο Ρωμιός,
που έχει φιλότιμο περίσσιο, θακούση άραγες ποτέ του τον έναν πιο
πολύ από τον άλλονα; Ίδιοι τους αφτοί θακούγουνται αναμεταξύ τους; Ο
Θεός φυλάξη! Κοιτάζουν τα πρόσωπα, στα πρόσωπα προσέχουνε. Ο τάδες
το γράφει έτσι; Αμέσως εγώ να το γράψω αλλιώς! Το λοιπόν τι βγαίνει;
Βγαίνει που το μόνο σύστημα που μπορεί στην Ελλάδα να τα βγάλη πέρα,
που μπορεί όλους τους Ρωμιούς μαζί να τους κάμη να είναι σύφωνοι, το
μόνο είναι το _ απρόσωπο _ σύστημα, είναι η γραμματική, είναι η
γλώσσα του λαού.
Φοβούμαι μήπως κ' οι ανυπόταχτοι, ανεξάρτητοι, μεγαλόφρονοί μας
ποιητάδες, που ζυγό δε θέλουνε κι αποτινάζουν τη γραμματική, δεν
κατάλαβαν ακόμη τι θα πη αληθινή λεφτεριά. Το βάρος, ο ζυγός κ' η
σκλαβιά μου φαίνουνται αφτά που γυρέβουνε του λόγου τους, δηλαδή να
βάλουνε τους άλλους και τον εαφτό τους να υποταχτούνε στη φαντασία
ενός και μόνου. Η καθαφτό ανεξαρτησία είναι ανώνυμη, σαν το λαό. Δεν
ακούς κανέναν, όταν τους ακούς όλους, κ' είναι μάλιστα σα να μην
τους άκουες μήτε δάφτους, αφού ακούς και τον εαφτό σου, αφού μέσα σ'
όλους είσαι κι ο ίδιος, είσαι και συ λαός.
Μα δεν πιστέβω η _ μισή γλώσσα _ να τα στοχάστηκε αφτά, μήτε να
βγήκε στους δρόμους να φωνάζη από τόσο μεγάλο έρωτα για την
ανεξαρτησία. Θάχη άλλους λόγους, τόσο σπουδαίους μάλιστα που μπορεί
περίφημα να βαστάξη ακόμα χρόνια, να κάμη και κάμποσους οπαδούς,
γιατί θαρρώ πως βασίζεται η _ μισή γλώσσα _ σε βάση ακλόνιστη,
τουλάχιστο σε βάση που ο σημερνός Ρωμιός τη σέβεται και δεν τολμάει
να τη χαλάση, θέλω να πω την τεμπελιά. Κι αν προτιμάτε αδουλεψιά να
την πήτε, δε με πειράζει, γιατί το ίδιο πέφτει. Ζήτημα δεν είναι,
πως το βρίσκει ο καθένας πολύ πιο έφκολο να πετάη στο χαρτί ό τι του
κατέβη, μα δημοτική, μα καθαρέβουσα, δίχως να ψάχνη, δίχως να
ιδρώνη. Γιατί πάλε κι ο τόσος κόπος; Ελάτε να το ρίξουμε όξω. Δε
βλέπετε, καλέ, πως τάχουμε όλα έτοιμα; Τι αγαπάτε, να σας το
σερβίρω: Ξενισμούς; Ορίστε! Άλλο τίποτα! Μα κάλλια θέλετε ίσως κ'
έναν αττικισμό; Αμέσως! Τι λέτε πάλε να σας έδινα έτσι κανένα
χουζουρεμένονε μισοδασκαλισμοδημοτικοκαθαρεβισμό; Φέρ' το αφτό, και
μοιάζει λαμπρό πράμα. Όλα τάχει.
Το σύστημα, για να σκοτώση κανείς τη δημοτική, βέβαια πως είναι
πρώτης. Καλήτερο δεν υπάρχει. Όσο δεν προσπαθείς, σαν πιάνεις την
πέννα στο χέρι, να συλλογέσαι ρωμαίικα, γιατί αφτός είναι ο κόμπος,
κι όχι να τα γράφης μονάχα, όσο δεν πασκίζεις να τα πης ρωμαίικα,
φυσικά κι ο νους σου θα ξενίζη κ' η ψυχή σου, ώςπου να ξενίσης ή να
ξυνίσης κι ο ίδιος. — «Αι! καλά! Τι με κόφτει; Ο κόσμος είναι
μεγάλος. Μήπως θα μείνω στην τρύπα μου κρυμμένος, δίχως να γυρίσω να
δω και τι γίνεται στην οικουμένη; Ας ξενίσω, αν ξενίζοντας ο νους
μου ξανοίγει, αν η ψυχή μου πολλαπλασιάζεται και πάει!» Μα τότες έχω
και γω κάτι να σου απαντήσω, φίλε μου, που μου τα ψέλνεις. «Εμένα τα
λες; θα σου κάμω. Εγώ θα σου πω τάχα ποτέ μου πως δεν είναι αδέρφια
όλοι του κόσμου οι λαοί; Μήπως δεν το ξέρουμε πως ο καθένας κάτι
μαθαίνει, κάτι χαρίζει του αλλουνού; Ίσα ίσα γι' αφτό, παιδί μου,
προτού να μιλής, προτού να μας κάμης τον περήφανο, θαρρώ πως πρέπει
να γυρέψης να δης τι κρύβγει μέσαθέ του ο δικός σου ο λαός, που δεν
το σκάλιξες ως τώρα, και τότες πια να καταλάβης αν από το λαό το
δικό σου δεν μπορεί να ξανοίξη ο νους, να πολλαπλασιαστή, που λες,
κ' η ψυχή των αλλωνώνε. Όσο δεν τα κοιτάζεις αφτά, δεν αδικείς το
λαό σου μονάχα· τον κόσμο αλάκαιρο αδικείς!»
Και δεν είναι ζήτημα, πως ο λαός ο ρωμαίικος, και στη γλώσσα του και
στην ψυχή του — το ίδιο είναι — έχει ανυπόψιαστους θησαβρούς. Εσύ
όμως, ο ανεξάρτητος, εσύ ο οικουμενικός, βλέπω και θέλεις μόνο να
παίρνης από τους ξένους, χωρίς να τους δίνης τίποτα. Κι αφτό θα το
κάνης, γιατί δεν έπιασες να μελετήσης τι τους λείπει και τι έχεις
εσύ. Μα τι κάθουμαι και λέω; Εσύ που όλο καφκιέσαι πως σε μέλει για
γενικές μεγάλες ιδέες, για γενικές λαμπροφάνταχτες ψυχολογίες, δεν
το συλλογίστηκες να ξετάσης τι πράμα είναι μήτε τα περίφημα τα _
γενικά _ σου αφτά, που χάνεις το νου σου για δάφτα. Ιδέες και
ψυχολογίες γιόμισες και τα μυαλά σου και τα χαρτιά σου. Τις λέξες
όμως που κάθε μέρα τις λες — ή που σε ξένα βιβλία τις διαβάζεις, τις
πιο κοινές λέξες, τις πιο συνηθισμένες, δεν κόπιασες να ξεδιαλίσης
το νόημα τους. Ωςτόσο ποιος δεν παρατήρησε ή δε βρέθηκε σε θέση να
παρατηρήση τι χοντρά, τι βάρβαρα, τι χυδαία κάθε γλώσσα μας
παρασταίνει όσα νοιώθει η αθρώπινη καρδιά; Όπως για να πούμε τα
χρώματα, έτσι για να πούμε και τα αιστήματα, δεν έχουμε παρά φτωχές
κακορίζικες λέξες. Ξέρουμε, λόγου χάρη, _ πράσινο _ και _ μαβί _. Μα
πόσα πράσινα είναι, που λέξη δε βρίσκουμε να τα ζουγραφίσουμε;
Κοιτάξτε πόσα είναι τα δέντρα και πόσες οι πρασινάδες!Μα κοιτάξτε
και χρωματιές, πόσες αποχρωματιές θέλει και πόσες ξεχρωματιές, για
να πάη απαρατήρητα το μάτι μας από το πράσινο στο μαβί! Αμέ, για να
πάη άνοιωθα κ' η ψυχή μας από την αγάπη στο μίσος, από το μίσος στην
αγάπη, πόσες άλλες χρωματιές κι αποχρωματιές, πόσες θωριές κι
αποθωριές δεν υπάρχουνε, που μήτε τις υποψιάζεται η γλώσσα; Τι είναι
το μίσος και που αρχίζει; Άξαφνα, σε απλή, σε ήσυχη κουβέντα, μ' ένα
φίλο, ή και με την κόρη που αγαπώ, φιλονικούμε για κανένα πράμα που
το κάτω κάτω μπορεί να μας είναι αδιάφορο και στους δυο μας. Δε
συφωνούμε όμως. Η ασυφωνιά μας αφτή, σαν τι να είναι; Είναι πάντα
φιλία; Είναι πάντα αγάπη; Αν είναι, βέβαια πως δεν είναι ολότελα η
ίδια που είτανε και προτού φιλονικήσουμε, γιατί φιλονικία τι θα πη;
Θα πη πως είτε πολύ είτε λίγο, εναντιώνεται ο ένας τον άλλονε. Κ' η
αγάπη εναντίωση δε θέλει. Μήπως πάλε κ' είναι μίσος; Μα το μίσος το
καθαφτό φτάνει σε βαθμό τέτοιο, σου εναντιώνεται τόσο και τόσο, που
καταντάει πια να γίνη ενάντιο και στη ζωή σου, που γυρέβει και να
σκοτώση. Δεν είναι λοιπόν ούτε αγάπη ούτε μίσος, κι ωςτόσο ένα είναι
από τα δυο, ή στην αγάπη θα καταντήση ή στο μίσος, απόδειξη που αν
τύχη και φιλονικήσης με κανέναν που σου είναι αδιάφορος, μπορεί από
την πρώτη φιλονικία να ριζώση στην καρδιά σου ένα κάτι που κατόπι
γίνεται μίσος, κι α φιλονίκησες με την κόρη που λατρέβεις,
θαποξεχάσης τη φιλονικία, θαλλάξης και γνώμη, αν εκείνη δεν αλλάξη.
Κι αν αλλάξης κι αν αλλάξη, δεν αλλάξατε τίποτις εσείς, τάλλαξε η
αγάπη, διές όμως πώς άλλαξε κι αφτή, αφού έγινε μεγαλήτερη, κ' έγινε
μεγαλήτερη, γιατί θέλησε, όσο γνωρίζεστε και πάτε, να σμίγετε
περισσότερο, νάχετε σ' όλα τις ίδιες ιδέες.
Λοιπόν από την απλή φιλονικία θαρθούμε ή σε αγάπη περισσότερη ή σε
περισσότερο μίσος, γιατί όπως κι αν το πάρη κανείς, το κάτω κάτω, η
φιλονικία πιο πολύ μοιάζει με το μίσος παρά με την αγάπη, Κ' ίσα ίσα
βλέπουμε τι ανίκανες που είναι οι λέξες. Οι λέξες μας παρασταίνουν
την καρδιά, μόνο σαν έφταξε το πάθος στην άκρη του, στο μίσος ή στην
αγάπη. Μα για να πάμε από το τίποτις, από τανύπαρχτο, ίσια με το
μίσος, ίσια με την αγάπη, για να πάμε μάλιστα κάποτες από το _ μίσος
_ στην _ αγάπη _ κι από την αγάπη στο μίσος, υπάρχουνε χίλιες και
χίλιες αγάπες, μίσητα χίλια και χίλια, που όνομα δεν έχουν ως τώρα.
Τα ονόματα ποιος θα τα βρη; Και ποιος θα πη πως εκείνος που τα
βρήκε, δεν πλούτισε συνάμα και τον τόπο του και τους άλλους τόπους;
Για να τα βρη όμως, πρέπει πρώτα πρώτα στη γλώσσα του να τα γυρέψη.
Πώς δε γυρέβουμε στη γλώσσα τη δική μας και γι' αφτά που είπαμε και
για τόσα και τόσα; Η γλώσσα η ρωμαίικη — σήμερις είναι πια και
γνωστό — έχει μια δύναμη, μια εφκολία μοναδικιά, με μιαν κατάληξη,
μ' ένα ζεβγάρωμα, μ' ένα προσκόλλημα, μ' ένα χαδεφτικό, να σου
πλουτίση, όχι το λεξικό που τυπώνεται, μα και το ατύπωτο ακόμα
λεξικό της καρδιάς μας. Κ' έτσι αμέσως ανοίγει τα μάτια της και
κοιτάζει μέσα της πιο βαθιά ως κ' η αθρώπινη ψυχή σ' όλη την
οικουμένη.
Μα πολύ άτοπα φιλοσοφώ, και ξέχασα πως η _ μισή γλώσσα _ μάς έβγαλε
τώρα και φιλοσόφους, που τη θέλουνε μισή, γιατί έτσι, λέει, το θέλει
κ' η φιλοσοφία. Εγώ λέω πάλε μήπως κ' η φιλοσοφία τους είναι μισή
όσο είναι κ' η γλώσσα τους. Φαντάστηκαν πως ο άθρωπος όλος μαζί δεν
είναι ένας, πως μπορείς να κουνήσης το χέρι, δίχως ο νους πρώτα
πρώτα να κάμη το κίνημα του χεριού. Φαντάστηκαν πως ο ποιητής μπορεί
να προσέξη στην ποίηση, να προσέξη στην ιδέα, να προσέξη στην τέχνη,
να προσέξη και στη φιλοσοφία την ίδια, αν πρώτα δεν προσέξη στη
γλώσσα! Κι αφτοί έρχουνται και μας μιλούνε για μια Γερμανία που μήτε
την έννοιωσαν ακόμα. Κι αφτοί έρχουνται και μιλούνε για δικές τους
ιδέες, που θαρρούν πως έχουνε, ας είναι ακόμα και μισές.
Αστόχαστα φτωχά κεφάλια κι αφιλοσόφητη φιλοσοφία!
Β'
ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.
Η _ μισή γλώσσα _ σε τι απάνω στηρίζεται λοιπόν, ως τώρα δεν το
βλέπω. Ένα βλέπω κ' ένα ξέρω, πως κάθε λαός έχει χρέος _ ναληθέψη _.
Δε φτάνει που ζη, πρέπει κ' οι άλλοι να το δούνε και για να το
δούνε, πρέπει το έθνος να φανή εκείνο που είναι, να μην περνάη σαν
τόνειρο, παρά να γίνη αλήθεια, δηλαδή να κάμη αλήθεια και την ψυχή
του και το νου του και τα όνειρα του, μ' ένα λόγο, ζη μόνο σαν
αληθέβει. Μισή αλήθεια όμως δεν έχει. Θέλει αλήθεια γερή.
Δεν πιστέβω ούτε η _ μισή γλώσσα _ ούτε η καθαρέβουσα τέτοιο σκοπό
νάχη, σκοπό να μας ξυπνήση από τον ύπνο το βαρή που κοιμάται σήμερις
η ψυχή μας. Μάλιστα, να κοιτάξης την ουσία της ουσίας, θα καταλάβης
πως καθαρέβουσα και _ μισή γλώσσα _ το ίδιο είναι. Ας αφήσουμε τα
λόγια κι ας προσέξουμε στα πράματα. Η Ελλάδα τι είναι σήμερις; Ένα
βασίλειο κ' ένας τόπος. Μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _
ονόματα δεν έχουνε να το πουν αφτό, παρά κ' οι δυο τους θα σου το
πούνε με τρεις ανύπαρχτες λέξες· βασίλειον, βασιλεύς, Ελλάς.
Ας παραδεχτούμε πια πως το βασίλειον, όσο άτοπο κι αν είναι το _ ν
_, όσο κι α δεν έχει μισές αλήθειες ή μισές ψεφτιές, ας παραδεχτούμε
όμως πώς ένα κακόμοιρο _ ν _ μπορεί και να μην μπη σε λογαριασμό. Τα
δυο άλλα τώρα να δούμε, αρχίζοντας από το _ βασιλεύς _. Τι λέξη
είναι αφτή; Μήπως ο λαός την ξέρει; Όχι. Ο λαός το ξέρει _ βασιλιάς
_. Στην Πόλη μάλιστα έτσι λέει το Σουλτάνο. Και γιατί; Γιατί έτσι
έλεγε πρώτα τον αφτοκράτορα, πριν από την άλωση. Λοιπόν είναι
καθιερωμένος, ιστορικός, πατροπαράδοτος τύπος στο λαό.
Ο _ βασιλεύς _ τώρα τι ιστορικά έχει; Φτάνει κανείς νάμαθε δυο
ελληνικά στο σκολειό, για να δη αμέσως πως τέτοια κατάληξη — εφς —
γιατί έτσι το λένε — δεν έχει καμιά ονομαστική στην αρχαία γλώσσα,
πως _ φ _ και _ ς _ πλάγι πλάγι καμιά λέξη δε μας δείχνει. Μπας και
μας δείχνει αραδιαστά _ φ _ και _ ς _ σήμερις η γλώσσα μας πουθενά;
Διόλου. Μήτε κατάληξη — εφς στην ονομαστική, μήτε — φς — σε καμιά
λέξη δεν έχει! Κ' έτσι μήτε ελληνικό είναι μήτε ρωμαίικο.
Βαρβαρισμός και στη μια γλώσσα και στην άλληνα.
Για να δούμε και την Ελλάδα. Καλήτερα δεν τα πάει. Μας την κάμανε
τριτόκλιτη· _ η Ελλάς, της Ελλάδος, εν Ελλάδι, την Ελλάδα _. Ο λαός
όμως ταρχαία τα τριτόκλιτα δεν τα θέλει, αφού πρωτόκλιτα τα ξέρει.
Κι αν τα ξέρει πρωτόκλιτα, θα πη πως τα τριτόκλιτα δε θα τα μάθη,
και του κάκου. — «Να σου πάλε κ' οι φαντασίες του Ψυχάρη!» —
Φαντασίες; Ορίστε, διαβάστε. Κάποιος, που για την Ελλάδα έκαμε
κάμποσα, που την έκαμε κιόλας Ελλάδα, ο κάποιος αφτός, σαν έγινε
κατόπι το βασίλειο, σα γέρασε κι ο ίδιος, θυμήθηκε τα νιάτα του, μας
δηγήθηκε τον καιρό που καθότανε, λέει, κ' έκλαιγε «την Ελλάς». Ποιος
θαρρείτε πως μιλεί έτσι; Κάτω, παρακαλώ, τις γραμματικές σας! Έτσι
μιλεί ο Κολοκοτρώνης ο ίδιος{1}· Λοιπόν αν ένας άθρωπος σαν κι
αφτόνα, δεν μπόρεσε να κλίνη τα τριτόκλιτά σας, τι κάθεστε και μου
λέτε για καθαρέβουσες και μισές γλώσσες; Και μη θαρρήτε πως φταίνε
τάχα τα χρόνια που ζούσε ο Κολοκοτρώνης και πώς τότες, όσο
Κολοκοτρώνης κι αν είσουνα, μπορούσες πολύ καλά να κάμης τέτοιο
λάθος, γιατί δεν ήξεραν πολλά γράμματα. Τίποτις! Όλα η καθαρέβουσα
τα φταίει, που είναι γλώσσα νεκρή, κ' έτσι τα ίδια λάθια, ίσως
μάλιστα πιο χοντρά, γίνουνται ακόμη και σήμερις, όχι μόνο στο λαό,
σα μισομάθη δασκάλικους τύπους, μα και στους δασκάλους τους ίδιους,
στους πιο περίφημους όπως και στη συνηθισμένη την καθαρέβουσα.
Διάβασα, λ. χ., στο Νέον Άστυ (Μάρτη, 28, 1902, σελ 2, στ.5)·
«ελάχιστοι _θυσίαι_»· στ' Αναγνώσματα του Whitney, που μετάφρασε ο
κ. Χατζηδάκης και που είναι πολύ καλό βιβλίο, γράφει (σελ 549)·
«ώστε να δύναται», ενώ στην ίδια σελίδα και παντού βάζει την
υποταχτική· «εάν δύνωνται», σελ 549, «θα δύνηται». σελ 574, κτλ.
κτλ. Πιο απάνω (σελ 470) βλέπω την ακόλουθη φράση· «. . . λαλείται
υπό φυλών, αίτινες προ δύο περίπου εκατονταετηρίδων (τω 1644)
καταλαβώντες την Σινικήν κατέστησαν άξιαι γενικωτέρας τινός
προσοχής.» Μήτε το «Νέον Άστυ» μήτε τον κ Χατζηδάκη κατηγορούμε.
Κατηγορούμε μονάχα τη γλώσσα που γράφουνε. Βέβαια πως κάνουμε και
μεις λάθια στη δημοτική, τα περισσότερα όμως γιατί δε μελετήθηκε
ακόμη αρκετά και γιατί μας χάλασε η καθαρέβουσα τη φυσική λαλιά μας·
ωςτόσο είναι λάθια που δε θα τα κάνουμε ποτέ μας, λ. χ., να
συντάξουμε αρσενικό με θηλυκό, να πούμε άξαφνα _ η καλός γυναίκα, _
όπως είδαμε να λένε _ αίτινες. . . καταλαβόντες, ελάχιστοι θυσίαι, _
δηλαδή να κάνουμε τα λάθια που όσο κι α μελετήθηκε, κάνει πάντα η
καθαρέβουσα.
Να μην κατηγορούμε λοιπόν τη δημοτική, παρά να καταλάβουμε μια και
καλή ως που μας κατάντησε η καθαρέβουσα κ' η _ μισή γλώσσα _. Για να
το συλλογιστούμε τώρα δίχως πάθος, ήσυχα, μάλιστα με τον πατριωτισμό
που θέλει τέτοιο ζήτημα, με την αγάπη που θέλει ο λαός. Πρώτα
ναποκριθήτε στο ρώτημά μου· μπορεί κάθε Γάλλος, ως κι ο πιο
αγράμματος, να πη τόνομα του τόπου του, χωρίς να κάμη λάθος; Βέβαια!
Μπορεί όμως κάθε Ρωμιός να πη και να κλίνη αλάθεφτα του τόπου του
δικού του τόνομα; Όχι, το βλέπουμε κι από τον Κολοκοτρώνη πως δεν
μπορεί. Λοιπόν τι βγαίνει; βγαίνει που το έθνος δεν έχει όνομα
εθνικό. Κ' η αλήθεια είναι που χάρη στην καθαρέβουσα, σήμερις η _
Ελλάδα _ όνομα δεν έχει.
Όνομα δε θα της κάμουνε μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _.
Αν είτανε τόντις _ μισή _, αν ίδια της καταλάβαινε τι θέλει και τι
θα πη σωστός συβιβασμός, αντίς να γράφη κι αφτή, απαράλλαχτα σαν την
καθαρέβουσα, _ Ελλάς _ και _ βασιλεύς, _ θα προσπαθούσε τουλάχιστο,
δε λέω πια να γράφη _ Το ρωμαίικο _, δε λέω να γράφη _ Ρωμιοσύνη _,
μα να γράφη _ η Ελλάδα _, δε λέω να γράφη _ βασιλιάς _, αφού δεν
έχει το κουράγιο, μα τουλάχιστο να γράφη _ ο βασιλέας _. Όσο δε
γίνουν αφτά, μπορεί να γράφουν όσο θέλουνε. Τίποτα δε θα καταφέρουνε
κι όλα του βρόντου.
Κ' έτσι θαρρώ πως του κάκου πολεμούνε και του κάκου γράφουνε πολλοί,
που τυχαίνει κάποτε να δω τα ονόματά τους και τη μισή τους ή
ανακατεμένη γλώσσα σε κάτι περιοδικά· ο Κουρτίδης, ο Βώκος, ο
Καμπάνης, ο Ν. Ροντάκης — «από την Πόλι», με _ ι _ — και κάτι άλλοι.
Δε λέω πια τίποτις για το _ Διόνυσο _. Είναι τόντις σα λύσσα,
ξαφρισμένη τα γραψίματά του. Πώς δε βαριέται; Αλήθεια όμως, κι αφτό
μας το ξηγούνε οι γιατροί· θα κόλλησε από το Νίτσε, γιατί το ξέρουμε
σήμερις πως κολλητική αρρώστια είναι κ' η τρέλλα· ο τρελλός πάλε πώς
να βαρεθή; Διασκεδάζει με την τρέλλα του, μοναχός του, και μάλιστα
καμαρώνει.
Παρατήρησα όμως πως κι ο _ Διόνυσος _, και το _ Περιοδικό τους _,
και τα _ Παναθήναια _, κάθε τόσο, τσακώνουνται, μαλλώνουνε,
χτυπιούνται αναμεταξύ τους, πειράζουνται και τρώγουνται. Πολύ άδικο
έχουνε. Γιατί τόσους πολέμους; Είναι όλοι τους το ίδιο. Ίσως
φαντάζουνται πως αλήθεια διαφωνούνε, πως έχουν ο καθένας ιδέα δική
του και δική του γνώμη. Το φαντάζουνται αφτό, γιατί όσο μεγάλη κι αν
είναι η Αθήνα, ζούνε πλάγι πλάγι ο ένας με τον άλλονα, και τότες
τυχαίνει πολύ έφκολα να μη βλέπουν οι αθρώποι παρά τη μύτη του
γειτόνου και γι' αφτό να βασανίζουνται. Στο Παρίσι, που κάθουμαι, τα
βλέπω αλλιώς τα πράματα, δηλαδή από πιο μακριά, ίσως κι από πιο
αψηλά. Καλέ, είναι όλοι τους αδέρφια! Όλοι τους, ανακατεμένη γλώσσα
κι ανακατεμένα μυαλά. Και να μη θαρρέψη κανένας πως το λέω από θυμό,
από πείσμα. Διόλου, μα διόλου. Πολύ ήσυχα μάλιστα. Μα πώς δεν τα
παίρνουνε τώρα ήσυχα κ' ίδιοι τους να τα διαβάσουν εκείνα που
γράφουνε, να τα διαβάσουν, έτσι, μια μέρα, σα να διαβάζανε ξένα, σα
να διαβάζανε σελίδες που δεν είναι δικές τους, που τις έγραψε άξαφνα
κανένας άλλος; Και τότες, ακόμη πιο ήσυχα, να τους ρωτήξω·
«Στο Θεό σας, είναι αφτά πράματα που γράφουνται; Δεν τα βλέπετε; Δεν
τα σιχαίνεστε; Αλήθεια, το φαντάζεστε πως είναι γράμματα, πως είναι
φιλολογία, πως είναι ύφος, πως είναι γλώσσα; Καλέ, μαζώξτε τα
γλήγορα, μην τύχη και τα δη ο κόσμος, που είναι όλα σας γελοία και
παιδιακήσια!»
Γ'
ΟΜΟΡΦΙΑ. . . ΚΙ ΑΗΔΙΑ
Τέτοια γλώσσα, παιδιά μου, άσκημη γλώσσα, γλώσσα μισή, γλώσσα του
εγωισμού, ανύπαρχτη γλώσσα, η Ομορφιά δεν τη θέλει, δεν τη θέλει η
Καλοσύνη, δεν τη θέλει η Αγάπη.
Μα μήτε η ορθή κρίση δεν τη θέλει.
Για να το συλλογιστούμε και μια στιγμή. Εδώ δε χρειάζουνται και τόσα
λόγια. Ποιος θαρθή ποτέ να μας πη με τα σωστά του, πως μια κ' είναι
το ζήτημα να γράφη κανείς τη γλώσσα του, δεν πρέπει να τη γράφη
ορθά;
Και θαρρούνε πως ο Ρωμιός, που είναι περήφανος κιόλας κι από σόι, θα
γυρίση ποτέ του να τα κοιτάξη τα μισά τους, τα ψέφτικά τους τα
συστήματα; Ελάτε νακούσετε τι λέει ένας Ρωμιός που νοιώθει, κ ύστερα
να μου πήτε·
«Τότε, μου γράφει ένας φίλος, ο Π. Βλαστός, νόμιζα ακόμη σωστή την
περίφημη θεωρία «της μέσης οδού». . . Έπειτα μελέτησα κ' είδα την
Αλήθεια από πιο κοντά και κατάλαβα πως είναι κι αυτή — σαν όλες τις
μεγάλες θεές — πολύ πιο όμορφη με τη μαρμαρένια της γύμνα — χωρίς
τους πέπλους και τα φακιόλια και τους κορσέδες του συβιβασμού.
Τι σκοπούς έχω; Όλους. Πολύ θα πήτε. Είναι όμως Ρωμαίικο, είναι κ'
Ελληνικό. Τον κόσμον όλο ήθελαν οι αρχαίοι να καταλάβουν, ολόκληρο
τον κόσμο και μεις καταπιανόμαστε ναδράξουμε. Αθηναίοι της Ακρόπολης
κι Αθηναίοι των Πιπεριών, λατρευτές της Κόρης και λατρευτές της
Παναγίας της Αθηνιώτισσας, ένα είμαστε κ' ένα θέλουμε — το ίδιο —
την απόλυτη Ομορφιά.»
Πολύ ωραία το είπε ο νέος ο ποιητής, που θακουστή κατόπι τόνομά του
{2}. Το είπε ο Βλαστός τόσο καλά. που του ζήτησα την άδεια
ναντιγράψω αφτά του τα λόγια. Ναι! την απόλυτη ομορφιά γυρέβει κι ο
αττικισμός που λάθος στην καθαρέβουσα δε θέλει. Την απόλυτη ομορφιά
γυρέβουμε και μεις που θέλουμε τη γλώσσα μας ακέρια. Την απόλυτη
ομορφιά έχει μέσα στην ψυχή του ο λαός, και στα χείλη του την έχει,
αφού την απόλυτη ομορφιά ως κ' η γλώσσα του μας τη φανερώνει. Όχι
νάρχεστε του λόγου σας, με τα μισά σας τα μυαλά, να μας μιλήτε για
μισή γλώσσα, να προφασίζεστε μάλιστα ποίηση, να προφασίζεστε τρελλή,
αχαλίνωτη, ακράτητη φαντασία, εμάς να το λέτε, εμάς να μας το
μάθετε, ποίηση και φαντασία τι θα πη, και να φωνάζετε πως βαστάτε
την Ομορφιά, βαστώντας κουρελλιασμένη κούκλα στο χέρι. Αηδία.
Δ'
ΤΕΧΝΗΤΗ
Μα, μπορεί να μας πούνε, αν καθήσης και γράψης ακέρια τη δημοτική,
όπως η γραμματική της το θέλει, θα γράψης τεχνητή γλώσσα, και τότες
τι καταλάβαμε;
Αφτό, οι φίλοι μας μπορούνε να μας το πουν, όχι όμως οι δασκάλοι,
γιατί δεν έχουνε και το δικαίωμα. Η γλώσσα τους είναι τεχνητή από το
άλφα στο ωμέγα. Λοιπόν εμείς με τους φίλους μας συζητούμε· δε
συζητούμε διόλου με τους δασκάλους.
Κάθε πράμα με την ώρα του· αφτά πρέπει καμιά μέρα να ξεταστούνε σε
ιδιαίτερη μελέτη, όπως ελπίζω να γίνη κατόπι, γιατί το ζήτημα θέλει
προσοχή, θέλει μεθοδικά να το πιάσουμε. Μα δεν είναι πάλε και τόσο
δυσκολόπιαστο, που να μην προσπαθήσουμε κι από τώρα με δυο λόγια να
δείξουμε, το ζήτημα ποιο είναι.
Να το πούμε με δυο λόγια, γλώσσα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην
είναι _ τεχνητή _. Τεχνητή ως κ' η γλώσσα των παιδιώνε, σαν
πρωτομαθαίνουνε να λένε ρ ή κ αντίς λ ή τ, που τους είναι πολύ
πιο έφκολα. Για να πούνε _ ρ _, χρειάζεται κόπος· σημαίνει λοιπόν
πως δεν τους είναι φυσικό.
Σήμερις που η γλωσσολογία, σπουδάζοντας από πιο κοντά τα καθέκαστα,
κατάλαβε πως υπάρχουνε αθρώπινες λαλιές, όσες υπάρχουνε κι αθρώποι,
πως με το κάθε άτομο κ' η λαλιά θαλλάξη, αφού δεν έχουμε ο καθένας
μας μήτε το ίδιο στόμα, μήτε τα ίδια δόντια, μήτε την ίδια γλώσσα
κτλ., κι ωςτόσο με τη γλώσσα, με τα δόντια, με το στόμα κτλ.,
μορφώνουμε τους ήχους, δηλαδή τη λαλιά μας, σήμερις λοιπόν μπορεί να
πούμε πως κάθε συλαλιά είναι πράμα τεχνητό, πως άρα μιλούνε μαζί ας
είναι και δυο νομάτοι, πάντα ο ένας θα πάρη κάτι από τον άλλονε,
πάντα θα πασκίση στην κουβέντα κάπως ναπομιμηθή και ξένη λαλιά.
Σαν είναι όμως η λαλιά ξένη, σα δε μου είναι φυσική, θα πη πως είναι
τεχνητή λαλιά.
Τότες γιατί να κατηγορούμε την καθαρέβουσα; Γιατί να φωνάζουμε πως
είναι ξένη, πως δεν είναι φυσική;
Περίεργο το ρώτημα! Ελάτε να το συλλογιστούμε μια στιγμούλα. Το
παιδί που βάζει τα δυνατά του να προφέρη το _ ρ _, ο άθρωπος που
άθελα ή με σκοπό παίρνει λέξες ή παίρνει ήχους από άλλον άθρωπο, ο
επαρχιώτης που γυρέβει να διορθώση την προφορά του, να μιλήση σαν
τον Αθηναίο, αφτοί όλοι τι θα μιμηθούνε; θα μιμηθούνε γλώσσα
ζωντανή, δηλαδή γλώσσα που μιλιέται σε κάποιο μέρος του κόσμου,
γλώσσα που έχει πατρίδα, γλώσσα που γεννήθηκε με τον άθρωπο, γλώσσα
που άμα σκαλίξης σε χάρτη γεωγραφικό, θα πης· Στον τάδε ή στον τάδε
τόπο, τέτοια ή τέτοια γλώσσα ξέρουνε, η γλώσσα έχει τέτοια
γραμματική, τέτοιους ήχους, τέτοιο τυπικό.
Η καθαρέβουσα όμως τι θα μιμηθή; Θα μιμηθή γλώσσα, ήχους,
γραμματική, λέξες, τυπικό, που βρίσκουνται στα βιβλία.
Η διαφορά λοιπόν είναι αφτή, κ' είναι διαφορά που δε χωρατέβει.
Εμείς γράφοντας τη δημοτική, τη ζωή θα μιμηθούμε — όπως τα παιδιά,
όπως οι επαρχιώτες, όπως οι αθρώποι όλοι· η καθαρέβουσα θα μιμηθή
μόνο τη νέκρα. Κι από γεννήσιο της αφτή μυρίζει νεκρίλα.
Το ίδιο μπορεί να πούμε και για την περίφημη τη διγλωσσία, που εδώ
και μερικά χρόνια πάνε και ψάχνουν οι δασκάλοι, σ' όλους τους τόπους
του κόσμου και σ' όλες τις εποχές της ιστορίας, για να μας μάθουνε
τάχα πως κι αλλού, πως και σ' άλλα χρόνια, μια γλώσσα μιλούσανε και
πως γράφανε μιαν άλλη, πως ο Ίπσεν είναι από τη Νορβηγία κι ωςτόσο
γράφει τα δανικά, πως οι τραγικοί στις τραγωδίες τους βάζανε χορούς
με δωρικά, πως οι Αττικοί στην καθεμερνή τους την κουβέντα μιλούσαν
άλλη γλώσσα, μα πως γράφανε άλλη, πως είχανε λοιπόν κι αφτοί
διγλωσσία κτλ. κτλ. κτλ.
Είναι τόντις ναπορήση κανένας πώς έρχουνται και μας λένε τέτοια
πράματα. Πού και ποια διγλωσσία; Τα δανικά που γράφει ο Ίπσεν, είναι
ή δεν είναι γλώσσα ζωντανή, γλώσσα που μιλιέται σ' ένα μέρος του
κόσμου γνωστό, δηλαδή στη Δανία; Τα δωρικά που βάζανε οι τραγικοί
στους χορούς τους είτανε ή δεν είτανε τότες ζωντανή γλώσσα; Τα
δωρικά που _ ίσως _ ανακατέβανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα,
είτανε ή δεν είτανε γλώσσα σε κείνα τα χρόνια; Λοιπόν τι κάθεστε και
μας λέτε; Τι συγκρίνετε με την καθαρέβουσα — πολλή της η τιμή! — τον
Ίπσεν και τους τραγικούς; Διγλωσσία έχουμε και στη δημοτική, σα
γράφουμε _ αγαπούμε _ και σα γράφουμε _ αγαπάμε. Αγαπώμεν _ όμως δε
γράφουμε, γιατί αφτό δε λέγεται πουθενά, γιατί αφτό πουθενά δεν
είναι γλώσσα, γιατί, όπως κι ο Ίπσεν, όπως κ' οι τραγικοί, όπως κι
άλλοι σ' άλλους τόπους, θα μιμηθούμε τη ζωή, όχι το θάνατο, σαν την
καθαρέβουσα.
Κ' έτσι γίνεται θρούβαλα το υστερνό επιχείρημα του δασκαλισμού.
Κ' έτσι έχουμε το δικαίωμα, τη ζωή να μιμηθούμε, γράφοντας τεχνητή,
μα ζωντανή γλώσσα.
Κ' η ζωντανή γλώσσα ποια είναι; Είναι η γλώσσα του λαού, που όσο κι
αν τη χάλασε κι αν προσπάθησε να τη χαλάση η καθαρέβουσα, είναι
ολοζώντανη η γραμματική της. Είναι βέβαιο, μάλιστα, είναι βέβαιο και
λυπητερό πως η καθαρέβουσα μάς έβγαλε στη μέση ένα είδος μισή
γλώσσα, ένα είδος _ μειξολαλιά _, που λεν οι γλωσσολόγοι. Εμείς
έχουμε τώρα να την ξαναφτειάξουμε στα βιβλία μας, τη γλώσσα του
λαού. Εμείς έχουμε, όχι να κάμουμε, μα να ξανακάμουμε τη γλώσσα τη
χαλασμένη. Πώς όμως; Να την κάμουμε του κεφαλιού μας; Ποιος το είπε
αφτό; Αφτό οι δασκάλοι το κάνουνε, όχι εμείς που με σέβας, που με
αγάπη, που με πατριωτισμό και με λατρεία, προσέχουμε στη γραμματική,
προσέχουμε στο τυπικό, προσέχουμε στους ήχους του λαού, για να
μιμηθούμε, στην τεχνητή μας γλώσσα — ναι! ας τη λένε, σα θέλουνε,
και τεχνητή — τη γλώσσα που ζη και που μιλιέται.
Κι αλήθεια έτσι γίνεται σήμερις στα έργα τα φιλολογικά που βγαίνουνε
μέρα την ημέρα. Πάρτε, ανοίξτε κανένα βιβλίο του Καρκαβίτσα, λόγου
χάρη, τα _ Λόγια της Πλώρης _, και διαβάστε· ορίστε τεχνητή γλώσσα
που μιμιέται τη ζωντανή· _ ανεχτίμητος _, σελ 44, _ σταύρωσες _, σελ
54, 62, ο _ τάπητας _, σελ 81, _ ανάτειλε _ (στο νου μου μια ιδέα),
σελ 87, _ του Σωτήρα _, σελ 93, _ κατάχρησες _, σελ 107, _ φύλακας
_, σελ 141, _ ο έλικας βαποριού _, σελ 144, _ συθέμελα _, σελ 145, _
αγανάχτησι _, σελ 150, _ ακροατές _, σελ 151, _ χαραχτήρα _, σελ
234, _ παράκλησες _, σελ 265, _ πρόληψες _, σελ 270, _ χερονομιώντας
_, σελ 272, _ συφοράς _, σελ 276, _ το κεφάλι της Μέδουσας _, σελ
280, κτλ. κτλ.
Ένα από τα δυο· ή λέει ο λαός, δηλαδή κ' οι γραμματισμένοι μαζί του,
_ ανεχτίμητος, σταύρωσες, ο τάπητας, του Σωτήρα, ανάτειλε,
κατάχρησες, ο φύλακας, ο έλικας, συθέμελα, αγανάχτηση, ακροατές,
χαραχτήρα, παράκλησες, πρόληψες, χερονομώ, συμφοράς, Μέδουσας _, — ή
δεν τα λένε.
Αν τα λένε, θα πη πως η καθαρέβουσα του κάκου πολεμά και πως τους
νεκρούς τους τύπους της, μια και τους μάθη ο λαός, αμέσως τους
ζωντανέβει.
Α δεν τους λένε, θα πη πως τους έφτειαξε ο Καρκαβίτσας· πώς όμως θα
του είτανε δυνατό να τους φτειάξη, χωρίς να μιμηθή τύπους ζωντανούς;
Δεν πιστέβω, λ. χ., να είπε ποτέ κανένας _ Μέδουσας ή ελάχιστη _
(σελ 170){3} Μα _ μπορούσε _ καθένας να τα πη, και για τούτο μας
φαίνουνται τόσο φυσικά, τόσο ζωντανά, σα μας τα λέει. Ποτέ της
μάλιστα η καθαρέβουσα, ό τι κι αν κάμη, δε θα κατορθώση νάχη το
φυσικό ύφος που έχει η δημοτική μας, όσο τεχνητή κι αν τη λένε.
Λοιπόν, όπως κι αν το πάρης, γράφοντας τους τύπους που είπαμε, ο
Καρκαβίτσας ή κάθε άλλος μιμήθηκε τη ζωή, και τότες δε σημαίνει
τίποτις ο όρος τεχνητή γλώσσα.
Εγώ μάλιστα θαρρώ πως έχει μεγάλο δίκιο σαν τα βάζει αυτά ο
Καρκαβίτσας, και πως άδικο έχει σαν ανακατέβει καθαρέβουσες και
δημοτική. Δεν το κάνει διόλου, για να μην είναι τάχα η γλώσσα του
τεχνητή, αφού βλέπουμε πως με την τέχνη του ξέρει περίφημα να μιμηθή
τη ζωή την ίδια, το κάνει, γιατί. . . δεν του μέλει. Τι να του μέλει
για τέτοιες μικροδουλειές, ενός ποιητή σαν τον Καρκαβίτσα; Ο
Καρκαβίτσας τη θάλασσα συλλογιέται, τους αφρούς και τις ομορφιές
της, τους πάτους της τους απάτητους, τα πλεούμενα και τα πέλαγα.
Τάλλα, τη γραμματική, τους τύπους, τα ηχολογικά, ταφίνει σε μας τους
μικρούς, τους δασκάλους, τους γλωσσολόγους, που τι νοιώθουμε από
θάλασσα, τι από πέλαγα, τι από ποίηση και τι από τέχνη;
Ωςτόσο θαρρώ πως μικροί και μεγάλοι, καλά θα κάμουμε να προσέχουμε.
Σ' ένα μονάχα, δηλαδή στη γλώσσα, να μάθουμε την προσοχή, θα τη
μάθουμε και σ' όλα τάλλα. Φοβούμαι μήπως κι ο φίλος μας ο
Καρκαβίτσας πολύ πολύ δεν προσέχει. Κάποτε βάζει το ένα, κάποτε
τάλλο, και να τονέ ρωτήξης, ο ίδιος, υποθέτω, δε θα ξέρη να σου πη.
Γιατί άξαφνα, σελ 66, σου λέει πασχίζοντας (πασχίζοντας με χ, είναι
τo δημοτικό, παντού στην Ελλάδα), αλλού πάλε, σελ 66, θα σου το πη _
πάσχουν να _ σελ 61. Βέβαια, εδώ και κει, θα σου φέρη με κάποια
τέχνη και μια λέξη δασκάλικη — τα είπαμε κι αλλού — μα τυχαίνει
κάποτε να σου φέρη κανέναν τύπο δασκαλικό και δίχως τέχνη, εκεί
μάλιστα που ίσως θαρρεί πως είναι τέχνη να σου βάλη κ' ένα
δασκαλισμό· λόγου χάρη, σελ 132, γράφει _ επροσκαλούσε _, και στην
ακόλουθη αράδα, _ επαρακάλει _, γιατί θέλησε ναποφύγη δυο φορές
αραδιαστά την κατάληξη — _ ούσε, προσκαλούσε, παρακαλούσε _ · κ' ίσα
ίσα, με το να θελήση να την αποφύγη, μας τη θυμίζει, γιατί δεν έκαμε
πομονή να το σιάξη, με τρόπο που να είναι η γλώσσα του ομαλή κ' έτσι
κανένας να μη νοιώση τίποτις.
Μα τι ναπελπιζόμαστε; Είναι ποιητής, είναι δημιουργός ο Καρκαβίτσας,
και θα καταλάβη. Έπειτα, μια κ' έννοιωσε ο Ρωμιός ποιο είναι το
σωστό, ποιο τωραίο, του κάκου! Ησυχία δε θάχη, ως όπου το καταφέρη.
Πομονή μας χρειάζεται. Είναι σήμερις η Ανάγκη μεγάλη. Εγώ πιστέβω!
Πιστέβω πως το ρωμαίικο — ή σαν αγαπάτε κ' έτσι να το πήτε, δε με
πειράζει — πιστέβω πως ο ελληνισμός έχει στη Μεσόγειο, εκεί κάτω,
πρόσωπο να παίξη και πρόσωπο σπουδαίο και ξακουστό, το πρόσωπο του
Πολιτισμού. Πρέπει, σα σημάνη η ώρα, έτοιμοι να είμαστε. Και γλήγορα
να κάνουμε, γιατί πρώτο γνώρισμα του πολιτισμού είναι γλώσσα, κι όχι
γλώσσα μισή, μα σωστή, δυνατή, εθνική γλώσσα.
Ε'
ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ;
Είπα τόνομα του Καρκαβίτσα. Πρέπει τώρα να πω και τόνομα του Παλαμά.
Οπαδοί κ' οι δυο τους — ή μισοί οπαδοί — της μισής γλώσσας. Δεν τους
ανάφερα πιο απάνω μαζί με τους άλλους, μα. . . ξύλο θέλουνε κ' οι
δυο τους. Ίσως πάλε τους αξίζει μόνο μισό ξύλο. Ο Παλαμάς έγραψε την
ακέρια δημοτική πολλές φορές· ο Καρκαβίτσας προσπαθεί να τη γράψη,
και να συγκρίνης τους δασκαλισμούς του με τους δασκαλισμούς του
Βώκου, του Κουρτίδη, του Διόνυσου κι όσων είπαμε, θα φωνάζης πως ο
Καρκαβίτσας μιλεί σα σωστός βαρκάρης. Ο Καρκαβίτσας ωςτόσο ακόμα
θαρρώ δεν καλομπήκε στο νόημα, γιατί του έρχεται σα δύσκολο να γράφη
αλάθεφτα τη δημοτική. Ναι, στην αρχή μπορεί δύσκολο να φαίνεται, μα
δύσκολο στην αρχή μονάχα και για να γίνη έφκολο κατόπι. Ο
Καρκαβίτσας δεν προσέχει αρκετά στη γλώσσα, η γλώσσα του δεν έχει τη
χρειαζούμενη φόρμα, για τούτο δεν την έχουνε, όπως έπρεπε κι όπως
μπορούσε, μήτε τα παραμύθια του, που κάποτε, συχνά μάλιστα, ως κ' η
υπόθεσή τους είναι _ μισή _, δεν είναι δουλεμένα στα μέσα και στα
όξω με την ασάλεφτη πομονή, με το πείσμα ή σαν προτιμάς, με την
τέχνη που προσμένει κανείς από τέτοιο τεχνίτη, γιατί τέχνη αφτό
σημαίνει, να λες εκείνο που θέλεις να πης και να το λες με τρόπο,
που να είναι αδύνατο να το πη κανείς αλλιώς.
Η _ εντέλεια _, που κυνηγούμε ο καθένας, τέτοιο νόημα έχει, και στη
γλώσσα και στην ουσία, που είναι το ίδιο. Αφτά ο Καρκαβίτσας τα
ξέρει. Ο Παλαμάς. . . Αχ! και τι άκουσε ο καλός μας ο Παλαμάς το
κάτω κάτω για τη μισή γλώσσα, που κάποτε γράφει; Του τα είπε μια
μέρα ένας κάμποσο ανάττικος _ Αττικός _, και του λέει πως καμιά
διαφορά η γλώσσα του δεν έχει με την καθαρέβουσα, καμιά διαφορά
μάλιστα με τη γλώσσα που γράφει κι ο ίδιος ο Αττικός. Φοβερό το
κοπλιμέντο, γιατί ο Αττικός που τα λέει αφτά, τι νομίζετε πως κάνει;
Στο ίδιο τάρθρο, στην ίδια στήλη, βγάζει όνομα καινούριο του
ρεπορτέρη και μας τον κάνει _ πευθήν _, «εν συνεντεύξει μετά
πευθήνος», και λίγο παρακάτω μιλεί για _ σαιζόν _, «την έναρξιν της
χειμερινής σαιζόν.» Και τώρα να μου πήτε, μα να μου το πήτε με τα
σωστά σας, αν τέτοια γλώσσα είναι ή δεν είναι κωμωδία, κι αν αλήθεια
φαντάζεται κανένας, πως θα βρεθή ποτές έθνος, ας είναι και το έθνος
το ρωμαίικο, εξόν αν υπάρχει πουθενά έθνος που να θέλη να γίνη και
περίγελο του εαφτού του, ένα έθνος που να καταδεχτή στη ζωή του να
γράψη τέτοιες μισές, τέτοιες άγλωσσες γλώσσες!
Εγώ δεν το πιστέβω. Μα μήτε ο Παλαμάς δεν τα πιστέβει μήτε τα θέλει,
όσο κι αν του αρέσει νανακατέβη περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα, ψυχρή
καθαρέβουσα και φλογισμένη δημοτική. Αφτός μάλιστα τη δημοτική την
ξέρει περίφημα, την παίζει στα δάχτυλά του. Μα ελάτε πια να το πούμε
και παστρικά, εγώ θαρρώ πως ο Παλαμάς όλα τα φταίει. Ακούτε κει να
κάθουμαι τόση ώρα να φιλονικώ με τους Διόνυσους και ναραδιάζω
φιλοσοφίες, χωρίς να το καταλάβω απαρχής πως αφτά είναι προσωπικά!
Και βέβαια. Τίποτις άλλο. Από τη στιγμή που ο Παλαμάς έγραψε για το
_ Γιαννίρη _ ένα άρθρο, και που τον είπε πως είτανε το μυθιστόρημα
της ελληνικής ψυχής, αμέσως βγήκαν οι Διόνυσοι στη μέση, κι αμέσως η
δημοτική έγινε μισή γλώσσα. Και πειδής έγραψα και γω κάτι μια μέρα
για το _ Θάνατο Παλληκαριού _ και το είπα πως είταν αριστούργημα,
και πειδής το λέω και το ξαναλέω πως ο Παλαμάς είναι ο ποιητής μας,
είναι το διαμάντι και το καμάρι μας, την έπαθε άσκημη σήμερις κι ο
Παλαμάς, γιατί κι αφτός τι δεν ακούει; Φτάνει κανείς δυο αράδες να
διαβάση, να καταλάβη από το μίσος κι από τη λύσσα, πως είναι όλα και
πάντα προσωπικά.
Τα προσωπικά! Και πού λείπουνε; και πού δεν πρέπει να τα γυρέβουμε;
Η φαντασία του αθρώπου είναι μεγάλη κ’ η φαντασία του ποιητή θάματα
κατορθώνει, μα μήτε ο μεγαλήτερος ο ποιητής δε φαντάζεται ως πού
μπορεί να πάη η ρωμαίικη μανία, που ό τι κι αν τύχη να κάμης, πάντα
θα πη πως τόκαμες για λόγους προσωπικούς. Φαίνεται πως ο Ρωμιός ο
ίδιος, σε όσα καταπιάνεται, γράφει, συλλογιέται και λέει, δεν έχει
ποτέ άλλους λόγους παρά προσωπικούς, πάντα με το εγώ του κι ομπρός.
Έτσι λέει πως άμα είσαι και συ Ρωμιός, τέτοιους λόγους θάχης.
Ο φίλος ο Ξενόπουλος — αφτός κακό παιδί δεν είναι, είναι και
κριτικός με κάποια κρίση{4} — γράφει στα Παναθήναια, 1901, σελ 29.
«Αφ' ου [να ξέρετε πως το _ αφ' ου _ δεν είναι χυδαίο σαν το αφού]
αι λέξεις· 'περηφάνεια, θεοφάνεια και Επίσκοπος είνε πλέον
δημοτικώταται, — δεν πιστεύω να το αρνήται κανείς, — δεν βλέπω τον
λόγον διατί η Επιφάνεια θα γίνη Απανωσιά». Και πιο απάνω λέει — «αι
μάταιαι και πεισματικαί εκείναι αντικαταστάσεις των κοινοτέρων και
δημοτικών πλέον επιστημονικών όρων, δι' άλλων λέξεων, όλως δι' όλου
εξαφνικών» κτλ. κτλ. . . .
Όταν τα διαβάζει κανείς αφτά, σα φρόνιμα του φαίνουνται. Όταν τα
συλλογιστή, βλέπει πως ο αγαθός μας ο Ξενόπουλος δεν έννοιωσε ποιο
είναι καθαφτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι θαρρώ για επιστημονικούς
όρους, δηλαδή γενικό ζήτημα, και πρώτα πρώτα πρέπει ναφήσουμε ήσυχο
τον _ επίσκοπο _, γιατί δεν είδα να τον είπε και κανένας αλλιώς παρά
_ επίσκοπο _, άμα θέλησε για _ επίσκοπο _ να μιλήση. Την _
περηφάνεια _ και τη _ θεοφάνεια _ δεν τις πείραξε κανένας· λοιπόν ας
τις αφήσουμε και δάφτες. Ο λόγος για την _ επιφάνεια_· νομίζω πως
και δημοτικό νάγινε τόνομα, δεν έχει να κάμη, επειδή μπορεί ένας
επιστημονικός όρος να κατάντησε πολύ γνωστός στο λαό, κι ωςτόσο να
μην είναι σωστός· βέβαια, μια και συνήθισε ο λαός τον όρο με τρόπο
που να τον έκαμε γλώσσα του σαν το _ ψωμί _ και το _ νερό _, σαν το
_ χτικιό _ ή _ ταστέρια _, τότες περιττό, μα κι αδύνατο να του τον
αλλάξης. Ποιος θα πιστέψη όμως πως η επιφάνεια στη Ρωμιοσύνη παίρνει
και δίνει όπως, λ. χ., η λέξη surface στη Γαλλία; Κανείς. Λοιπόν
κάτι μπορεί να γίνη στην Ελλάδα, που αλλού κάποτες πέρασε η ώρα να
κατορθωθή, κι αφτό πρέπει να το θωρούμε πλεονέκτημα· ένας λαός που
σήμερις αρχίζει να καταγίνεται σ' επιστημονικά, είναι τυχερός,
γιατί, ενώ πάλιωσαν κάτι όροι στην Εβρώπη, του είναι δυνατό να
φτειάξη καινούριους, πιο ταιριαζούμενους όρους.
Να δήτε όμως πως ίσα ίσα στην Εβρώπη την ίδια, τέτοιο σκοπό
κυνηγούνε. Σήμερις προσπαθούν παντού να βγάλουν όρους
επιστημονικούς, που νάχουν _ αμέσως _ ένα νόημα για τον καθένα, που
κι ο αγράμματος να τους καταλαβαίνη. Λόγου χάρη, στη Γερμανία, εδώ
και χρόνια, είτανε συνήθεια τη _ φτογγολογία _ να τη λένε Phonetik.
Μα τι θα πη Phonetik; Για να το νοιώση κανείς, πρέπει να ξέρη τα
ελληνικά, τα βαθιά μάλιστα, γιατί τότε μόνο θα μάθη πως φωνή θα πη _
λαλιά _. Λοιπόν οι Γερμανοί, πολύ φρόνιμα και πολύ _ μεθοδικά _, τον
άλλαξαν τον όρο, και τη Phonetik την είπανε Lautlehre, με δυο λέξες
που η καθεμιά είναι από τις πιο κοινές, τις πιο πρόστυχες και που
από τις δυο μαζί ζεβγαρωμένες, βγαίνει _ αμέσως _ νόημα για τον
καθέναν. Και να ξέρουμε κιόλας πως η αλλαγή αφτή, όχι μόνο έγινε με
λόγο πραχτικό, μα είναι κ' η επιστήμη κερδεμένη, αφού η Lautlehre
μας δείχνει πως η ουσία της Phonetik ή της _ φθογγολογίας _, είναι
να σπουδάζη τους ήχους, κ' έτσι μπορούμε και μεις πολύ πιο σωστά να
τη λέμε _ Ηχολογία _ από δω κι ομπρός.
Λοιπόν, αν και στη Γερμανία, που η λέξη Phonetik είχε καταντήσει
πολύ πιο κοινή από την _ επιφάνεια _ ή τη _ φτογγολογία _ στην
Ελλάδα, οι γλωσσολόγοι άλλαξαν τον όρο, τι να πούμε για την Ελλάδα,
που κάθε κλάδος της επιστήμης μόλις άρχισε να πρασινίζη; Πολύ πιο
έφκολα θαλλάξης τους όρους, γιατί τους έμαθε λιγώτερος κόσμος.
Δείχνεις και τον πλούτο της δημοτικής, που ανάγκη δεν έχει να
μεταφράζη και να κλέφτη από ξένες γλώσσες, παρά πλάθει και δικές της
με την ακούραστη δύναμή της. Η _ απανωσιά _ μπορεί να μην είναι και
καλή, ίσως γιατί θυμίζει λιγάκι το επίθετο _ απανωτός _, που το
νόημά του είναι διαφορετικό. Μα βέβαια πως θα μπορέσης να ξηγήσης
την _ απανωσιά _ πολύ πιο έφκολα στο παιδί, από την _ επιφάνεια. Αν
πάλε δεν αξίζει, ας γυρέψουμε άλλη καμιά, κι ο λαός θα την έχη χωρίς
άλλο, ή τουλάχιστο μπορεί με τη γλώσσα του να μορφώσουμε την
κατάλληλη λέξη· να μη μας λεν όμως πως το κάνουμε από πείσμα, πως
είναι _ μάταια _ και _ πεισματικά _, γιατί κατάντησε πια σωστή
αδικία, εκεί που πολεμάει κανείς για το καλό, εκεί που βάζει
σπουδαία ζητήματα με το νου του, νάρχουνται να φωνάζουνε πως το εγώ
μας κοιτάζουμε και πως από ματαιότητα προσπαθούμε να πλουτίσουμε τη
γλώσσα και να βρούμε σωστούς όρους!
Αχ! να ήξεραν τα ψεγάδια μας όπως τα ξέρουμε μείς, τουλάχιστο θα μας
κατηγορούσανε όταν αξίζουμε κατηγόριο. Πάνε και λένε ό τι τους
κατεβή, μα κανένας δε μας χτυπά, εκεί που πρέπει, εκεί που μας πονεί
το δόντι, γιατί ένα μονάχα μπορώ να πω κ' είναι αλήθεια, δηλαδή πως
άμα μου ξεφύγη και γράψω κανέναν όρο παρμένο από την καθαρέβουσα, _
συνάφεια, κλίση, συζυγία, συνοχή _, το γράφω από _ τεμπελιά! _
Βαριέμαι να γυρέβω. Και με το συμπάθειο, θαρρώ πως η αρρώστια μου
είναι κ' η δική σας αρρώστια. Σα δε γράφετε τη δημοτική, σα γράφετε
τη μισή γλώσσα, δε θα πη διόλου πως η φαντασία σας συνεπαίρνει, πως
η ποίηση σας τραβά στα ουράνια, θα πη πως ραχατέβετε και πως σας
τρόμαξε η δουλειά.
Γ'
ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ
Αν οι δικοί μας παν και ξεσκαλίζουνε προσωπικά ως και στην απρόσωπη
την επιστήμη, τι δεν κάνουνε κάθε μέρα τα προσωπικά στην Ελλάδα, που
είναι του τόπου γέννημα και θρέμμα;
Είδα στην «Ακρόπολη», 5 του Τρυγητή, 1901, ένα πολύ μακρί και πολύ
περίεργο άρθρο του κ Γ. Σωτηριάδη, του γνωστού βυζαντινολόγου.
Είναι, λέει, _ φίλος στενός _ της δημοτικής, και του φαίνεται η
καθαρέβουσα «κατάψυχρη μούμια.» Όσο φίλος όμως κι αν είναι της
δημοτικής, δε μοιάζει μεγάλη φιλία νάχη μήτε για μένα μήτε για τον
Αργύρη τον Εφταλιώτη μήτε για κανέναν από μας. Και το λυπούμαι πολύ,
γιατί τόσο έρωτα πάλε νάχη μέσα του κανείς για τη δημοτική και τόσο
να πολεμά εκείνους που τη γράφουνε, μου έρχεται σαν κάπως
δυσκολοπίστεφτο. Ως τώρα κατάλαβα πως σαν είναι δυο που αγαπούνε
κατάκαρδα την ίδια ιδέα, στο τέλος αγαπιούνται κι αφτοί, τουλάχιστο
δε μαλλώνουν. Εμάς, ο κ Σωτηριάδης μας κάνει πια σκουπίδια. Μιλεί
για το _ θανατικά καταδικασμένο σύστημά μας _ («καταδίκην θανατικήν
του συστήματος»), για την _ αηδία _ που του φέρνει το _ ιδίωμα _ το
δικό μας το _ χυδαιοφραγκορωμανικό _ (;;)· Και κοιτάξτε τώρα πόσο
συφέρνει να λέγεται κανείς «στενός φίλος» της δημοτικής. Πολύ πιο
έφκολα μπορεί τότε και χτυπά τους δημοτικούς. Από το χτύπημα,
εννοείται, κάτι αρπάζει κ' η δημοτική.
Λέω πως χτυπάει τους δημοτικούς, και στον πατριωτισμό τους μάλιστα,
μα καλά καλά δεν ξέρω ποιους θέλει να πη. Τον Εφταλιώτη και μένα,
μας βάζει ομπρός στα γερά. Γράφει και τόνομά μας. Για έναν άλλονα
όμως λέει μονάχα πως ένας του λόγος θα μείνη «ως αιώνιον μαρτύριον
της αμφιβόλου φιλοπατρίας του». Ήθελα να μάθω, έτσι, από ξερή
περιέργεια, γιατί ο κ. Σωτηριάδης μας ονομάζει εμάς με τόνομά μας,
και σωπαίνει για τον τρίτο; Το συλλογίστηκε; Δεν τόλμησε να τον
πειράξη; Έχει μαζί του λιγώτερα προσωπικά; Δεν είναι τόσο στενός του
φίλος; Πού να ξέρω; Πώς δε βάζει όμως τόνομά του, αφού μάλιστα λέει
πως το «μαρτύριον» θαπομείνη _ αιώνιο _, πράμα που πάντα είναι πολύ
κολακεφτικό για κείνονε που το είπες; Εγώ φοβούμαι μήπως τάρθρο του
κ Σωτηριάδη απομείνη για μας _ μαρτύριο _, δηλαδή βάσανο, γιατί έτσι
ξέρω τη λέξη. Τότες όμως το αιώνιο πάει πολύ.
Ας αφήσουμε τα χωρατά. Είναι πολύ σπουδαίο πράμα, είναι όμως και
πολύ πιτήδειο, σαν πολεμά κανείς μια ιδέα, να κατηγορήση πρώτα πρώτα
τους αντίπαλους του απάνω στον πατριωτισμό τους. Φαίνεται μεγάλος
πατριώτης ο ίδιος. Έπειτα, είναι ο καλήτερος τρόπος για να τους
μισήση και το πλήθος. Την τέχνη αφτή ο κ. Σωτηριάδης την παίζει στα
δάχτυλά του. Κι άσκημα το είπα πως μας χτυπά, πως μας κατηγορεί. Τα
λέει ξεναντίας ήσυχα, σοβαρά, τα λέει τόσο γλυκά που μόλις το
νοιώθεις· είναι τα λόγια του σα μέλι, μα ίσως και σα φαρμάκι που
στάζει στάζει και που σου γιόμισε άξαφνα το ποτήρι, δίχως να το
καταλάβης.
Ας αντιγράψουμε λοιπόν έναν παράγραφο του άρθρου, για να μείνη κι
αφτός «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας» του. . . κ.
Σωτηριάδη, γιατί να φέρνεται κανείς όπως φέρνεται με αθρώπους που
σαν και μας, τη ζωή τους θυσιάζουνε για την Ελλάδα, θα πη πως κι ο
πατριωτισμός ο δικός του είναι λίγο. . . προσωπικός.
«Έχει, λέει, το ατύχημα ενίοτε η καλή υπόθεσις της δημοτικής — ή
όπερ έν και το αυτό, της εθνικής μας νέας γλώσσης — να ευρίσκη
υπερασπιστάς άνδρας αρίστους βεβαίως κατά πάντα τα άλλα (βλέπετε την
αμεροληψία — και τη μαργιολιά;), αλλά προς ούς δυσπίστως διατίθεται
το ελληνικόν ευθύς εξ αρχής. (Κακή την έχουμε! Και κοιτάξτε τι
νόστιμα που στάζει. ) Άλλοτε υπερήσπισαν την γλώσσαν μας οι ξένοι
προπαγανδισταί (έσταξε πια) και οι ελληνοκαθολικοί (το ποτηράκι
γιομίζει λίγο λίγο), νεωστί δε σημαιοφόρος τις προσήλθεν εις μέσον ο
κ. Ψυχάρης (προσοχή στο ποτήρι), όστις ομοίως (δεν είναι νόστιμο
αφτό το μικρούτσικο επίρρημα;) _ ετοποθέτησεν _ εαυτόν έξω του
ελληνικού εδάφους τόσον ενωρίς ώστε να _ απομάθη _ μεν την ελληνικήν
γλώσσαν, ν' αποξενωθή δε και του ελληνισμού τόσον ώστε να γίνη
Γάλλος _ υπήκοος _ (λυπούμαι, μα δεν είναι όλους διόλου σωστό·
γάλλος _ πολίτης _, γιατί στη Γαλλία δεν είμαστε _ υπήκοοι _.
Δημοκρατία.), να συνταυτισθή μάλιστα με τους Γάλλους ριζοσπάστας
(θέλει να πη το σοσιαλισμό, μα δεν πειράζει· αφτοί όμως οι
ριζοσπάστες είναι φοβερά αντικληρικοί και με τους προπαγαντιστάδες,
με τους καθολικούς σα να μην πολυταιριάζουνε), και να _ απαλλαγή _
της χρήσεως της ελληνικής γλώσσης εντός του οίκου του ολοτελώς (από
που το ξέρει; Στο σπίτι μου δεν πιστέβω να τον κάλεσα ποτέ μου. )
Διά να γράψη τα ελληνικά του _ κατόπιν _ ο κ. Ψυχάρης (κοιτάξτε σιγά
σιγά πως γιόμισε το ποτήρι) συνέλεξεν ως ψηφίδας τας λησμονηθείσας
από της παιδικής του ηλικίας λέξεις και κατήρτισε το _ ψηφιδωτόν _
των γλωσσικών του _ γυμνασμάτων _. (Αφτό εδώ είναι άλλο, δέφτερο
ποτήρι). Το μειονέκτημα όμως τούτο είνε μέγα και τα γραφόμενά του
δεν κατώρθωσαν _κανέναν να ενθουσιάσουν_· έμειναν χωρίς ζωήν
(κατάψυχρη μούμια και γω, σαν την καθαρέβουσα), και ο ψυχαρισμός
ούτος, όστις είνε μειονέκτημα του αλλογενούς (;) σχεδόν συγγραφέως,
κατήντησε συνώνυμος προς το δημοτικόν λεκτικόν και ύφος (πώς νάγινε
όμως τέτοια _ συνωνυμία; _ μην τρέχη κάτι;), όπερ και τους
δημοτικούς πολύ έβλαψε και ημάς (αφτό πια είναι το τρίτο ποτηράκι)
τους στενούς — χωρίς καμμίαν προσωπικήν γνωριμίαν — (λυπούμαι)
φίλους των έφερεν εις δύσκολον θέσιν.»
Αλήθεια, πολύ μου κακοφαίνεται να βρεθή ένας στενός μου φίλος σε
τόσο δύσκολη θέση και γω μάλιστα να το φταίω — μα να δήτε που
βρέθηκα τώρα κι ο ίδιος σε θέση δυσκολώτερη. Εμένα, οι _ ψηφίδες _
με βασανίζουνε και τα _ ψηφιδωτά _ του κ. Σωτηριάδη. Σαν τι πράματα
να είναι τάχα; Εγώ λέω πως θάναι οι _ μωζάικες _. Οι μωζάικες είναι
κάτι κύβοι ή κυβούλια, μικρά γυάλινα διαφορόχρωμα κομματάκια, που
σαν τα βάζουνε πλάγι πλάγι με τέχνη, κάνουνε λογιώ λογιώ ζουγραφιές.
Τέτοιες μωζάικες έφτειαναν πολλές πολλές στα Βυζάντιο και τις
έφτειαναν, όχι μόνο για εκκλησιές, μα και για το βασιλικό παλάτι και
για πλούσια σπίτια. Λίγο λίγο παράπεσε η τέχνη, και πουθενά στην
Ανατολή, όσο ξέρω, ή στην Ελλάδα, δεν κατασκεβάζουνε τέτοια
γυαλοκόμματα. Στη Βενετιά όμως, ακόμη και σήμερις, έχουνε φάμπρικες
ξεπίτηδες για μωζάικες, και μάλιστα στην Εβρώπη τρελλαίνουνται για
τα ιστορικά της μωζάικας. Γράφηκαν άπειρα βιβλία και για την τέχνη
την ίδια και για την κατασκεβή, και για τα μεσαιωνικά της ιστορικά
στο Βυζάντιο. Ο φίλος μου ο G. Millet έγραψε μια μελέτη για του
Δαφνιού τις μωζάικες, εδώ και λίγα χρόνια, στην «Αρχαιολογική
Εφημερίδα», 1894{5}. Είναι στην Εβρώπη τόσο πολύ γνωστές οι
μωζάικες, που η λέξη έγινε πάγκοινη· και στα σαλόνια θα την ακούσης
και στους δρόμους. Για τούτο, τη βλέπεις στα βιβλία, στα περιοδικά,
στις φημερίδες, και την έχουνε σαν είδος όρο μεταφορικό, για να πουν
άξαφνα πως ένα πράμα είναι τεχνητό, ή πως είναι ποικιλόχρωμο, δηλαδή
πως σφαντάζει{6}.
Δεν πιστέβω μήτε στην Πόλη, μήτε στην Αθήνα, μήτε πουθενά στην
Ελλάδα, η λέξη _ ψηφίς _ να είναι πολύ συνηθισμένη, βέβαια όχι όπως
η μωζάικα στην Εβρώπη. Μεταφορικός όρος δεν έγινε η λέξη. Μα εγώ
θαρρώ πως κ' ίδια η μωζάικα πολύ γνωστή δεν είναι. Βιβλία πολλά να
γραφήκανε για τα ιστορικά της δεν είδα, και στα σαλόνια ταθηναίικα
δεν την άκουσα ποτέ μου, μήτε από κυρίες μήτε από κυρίους. Να σου
όμως που τη διαβάζω στάρθρο του κ. Σωτηριάδη. Και σε τι μέρος; Και
με ποια έννοια; Για να πη, νομίζω, πως η γλώσσα μου είναι τεχνητή,
δηλαδή να το πη με το νόημα που έχει συχνά η μωζάικα στην Εβρώπη.
Και τώρα πήτε μου δεν είναι νόστιμο, εγώ που κάθουμαι στο Παρίσι, σα
γράφω ρωμαίικα, λέξη να μη φυσώ για μωζάικες — ούτε για ψηφίδες —
και του λόγου του, που κάθεται στην Ελλάδα, να κάνη τη γλώσσα του
σωστή μωζάικα, με χίλιους όρους παρμένους από την Εβρώπη και
μάλιστα, φοβούμαι, να παίρνη τους όρους που κατάντησαν πια πρόστυχοι
και που γούστο δεν έχουνε; Ή μήπως έπαθε ο κ. Σωτηριάδης — και
πολλοί δασκάλοι μαζί του — εκείνο που μας λέει πως εμείς το πάθαμε;
Μήπως _ τοποθέτησε _ τον _ εαφτό του _ όξω από το ελληνικό _ έδαφος;
_
Ο εβλογημένος! Νάλεγε τουλάχιστο την _ ψηφίδα _ του μωζάικα! Θάτανε
πιο ρωμαίικο. Μα ο μεταφρασμένος ο ξενισμός έχει κάτι πιο άνοστο,
κάτι πιο ξένο ακόμη κι από την καθαρέβουσα την ίδια. Κοντά στο νου,
αφού ξένο θα μας φανή όχι το πράμα μονάχα, μα ως κ' η λέξη. Κ έτσι
νομίζω πως το _ φραγκορωμανικό _ και μάλιστα _ το χυδαίο _, γιατί
ένας καλός συγραφέας στη Γαλλία θαποφύγη τέτοιους όρους, είναι η _
ψηφίδα _ του κ. Σωτηριάδη περισσότερο από τη γλώσσα τη δική μας, τη
ρωμαίικη.
Μα ξέχασα που ο κ. Σωτηριάδης μου λέει, πως μια και τοποθέτησα τον
εαφτό μου όξω από το χώμα το ελληνικό, _ απόμαθα _ και τη γλώσσα την
ελληνική. Βάζω στοίχημα πως δε φαντάζεται ο ίδιος τι σωστά που το
είπε! Ναι, την _ απόμαθα _, γιατί εγώ ξέρω πως _ απομαθαίνω _
ρωμαίικα θα πη _ μαθαίνω κατάβαθα _, όπως και το _ αποτελειώνω
τελειώνω ολότελα _, όπως το _ αποβράζω έβρασε πια και σώνει _. Αφτό
που εννοεί ο κ. Σωτηριάδης, εμείς το λέμε ξεμαθαίνω. Μήπως λοιπόν
και την _ ξεμάθαινε _ τη γλώσσα στην Αθήνα, όσο εγώ την _ απομάθαινα
_ στο Παρίσι; Να που κάτι ξέρουμε και μεις.
Καλέ, στο Παρίσι να μας έρθη ο κ. Σωτηριάδης, πρώτα για να κάμη την
προσωπική γνωριμία ενός στενού του φίλου — στο μάθημά μου, λόγου
χάρη — έπειτα, ίσως, για να καταλάβη πόσο προσέχουμε, στο Παρίσι, να
μη βάζουμε κάτι όρους χυδαίους σαν τις _ ψηφίδες _, γιατί εδώ
προσπαθούμε να είναι το ύφος πάντα πρωτότυπο και διαλεχτό, μα στο
τέλος, τι θαρρείτε; ας κοπιάση στο Παρίσι για να μάθη και τα
ρωμαίικα! Δε χωρατέβω διόλου, και πρέπει μάλιστα να του δηγηθώ κάτι
περίεργα ιστορικά μου. Σαν προετοιμαζόμουνα για να δώσω εξέταση, να
γίνω υφηγητής — agrégé που λέμε δω —, άκουα τα μαθήματα ενός
καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, του μακαρίτη του E. Benoist, που είτανε
άθρωπος λιγάκι παράξενος, μα όσο γίνεται καλός. Άναφτε γλήγορα,
θύμωνε, άλλο τίποτα, και μ' αγαπούσε πολύ. Μεταφράζαμε στην παράδοσή
του από τα γαλλικά στα λατινικά. Φρόνιμα, ήσυχα, προσεχτικά, έψαχνα
στο λεξικό μου, και κει που είχε λέξη γαλλική, έβαζα γλυκά γλυκά
λατινική λέξη, το συγύριζα, τόστρωννα, μην τύχη και μου ξεφύγη
κανένα λάθος. Λάθος δεν είχε. Του δίνω χαρούμενος τη μετάφραση,
ρίχνει μια ματιά, δε μου την πετάει στο πρόσωπο, γιατί δεν τα
συνηθίζουμε αφτά, μα μου πετάει τις φωνές, θυμωμένος· «Τη μετάφρασή
σου, λέει, την έκαμες με το λεξικό. Δεν αξίζει!» — «Καλά, και πώς να
την κάμω; Χωρίς λεξικό;» — «Έπρεπε να το συλλογιστής πρώτα λατινικά,
ύστερα να το _ γράψης _. Τότες, θα τόγραφες όπως πρέπει. Λεξικά εδώ
δε χρειάζουνται.»
Τι να σας πω; Τον άρπαξε το λόγο του ο νους μου, τον απορρούφηξε.
Κατόπι, σαν άρχισα να γράφω ρωμαίικα, θυμήθηκα τον καλό μου τον
καθηγητή. Αιώνια η μνήμη του! Για να γράψης μια γλώσσα, θέλει πρώτα,
ο νους σου να συλλογέται κ' η ψυχή σου να γράφη, όχι τα λεξικά να
ξεφυλλίζης. Οι μωζάικες είναι του δασκάλου.
Ίσως όμως βρίσκει ο κ. Σωτηριάδης πως και φρόνιμες νάτανε οι ιδέες
μας, και σωστή να είταν η αρχή μας, δεν πιάσαμε καλά τη δουλειά.
Μπορεί. Πώς δεν την πιάνει αλλιώς; Έτοιμος να μελετήσω το σύστημά
του. Γιατί δεν άρχισε προτού ναρχίσουμε; Γιατί δεν άρχισαν άλλοι;
Γιατί δε γράφει και τώρα τη δημοτική ο κ. Σωτηριάδης, να συγκρίνουμε
τουλάχιστο; Είδα ως τώρα, ο κ. Σωτηριάδης να γράφη την καθαρέβουσα.
Μπορεί να πιστέβη πως έτσι θα λυθή το ζήτημα. Φταίω πολύ που δεν την
έγραψα και γω, να δείξω, γράφοντας την καθαρέβουσα, πώς πρέπει να
γράφουμε τη δημοτική.
Μας φοβερίζει πως γρήγορα θα φανή κανένας «Παύλος», που να μας φέρη
στον ίσο δρόμο. Τον προσμένω με χαρά μου και προσμένω τι θα μας πη.
Ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη πώς θα γράφη τον _ πατέρα _; Θα τον κάμη ο
_ πατερός, του πατερού _, ή θα τον αφήση _ ο πατέρας, του πατέρα _,
δηλαδή όπως τον έχουμε από τώρα; Υποθέτω, θα τον αφήση. Τότες, τι
καταλάβαμε;
Τι καταλάβαμε, κ' η «θανατική» μας η «καταδίκη» τι σημαίνει; Η
καταδίκη μας είναι που «αγνοούν αυτοί οι άνθρωποι (εμείς δηλαδή) πως
με τέτοια πράγματα ημπορούσαν ν' αρχίσουν ίσως οι πρόππαποί μας κατά
τον δέκατον έκτον αιώνα, όχι όμως οι σημερινοί επίγονοι αυτών.» Τα
λόγια τούτα δεν είναι του κ. Σωτηριάδη. Του τάλεγε αφτά «είς εκ των
αρίστων συγγραφέων _ δημοτικών _ (;;) λογοτεχνημάτων.» Ντράπηκε όμως
να μας δηλώση τόνομά του. Κ' είχε δίκιο. Είναι ανοησία. Τίποτις άλλο
— αφού _ νόημα _ δεν έχει.
— Ανοησία; Να πάλε και τα συνηθισμένα μας. Αρχίζεις πάλε και
φωνάζεις. — Φωνάζω, τι να κάμω; Φαρμάκια να στάζω; — Τίποτα, φίλε
μου. Άσκημα, πολύ άσκημα τόπιασες το ζήτημα, και συ κ' οι φίλοι σου.
Δεν έπρεπε να σηκώσετε πόλεμο. Έπρεπε ήσυχα ήσυχα να ξηγήσετε τα
καθέκαστα στους δασκάλους. Τι βγαίνει από τις φωνές, τις
χαστουκοχαστουκιές, τις τουφεκιές, τις βροντοκανονιές; — Τέτοια μας
λένε μερικοί φίλοι της δημοτικής, μάλιστα πιο στενοί από τον κ.
Σωτηριάδη. Έχουνε πολύ δίκιο. Έπρεπε λοιπόν, από τα 1821, όπως το
ήθελε ο Κοραής, να κάμουν ανεξάρτητη την Ελλάδα. — δίχως πόλεμο!
Οι μεγάλοι σηκωμοί, στην ιστορία, δε γίνουνται μ' όλο το κέφι. Τους
αθρώπους έφκολα δεν τους αλλάζεις, αφτό, νομίζω, το είπε κι ο
Χριστός, θα τόλεγε κι ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη, ειδεμή δε θάτανε
Πάβλος. Μα και με τις φωνές μας και με τη μάχη μας τη μεγάλη για την
Ιδέα, φαίνεται πως έτυχε κάποτε να συνεπάρουμε και μερικούς, που το
λέει να «ενθουσιάσουμε» ο κ. Σωτηριάδης. Τα γραφούμενά μου, αν τον
ακούσης, «δεν κατώρθωσαν κανέναν να ενθουσιάσουν». Πολύ νόστιμο, που
το γράφει κιόλας αφτό στην «Ακρόπολη». Σα βγήκε το «Ταξίδι μου», όχι
«ενθουσιάστηκε», τρελλάθηκε ο Γαβριηλίδης, κόντεψε να βάλη όλο το
Ταξίδι στην «Ακρόπολη». Και του έφκουμαι του κ. Σωτηριάδη, αντίς ένα
του άρθρο, να του βάλη καμιά μέρα ο Γαβριηλίδης στην Ακρόπολη,
αλάκαιρο βιβλίο.
Γελώ, κι ωςτόσο είμαι καταλυπημένος. Κακό, πολύ κακό πράμα η
αχαριστία, και φοβούμαι μήπως αλήθεια είναι αχάριστος ο Ρωμιός.
Βέβαια είναι ο κ. Σωτηριάδης. Εδώ έχουμε ζητήματα σπουδαία, και σαν
πολύ άτοπο μου φαίνεται νάρχεται κανείς να χτυπάη, από λόγους
προσωπικούς, έναν άθρωπο και μάλιστα τρεις αθρώπους στον πατριωτισμό
τους. Δηλαδή δεν είναι καθαφτό χτύπημα. Είναι χερότερο, είναι το
φαρμάκι εκείνο που είπαμε. Μα μήπως έχει και κανένα δικαίωμα να μας
τα λέη εμάς αφτά; Υποθέτω πως αγαπάει τον τόπο του, κ' είναι χρέος
του. Δεν κατάλαβα όμως, ο φοβερός πατριώτης τι κατώρθωσε ως τώρα για
να κάνη τον περήφανο, να μας κρίνη εμάς και να μας κατακρίνη. Το πιο
γνωστό του έργο είναι μια μελέτη με τον τίτλο· «Zur Kritik des
Johannes von Antiochia (Jahrb. f. class. Philol. Suppl. XVI, 1888)»,
που είχε μάλιστα την καλοσύνη να μου τη στείλη τότες, σαν τη
δημοσίεψε και δεν πρόφταξα να του κάμω επίκριση ο ίδιος, μα έβαλα
ένα μαθητή μου, πολύ άξιο νέο, να μιλήση, και μίλησε με κάμποσους
επαίνους για τη μελέτη.{7} Είναι η μελέτη του αφτή γραμμένη _
γερμανικά. _ Λοιπόν, τι φωνάζει;
Να χαίρεται ο κ. Σωτηριάδης που δε ζω στην Αθήνα. Έτσι κανένας δεν
έχει φόβο, μήτε τη θέση του να γυρέψω μήτε το μιστό του να του πάρω,
μα μήτε και το παραμικρό ρουσφετάκι να ζητήσω ποτέ για μένα. Ωςτόσο
δεν πιστέβω, από κείνους που παίρνουνε και θέση και μιστό και
ρουσφέτι, πολλοί να είπανε λόγια τόσο ζεστά, τόσο φλογισμένα για την
Ελλάδα. Ας ρίξουνε και μια ματιά στο _ Ταξίδι· αμύνεσθαι περί
πάτρης, _ το λέει και το ξώφυλλο. Μπορεί τώρα ο καθένας, κι ο κ.
Σωτηριάδης ο ίδιος, να τα δη μαζωμένα όσα έγραψα, στα Ρόδα και Μήλα.
Μπορεί μάλιστα να δη πως κι ο κ. Σωτηριάδης και κάμποσοι άλλοι,
χρωστούνε κάποιο σέβας σ' έναν άθρωπο, που ίσα ίσα γιατί δε ζη στην
Ελλάδα, δείχνει πως δουλέβει αφιλόκερδα για την Ιδέα.
Ζ'
ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ.
Είμαι πολύ, μα πολύ κουτός. Κουτός, ζαβός και μουρλός, ό τι θέλεις,
πες με. Τάγραφα όσα διάβασες, αναγνώστη μου, στην εξοχή. Δεν είχα
μαζί μου όλα μου τα βιβλία. Θυμήθηκα λοιπόν πώς είχε γίνη ένα κάποιο
άρθρο στη Revue Critique για τον κ. Σωτηριάδη· μα τι έλεγε τάρθρο
δεν το θυμούμουνα. Έβαλα κατωσέλιδα μόνο τόνομα του περιοδικού, κ'
είπα, σα γυρίσω στο Παρίσι, να βάλω και τον αριθμό.
Ψάχνω, βρίσκω τάρθρο, το ξαναδιαβάζω, και τι βλέπω; Μια σημείωση
δική μου — όπως συνηθίζουμε στη Revue Critique, ύστερις από τους
επαίνους, να δείχνουμε κ' ένα δυο ψεγαδάκια. Μα τι να σας τα
πολυλογώ; Ιδού κ' η σημειωσούλα·
Dans ce court passage où l'auteur, étudiant la langue de Malalas,
témoigne d'un sentiment très fin du grec ancien et de connaissances
grammaticales solides, il est fâcheux d'avoir à relever quelques
inexactitudes d'autant plous regrettables que M. Sotiriadis est
Grec. L' expression _ neugriechisch _ qu'il emploie est obscure dans
sa pensée: entend-il par là le grec médiéval (quelle époque alors ?)
ou le grec _ moderne _ ? C'est ce dernier qu'il semble viser et,
dans ce cas, la plupart des formes qu'il cite sont erronées: p. 61,
il faudrait dire ανιψιός, non ανεψιός; — p.66, on lit: neugr . . . .
παίρνω, Aorist immer (!)επήρα, pour πήρα. On est plus que surpris, _
ibid. _, de voir κονταριά, μαχαιρεά donnés comme formes modernes,
alors que εά est un vocalisme de transition propre au moyen âge;
auj. κονταριά, etc. Enfin γράφει προς τον στρατηγόν et εζήτουν να
φονεύσωσι n'ont jamais été modernes. La précision scientifique exige
une scrupuleuse fidélité dans la citation des formes historiques.
Καταλάβατε τώρα την κουταμάρα μου; Κάθουμαι και φιλονικώ ήσυχα και
σοβαρά με τον κ. Σωτηριάδη, σταλιές σταλιές παίρνω το φαρμάκι του,
το κοιτάζω και το μετρώ, χωρίς να νοιώσω τι τρέχει. Δεν τρέχει και
τίποτα πολύ σπουδαίο να, καταλόγησα μερικά του λαθάκια στη δημοτική,
καθώς είδαμε και πιο απάνω πως καλά καλά δεν την ξέρει. Τι είναι
αφτό; Τίποτις. Ωςτόσο έφταξε για να μας τα ψάλη ο κ. Σωτηριάδης, να
τα ψάλη και της δημοτικής, όσο λίγο κι αν την _ απόμαθε. _
Προσωπικά! Προσωπικά!
Η’
ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.
... Ο Αργύρης ο Εφταλιώτης γυρέβει από αναγνώστη, που είναι Έλληνας,
δυο φοβερά πράματα: ναρνηθή τόνομά του και την πίστη του. Πρέπει να
υποθέσουμε _ ή πως δεν ξέρει _ πόσο μεγάλο πράμα γυρέβει, _ ή πως το
ξέρει _ κι απαιτεί την παράδοξη αφτή θυσία από το ελληνικό έθνος.
Γιατί εδώ το ζήτημα το γλωσσικό παίρνει πια καινούρια θωριά, και
καταντάει σήμερις προπαγαντίδικο, όχι όμως με την ωραία σημερνή
έννοια της λέξης, παρά με την _ παλιά ρωμανοκαθολική, _ που η τάση
της είτανε κατεφτείας να _ διακόψη _ κάθε είδος _ εθνική παράδοση, _
για να κατασκεβάση με το καινούριο ελληνικό έθνος μια λεβαντίνικη
φυλή, με κάθε άλλο παρά εθνική συνείδηση και συνοχή...
Ποιος τα λέει αφτά; Εγώ; Θα το κατάλαβες και μοναχός σου, αναγνώστη
μου Έλληνα, πως εγώ τέτοια δε συνηθίζω. Τα λέει ο στενός μας ο
φίλος, γιατί δεν του φτάνει που μας χτυπά εμάς και την ιδέα μας,
χτυπάει τώρα και το ρωμαίικο και τη ρωμιοσύνη μαζί. Από πού κι ως
πού όμως ο τόσος ο θυμός; Από τον τίτλο _ Ιστορία της Ρωμιοσύνης, _
που έβαλε ο Αργύρης στο βιβλίο του, να δηγηθή τα ιστορικά της
Ρωμιοσύνης από τον Κωσταντίνο το Μεγάλο ίσα με τον Ιουστινιανό.
Λοιπόν τώρα να το καλοσυλλογιστούμε το πράμα σα μιλεί κανείς για
Ρωμιό και για Ρωμιοσύνη, α') σου αλλάζει τόνομα και την πίστη· β')
κάνει ρωμανοκαθολική προπαγάντα. Σπουδαία αφτά. Για να τα ξετάσουμε
λιγάκι.
_ Ρωμιός _ θα πη _ Ρωμαίος. _ Το _ αι _, με κατοπινό _ ο _, έγινε _
ι _, όπως ο _ παλαιός _ έγινε _ παλιός _, το _ δίκαιο δίκιο, _ το _
και κι _ πριν από λέξη που αρχίζει με _ α, ο, ου, _ λ. χ. ο τάδες κι
ο τάδες, _ και όλα, κιόλα, κιόλας _ κτλ. κτλ.
Μα ποιος τους τόδωσε στους Έλληνες τόνομα ετούτο; Ποιος τόλμησε και
τους είπε Ρωμαίους; Ποιος άλλος παρά ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, όπως
είναι και γνωστό; Τρομερός λοιπόν _ προπαγαντίστας _ αφτός! Τους
άλλαξε τόνομα, να δήτε που τους άλλαξε και την πίστη. Και βέβαια!
Πρώτα λέγουνταν Έλληνες και λάτρεβαν τους αρχαίους τους θεούς. Ήρθε
ο Κωσταντίνος και μας τους έκαμε καθολικούς! Να με συμπαθάτε και
γελάστηκα, γιατί τότες καθολικούς βασιλιάδες δεν είχε, αφού πριν από
τον Κωσταντίνο δεν είχε στον αφτοκρατορικό θρόνο ούτε χριστιανούς!
Μα δεν είχε τότε μήτε καθολικούς μήτε ορθόδοξους· χριστιανοί
λέγουνταν όλοι, όσοι δεν είταν ειδωλολάτρες ή _ εθνικοί _. Φταίει ο
κ. Σωτηριάδης που μου σκούνταψε η πέννα· θάρρεψα και γω πως άμα
είσουνα ρωμιός, είσουνα και καθολικός. Νά σου όμως που υπάρχουνε και
Ρωμιοί που καθολικοί δεν είναι. Πρώτος ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος.
Αφτός γρυ από _ ελληνικά _ δεν ήξερε, μήτε του έμελε για την Ελλάδα·
«πόλιν αντίρροπον της Ρώμης εζήτει{8}.»
Δεν έχτιζε καινούρια πόλη, έχτιζε δέφτερη Ρώμη (_ νέα Ρώμη _ ) και
τα περιχώρια της Κωσταντινούπολης είχανε ονόματα λατινικά, το _
Σκούταρι _, λ. χ., που και σήμερις ακόμη έτσι το λένε. Άλλαξε τότες
η πρωτέβουσα· δεν άλλαξε ο Καίσαρας. Οι στρατιώτες του Κωσταντίνου
έκαναν την προσεφκή τους λατινικά{9}. Το κομμάντο κι αφτό στη
λατινική, τα λατινικά είταν η επίσημη γλώσσα, και στο Παλάτι
μιλούσανε λατινικά{10}. Λατινικά έβγαζε τους λόγους του και στη
σύγκλητο και στη σύνοδο ακόμη, και μάλιστα μπροστά σ' επισκόπους που
είταν ελληνόγλωσσοι {11}. Με τα _ Ελληνικά _ δεν τάβγαζες πέρα·
δύναμη και πλούτο για όσους σπουδάζανε τα λατινικά, «μετ' εκείνων
δυνάμεις τε και πλούτους{12}.»
Ίσως όμως, θα μου πήτε, οι διαδόχοι του πήραν άλλο δρόμο; Ποιοι
τάχατες απ' αφτούς; Ο Ιουστινιανός; Όχι, βέβαια. Αφτός έλεγε για τη
λατινική πως είτανε «η πάτριος ημών φωνή.» Ακούστε τον, και τότες να
καταλάβετε· «και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά
ταύτη δη τη κοινή τε και ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον
διά το πρόχειρον της ερμηνείας{13}», απαράλλαχτα δηλαδή με το ύφος
που θα μιλούσε για καμιά πρόστυχη και χυδαία γλώσσα, «τω πλήθει
κατάλληλον» (Διάτ. ξς', α', §2), γλώσσα κατάλληλη για το πλήθος. Για
να μιλή κανείς όπως πρέπει, ανάγκη να τα πη λατινικά, κοίτ. Ν.,
Διάτ. ιε', Πρ «δια τούτο τη πατρίω φωνή defensoras αυτούς καλούμεν.»
Το _ δια τούτο _ σημαίνει πως αφτά είναι τα «παλαιά ονόματα», και
πως η «φωνή των Ρωμαίων» είναι «κυριωτάτη δια το της πολιτείας
σχήμα», όπως το λέει κιόλας, Ν., 1 Διάτ. ξς, α § 2. Μα σε κείνα τα
χρόνια, δε μιλούσαν έτσι μονάχα οι βασιλιάδες· είτανε της καλής
αναθροφής να ξέρη κανείς τα λατινικά, κ' ένας προκομμένος νέος το
είχε συστατικό του σαν τα μάθαινε. Πριν από τον Ιουστινιανό, το λέει
κι ο Χρυσόστομος «νέος τις κομιδή πλούσιος ων επεδήμησέ ποτε τη
πόλει τη ημετέρα κατά λόγων παίδευσιν εκατέραν, την τε Ιταλών την τε
Ελλήνων {14}.» Και θα παρατήρησε ο καθένας πως βάζει τα λατινικά
πρώτα από τα ελληνικά. Προπαγαντίστας κι αφτός, αθεόφοβος. Σαν το
Χρυσόστομο, τα λεν και χίλιοι άλλοι{15}. Ίδια η λέξη _ ελληνισμός _
δεν είχε διόλου, μα διόλου, τη σημασία που της δίνει ο κ. Σωτηριάδης
κι άλλοι πολλοί. Σημαίνει «μάθηση ελληνική», και το είχανε τότες για
κακό πράμα. «Αρνησάμενος την κακήν κληρονομίαν του ελληνισμού των _
εμών πατέρων _ και γονέων{16}». Ο Ιουστινιανός όμως το παράκανε· τα
ελληνικά το κάτω κάτω — φαίνεται κι από το ύφος του — τα
καταφρονούσε, τον ελληνισμό δεν τον αγαπούσε διόλου, και την Αθήνα
πια, που είταν του ελληνισμού η στερνή αποφεγγιά, την αφάνισε,
διάλυσε και το Πανεπιστήμιο{17}.
Μα τι κάθουμαι και λέω; Ως και τόνομα «Γραικός» είτανε τότες όνομα
μισητό και σιχαμένο{18}, τόνομα «Έλλην» άλλο δεν ήθελε να πη παρά _
ειδωλολατρία{19}. Μας το λέει κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός — «επειδή
τίνες εύρηνται τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη»
κτλ. κτλ.{20}. Τι διαβολεμένος προπαγαντίστας όμως ο Ιουστινιανός,
που όχι μόνο μας άλλαξε τόνομα, σαν τον Κωσταντίνο, μα που δεν ήθελε
κάνε να τακούση!
Τόνειρό του, ο πόθος του, η λαχτάρα του είταν «η δόξα των Ρωμαίων»,
όπως γράφει κ' ένα νόμισμα{21}. Πολέμησε χρόνια και χρόνια, να γίνη
καίσαρας σωστός, να πάρη όλη την Ιταλία, να βασιλέψη πιώτερο μάλιστα
στη Δύση παρά στην Ανατολή, κι αν τον κατηγορήση κανένας που είχε το
νου του στη Ρώμη, αντίς να τον έχη στην Πόλη, που πήγε να ξολοθρέψη
τους βαρβάρους της Ιταλίας, αντίς να συλλογιστή τους ασιατικούς
βαρβάρους, αντίς να τους αφήση να δυναμώσουν κ' ίσως έτσι κατόπι να
μας φέρη και τους Τούρκους, γιατί με τα χρήματα που πήγαν και με
τους στρατούς που χαθήκανε, αφάνισε το Κράτος, ό τι κι αν πη
κανένας, άδικα θα το πη, επειδής ο Ιουστινιανός δε φταίει, έτσι τα
ήξερε, έτσι τάβλεπε, άλλο τότες οι αφτοκράτορες, από παιδιά που
είτανε, δε μαθαίνανε παρά τη Ρώμη, που είταν η αληθινή τους, η μόνη
τους η παράδοση, και στο δέκατο ακόμα τον αιώνα, ο Νικηφόρος ο Φωκάς
θύμωνε με τα σωστά του, έλεγε τον πάπα κουτό και ζαβό, που τον
καλούσε «βασιλέα των Ελλήνων», κι όχι, όπως έπρεπε, όπως είχε χρέος
να τον πη «βασιλέα των Ρωμαίων{22}.»
Ορίστε λοιπόν που βρήκαμε κι άλλονε προπαγαντίστα, το Νικηφόρο το
Φωκά, «τον τρέμει η γις κι ο κόσμος.» Κι ο Νικηφόρος ο Φωκάς είχε
απαράλλαχτα την ίδια ιδέα που είχε ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, αφού κι
αφτός νόμιζε πως «νέα Ρώμη» δε σημαίνει τάχα διόλου Ρώμη δέφτερης
τάξης, παρά Ρώμη αφτοκρατορικιά, Ρώμη που ο Καίσαρας βασιλέβει, Ρώμη
λατινική της Ιταλίας, — «νόμιμη, αναγνωρισμένη διαδόχισσα της
αρχαίας{23}» — κ' έτσι βαστούμε πια και τον πιο περίφημο σημερνό μας
προπαγαντίστα, τον Οικουμενικό τον Πατριάρχη, που κι ας μας χτυπούν
εμάς, όσο θέλουνε, γιατί γράφουμε τα ρωμαίικα, ο Οικουμενικός
Πατριάρχης ωςτόσο λέγεται κ' είναι αναγκασμένος να λέγεται
«Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ.»
Αφτά ο κ. Σωτηριάδης _ ή τα ξέρει ή δεν τα ξέρει _. Α δεν τα ξέρει,
θαπορήσω πως ταψηφάει, καθώς απόρησα όταν είδα ένα βυζαντινολόγο να
μιλάη με κάποιο καταφρόνιο για τις μωζάικες, που οι βυζαντινοί τις
είχανε για καμάρι και για δόξα. Αν τα ξέρει, πώς μπορεί να
κατηγορήση τον Αργύρη τον Εφταλιώτη για πράματα που πρώτος τα
φταίει, αφού θαρρεί πως είναι φταίξιμο, ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος; Ή
μήπως τα ξέρει, και μας λέει άλλα κι ανακατέβει στο ζήτημα
καθολικούς και προπαγάντες, για να μας στάξη φαρμάκι περισσότερο, κ'
έτσι, αν μπορεί και δίχως να φαίνεται, να μας τα κάμη όλα φαρμάκι,
ως και το ζήτημα; Τότες — δε θέλω πολλά να πω και το λέω χωρίς πίκρα
καμιά — τέτοιοι τρόποι δε μου φαίνουνται όμορφοι, είναι λίγο
επιστημονικοί, και θαρρώ πως καλά θα κάμη να το συλλογιστή ο κ.
Σωτηριάδης.
Μα, θα μας πη — αχ! το λένε κι άλλοι! — ο Ρωμιός, ό τι κι αν είτανε
πρώτα, σήμερις κατάντησε νάχη σημασία κακή. Αφτό είναι αλήθεια.
Δηλαδή, πιο σωστό να παρατηρήσουμε πως έχει κακή, μα πως έχει και
καλή συνάμα· λόγου χάρη, τα καμώματα του κ. Σωτηριάδη, _ ρωμαίικα. _
Με κακή σημασία. Μα δε _ μιλεί ρωμαίικα, _ που θα είχε σημασία καλή,
αφού στη ζωή μου δεν άκουσα να πη κανείς με κακή σημασία, _ μίλα
ρωμαίικα, _ δηλαδή παστρικά. Μήπως όμως η φράση _ βγήκε στο ρωμαίικο
_ είναι για κακό; Για κακό βγαίνει κανείς να σεργιανίση στην Ελλάδα;
Στα χωριά, σαν πήγαινα παντού και κουβέντιαζα με τους απλούς
αθρώπους, με ρωτούσανε· «Τι κάνει το ρωμαίικο;», και δεν κατάλαβα να
μου το λέγανε με σημασία κακή, αφού με αγάπη και με πόθο ήθελαν οι
καημένοι να μάθουνε τι γίνεται το έθνος, και δίνανε στη λέξη το
ρωμαίικο απαράλλαχτα τη σημασία που δίνουν οι δασκάλοι στη λέξη _
ελληνισμός _. Μάλιστα ένας δάσκαλος μου δηγήθηκε πως μια μέρα ρώτηξε
ενός χωρικού αν είταν «Έλλην» — πάει να πη έλληνας _ υπήκοος, _
γιατί τέτοιο νόημα έχει — και πως τον κοίταξε ο χωρικός κατάματα,
σαν άθρωπος που δε νοιώθει τι του λένε, και του αποκρίθηκε στο
τέλος· «Όχι, καλέ! Εγώ είμαι Ρωμιός.»
Κ έτσι θα σου το πούνε στην Ελλάδα παντού και θα σου το πούνε με
κάφκημα. Πολύ έφκολο να δοκιμάσης, να δης. Θυμούμαι τη χαρά τους,
κάθε φορά που τους έλεγα τη λέξη. — «Είδες πως τα ξέρει τα
ρωμαίικα!» — Και βέβαια δε με κατηγορούσανε, παρά τους φαίνουνταν
παράξενο να κάθουμαι στην Εβρώπη και να μιλάω την καθάρια δημοτική —
δηλαδή αφτοί αλλιώς τα βλέπουν από τον κ. Σωτηριάδη. Μα γιατί πάλε
να σας τα μωρολογώ; Και στην κοινωνία, θα τακούσετε κάθε ώρα, και να
το καλοξετάσετε το πράμα, θα δήτε πως Ρωμιός δεν υπάρχει που να μην
ξέρη, που να μη συνηθίζη τη λέξη. Θα σου πη μάλιστα πολλές φορές·
«Είμαι Ρωμιός!» Και δεν πιστέβω με κακή σημασία να το λέη, που δεν
του μοιάζει κιόλας νάχη τόσο άσκημη ιδέα για λόγου του.
Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσεξίες της
καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα
ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής,
κι αφτά είναι που η λέξη _ Ρωμιός και Ρωμιοσύνη _ μας έκοψε την
εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι,
πρέπει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να
κόφτη άραγες την παράδοση, αφού η παράδοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; Ή
μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον
Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις σταναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα
και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου
που να χαντακώνεται σαν το ρωμαίικο, που από την πρόληψη, από το
δασκαλισμό, να καταστρέφη τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο
διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα
πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα
μελετά.
Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο τόχαψε μια μορφιά,
ώςπου να γίνη άφαντο, και πως τους Λατίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε
ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το _ Ρωμαίο _ τον έκαμε _ Ρωμιό, _
πάει να πη Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του
ιστοριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να
καταντήση το _ ρωμαίικο, _ που σήμαινε πρώτα το _ λατινικό _ — μην
το ξεχνούμε — να σημαίνη σήμερις παντού _ ελληνισμό, _ και μάλιστα _
ελληνισμό _ κι _ ορθοδοξία _ συνάμα. Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη,
έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται
και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά
του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το
Ρωμαίο, με τρόπο που να του πάρη ως και τη δόξα την καμαρωμένη του,
τόνομά του{24}.
Είπαμε αλλού{25} πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και
πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυζάντιο, έμαθε τον εθνισμό
της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη,
έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την
Ελλάδα θα είτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας
πώς μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβη ένωση, γιατί
στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνη κράτος χωριστό, να πολεμήση
κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώση αφτό.
Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε
πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρνει το μάτι αμέσως, γιατί
πρέπει να ψάξης κατάβαθα στην ψυχή, να τα δης μέσα της; Μήπως δε
θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι
πόλεμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η
ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες
μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί,
ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα
στο αίμα το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο
σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώση, σα φάη κόκκαλα
αντρειωμένου. Το ίδιο κ' ένα έθνος θα δυναμώση, σαν το θρέψης με τα
κόκκαλα τα ιερά της Ιστορίας.
Και τι βγαίνει απ' αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να
κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο
θεός φυλάξη! Ο αγαπητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του
Λαμπρίδη{26}, πως τόνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο
Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ{27}» πως ο
Ρωμιός είτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και
τιμημένο. Τόσο το καλήτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο
σκοπός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις
δυο. Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελλάδα, να την κάμουμε
βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κανένας ναρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι
αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοι του κατόπι, σφιχτοκράτησε και
σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει
ναποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή — και γω λιγώτερο από κάθε
άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και
κυριολεξία, στο βιβλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού
έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαντινή την
ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια
σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά,
που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίση ο Αργύρης.
Πρέπει να πάψη το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα
μας τόμαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τόνομα το
ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλήτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι
Έλληνες κ' οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πη, ένας λαός να φυλάξη και τα δυο
αυτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον
Παρθενώνα, μας άφησε την Αγια Σοφιά ο Ιουστινιανός, που είτανε
Ρωμαίος — και για τούτο πρέπει νάχουμε σέβας για το Ρωμιό.
Από το Ρωμιό βαστούμε και τη γλυκειά μας την κουβέντα, το ύφος μας
αφτό που κουβεντιάζει και παίζει. Το ξέρω πως και στο ύφος μας
απάνω, μας χτυπούνε. Εγώ θαρρώ πως η αρχαία η Ελλάδα ζη πάντα, γιατί
κι ο Πλάτωνας, σα δε γελιέμαι, το είχε και το ήθελε το ύφος το
κουβεντιάρικο, ταπλό, που καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπόρεσε ποτε
της να ταρπάξη τόσο ταιριαχτά που να το κάμη και δικό της. Μας είπαν
ωςτόσο πως εμείς τόχουμε τέτοιο ύφος, γιατί δε ζούμε στην Αθήνα,
γιατί δεν ξέρουμε ποιές λέξες μπορεί κανείς να πη στο θέατρο, ποιες
άλλες στον καφενέ, και ποιες άλλες στο «φροντιστήριο», που κάθεται
και γράφει ο φιλόσοφος. Δε ζούμε στην Αθήνα, και γι' αφτό, νομίζω,
βλέπουμε καλήτερα πώς κρίνουνε τους αρχαίους αλλού, πώς νοιώθουνε
την ομορφιά τους, πώς πολεμούν και να τη μιμηθούνε. Η καθαρέβουσα
πίστεψε πως άμα μιλεί κανείς για σοβαρά ζητήματα, πρέπει αμέσως να
κάνη και τον κατσούφη. Ουσία και ύφος δεν είναι ανάγκη να μοιάζουνε
σε τέτοιο βαθμό. Διέστε τον Πλάτωνα πώς παίζει φιλοσοφώντας. Μα και
στην Εβρώπη, που φοβούμαι και κατάλαβε τον Πλάτωνα κάπως καλήτερα
παρά που τον καταλαβαίνουν ακόμη στην Αθήνα, δε βλέπω τέτοια
μαχμουρλίκια. Με τις λέξες της κουβέντας, το ύφος ζωντανέβει και
πάει. Αφτό μάλιστα περνά εδώ για τέχνη. Στο Παρίσι, μια φορά κ' έναν
καιρό, έλεγαν τα ίδια, δηλαδή πως κάτι φράσες είναι άτοπες ολότελα,
όχι μόνο σε βιβλία επιστημονικά, μα και στο θέατρο ακόμη. Ως κ' η
λέξη _ μαντίλι _ καταδικασμένη, ξωρισμένη. Την είπαν όμως, κ' οι
Γάλλοι που την είπανε, δε ζούσανε, όσο ξέρω, μακριά από το Παρίσι.
Τα _ χυδαία _ μάλιστα παντού τα φιλοξενίσανε, και στην ιστοριογραφία
και στην επιστήμη· εννοείται, τα βάζουν εκεί που πρέπει κι όχι όπως
τύχη, ξέρουνε και τα φέρνουνε με τρόπο. Αποφέβγουν το νόημα το
χυδαίο· τα χυδαία όμως δεν ταποφέβγουνε διόλου, μήτε τις λέξες τις
πιο δημοτικές δεν τις αποφέβγουνε — από τον καιρό που κατέβηκε ο
ρωμαντισμός, όπως η ρωμιοσύνη κατεβαίνει σήμερις από τα βουνά, κι
άνοιξε ολόφαρδες τις πόρτες και χούμηξαν όλα τα χυδαία, μέσα στα
Παλάτια όλα.
.................................................................
.................................................................
Εσένα, κανείς να μη σ' αγγίξη! Βαστούμε ρόπαλο στο χέρι, πολύ γερό.
Το ρόπαλό μας είναι η αλήθεια. Ένας ένας, όποιος προβάλη να σε
χτυπήση, ένας ένας θα τσακιστή και θα πέση, τι να κάμη; Εσύ έπαθες
πολλά, εγώ για σένα ήθελα να χύσω ένα δάκρι, που μέσα του να είναι
όλα τα δάκρια της καρδιάς μου, που με το δάκρι μου αφτό να κλάψω τα
βάσανά σου όλα μαζί. Εσύ αιώνες κ' αιώνες ζης, πολεμάς, κι
αναστενάζεις. Εσένα τα όνειρά σου, εσένα οι πόθοι σου κ' οι μεγάλες
σου οι λαχτάρες, εσένα κ' οι θυμοί σου πάντα, γιατί πάντα σου το
είχες αφτό, βλέπουνε την ιδέα, κ' η ορμή σου πάντα θα πεταχτή στα
πιο αψηλά, τα πιο μεγάλα και τα πιο ωραία. Κάποτε στραβοπατείς,
κάποτε δεν το ξεδιακρίνεις το καλό, μα φτάνει να σου το δείξουνε και
το δίψασες αμέσως. Εσύ ξέρεις και την αγάπη. Εσύ είσαι πανόμορφη. Τα
μάτια σου τα μάβρα, γιομάτα ελπίδα, γιομάτα θλίψη που με σφάζει,
μέρα δεν είναι που να μην τα θωρώ και να μην τα θαμάζω και να μην τα
πονώ τα μάτια σου τα μεγάλα. Εσένα δε σου κοστίζει να θυσιαστής. Εσύ
το σκοπό μονάχα κοιτάζεις. Εσύ γεννήθηκες με την πίστη. Εσύ έμαθες
την πομονή, εσύ για τα γενναία συνεπαίρνεσαι. Κ' η πομονή σου, τα
γενναία θα σε κάμη ναπολάψης. Περεχυμένη στους κάμπους και στα
βουνά, περεχυμένη στης θάλασσας τους αφρούς, στα πρασινόφορα τα
Νησιά, με πέφκους πέφκους ολόγυρά σου, με τον ουρανό σου τον
ολόλαμπρο, παντού σε ξανοίγω, παντού σε προσκυνώ, παντού σε λατρέβω,
αθάνατη μου εσύ ψυχή της Ρωμιοσύνης.
Γραμμένο στο Ροσμαπαμόνι, τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ {28}
Όπως τόχω σημειωμένο και παρακάτω, η μελέτη μου αφτή γράφηκε
Άβγουστο μήνα 1886, είναι δηλαδή το πρώτο πρώτο ρωμαίικο που έγραψα,
όχι μόνο προτού γράψω _ Το Ταξίδι μου _, μα προτού ακόμα κάνω το
ταξίδι το ίδιο, που έδωσε και τον τίτλο του στο βιβλίο μου. Η μελέτη
μου γράφηκε με το σκοπό να τη διαβάσω στο Συνέδριο του Ελληνικού
φιλολογικού Συλλόγου της Πόλης, που είτανε τότες να γίνη. Δεν έγινε
όμως κ' έτσι δεν έγινε μήτε τανάγνωσμά μου.
Όταν έφτασα στην Πόλη, ο Foy που εκεί καθότανε σε κείνα τα χρόνια,
μου είπε αμέσως πως η τούρκικη κυβέρνηση θα εμποδίση το Συνέδριο.
Στα Θεραπειά πάλε ο πρέσβης της Γερμανίας, κ. von Radowitz,
περπατούσε στο ριχτίμ· κ' έλεγε πως του κάκου ήρθαμε και δε θα δούμε
Συνέδριο. Μ' άλλα λόγια, το εμπόδισε όχι ο Σουλτάνος, που πρώτα είχε
δώσει την άδεια, μα ο φίλος μας ο Κάιζερος. Γιατί αφτό; Γιατί, όπως
είδαμε και στα 1897, ο Γουλιέλμος είχε την ιδέα που στα 1821 την
είχε η Εβρώπη όλη, η αφτοκρατορική και βασιλική Εβρώπη· ο νόμιμος ο
_ βασιλιάς _ είτανε για την Εβρώπη ο Σουλτάνος· οι Έλληνες είταν
επαναστάτες, κ' οι βασιλιάδες επανάσταση δε θέλανε. Μπορούσε να γίνη
κακό μάθημα για τους λαούς τους. Δε συλλογιούντανε διόλου πως ο
Τούρκος είτανε καταχτητής, μα κι αν το συλλογιούντανε, δεν τους
πείραζε, γιατί το ίδιο έκανε, αφού δεν είναι ο Τούρκος ο μόνος
καταχτητής, κι όπου βλέπουνε σηκωμό, θαρρούνε αμέσως πως θα
σηκωθούνε κ' οι χώρες που έχουν ίδιοι τους σκλαβωμένες. Η Κρήτη, στα
1897, του φάνηκε του Γουλιέλμου σα νάτανε κανένα Νησί άνομο, άσεβο
κι αθεόφοβο που πάει άξαφνα και πολεμάει, με ποιόνα; με το βασιλιά
του, πάει να πη με το Θεό. Από χρόνια, στην Τουρκιά, είχε συφέρο
λοιπόν η Γερμανία να κολακέβη τον Τούρκο, μα να μην αφίνη διόλου το
ρωμαίικο να παίρνη απάνω του. Κ' έτσι δεν άφησε μήτε τον ήσυχο και
τον καλό Σύλλογο να κάμη ταθώο του το Συνέδριο, που το χαίρουνταν
και το πρόσμεναν όλοι.
Δεν έβγαλα το λόγο μου κ' ίσως γλύτωσα τότες από κάμποσα που θάκουα
ο ίδιος, — μόνο που θάκουαν τη γλώσσα μου οι Πολίτες. Ωςτόσο δεν το
πιστέβω. Θυμώνουνε, σα με διαβάζουνε σαν τους τα διαβάζω, λένε πως
μιλώ σαν που μιλεί όλος ο κόσμος, γιατί δεν τα βλέπουνε τυπωμένα. Το
μάτι τους δε συνήθισε ακόμα· ταφτί τους εννοείται συνήθισε χρόνια
και χρόνια, αφού γλώσσα τους είναι.
Μα εγώ θαρρώ πως και να με διαβάζανε, πάλε δε θα γινότανε τόσο κακό,
γιατί στη μελέτη μου τη μικρούτσικη αφτή, προσπάθησα να κάμω κάτι
που μου φάνηκε κάπως περίεργο. Η γλώσσα όχι μόνο μορφωμένη δεν
είτανε τότες, μα κανένας ακόμα δεν την είχε γράψει για φιλολογικό,
καλλιτεχνικό, επιστημονικό σκοπό. Και γω βγήκα να τους μιλήσω μ' ένα
είδος ακαδημαϊκό ύφος, σα να γράφουνταν τάχατις αιώνες κ' αιώνες και
σα να είτανε πια συνήθεια να μιλή κανείς, να παίζη, να χαμογελάη, να
συζητά για τα πιο σπουδαία ταντικείμενα σ' αφτή μας τη γλώσσα, τη
δημοτική. Και τα χοντρά και τα πρωτάκουστα γι' αφτούς που τους
έλεγα, τους τάλεγα ήμερα κι απλά, σαν που θα τάλεγε κανένας σε μιαν
εβρωπαϊκή Ακαδημία, έτσι, με τρόπο, μήτε πολύ πολύ σοβαρά, μα μήτε
και πολύ πολύ στο ψιλό.
Δημοσίεψε ωςτόσο τη μελέτη μου ο _ Σύλλογος _, και θέλει δε θέλει,
βρίσκεται τώρα η δημοτική πολιτογραφημένη στα ιερά βιβλία του
Συλλόγου. Χαίρουμε πολύ, γιατί το πρώτο ποίημα που γράφηκε στη
δημοτική, γράφηκε στην Πόλη, ο _ Σπανίας. _ Θάτανε αδικία να μην
είχε κ' η σημερνή μας η δημοτική τη θέση που της αξίζει σ' ένα
πολίτικο περιοδικό, σ' ένα μάλιστα που ως τότε γράφουνταν η
καθαρέβουσα μόνη.
Δημοσιέφτηκε η μελέτη μου και χώρια, ύστερις από το Ταξίδι. Διώρθωσα
τα τυπογραφικά φύλλα, σα γύρισα στα Παρίσι. Την ξανατυπώνω σήμερις
χωρίς πολλά διορθώματα, μόλις με δυο τρεις αλλαγές πού και πού.
Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην ξεχάση πως είναι το πρώτο μου και πως
ο ίδιος δεν έχω και τόσο μεγάλη ιδέα γι' αφτό μου το δοκίμιο· θα δη
και κάμποσα, μέσα, που τώρα δεν τα συνηθίζω πια. Τότες έλεγα _ που
_, τανυπόφορο το _ που _, εκεί που, κατόπι, και στο _ Ταξίδι _ το
ίδιο, έβαλα _ πως _. Έχω και κάτι _ αλλά _, για να πω το _ μα _ της
δημοτικής. Έγραφα τον αόριστο _ σώσετε _ αντίς _ σώσατε _. Είναι και
κάτι πολίτικα, σαν την αιτιατική _ με λέτε _ κτλ., που υστερώτερα
την έκαμα γενική όπως το συνηθίζουνε στην Αθήνα· _ μου λέτε _ κτλ.
Κάτι άλλους τύπους τους άφησα, για να δείξω και τον πόθο που είχαμε
από τότες να τα πούμε όλα στην καθάρια δημοτική. Ο τύπος _ τον
εμαφτό μου _ είναι πολύ σωστός, αν και παραδεχτήκαμε σήμερις τον _
εαφτό μου. _ Το πιο περίεργο είναι που στη μελέτη μου, ο _ Ρωμιός _
ονομάζεται πάντα _ Γραικός _. Ο _ Ρωμιός _, σε κείνα τα χρόνια, δε
χτυπούσε όμορφα σταφτί γράφοντας τα ρωμαίικα και μελετώντας την ψυχή
της Ρωμιοσόνης, καταλάβαμε πως έχει κι αφτός τα καλά του και το
μεγαλείο του.
Είναι βέβαιο που αν έγραφα σήμερα τη μελέτη μου, αλλιώς θα την
έγραφα ως και την εικόνα του ποταμού, στο τέλος της μελέτης, κάπως
θα τη συγύριζα. Τίποτις όμως δε θάλλαζα στις ιδέες· όσα έλεγα τότες
για τη γλώσσα, προσμένω ακόμα να μας αποδείξουν πως σωστά δεν είναι.
Τόσο πολύ θαρρώ μάλιστα πως από τότες είπα τα σπουδαιότερα, που
ξαναδιαβάζοντας τη μελέτη μου, απόρησα βλέποντας πως σ' ένα μου
άρθρο γαλλικό{29}, γραμμένο στα 1901, έβαλα κάμποσα που κι ο ίδιος
τα νόμιζα κ' οι άλλοι τα είπανε πως είτανε καινούρια, κι ωςτόσο θα
τα δούνε και στο πρώτο μου αφτό δοκίμιο, δηλαδή πως η διγλωσσία
είναι πράμα κοινό στους λαούς της Ανατολής, και πως ίσως από δάφτους
μας κόλλησε και μας το κακό. Όσα πάλι έγραψα για τα πολλά που έχουμε
να κάνουμε ώςπου μάθουμε τη δημοτική, για τη μέθοδο, για τα λεξικά,
για τη γραμματική που πρέπει να γίνη, για την επιστημονική και
σοβαρή μελέτη της δημοτικής, το ξέρω πολύ καλά πως από αφτά όλα,
τίποτις δεν έγινε ακόμη· μα σα γίνουν, αν τύχη και γίνουν ποτέ τους,
όπως το ελπίζω και τόχω μάλιστα για βέβαιο, θα γίνουνε με τον τρόπο
που προσπάθησα να δείξω εδώ. Εννοείται, κι ο ίδιος, μελετώντας
μερονυχτίς, πιστέβω νάμαθα τη γλώσσα μας κάπως καλήτερα παρά που την
ήξερα τότες. Έπρεπε να περάσουνε δεκαπέντε χρόνια ώςπου να καταλάβω
πως ο τίτλος _ Ιστoρικά και γλωσσολογικά ζητήματα_ είτανε ξενισμός,
και πως ρωμαίικα θα το πούμε δίχως ουσιαστικό κανένα, καθώς θα
τόλεγαν κ' οι αρχαίοι, δίχως αφερημένο κι αφτοί. _ Ιστορικά και
γλωσσολογικά _ να τα πούμε, μου φαίνεται πως φτάνει και πως τα λέει
όλα.
Στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, άφησα το προοίμιο το γαλλικό
και τη γαλλική σημείωση, που δημοσιεφτήκανε τότες μαζί με τα
ρωμαίικα στο Σύλλογο. Είναι πάντα καλός _ οιωνός _ να φαίνουνται
αδερφωμένες η Γαλλία κ' η Ελλάδα.
27 του Τρυγητή, 1901.